Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2019

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (26)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 
                                                        Jacob Burckhard
                                                                            ΤΟΜΟΣ 1ος
                                               ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
                                                          ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΟΣ  
                                                                                       – ΙΙ
                                             Η ΠΟΛΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΗΣ ΕΞΈΛΙΞΗ
4. Η ΔΟΥΛΕΙΑ (συνέχεια 3η)

Ο τρόπος αντιμετώπισης των δούλων σχετίζεται άμεσα με το γεγονός ότι πρόκειται σχεδόν αποκλειστικά για πληθυσμούς Βαρβάρων ή ημι-Βαρβάρων. Η κατ’ αρχήν υποτίμησή τους από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, όπως τη συναντάμε σχεδόν παντού στα έργα τους, προέρχεται αποκλειστικά από αυτή την εκτίμηση, παρότι τούτο δεν αναφέρεται ρητά, και αν ο Αριστοτέλης επέλεξε μια στάση ευνοϊκή και διαλλακτική απέναντί τους, όπως υποδεικνύει η διαθήκη του, το γεγονός είναι προς τιμήν του. Το τετριμμένο ερώτημα, αν ο δούλος μπορεί να διαθέτει κάποια ικανότητα και σε ποιόν τομέα, η άποψη ότι εξ αιτίας τής καταγωγής του έχει περιορισμένη αντίληψη και βρίσκεται σε κατώτερη θέση από τούς ελεύθερους πολίτες, όπως ακριβώς το σώμα είναι κατώτερο από την ψυχή, όπως και η άποψη ότι αδυνατεί να λάβει ώριμες αποφάσεις, όλα αυτά δεν έχουν εδώ καμμιά ιδιαίτερη σημασία· κατά τον ίδιο τρόπο και η ρήση τού Εύμαιου, που βεβαίωνε ότι «από τη στιγμή που κάποιος διασχίζει το κατώφλι τής δουλείας είναι σαν να του αφαιρεί ο κεραυνός τού Δία τη μισή του ανθρωπιά», θεωρήθηκε αργότερα ως εξαιρετικά ήπιος χαρακτηρισμός. Δεν υπάρχει τίποτε το υγιές σε μια ψυχή δούλου, λέει ο Πλάτων. Εντούτοις κανείς δεν είχε πρόβλημα να περιστοιχίζεται και να υπηρετείται από μια τεράστια μάζα ανθρώπων, που η ζωή τους ήταν χειρότερη από τον θάνατο. Ο νόμος προστάτευε τον δούλο από αυθαίρετη θανάτωση και από βιασμό ( ασφαλώς όχι για να προστατέψει τον ίδιο, αλλά για να περιορίσει τη βία τού αφέντη), επιτρέπονταν όμως όλες οι άλλες ποινές και οι εξαναγκασμοί. Η μεγαλύτερη δυστυχία απ’ όλες όσες υπέστησαν οι δούλοι ήταν η εργασία στα μεταλλεία· μια κυριολεκτικά δυστυχής κατηγορία εργατών, που αποτέλεσε επί αιώνες παράδειγμα απάνθρωπης συμπεριφοράς απέναντι σε ζωντανές υπάρξεις· τους εξασφάλιζαν μετά βίας τα απαραίτητα για να διατηρηθούν στη ζωή και να διαθέτουν κάποιες απαραίτητες σωματικές δυνάμεις, ενώ όταν δεν εργάζονταν ήταν μόνιμα αλυσοδεμένοι. Το μέτρο εφαρμοζόταν συχνά και στους υπόλοιπους σκλάβους, όχι ως ποινή, αλλά για να είναι βέβαιο ότι δεν θα διαφύγουν· «Ένας αφέντης, λέει ο Ξενοφών, παρότι έχει τους σκλάβους του αλυσοδεμένους, αυτοί κατορθώνουν να δραπετεύσουν· και ένας άλλος, παρότι δεν τους θέτει κανένα εμπόδιο, εξακολουθούν να μένουν κοντά του και να εργάζονται». Ο Ξενοφών, που αναφέρεται στους δούλους που εργάζονταν στους αγρούς, υπερασπίζεται εδώ την περισσότερο ανθρώπινη πλευρά τής ελληνικής νοοτροπίας, η οποία όχι μόνο προσφέρει ανταμοιβή στους καλύτερους δούλους και καλύτερα ενδύματα, αλλά επιδιώκει να τους εμπνεύσει μιαν αίσθηση ισότητας, ισότιμης συμπεριφοράς, και ευγενείς φιλοδοξίες επαινώντας τους, και αφήνει να εννοηθεί ότι τελικός προορισμός θα μπορούσε να είναι η απελευθέρωσή τους. Το ότι ένας δούλος προτιμούσε συνήθως να εργάζεται στους αγρούς παρά να υπηρετεί σε μια κατοικία στην πόλη, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι είχε και ο ίδιος συχνά αγροτική προέλευση, και αν τύχαινε ο αφέντης του να είναι ήπιος άνθρωπος, η ζωή του θα ήταν εξίσου υποφερτή όσο και στην πατρίδα του. Όσο για τον βοσκό, αυτός ασφαλώς είχε την ίδια μεταχείριση με έναν σημερινό υπηρέτη, διότι στη φροντίδα των ζώων υπάρχουν πολλά πράγματα που εξαρτώνται από την καλή του πρόθεση· οι Σικελοί και Ιταλοί βοσκοί τού Θεόκριτου, δούλοι χωρίς αμφιβολία, έχουν προσωπική περιουσία (όπως ακριβώς και οι αγρότες δούλοι τού Ξενοφώντα), διαθέτουν αμνούς και αίγες και μπορούν να προσφέρουν θαυμάσια δώρα. Και παρότι σε κάθε είδους συμπόσιο οι δούλοι είχαν δικαίωμα στα περισσεύματα, τους επέτρεπαν να συμμετάσχουν και στο τσιμπούσι, κυρίως όταν επρόκειτο για αγροτικά πανηγύρισα και θυσίες στους θεούς· ο Αριστοτέλης μάλιστα πιστεύει ότι το όφελος ήταν έτσι μεγαλύτερο για τους δούλους από ό,τι για τους ελεύθερους πολίτες. Στην Αρκαδία οργάνωναν μεγαλοπρεπή γεύματα, στα οποία προσκαλούσαν αφέντες και δούλους· τους προσφερόταν το ίδιο γεύμα και αναμείγνυαν τον οίνο στους ίδιους κρατήρες. Υπήρχαν και γιορτές στις οποίες οι αφέντες σέρβιραν τους δούλους και έπαιζαν μαζί τους ζάρια· επιπλέον, όταν οι Έλληνες γνώρισαν τα ρωμαϊκά Κρόνια ( τα οποία περιλάμβαναν αντίστοιχες εκδηλώσεις), τα υιοθέτησαν σαν μια καθαρά ελληνική γιορτή. Ο ζαλισμένος από το πιοτό δούλος είναι μια πολύ γνωστή φυσιογνωμία στη ποίηση και τη γλυπτική.
Σε γενικές γραμμές πάντως, τόσο στην εξοχή όσο και στις πόλεις κυριαρχούσε η δυσπιστία και η απόλυτη περιφρόνηση, που ο Πλάτων προσδιορίζει ως τα πραγματικά συναισθήματα απέναντι στους δούλους· κατά την άποψή του, ο αφέντης δεν θα πρέπει να αδικεί τούς δούλους του, αλλά να τους τιμωρεί όταν παρακούν, διότι οι φιλικές συμβουλές τούς καθιστούν απλώς αλαζονικούς· δεν θα πρέπει ποτέ να αστεΐζεται κανείς μαζί τους, διότι θέτει σε κίνδυνο τις εντολές που τους δίνει και την υπακοή που αναμένει· η κάθε λέξη του πρέπει να είναι μια εντολή· όταν έχει κανείς ανθρώπους υπό την εποπτεία του, θα πρέπει να λάβει υπόψη του αυτού τού είδους τις δυσχέρειες. Ο Ξενοφών περιγράφει συνοπτικά τη μέση οδό συμπεριφοράς ως εξής: « Ο αφέντης ελέγχει την ασέλγεια των δούλων με τη νηστεία, αποφεύγει τις κλοπές κλειδώνοντας ό,τι είναι δυνατόν, εμποδίζει την απόδραση αλυσοδένοντάς τους, και καταπολεμά την οκνηρία τους με ξυλοδαρμό». Αλλά και οι γυναίκες δεν εξαιρούνται αυτής τής μεταχείρισης. Συνίσταται να μην τιμωρούνται οι οργισμένοι δούλοι, όχι για ανθρωπιστικούς λόγους αλλά για να αποφεύγεται η εκδικητικότητα. Οι παραδοσιακά εύποροι αφέντες φημίζονταν για την επιείκειά τους, ενώ οι νεόπλουτοι ήταν γνωστοί για την ωμότητά τους, και μάλιστα πέρα από κάθε μέτρο.
Στην Αθήνα, μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι δούλοι συμπεριφέρονταν με εξαιρετικά ελεύθερο και ανέμελο τρόπο. Η κατωνάκη τους ήταν το ίδιο ρούχο με αυτό που φορούσαν οι φτωχότεροι πολίτες και μέτοικοι, έτσι ώστε να ξεχωρίζουν τελικά μόνον απ’ όσους είχαν επιμελέστερη εμφάνιση· χάρη στο ‘κομπόδεμα’, το οποίο, αν πιστέψουμε τις νέες κωμωδίες, ήταν πολλές φορές αρκετά σημαντικό, μπορούσαν να εξασφαλίζουν αρκετά προνόμια. Κάποιες φορές συνόδευαν τον στρατό στους πολέμους, αλλά μόνον ως μεταφορείς όπλων, αν έπεφταν όμως στη μάχη, ενταφιάζονταν «δημοσία δαπάνη» και με ιδιαίτερες τιμές. Όσο για τους επιζώντες, ορισμένοι κατακτούσαν την ελευθερία τους, είτε από τον αφέντη είτε από το Κράτος, ενώ μετά τη μάχη τής Χαιρώνειας ο λαός τών Αθηνών ήταν έτοιμος να προσφέρει στους δούλους ελευθερία, στους ξένους (μέτοικους) ιθαγένεια, και αποκατάσταση πολιτικών δικαιωμάτων σε όσους τα είχαν στερηθεί. «Πολλοί από τούς σημερινούς δούλους», αναφέρει ένας από τούς κωμικούς τής εποχής, «θα γίνουν αύριο πολίτες τού Σουνίου, και θα λάβουν μεθαύριο θέση στην Αγορά (θα έχουν δηλ. όλα τα δικαιώματα ενός πολίτη τών Αθηνών)». Ούτε η γλώσσα αποτελούσε εμπόδιο, διότι οι περισσότεροι δούλοι μάθαιναν με ευκολία να μιλούν ελληνικά, εκτός από τούς Σκύθες, που είχαν κάποια μεγαλύτερη δυσκολία από τούς ασιατικής προέλευσης δούλους. Ήταν επομένως σχεδόν αδύνατο σε μια πόλη όπως η Αθήνα, όπου ελάχιστοι μπορούσαν να τους θέσουν όρια, να εμποδίσουν τούς δούλους να εκφράζονται ακόμα και με αναίδεια· την εποχή τού Δημοσθένη μάλιστα, η παρουσία τους στα κοινά ήταν πιο έντονη σε πολλές πόλεις από εκείνην τών πολιτών· φαίνεται επίσης ότι σύχναζαν στο θέατρο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στα αττικά μυστήρια, και όταν συνέβησαν βίαιες αναταραχές, εισέβαλαν ακόμη και στη συνέλευση του λαού. Θα πρέπει να ένοιωσαν ιδιαίτερη ικανοποίηση στο θέατρο, όταν ο δούλος-παιδαγωγός (που αναφέρθηκε προηγουμένως) αναφωνεί π.χ. στον Ίωνα του Ευριπίδη: «Τί είναι αυτό που δυσφημίζει έναν δούλο; Μόνον η ονομασία. Γιατί κατά τα άλλα, αν έχει σθένος αξίζει όσο ένας ελεύθερος άνθρωπος».
Αλλά σ’ αυτή την ιδιαίτερα καλλιεργημένη πόλη τών Αθηνών, ένας δούλος θα μπορούσε κάθε στιγμή να αναγκαστεί να επιστρέψει στην πικρή του μοίρα. «Ορισμένοι», λέει ο Πλάτων, «δεν εμπιστεύονταν καθόλου τούς δούλους τους και συχνά τούς χτυπούσαν με βουκέντρα ή μαστίγιο, που ήταν ένας τρόπος για να υποδουλώσουν τις ψυχές τους». Εκτός αυτών όμως υπήρχε και η νόμιμη επιβολή βασανισμού τών δούλων, που δεν εφαρμοζόταν, όπως θα μπορούσαμε ίσως να υποθέσουμε, σπάνια. Ο αφέντης μπορούσε μάλιστα να την επικαλεστεί κατά τις δίκες, ακόμη και σε διαφορές ιδιωτικού δικαίου, κατά τών δούλων του, ή και των δούλων τού αντιδίκου, για να απαλλαγεί ο ίδιος στην πρώτη περίπτωση, και για να επιβαρυνθεί ο αντίπαλος στη δεύτερη. Ο Ξανθίας τού Αριστοφάνη αναφέρει διάφορες μεθόδους βασανισμού: το δέσιμο σε έναν λέβητα, το κρέμασμα από τα χέρια, τον στραγγαλισμό, το ξύδι στα ρουθούνια, η συσσώρευση τούβλων πάνω στο σώμα τού δούλου, χωρίς να είναι μόνον αυτά· ο συνομιλητής του Αίακος επικαλείται τον μέγα ακρωτηριασμό, και το μαρτύριο του τροχού, που το χρησιμοποιούσαν κυρίως για να αποσπασθούν ομολογίες, και το οποίο εξάρθρωνε τα μέλη τού σώματος. Το γεγονός ότι κάποιος τα επέβαλε στους δικούς του δούλους, οι οποίοι συνήθως φθονούσαν τον αφέντη τους και ήταν ήδη διατεθειμένοι να καταθέσουν εναντίον του, ήταν η καλύτερη απόδειξη αθωότητας, και ο αντίδικος θα απεδείκνυε, αν διαφωνούσε, την ενοχή του, γιατί θα έπρεπε διαφορετικά να είχε ζητήσει εκείνος την επιβολή τους, αντί να περιμένει να τα προτείνει ο άλλος διάδικος. Ο Αθηναίος ρήτορας Λυκούργος, που με τους δηκτικούς και εμπαθείς λόγους του καταδίκαζε αυτές τις πρακτικές, που ήταν σε χρήση περί τα τέλη τού 4ου αιώνα, θεωρούσε τα βασανιστήρια ως το πλέον δίκαιο και πιο αποτελεσματικό μέτρο για τον λαό, προκειμένου να αποκατασταθεί η αλήθεια ενώπιον του δικαστηρίου, και ζήτησε να εφαρμοστούν στους δούλους τού αντιδίκου του Λεωκράτη. Ο τελευταίος αρνήθηκε, αποδεικνύοντας έτσι, όπως λέγεται, την ενοχή του, σαν να ήταν αδιανόητο να επιδείξει κάποιος έστω και την ελάχιστη φιλανθρωπία ή συμπόνια απέναντι στους δούλους του. Για να γίνει κατανοητός ο πραγματικός λόγος μιας τέτοιας πρακτικής, θα πρέπει να ανατρέξει κανείς και πάλι στην προηγούμενη γενιά και στον Ισαίο και στην καθαρή και σαφέστατη κατάθεσή του ενώπιον της δικαστικής συνόδου: «Όταν εσείς οι δικαστές έχετε την επιλογή ανάμεσα στη μαρτυρία ελεύθερων πολιτών και σε κείνη τών δούλων υπό καθεστώς βασανισμού, προτιμάτε δικαίως τη δεύτερη, προκειμένου να αποσπάσετε την αλήθεια, πεπεισμένοι ότι πολλοί ελεύθεροι πολίτες έχουν πιθανότατα ήδη προβεί σε ψευδείς καταθέσεις, κάτι που δεν έχει ως τώρα αποδειχθεί στην περίπτωση δούλων που υποβλήθηκαν σε βασανισμό». Πράγματι οι ψευδορκίες και ψευδείς μαρτυρίες ήταν σύνηθες φαινόμενο στην Αθηναϊκή πολιτεία. Η αλήθεια είναι ότι από τη στιγμή που αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην απόσπαση ομολογιών δια του βασανισμού τών δούλων, δεν θα αργούσε η ώρα που θα γινόταν το ίδιο και με τους ελεύθερους πολίτες. Είναι καιρός ν’ αναρωτηθούμε και για τη στάση τών ‘διανοουμένων’ τής εποχής απέναντι σ’ αυτό το ζήτημα. Ο Αριστοτέλης στη Ρητορική του πραγματεύεται το θέμα από πρακτική άποψη, δηλαδή από την πλευρά τού δικανικού ρήτορα, προσφέροντας ωστόσο μιαν εκδοχή τής προσωπικής του άποψης: «Εάν είναι προς το συμφέρον (της δικής μας πλευράς) να καταφύγουμε στην πρακτική τού βασανισμού, θα πρέπει (ο ρήτορας) να το λάβει σοβαρά υπ’ όψη, διότι οι ομολογίες που αποσπώνται δια του βασανισμού φαίνεται να είναι οι μόνες αληθινές· αλλά εάν ο βασανισμός μπορεί να αποβεί σε βάρος μας, ή προς το συμφέρον τού αντιδίκου, η αποτελεσματικότητα του μέτρου είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί, καταδικάζοντας την ίδια την αρχή τού ίδιου του βασανισμού· επειδή με τον βασανισμό μπορεί να αποσπασθούν εξίσου ψευδείς και αληθείς ομολογίες, είτε διότι κάποιοι θα αποφύγουν να ομολογήσουν ολόκληρη την αλήθεια, είτε διότι κάποιοι άλλοι θα ψεύδονται για να ελαττώσουν τις οδύνες». Τουλάχιστον «εξίσου» ! Με όσα αναφέρθηκαν εδώ μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι αρκετές από τις πολιτικές και νομικές διατάξεις τών Ελλήνων, που δημιούργησαν δυσχέρειες στους ερμηνευτές, είναι σε κάποιο βαθμό άνευ σημασίας.
Διότι ο δούλος ήταν σε γενικές γραμμές ένα αντικείμενο· ακόμη και όταν απολάμβανε κάποιας ευνοϊκής μεταχείρισης, αυτή δεν ήταν ουσιαστική, όπως στην περίπτωση που ανέθεταν την επίβλεψη των ανηλίκων τέκνων, μέχρι και την εφηβεία τους, στον δούλο-παιδαγωγό. Θα πρέπει να διευκρινίσουμε εδώ, ότι ο ρόλος τού δούλου-παιδαγωγού περιοριζόταν στην παθητική πλευρά τής εκπαίδευσης, δηλαδή τη φύλαξη και την προστασία, ενώ τη διδασκαλία την ανέθεταν σε πολίτες διδασκάλους, χωρίς να παραλείψουμε το ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ελεύθεροι πολίτες ως παιδαγωγοί, με τη διαφορά ότι ήταν στη συνέχεια εξαιρετικά δύσκολο να τους κάνει κανείς τις σωστές υποδείξεις, γιατί, όπως είναι γνωστό, κανένας ελεύθερος πολίτης τής ίδιας πόλης δεν ήταν διατεθειμένος να δέχεται κάποια καθοδήγηση για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ήταν επίσης γνωστό ότι ο δούλος-παιδαγωγός αποτελούσε τον ασφαλέστερο τρόπο αποφυγής ερωτικών σχέσεων με τα παιδιά· έτσι επέλεγαν έναν Βάρβαρο, συνήθως μεγάλης ηλικίας, που τον θεωρούσαν πλέον ακατάλληλο για άλλη εργασία. Ανάμεσα σε αρκετούς, ή ακόμα και μια πληθώρα από σκλάβους, ήταν σχετικά εύκολη με τον καιρό η επιλογή τού κατάλληλου γι’ αυτή τη δουλειά, και δεν λείπουν παραδείγματα αμοιβαίας πίστης και αφοσίωσης, όπως αποδεικνύουν ορισμένες επιτύμβιες επιγραφές στη μνήμη ιδιαίτερα αφοσιωμένων δούλων, όπως και σε πιστές τροφούς, που ήταν δούλες κι αυτές.
Όσο για τους απελευθερωμένους δούλους, κανείς δεν είχε καλή γνώμη ούτε γι’ αυτούς. Κατ’ αρχήν είναι προφανές, ότι οι κακοί και αχάριστοι δούλοι «φθονούσαν», μετά την απελευθέρωσή τους, «τους αφέντες τους περισσότερο από κάθε άλλον», αφού ήταν τα πρόσωπα που υπηρέτησαν υπό καθεστώς δουλείας. Στις κωμωδίες τής εποχής ο πρώην δούλος κατείχε συνήθως τον ρόλο τού κατήγορου (του αφέντη του εννοείται), «θεωρώντας ότι η κατάκριση ευνοεί την αθυροστομία», και ότι τα πρόσωπα που αποτελούσαν μέρος τής κωμωδίας μπορεί να είχαν συναντηθεί αναμεταξύ τους και στην καθημερινή ζωή. Μπορούμε να υποθέσουμε επίσης ότι στη σύγχρονη κωμωδία ο δούλος που ανήκε ακόμη στον αφέντη του θα τη γλύτωνε εύκολα, στον βαθμό που ο ποιητής κάλυπτε με την εύνοιά του τον πρωταγωνιστή του, επινοώντας μηχανορραφίες και εφευρίσκοντας τεχνάσματα, ενώ δεν έλειπαν και σ’ αυτήν την περίπτωση οι κακεντρεχείς δούλοι. Ο τόσο δυσάρεστος απελεύθερος δούλος στον Τίμωνα του Λουκιανού είναι ασφαλώς ένα κλασσικό παράδειγμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως και ο Τριμαλχίων τού Πετρώνιου.
Υπήρχαν τέλος περιπτώσεις στην καθημερινή ζωή, όπου ένα ιδιαίτερο ταλέντο ήταν ικανό να υπερβεί όλα τα εμπόδια, όταν για παράδειγμα μια συγκεκριμένη εμπορική επιχείρηση απαιτούσε ικανότητες που η ελεύθερη ελληνική οικογένεια είτε δεν διέθετε σε μόνιμη βάση είτε δεν ήταν κληρονομικές. Οι αγορεύσεις τού Δημοσθένη υπέρ τού Απολλόδωρου περιγράφουν μια τέτοια επιχείρηση, που πέρασε από τα χέρια δούλων σε χέρια άλλων δούλων, όπως η Δυναστεία τών Μαμελούκων στην Αίγυπτο. Υπηρετώντας ως δούλος έναν Αθηναίο, τον έμπορο συναλλάγματος Αρχέστρατο, ο Πασίων επέδειξε τέτοιο ζήλο και τιμιότητα, ώστε ο αφέντης του τού παραχώρησε την ελευθερία του και, όταν αποχώρησε ο ίδιος από την επιχείρηση, ακόμη και την πλήρη διαχείρισή της. Κρατώντας ασφαλώς το μεγαλύτερο μέρος τής περιουσίας του, αλλά εξακολουθώντας να στηρίζει τον Πασίωνα με την εμπιστοσύνη του. Ο οποίος Πασίων κατόρθωσε να συγκεντρώσει μεγάλο πλούτο και να αναδειχθή σε μεγαλύτερο τραπεζίτη τών Αθηνών· εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις του απέναντι στο Κράτος με τόση συνέπεια και γενναιοδωρία, ώστε ο λαός τής πόλης να του απονείμει πολιτικά δικαιώματα, τόσο σ’ αυτόν όσο και στους απογόνους του. Σε μεγάλη πια ηλικία ο Πασίων παραχώρησε την επιχείρηση, όπως και μια μεγάλη βιοτεχνία κατασκευής ασπίδων (με τη μορφή εκμίσθωσης) στον Φορμίωνα, που υπήρξε κι αυτός αρχικά δούλος του και, όταν ελευθερώθηκε, λογιστής και ταμίας του· όταν ο Πασίων απεβίωσε, αφήνοντας πίσω του μια σύζυγο και δυό γιούς, ζήτησε στη διαθήκη του, μεταξύ τών άλλων, να νυμφευθεί ο Φορμίων τη χήρα του και να αναλάβει την κηδεμονία ενός από τους δυό γιούς του. Θα ήταν ασφαλώς ενδιαφέρον να γνωρίζαμε, σε ποια χώρα και σε ποιον λαό ανήκαν άραγες ο Πασίων και ο Φορμίων.
Είναι τελικά αυτονόητο, ότι για κάθε ειδικευμένο λειτούργημα που απαιτούσε συνεχή απασχόληση, και το θεωρούσαν επομένως ανάξιο για έναν ελεύθερο πολίτη, ήταν όμως απαραίτητο σε ένα Κράτος, και ιδιαίτερα στο τόσο ανεπτυγμένο Αθηναϊκό Κράτος, χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά τούς δούλους. Σ’ αυτούς ανέθεταν κατά κανόνα τα κατώτερα επαγγέλματα, τη γραφική εργασία, την αστυνομία κ.ο.κ. Ο ελεύθερος πολίτης, που επιθυμούσε την κοινωνική άνοδο, δεν φιλοδοξούσε να αναλάβει κάποιες κατώτερες ευθύνες, και είτε γινόταν δημαγωγός είτε πέθαινε από την πείνα. Ο δε λαός επιζητούσε ευκαιριακή και μόνον απασχόληση, με κάποιο μικρό οικονομικό όφελος.
(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: