Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK)(11)-Η νέα αίρεση

Συνέχεια από Τρίτη, 18Απριλίου 2017

                                           HANS URS VON BALTHASAR
                                     ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  (THEOLOGIK)
                                                 Τρίτος Τόμος
             ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  (DER GEIST DER WAHRHEIT)
        (Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der Welt), 2)    Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )
                                                      Johannes Verlag, 1987
      
                                                         3.  ΑΝΑΔΡΟΜΗ
      Έχοντας δη τη θέση τού Πνεύματος στην Ιερά Ιστορία με τον τρόπο που την περιγράφει ο Ιωάννης, δεν πρέπει να μας είναι δύσκολο να δούμε αντίστοιχα και τις ποικίλες απόψεις τής προηγούμενης «θεολογίας τού Πνεύματος», οι οποίες και εμπλουτίζουν μεν συμπληρωματικά τη γενική εικόνα, επιβεβαιώνοντας ωστόσο απολύτως τη λειτουργία τού Πνεύματος – ως «Εισαγωγέα» και «Εξηγητή» - στην όλη Θεολογία. 
                                       α)  Παύλος
      Είναι λοιπόν πλουσιώτερη απ’ όλες και πιο διαφοροποιημένη η ‘πνευματική θεολογία’ τού Παύλου. Είναι δε απαραίτητο, για να συναθροίσουμε γύρω από ένα κέντρο και σε μια μορφή τις πολλές της πτυχές, να ξεκινήσουμε απ’ το τριαδικό Ιερό Σχέδιο. Όπου μάς δείχνει την ανυπέρβλητη αγάπη του με την προσφορά, την ‘εγκατάλειψη’  του Υιού του μέχρι τον Σταυρό ο Πατήρ (Ρωμ. 8, 32. 39 – «Τί ουν ερούμεν προς ταύτα; ει ο Θεός υπέρ ημών, τίς καθ’ ημών; ός γε του ιδίου υιού ουκ εφείσατο, αλλ’ υπέρ ημών πάντων παρέδωκεν αυτόν, πώς ουχί και συν αυτώ τα πάντα ημίν χαρίσεται; τίς εγκαλέσει κατά εκλεκτών Θεού; Θεός ο δικαιών· τίς ο κατακρίνων; Χριστός ο αποθανών, μάλλον δε και εγερθείς, ός και έστιν εν δεξιά τού Θεού, ός και εντυγχάνει υπέρ ημών. τίς ημάς χωρίσει από τής αγάπης τού Χριστού; θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα; καθώς γέγραπται ότι ένεκά σου θανατούμεθα όλην την ημέραν· ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής. αλλ’ εν τούτοις πάσιν υπερνικώμεν δια του αγαπήσαντος ημάς. πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από τής αγάπης τού Θεού τής εν Χριστώ Ιησού τώ Κυρίω ημών»…)   (( Είναι φανερό, ότι διαστρεβλώνουν όπως θέλουν ακόμα και τα λόγια τού Ευαγγελίου, τα λόγια τών Αποστόλων, στους οποίους υποτίθεται ότι αναφέρονται, για να ενισχύσουν τη διαστροφή τους! Λειτουργούν ως ‘χασάπηδες’ και ‘μακελάρηδες’, αδίστακτοι μέσα στην υπερηφάνειά τους, και ζητούν να καθορίσουν τις τύχες τού κόσμου, ακυρώνοντας, ει δυνατόν, και τον Λόγο τής   Σωτηρίας μας… Μη γένοιτο!... )) , ο οποίος Σταυρός αποτελεί και το κέντρο και το κρίσιμο σημείο ολόκληρου του παύλειου κηρύγματος (Α’ Κορ. 5, 21 – Ρωμ. 8, 3). Και Σταυρός σημαίνει «ότι έγινε αμαρτία για εμάς» (Β’ Κορ. 5, 21 – Ρωμ. 8, 3). Δεν αναγγέλλει απλώς, αλλά ζη μέσα σ’ αυτήν την περιέχουσα τα πάντα αλήθεια ο Παύλος: είτε παραδιδόμενος όλος πατρικά στους δικούς του, είτε συμπάσχοντας όλος με τον Υιό, το οποίο το μπορεί όμως μόνον επειδή «εκχύθηκε μέσω τού Αγίου Πνεύματος η αγάπη τού Θεού στις καρδιές μας» (Ρωμ. 5, 5)   (( Έχουν πραγματική μανία, να προσπαθούν να χωρίσουν (!!!) την Αγία Τριάδα, ώστε να χωρέση, ει δυνατόν, η κακοδοξία τους… Και ‘τακτοποιούν’ συνέχεια, κατά το δοκούν, τα του Θεού!... )) . Και αναγνωρίζει βλέποντας αυτήν την αγάπη, χωρίς να ταυτίζη τον Σταυρό και την Ανάσταση ως «εξύμνηση» όπως ο Ιωάννης, πως δεν χωρίζεται (ωστόσο…) η Ανάσταση και η «μεγαλοπρέπειά» της (δόξα – doxa) απ’ τον Σταυρό· ότι καταλήγει με μιαν εσωτερικήν αναγκαιότητα η αδυναμία στον Σταυρό (Β’ Κορ. 13, 4) στη δύναμη (dynamis) της Ανάστασης, που αποδίδεται με ιδιαίτερον τρόπο στο Πνεύμα τού Θεού (Ρωμ. 1, 4 και 8, 11 – «Παύλος, δούλος Ιησού Χριστού, κλητός απόστολος, αφωρισμένος εις ευαγγέλιον Θεού ό προεπηγγείλατο δια των προφητών αυτού εν γραφαίς αγίαις περί τού υιού αυτού, του γενομένου εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκα, του ορισθέντος υιού Θεού εν δυνάμει κατά πνεύμα αγιωσύνης εξ αναστάσεως νεκρών, Ιησού Χριστού τού Κυρίου ημών, δι’ ού ελάβομεν χάριν και αποστολήν εν πάσι τοίς έθνεσιν υπέρ τού ονόματος αυτού, εν οίς εστε και υμείς κλητοί Ιησού Χριστού, πάσι τοίς ούσιν εν Ρώμη αγαπητοίς Θεού, κλητοίς αγίοις· χάρις υμίν και ειρήνη από Θεού πατρός ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού»…), με το οποίο και εισέρχεται τώρα ο ίδιος ο Ανυψωθείς στη σφαίρα τής δύναμης ή τού πνεύματος ή τής δόξας τού Θεού (Β’ Κορ. 3, 17 και Α’ Κορ. 15, 45 – «…αλλ’ επωρώθη τα νοήματα αυτών. άχρι γαρ της σήμερον το αυτό κάλυμμα επί τη αναγνώσει τής παλαιάς διαθήκης μένει, μη ανακαλυπτόμενον ότι εν Χριστώ καταργείται, αλλ’ έως σήμερον, ηνίκα αναγινώσκεται Μωϋσής, κάλυμμα επί την καρδίαν αυτών κείται· ηνίκα δ’ αν επιστρέψη προς Κύριον, περιαιρείται το κάλυμμα, ο δε Κύριος το Πνεύμα εστιν· ού δε το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία. ημείς δε πάντες ανακεκαλυμμένω προσώπω την δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι την αυτήν εικόνα μεταμορφούμεθα  από δόξης εις δόξαν, καθάπερ από Κυρίου Πνεύματος»…)   (( Είναι απίστευτη η αίρεσή τους, «επωρώθη τα νοήματα αυτών…», που επιδιώκει, και σήμερα όπως και πάντα, να ‘βασιλεύση’ αυτή στις καρδιές τών ανθρώπων, αντί για τη Βασιλεία τού Θεού!... Εξ ού και η τόση και τέτοια συνεχώς ελισσόμενη επιμονή τους… )) . Ενώ ήθελε όμως να βλέπη να ανυψώνεται κατ’ αρχάς με την Ανάσταση σε ουράνιο και αιώνιο Υιό ο καταγόμενος απ’ τον Δαυίδ Μεσσίας μια απλοϊκή Χριστολογία, είναι εδώ εκ των προτέρων ο αιώνιος Υιός ο Ιησούς, ο οποίος και αποδεικνύεται, τόσο με την ασθένεια όσο και με τον δοξασμό εν Πνεύματι, αιώνιος Υιός. Δεν μπορεί να ονομάζεται κατά συνέπειαν αλλιώς, παρά μέσα απ’ το «ως εχέγγυο»   (( ο αρραβών… ))   δωρούμενο σε μας Πνεύμα ο Χριστός (Β’ Κορ. 5, 5), το οποίο και «προέρχεται απ’ τον Κύριο», «για να μεταβληθή» όλο και περισσότερο «στην εικόνα του» (Β’ Κορ. 3, 18 – Βλ. παραπάνω το απόσπασμα… ). Αν εισάγη λοιπόν απ’ αυτήν την άποψη, ακόμα και τον Ιησού στην έσχατη δόξα το Πνεύμα, τότε συμβαίνει αυτό με μιαν πολύ ριζοσπαστικώτερην έννοια για εμάς, οι οποίοι και δεν θα φτάναμε ποτέ χωρίς την έκχυσή του στις καρδιές μας, και χωρίς να «ποτισθούμε» μ’ αυτό (Α’ Κορ. 12, 13), ούτε στην κατανόηση της θεϊκής αλήθειας, ούτε και στην ζωή μέσα σ’ αυτήν την αλήθεια.
    Ας ξεκινήσουμε λοιπόν απ’ την κατανόηση, καθώς αποδεικνύεται εδώ όχι μόνον ως ο «Εισαγωγέας», αλλά και ως ο «Εξηγητής» προφανώς το Πνεύμα. Γιατί αποτελεί και την προϋπόθεση κατά τον Παύλο, για τις πολύ ευρύτερα περιγραφόμενες παραινέσεις προς την πνευματική ζωή, η δυνατότητα κατανόησης. Ο οποίος και δεν τη χωρίζει βέβαια απ’ την απόφαση, να αποκαλυφθούμε (να ‘ανοιχθούμε’…) μέσα απ’ το βάπτισμα, που είναι έργο τού Πνεύματος   (( Μόνο! Έστω κι αν ευχόμαστε  «Εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος», της μίας και αδιαιρέτου Τριάδος… )) , σ’ αυτόν τον φωτισμό. Κηρύττει άρα σε βαπτισμένους πιστούς τη «μη εκ του κόσμου τούτου σοφία» ο Παύλος: ότι δεν γνωρίζει κανείς το ‘εσωτερικό’ (το κέντρο, την ψυχή, το πνεύμα…) τού Θεού παρά το θεϊκό Πνεύμα, και ότι «δεν δεχθήκαμε εμείς το πνεύμα τού κόσμου, αλλά το Πνεύμα, που είναι απ’ τον Θεό, για να γνωρίσουμε, τί μάς έχει δωρηθή απ’ τον Θεό», και το οποίο δεν το αναγγέλλουμε με λόγους ανθρωπίνης σοφίας, αλλά με λόγους, «όπως τούς διδάσκει το Πνεύμα» (Α’ Κορ. 2, 5-13 – «Καγώ ελθών προς υμάς, αδελφοί, ήλθον ου καθ’ υπεροχήν λόγου ή σοφίας καταγγέλλων υμίν το μαρτύριον του Θεού. ου γαρ έκρινα του ειδέναι τι εν υμίν ει μη Ιησούν Χριστόν, και τούτον εσταυρωμένον. και εγώ εν ασθενεία και εν φόβω και εν τρόμω πολλώ εγενόμην προς υμάς, και ο λόγος μου και το κήρυγμά μου ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως, ίνα η πίστις υμών μη ή εν σοφία ανθρώπων, αλλ’ εν δυνάμει Θεού»…). Και γινόμαστε έτσι ταυτόχρονα ικανοί να διακρίνουμε, εντελώς κατά το ιωάννειο νόημα, τα πνεύματα, κάτι που δεν το μπορεί ο καθαρά γήινα σκεπτόμενος άνθρωπος (Α’ Κορ. 2, 14-16 – «…ημείς δε ου το πνεύμα τού κόσμου ελάβομεν, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, ίνα ειδώμεν τα υπό τού Θεού χαρισθέντα ημίν· ά και λαλούμεν ουκ εν διδακτοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν διδακτοίς Πνεύματος Αγίου, πνευματικοίς πνευματικά συγκρίνοντες. ψυχικός δε άνθρωπος ου δέχεται τα του Πνεύματος του Θεού· μωρία γαρ αυτώ εστι, και ου δύναται γνώναι, ότι πνευματικώς ανακρίνεται. ο δε πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ’ ουδενός ανακρίνεται. τίς γαρ έγνω νουν Κυρίου, ός συμβιβάσει αυτόν; ημείς δε νούν Χριστού έχομεν»…). Και βρισκόμαστε έτσι άλλη μια φορά μπροστά στην ιωάννεια διδασκαλία τών δύο ‘σφαιρών’ (Sphren), μιας κατώτερης («σαρκικής» - “sarkischen”), η οποία δεν έχει πρόσβαση στην ανώτερη («πνευματική» - “pneumatische”) – έτσι ώστε να της φαίνεται ως μωρία η σοφία τού Θεού -, και μιας θεϊκής, εκ μέρους τής οποίας μπορούν όλα να κριθούν. Κι όπως αντιπαρατίθενται δραματικο-πολεμικά (dramatisch-polemisch) οι δυό ‘απόψεις’ στον Ιωάννη, έτσι ώστε να τελειώνη με πετροβολήματα, απειλή δολοφονίας και διακοπή τού λόγου κάθε διάλογος   (( ! ))   μεταξύ Ιησού και Ιουδαίων («Γιατί να μιλώ καν ακόμα με σας;» - Ιωάν. 8, 25), έτσι εμφανίζεται ασυμφιλίωτη και στον Παύλο η αντίθεα και εγωιστικά αποκλεισμένη μέσα στις προδιαγραφές τού νόμου «σαρκική» σφαίρα απέναντι στην «πνευματική», η οποία και μπορεί να κατανοήση  και να εκπληρώση (ωστόσο…) τη δικαιωμένη απαίτηση αυτού τού νόμου (εμφανίζεται το «δικαίωμα του νόμου», απέναντι στο «αδύνατον του νόμου» για τον αμαρτωλό· και «εκπληρώνεται» από εκείνους «που βαδίζουν όχι με το μέτρο τής σαρκός, αλλά με το μέτρο τού πνεύματος» - Ρωμ. 8, 4 – αυτό το ‘δικαίωμα’)   (( ! )) .
      ‘Περάσαμε’ όμως ήδη έτσι απ’ το Πνεύμα ως «Εξηγητή» τής αλήθειας στο Πνεύμα ως «Εισαγωγέα» στην ζωή σύμφωνα μ’ αυτήν την αλήθεια, η οποία ζωή και μας παρέχει κατ’ αρχάς την πραγματική κατανόηση. Μόνον όποιος «προσκολλάται», ακολουθώντας τον εγκάρδια, «στον Κύριο, είναι ένα πνεύμα μαζί του» (Α’ Κορ. 6, 17 – «…ο δε κολλώμενος τω Κυρίω έν πνεύμά εστι»…)   (( Είναι αυτό το Άγιο Πνεύμα;… )) , γιατί «όποιος δεν έχει το Πνεύμα τού Χριστού, δεν ανήκει στον Χριστό» (Ρωμ. 8, 9)   (( «Πνεύμα ο Θεός, και πρέπει κι εμείς να τον ακολουθούμε εν πνεύματι»… )) · αυτός είναι «ο Κύριος τού Πνεύματος» (Β’ Κορ. 3, 17), που μας γνωρίζεται μέσω τού Πνεύματός του και στον ίδιον του τον εαυτό. Ένα Πνεύμα, που δεν αναγγέλλει ως τον Κύριο τον Χριστό, δεν θα ήταν θεϊκό Πνεύμα, όπως δεν μπορεί και κανένας αντίστοιχα να αναγγείλη ως Κύριο τον Ιησού, «παρά εν Αγίω Πνεύματι» (Α’ Κορ. 12, 3). Και θα μπορούσαμε να δούμε εδώ διεξοδικώτερα, το πώς ομολογεί η εισαγωγή στη θεϊκή σφαίρα μέσω τού Πνεύματος, δικαίωση κατ’ αρχάς και ταυτόχρονα αγιασμό – «Δικαιώθηκε εν Πνεύματι» (Α’ Τιμ. 3, 16), λέει ο ίδιος ο Χριστός – αλλά και πώς απαιτεί τη μετατροπή σε Πνεύμα ο αντικειμενικός αγιασμός, Πνεύμα που θέλει να μας δη να φέρουμε τους «καρπούς» του (Γαλ. 5, 22) και να αναπτύσσουμε   (( Σαν καλά παιδιά… ))  τα «χαρίσματά» (charismata) του. Είναι δε αξιοπρόσεκτο, ότι αναφέρονται τόσο στα διαφορετικά άτομα όσο και στο συνολικό εκκλησιαστικό σώμα τού Χριστού αυτά τα χαρίσματα· περιγράφονται δηλ. όλα ως κανονικές κοινωνικές λειτουργίες στην προς Ρωμαίους επιστολή, και προπαντός το χάρισμα της προφητείας, που δεν είναι και δεν πρέπει να είναι τίποτα άλλο παρά η ικανότητα, να εκφράζης σωστά και καρποφόρα τη χριστιανική πίστη στα υπόλοιπα μέλη τής Εκκλησίας (Ρωμ. 12, 6)· στην οποίαν και προσαρτώνται οι πολλοί άλλοι τρόποι, να ενταχθούν οι προσωπικές εκ του Πνεύματος ικανότητες μέσα στην  κοινότητα κατά τον κανόνα τού Χριστού. Και υποδεικνύουν όλες οι παραινέσεις (Parnese) στις επιστολές τού Παύλου τον τρόπο, με τον οποίον και οφείλει να καταστήση ωφέλιμο εκκλησιαστικά κάθε ‘θέση’ και καθένας ξεχωριστά το χάρισμά του.
     Oι διεξοδικές άλλωστε συζητήσεις τών καταστάσεων στην κορινθιακή Θεία Λειτουργία δεν θά ’πρεπε να θεωρηθούν παρά σαν ένας ‘κάλυκας’ της παύλειας χαρισματικής διδασκαλίας, εφ’ όσον δεν συμφωνήσουμε βέβαια με τους W. Schmithals και U. Wilckens στο ότι υποτίμησε, στην προσπάθειά του να εξηγήση τα εκεί φαινόμενα (όπως τη γλωσσολαλία – Glossolalie), την επίδραση ξένων, γνωστικών θεωριών περί σοφίας ο Παύλος. Θα ήταν βέβαια ειδωλολατρικό το να αιτιολογηθή ως παντελώς «μυστικός» (mystisch) ένας απλός διαπεραστικός ήχος, πέρα από οποιαδήποτε κατανοητά λόγια. Το κρίσιμο είναι ωστόσο, ότι δέχεται μόνον τότε τη γλωσσολαλία εν Πνεύματι ο Απόστολος, όταν υπάρχουν εκεί «προφήτες», που ξεύρουν να τη μεταφράσουν σε μιαν κατανοητή απ’ την κοινότητα γλώσσα· συγκαταλέγεται όμως επανειλημμένα ανάμεσα στα σημαντικότερα χαρίσματα το χάρισμα της προφητείας: υπάρχει ιδιαιτέρως, σαφώς διακρινόμενη απ’ τα άλλα χαρίσματα, στην αρχή τού καταλόγου η τριάδα τών αποστόλων – προφητών – διδασκάλων. «Συνίσταται στο εξής το πραγματικό έργο τού Πνεύματος στον άνθρωπο: …να τον οδηγήση, συμπεριλαμβάνοντας τη σκέψη και τη φυσική του κατανόηση, στην πλήρη ακριβώς γνώση και κατανόηση    (( Το Πνεύμα μάς βοηθά να τελειοποιήσουμε αυτό που ήδη είμαστε!... )) . Γι’ αυτό και βρίσκεται κάτω-κάτω στη σειρά τών ‘χαρισμάτων’ η γλωσσολαλία» (Kurt Stadler, Das Werk des Geistes in der Heiligung bei Paulus – Το έργο τού Πνεύματος στον αγιασμό κατά τον Παύλο…). Δεν αξίζει να την επιδιώκουμε, εφ’ όσον πρέπει «να επιδιώκουμε τα υψηλότερα και μόνον χαρίσματα» (Α’ Κορ. 12, 31), που δεν αξίζουν κι αυτά (ακόμα κι η προφητεία κι η γνώση – Gnosis, 13, 2) τίποτα χωρίς την αγάπη (Agape), που οι δρόμοι της «υπερβαίνουν» όλα τα μεμονωμένα χαρίσματα (12, 31), και δεν αποτελεί ένα «διανεμόμενο κατά το θέλημά του» χάρισμα εκ του Αγίου Πνεύματος, αλλά είναι μάλλον η ίδια του η παρουσία (τού Αγίου Πνεύματος…), η «εκχυνόμενη στις καρδιές μας αγάπη τού Θεού» (Ρωμ 5, 5). Μόνο στον «λόγο τού τρελλού» αναφέρει ο Απόστολος θαύματα που επιτέλεσε (Β’ Κορ. 12, 12 – «Γέγονα άφρων καυχώμενος! υμείς με ηναγκάσατε. εγώ γαρ ώφειλον υφ’ υμών συνίστασθαι. ουδέν γαρ υστέρησα των υπερλίαν αποστόλων, ει και ουδέν ειμι. τα μεν σημεία τού αποστόλου κατειργάσθη εν υμίν εν πάση υπομονή, εν σημείοις και τέρασι και δυνάμεσι»…), καθώς και τις ίδιες του τις εκστάσεις, όπου και «άκουσε άρρητα ρήματα» (12, 4)  (σ.σ.: Για την πνευματολογική θεμελίωση των πολυαρίθμων οραμάτων τού Παύλου βλ. Ernst Benz, Paulus als Visionär – Ο Παύλος ως οραματιστής…). Δεν πρέπει δε επ’ ουδενί να ταυτισθή με τη γλωσσολαλία το θαύμα τού Αγίου Πνεύματος την Πεντηκοστή, καθώς κατανόησαν, αντίθετα ακριβώς, τη μια γλώσσα τής επαγγελίας όλοι οι λαοί εκεί (Πράξ. 2, 11). «Δεν είναι λοιπόν σημείο για τους πιστούς» (Α’ Κορ. 14, 22), αλλά «ένας λόγος στον αέρα η γλωσσολαλία» (ό.π. 10)   (( Δύσκολο να δεχθή ‘λόγο’ ένας ‘λογικός’ άνθρωπος… )) .
     Δεν τονίζεται τίποτα ουσιαστικά σε όλα αυτά, στην περί Πνεύματος διδασκαλία τού Παύλου· το κρίσιμο είναι γι’ αυτόν η επενεργούμενη απ’ το Πνεύμα ερμηνεία τής φανέρωσης του Χριστού: στον εξηγητικό λόγο τής προφητείας, αλλά ακόμα περισσότερο, σ’ ολόκληρη την ύπαρξη, για το οποίο και αποτελεί το πιο καθαρό και περιεκτικό παράδειγμα η ύπαρξη του ίδιου του Αποστόλου: «Σας προτρέπω, να έχετε εμένα ως πρότυπο (Α’ Κορ. 4, 16), όπως έχω εγώ πρότυπο τον Χριστό» (Α’ Κορ. 11, 1 – Φιλ. 3, 17), ακριβώς εκεί όπου πρέπει να συνδέεται με «τη χαρά εν Αγίω Πνεύματι» η πίεση και η θλίψη (Α’ Θεσ. 1, 6). Και θά ’πρεπε να είναι ο καθένας με τον τρόπο του, τόσο για τον κάθε ‘συγχριστιανό’ του όσο και για ολόκληρη την κοινότητα πρότυπο, καθώς ‘επιδιώκει’ στον Παύλο, εξίσου την τελείωση του καθενός όσο και ολόκληρης της Εκκλησίας το Άγιο Πνεύμα, μ’ έναν τρόπο μάλιστα, ώστε να ελευθερώνη απ’ τον εξωτερικό νόμο και να καθιστά την εσωτερική ελευθερία σε «νόμο», η οποία και ταυτίζεται με την υπακοή που εξάσκησε μέχρι τον θάνατο απέναντι στον Πατέρα ο Χριστός.

     ( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...