Σάββατο 1 Απριλίου 2017

Βλαντιμίρ Σολόβιεφ - Η Ρωσία και η Παγκόσμια Εκκλησία (21)

Συνέχεια από: Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017



Η «Ληστρική Σύνοδος» της Εφέσου


Με το Λέοντα Α΄ ο Παπισμός παρουσιάζει το πλήρες εύρος των αρμοδιοτήτων του. Για να αναφέρω μόνο το πιο σημαντικό σημείο, το δόγμα του αλάθητου από καθέδρας διακηρύσσεται εδώ δεκατέσσερις αιώνες πριν τον Πίο Θ΄. Ο Άγιος Λέων ισχυρίζεται ότι η αρχή του Θρόνου του Αγίου Πέτρου είναι από μόνη της αρκετή για να επιλύσει ένα θεμελιώδες δογματικό ερώτημα, και ο ίδιος δεν ζητά από την Οικουμενική Σύνοδος να ορίσει το δόγμα, αλλά να συναινέσει, για χάρη της ειρήνης της Εκκλησίας, στον ορισμό που δίδεται από τον Πάπα, ο οποίος είναι από θείο δικαίωμα ο νόμιμος κηδεμόνας της αληθινής Καθολικής πίστης. Αν αυτή η θέση, η οποία απλώς αναπτύχθηκε από το Συμβούλιο του Βατικανού στην Constitutio dogmatica de Ecclesia Christi, είναι μια αίρεση, όπως οι δικοί μας θεολόγοι υποστήριξαν, τότε ο Πάπας Άγιος Λέων ο Μέγας είναι δεδηλωμένος αιρετικός ή μάλλον ένας αιρεσιάρχης, αφού ποτέ πριν δεν είχε διακηρυχθεί αυτή η θέση τόσο ρητά, τόσο δια της βίας ή με επιμονή (ΣτΜ: Ο Λέων έβαλε τα θεμέλια του αλάθητου. Πέραν τούτου η εκκλησιαστική ιστορία μας δείχνει ότι αυτή η σπουδή να καθυποταχτούν όλοι στον Πάπα και ιδιαιτέρα οι Έλληνες κατέτρωγε τα σωθικά των παπικών και όχι μόνο).
Ας δούμε, λοιπόν, το είδος της υποδοχής που η Ορθόδοξη Εκκλησία έδωσε στους έγκυρους ισχυρισμούς του Πάπα Αγίου Λέοντα.
Ο Άγιος Φλαβιανός, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, είχε σε συνδυασμό με την σύνοδο του καταδικάσει τον Ευτυχή, αρχιμανδρίτη ενός των μοναστηριών της Ελληνικής πρωτεύουσας, για αίρεση. Γράφει στον Πάπα: «Το όλο ζήτημα χρειάζεται μόνο την απλή απόφασή σας και όλα θα τακτοποιηθούν με ειρήνη και ησυχία. Η Ιερή επιστολή σας, με τη βοήθεια του Θεού, θα καταστείλει εντελώς την αίρεση η οποία έχει προκύψει και την διαταραχή που προκάλεσε· και έτσι», συνεχίζει, «η σύγκληση της Συνόδου, η οποία είναι, σε κάθε περίπτωση, δύσκολη, θα καταστεί περιττή.»
Δίπλα στον άγιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως πρέπει να παρατεθεί ο πολυμαθής επίσκοπος Κύρου, Θεοδώρητος (ΣτΜ: ο Θεοδώρητος είναι μια ας πούμε προβληματική φυσιογνωμία. Με αυτή του την επιστολή αποκαταστάθηκε): «Εάν ο Παύλος, ο κήρυκας της αλήθειας και η τρομπέτα του Αγίου Πνεύματος», γράφει στον Πάπα Λέοντα, «είχε προσφύγει στο μεγάλο Πέτρο, εμείς, απλά και ταπεινά, όπως είμαστε, θα έπρεπε πολύ περισσότερο να σπεύσουμε στον αποστολικό σας θρόνο, να λάβει στα χέρια σας θεραπεία για τις πληγές που πλήττουν τις Εκκλησίες. Διότι η πρωτοκαθεδρία ανήκει σε εσάς για κάθε λόγο. Η επισκοπική σας έδρα είναι διακοσμημένη με κάθε είδους προνόμιο και, πάνω απ' όλα, με αυτό της πίστης· στην οποία ο θείος Απόστολος φέρει επαρκή μαρτυρία, όταν, στην κλίση της Εκκλησίας της Ρώμης, αναφωνεί: "Η πίστη σου μιλιέται σε ολόκληρο τον κόσμο." Η επισκοπική σας έδρα, η οποία έχει τους τάφους των πατέρων και των γιατρών της αλήθειας, Πέτρου και Παύλου, διαφωτίζει τις ψυχές των πιστών. Ότι το θείο και τρεις φορές ευλογημένο ζευγάρι εμφανίστηκε στην Ανατολή και ρίχνουν τις ακτίνες τους στο εξωτερικό· αλλά ήταν η Δύση την οποία επέλεξαν να ελευθερωθούν από αυτή τη ζωή και κατόπιν από εκεί τώρα φωτίζουν όλο τον κόσμο. Έχουν ρίξει πρόδηλη λάμψη στο θρόνο σας και αυτό είναι το στέμμα της ευλογίας σας. Όσο για μένα, δεν έχω παρά να περιμένω την ποινή της αποστολικής έδρα σας. Και ζητώ και παρακαλώ την Αγιότητά σας να δώσει σε εμένα, που άδικα κατηγορούμαι, πρόσβαση στο νόμιμο και δίκαιο δικαστήριό σας· δώστε λοιπόν το λόγο και σπεύδω να λάβω από εσάς το δόγμα μου το οποίο έχω επιθυμήσει μόνο να ακολουθήσω στα βήματα των Αποστόλων».
Αυτά δεν είναι απλώς κενά λόγια ή φράσεις ρητορικές οι οποίες απευθύνεται στον Πάπα από τους εκπροσώπους της ορθοδοξίας. Οι Έλληνες επίσκοποι είχαν αρκετές αιτίες για να προσκολλώνται στην υπέρτατη αρχή της Αποστολικής Έδρας. Η "Ληστρική Σύνοδος της Εφέσου» τους είχε μόλις δώσει εμφανείς αποδείξεις για το τι θα μπορούσε να είναι μια Οικουμενική Σύνοδο χωρίς τον Πάπα. Είναι διδακτικό να θυμηθούμε τις καταστάσεις της εν λόγω περίστασης.
Από τον τέταρτο αιώνα, το τμήμα της Εκκλησίας, το οποίο ήταν κυρίως Ελληνικής ιδιοσυγκρασίας, υπέφερε από την αντιπαλότητα και τη συνεχή διαμάχη των δύο κεντρικών επισκοπικών εδρών, το αρχαίο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και το νέο της Κωνσταντινούπολης. Οι διακυμάνσεις προς τα έξω σε αυτόν τον αγώνα εξαρτιόντουσαν κυρίως από τη στάση του Βυζαντινού παλατιού· και αν κοιτάξουμε τις αιτίες που επηρέασαν τη στάση της κοσμικής εξουσίας στα δύο εκκλησιαστικά κέντρα της Ανατολής, σημειώνουμε ένα αξιοσημείωτο γεγονός. Εκ των προτέρων θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε, από την πολιτική άποψη, να επιλέξει ανάμεσα σε τρεις γραμμές δράσης: θα μπορούσε να στηρίξει το νέο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ως δικό της δημιούργημα, πάντα υπό τον έλεγχό της και ανίκανο να επιτύχει οποιαδήποτε μόνιμη ανεξαρτησία· ή αλλιώς το ιμπεριαλιστικό Βυζάντιο ίσως να επιθυμούσε να αποφύγει την αναγκαιότητα της καταστολής συγκεντρωτικών τάσεων στο κέντρο της Αυτοκρατορίας και, προκειμένου να απαλλαγεί από μία μάλλον πολύ κοντινή και ενοχλητική σύνδεση, μπορεί να προτίμησε να έχει το κέντρο της εκκλησιαστικής διοίκησης κάπου μακρύτερα και ακόμα στη σφαίρα της επιρροής του· θα μπορούσε, με το σκοπό αυτό, να τείνει προς υποστήριξη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας το οποίο ικανοποιούσε και τις δύο αυτές προϋποθέσεις και εκτός αυτού ​​θα μπορούσε να διεκδικήσει, για παραδοσιακούς και κανονικούς λόγους, μια σχετική υπεροχή πάνω από την Ανατολή· ή, τέλος, η αυτοκρατορική κυβέρνηση μπορούσε να επιλέξει να διατηρήσει μια ομαλή ισορροπία μεταξύ των αντιπάλων επισκοπικών εδρών ευνοώντας πότε τη μία και πότε την άλλη ανάλογα με τις πολιτικές συνθήκες. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι στην πραγματικότητα καμία από αυτές τις γραμμές δεν επιλέχθηκε. Όταν άφθονη μέριμνα έχει ληφθεί για επιμέρους συμπτώσεις ή καθαρά προσωπικές αντιδράσεις, θα πρέπει ακόμη να αναγνωριστεί ότι υπήρχε ένα γενικό κίνητρο που υπαγόρευε την πολιτική των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων στον αγώνα μεταξύ των μεγάλων επισκοπικών εδρών της Ανατολής· αλλά το κίνητρο βρισκόταν έξω από τις τρεις πολιτικές σκοπιμότητες, οι οποίες μόλις υποδείχθηκαν. Αν οι αυτοκράτορες διέφεραν στην στάση τους έναντι των δύο Πατριαρχείων, εκ περιτροπής, δίνοντας μία στο ένα και στη συνέχεια στο άλλο την υποστήριξή τους, η μεταβολή αυτή δεν είχε τίποτα να κάνει με την ισορροπία της εξουσίας· το Βυζαντινό παλάτι πάντοτε υποστήριξε, όχι τον έναν από τους δύο αντίπαλους ιεράρχες που ήταν λιγότερο επικίνδυνος την συγκεκριμένη στιγμή, αλλά αυτόν ο οποίος ήταν λάθος από θρησκευτική ή ηθική άποψη. Αυτό ήταν αρκετό για ένα πατριάρχη, είτε της Κωνσταντινούπολης ή είτε της Αλεξάνδρειας, να είναι ένας αιρετικός ή ένας ανάξιος ποιμένας  του ποιμνίου του, και ήταν βέβαιος για την ενεργό προστασία της Αυτοκρατορίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, αν όχι για το υπόλοιπο της καριέρας του. Και, αντιστρόφως, ένας άγιος ή ένας πρωταθλητής της ορθοδοξίας ο οποίος ανήλθε στον επισκοπικό θρόνο, είτε στην πόλη του Αλεξάνδρου ή σε αυτήν του Κωνσταντίνου, θα μπορούσε να μετρήσει ταυτόχρονα την έχθρα και τη δίωξη της αυτοκρατορικής αυλής και συχνά τίποτα λιγότερο από το μαρτύριο.
Αυτή την ανίκητη τάση της Βυζαντινής κυβέρνησης για την αδικία, τη βία και την αίρεση και αθεράπευτη αντιπάθεια της στους άξιους εκπροσώπους της χριστιανικής ιεραρχίας, έσπευσε να την δείξει ή ίδια. Μόλις και μετά βίας η Αυτοκρατορία είχε αναγνωρίσει τη χριστιανική θρησκεία, εν τούτοις πριν ξεκίνησε να διώκει τον Άγιο Αθανάσιο, το φως της ορθοδοξίας. Το σύνολο της μακράς βασιλείας του Κωνσταντίου, γιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου, παρήλθε με την πάλη ενάντια στον περίφημο Πατριάρχη Αλεξανδρείας, ενώ οι αιρετικοί επίσκοποι της Κωνσταντινούπολης υποστηρίζονταν από τον Αυτοκράτορα. Ούτε ήταν η δύναμη της επισκοπικής έδρας της Αλεξάνδρειας που ήταν αφόρητη για τον χριστιανό Καίσαρα, αλλά το ηθικό μεγαλείο των επιβαινόντων του. Μισό αιώνα αργότερα, η θέση αυτή αντιστράφηκε και η έδρα της Κωνσταντινούπολης είχε καταληφθεί από ένα μεγάλο άγιο, τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ενώ το Πατριαρχείο της Αλεξάνδρειας είχε πέσει στο Θεόφιλο, ενός ανθρώπου από τους πιο ποταπούς· αλλά το παλάτι του Βυζαντίου ευνόησε τον Θεόφιλο και χρησιμοποίησε κάθε μέσο στην εξουσία του για να επιφέρει την πτώση του Χρυσοστόμου. Μπορεί να ειπωθεί, ωστόσο, ότι ήταν απλώς ο ανεξάρτητος χαρακτήρας του μεγάλου χριστιανού ρήτορα που τον έκανε ύποπτο στους αυτοκρατορικούς κύκλους. Ωστόσο, όχι πολύ καιρό μετά, η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως είχε καταληφθεί από τον Νεστόριο, μια προσωπικότητα, ένας εξίσου θαρραλέος και ανεξάρτητος χαρακτήρας· αλλά επιπλέον κατείχε το προσόν να είναι ένας αποφασιστικός προπαγανδιστής της αιρέσεως, έλαβε κάθε ενθάρρυνση από τον Θεοδόσιο Β και μπορούσε να υπολογίζει στην αμέριστη υποστήριξη του Αυτοκράτορα στον αγώνα του εναντίον του Αγίου Κυρίλλου, του νέου Πατριάρχη Αλεξανδρείας και του αντιπάλου του μεγάλου Αθανασίου, αν όχι σε προσωπικό χαρακτήρα, τουλάχιστον στον ζήλο του για την ορθοδοξία και την θεολογική του ικανότητα. Θα δούμε σε λίγο γιατί η αυτοκρατορική κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να υποστηρίξει τον αιρετικό Νεστόριο και να επιφέρει την πτώση του Αγίου Κυρίλλου. Λίγο αργότερα, η θέση είχε και πάλι αντιστραφεί: το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης είχε στον θρόνο τον Άγιο Φλαβιανό, έναν άξιο διάδοχο του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, και η έδρα της Αλεξάνδρειας κατεχόταν από ένα δεύτερο Θεόφιλο, ένα Διόσκορο, με το παρατσούκλι «ο Φαραώ της Αιγύπτου». Ο Άγιος Φλαβιανός ήταν ένα καλοσυνάτο και λιτό πρόσωπο· ο χαρακτήρας του Διόσκορου, από την άλλη πλευρά, βάφτηκε με κάθε κακία και διακρίθηκε κυρίως από την υπέρμετρη φιλοδοξία και ένα δεσποτικό ταπεραμέντο στο οποίο χρωστούσε το παρατσούκλι του. Από καθαρά πολιτική άποψη, ήταν προφανές ότι η αυτοκρατορική κυβέρνηση δεν είχε τίποτα να φοβηθεί από τον Άγιο Φλαβιανό, ενώ οι αυταρχικές φιλοδοξίες του νέου «Φαραώ» θα μπορούσαν κάλλιστα να ξυπνήσουν  δικαιολογημένες ανησυχίες. Αλλά ο Άγιος Φλαβιανός ήταν ορθόδοξος, και ο Διόσκορος είχε το μεγάλο πλεονέκτημα να ευνοεί τη νέα αίρεση του Μονοφυσιτισμού. Αυτό και μόνο ήταν αρκετό για να του εξασφαλίσει την υποστήριξη της βυζαντινής αυλής και μια Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε υπό την αυτοκρατορική αιγίδα να προβεί στην επίσημη αναγνώριση της θέσης του. Ο Διόσκορος είχε τα πάντα υπέρ του: την υποστήριξη του κοσμικού βραχίονα, μια καλά πειθαρχημένη ομάδα κληρικών και τυφλά αφιερωμένη σε αυτόν, την οποία έφερε μαζί του από την Αίγυπτο, έναν όχλο αιρετικών μοναχών, μια σημαντική ακολουθία μεταξύ των κληρικών των άλλων Πατριαρχείων, και τέλος, τη δειλία της πλειονότητας των ορθόδοξων επισκόπων, οι οποίοι δεν τόλμησαν να προχωρήσουν σε ανοικτή αντίσταση σε μια αίρεση η οποία απολάμβανε την εύνοια του «ιερού μεγαλείο του Θείου Αυγούστου (divus Augustus)». Ο Άγιος Φλαβιανός καταδικάστηκε αναπολογητος, και η πτώση του θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει την κατάρρευση της Ορθοδοξίας σε όλη την Ανατολική Εκκλησία – διότι η Εκκλησία είχε αφεθεί στους ιδίους πόρους της. Αλλά ήταν εκεί, εκτός της εν λόγω Εκκλησίας, μια θρησκευτική και ηθική αρχή την οποία ο "Φαραώ" και οι Αυτοκράτορες έπρεπε να λάβουν υπόψη τους. Αν και στον αγώνα μεταξύ των δύο Πατριαρχείων της Ανατολής το Βυζαντινό παλάτι λάμβανε πάντα την πλευρά της αδικίας και την αίρεσης, όμως η αιτία της δικαιοσύνης και της ορθοδοξίας, είτε συντηρούνταν στην Αλεξάνδρεια, είτε στην Κωνσταντινούπολη, ποτέ δεν απέτυχε να βρει σθεναρή υποστήριξη στην Αποστολική Έδρα της Ρώμης. Η αντίθεση είναι, πράγματι, εντυπωσιακή. Είναι ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος ο οποίος διώκει ανηλεώς τον Άγιο Αθανάσιο· είναι ο Πάπας Ιούλιος που παίρνει το μέρος του και τον υπερασπίζεται κατά του συνόλου της Ανατολής. Είναι ο Πάπας Ιννοκέντιος ο οποίος κάνει ενεργητική διαμαρτυρία ενάντια στη δίωξη του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, και μετά το θάνατο του Αγίου, κάνει το πρώτο βήμα για την αποκατάσταση της μνήμης του στην Εκκλησία. Και πάλι, είναι Παπάς Σελεστίνος ο οποίος υποστηρίζει τον Άγιο Κύριλλο με όλο το βάρος της εξουσίας του στον θαρραλέο αγώνα του ενάντια στην αίρεση του Νεστορίου και των πολιτικών υπερασπιστών της· και δεν μπορεί να υπάρξει καμία αμφιβολία ότι χωρίς την ενίσχυση της Αποστολικής Έδρας ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας, με όλη την ενέργειά του, δεν θα κατάφερνε να ξεπεράσει τις συνδυασμένες δυνάμεις της αυτοκρατορικής εξουσίας και το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνικού κλήρου. Αυτή η αντίθεση μεταξύ της πολιτικής της Αυτοκρατορίας και του Παπισμού, μπορεί να παρατηρηθεί διά μέσω της ιστορίας των ανατολικών αιρέσεων, οι οποίες όχι μόνο υποστηρίζονταν πάντα, αλλά μερικές φορές ακόμα εφευρέθηκαν, από τους Αυτοκράτορες, όπως η αίρεση Μονοθελήτισμου η οποία ήταν δημιούργημα του Αυτοκράτορα Ηράκλειου και η αίρεση της Εικονομαχίας από τον Λέοντα Ισαύρο. Αλλά πρέπει να σταματήσουμε στον 5ο αιώνα πάνω από τον αγώνα των δύο Πατριαρχείων και τη διδακτική ιστορία της «Ληστρικής Συνόδου της Εφέσου».
Η εμπειρία κατ΄επανάληψη έχει αποδείξει ότι, στη διαμάχη μεταξύ των δύο πριγκίπων της Ανατολικής Εκκλησίας, ο Δυτικός Πάπας δεν έδειξε καμία προκατάληψη ή μεροληψία, αλλά πάντα έδωσε την υποστήριξή του προς το μέρος της δικαιοσύνης και της αλήθειας. Κατά συνέπεια, ο τύραννος και αιρετικός Διόσκορος δεν μπορούσε να υπολογίζει στην Ρώμη για την ίδια βοήθεια που ο προκάτοχός του Άγιος Κύριλλος είχε λάβει. Το σχέδιό του ήταν να εξασφαλίσει την υπεροχή του σε όλη την Ανατολική Εκκλησία από την καταδίκη του Αγίου Φλαβιανού και τον θρίαμβο της Αιγυπτιακής κλίκας, περισσότερο ή λιγότερο μονοφυσιτικής, της οποίας ο ίδιος ήταν ο ηγέτης. Συνειδητοποιώντας ότι δεν υπήρχε ελπίδα η συναίνεση του Πάπα να δοθεί σε ένα τέτοιο σχέδιο, ο ίδιος αποφάσισε να επιτύχει τον στόχο του, χωρίς τον Πάπα ή, αν ήταν απαραίτητο, παρά τον Πάπα.
Στο 449 ένα συμβούλιο που ήταν Οικουμενικό στη σύνθεσή του συγκαλείται στην Έφεσο. Όλη η Ανατολική Εκκλησία εκπροσωπήθηκε. Οι εκπρόσωποι του Πάπα Λέοντα του Αγίου ήταν επίσης παρόντες, αλλά δεν είχαν τη δυνατότητα να προεδρεύσουν της Συνόδου. Ο Διόσκορος, ο οποίος φρουρείται από τους αυτοκρατορικούς αξιωματικούς και ακολουθείται από τους Αιγύπτιους επισκόπους του και έναν όχλο κληρικών οπλισμένων με κοντάρια, προεδρεύει σαν βασιλιάς σε δικαστήριο. Οι επίσκοποι της ορθόδοξης πλευράς πτοήθηκαν και σιώπησαν. «Όλοι τους», διαβάζουμε στο Ρωσικό Μαρτυρολόγιο (Η ζωή του Αγίου Φλαβιανού), «αγάπησαν το σκοτάδι μάλλον παρά το φως και προτίμησαν το ψέμα αντί της αλήθειας, θέλοντας μάλλον να ευχαριστήσουν τον επίγειο βασιλιά τους από τον Βασιλιά των Ουρανών». Ο Άγιος Φλαβιανός έπρεπε να υποβληθεί σε μια δίκη παρωδία. Μερικοί από τους επισκόπους ρίχτηκαν στα πόδια του Διόσκορου και παρακάλεσαν την επιείκειά του για τον κατηγορούμενο. Αυτοί αντιμετωπίστηκαν βάναυσα από τους Αιγυπτίους ανάμεσα σε εκκωφαντικές κραυγές των «Κόψτε στα δύο εκείνους που θα διαιρέσουν τον Χριστό!». Στους ορθόδοξους επίσκοπους δόθηκαν πινακίδες στις οποίες τίποτα δεν ήταν γραμμένο και στις οποίες ήταν υποχρεωμένοι να βάλουν τις υπογραφές τους, γνωρίζοντας ότι μια αιρετική διατύπωση θα χαραχθεί άμεσα επάνω τους. Η πλειοψηφία υπέγραψε αδιαμαρτύρητα. Λίγοι επιθύμησαν να υπογράψουν με ορισμένες επιφυλάξεις, αλλά οι Αιγύπτιοι ιερείς άρπαξαν τις πινακίδες από τα χέρια τους, σπάζοντας τα δάχτυλά τους με χτυπήματα από τα μπαστούνια τους. Τέλος, ο Διόσκορος σηκώθηκε και, στο όνομα της Συνόδου, ανακοίνωσε την πρόταση της καταδίκης εναντίον του Φλαβιανού, ο οποίος καθαιρέθηκε, αφορίστηκε και παραδόθηκε στον κοσμικό στρατό. Ο Φλαβιανός προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί, αλλά οι κληρικοί του Διόσκορου έπεσαν πάνω του και τον χειρίστηκαν βάναυσα ώστε πέθανε μέσα σε δύο ημέρες.
Όταν η αδικία, τη βία και το ψέμα κυριάρχησαν έτσι σε μια Οικουμενική Σύνοδο, που ήταν η αλάνθαστος και απαραβίαστη Εκκλησία του Χριστού; Ήταν παρούσα και, επιπλέον, έδωσε απόδειξη της παρουσίας της. Κατά τη στιγμή που ο Άγιος Φλαβιανός ερχόταν στα πρόθυρα του θανάτου από τις βιαιότητες των τσιρακιών του Διόσκορου, όταν οι αιρετικοί επίσκοποι δυνατά αποθέωναν το θρίαμβο του ηγέτη τους, ενώ οι ορθόδοξοι επίσκοποι στέκονταν τρεμάμενοι και σιωπηλοί, ο Ιλαρίων, ο ιεροδιάκονος της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, φώναξε: "Αντικρούεται!" (contradicitur) Εκείνη τη στιγμή σίγουρα δεν ήταν το φοβισμένο, σιωπηλό πλήθος των Ανατολικών ορθόδοξων αυτό το οποίο εκπροσώπησε την Εκκλησία του Θεού. Όλη η αθάνατη δύναμη της Εκκλησίας συγκεντρώθηκε για την Ανατολική Χριστιανοσύνη σε αυτή την απλή νομική λέξη ομιλούμενη από το Ρωμαΐο ιεροδιάκονο: Διαψεύδεται. Είμαστε συνηθισμένοι να βρίσκουμε σφάλματα με τον χαρακτηριστικό δικανικό και νομικίστικο χαρακτήρα της Δυτικής Εκκλησίας· και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αρχές και οι τύποι του ρωμαϊκού δικαίου δεν κατέχουν το αγαθό στο Βασίλειο του Θεού. Αλλά η «Ληστρική Σύνοδος» της Εφέσου ήταν μια ρητή δικαίωση της Λατινικής δικαιοσύνης. Η contradicitur του Ρωμαΐου διακόνου ήταν το σύμβολο της αρχής κατά του γεγονότος, του δικαιώματος κατά της ωμής βίας, της ακλόνητης ηθικής σταθερότητας ενάντια στη νικηφόρα κακία, αφενός, και της δειλίας από την άλλη· ήταν, με μια λέξη, η απόρθητη πέτρα της Εκκλησίας ενάντια στις πύλες της κόλασης.

Οι δολοφόνοι του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως δεν τόλμησαν να αγγίξουν τον διάκονο της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Και σε σύντομο χρονικό διάστημα δύο ετών, η contradicitur της Ρώμης είχε αλλάξει «την πιο ιερή Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου» σε «Ληστρική Σύνοδο της Εφέσου», απέλυσε τον μιτροφόρο δολοφόνο, θέσπισε την κανονική αποκατάσταση του θύματός του, και επέφερε την σύγκληση της πραγματικής Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνος, υπό την προεδρία των Ρωμαΐων απεσταλμένων.

Μετάφραση: Γεώργιος Η. Μπόρας
Η Αγγλική έκδοση του βιβλίου Russia and the Universal Church βρίσκεται εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: