Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Η διδασκαλία του Ιωακείμ της Φλόρα περί πνεύματος (2)-επανάληψη

Creator Spiritus 
Die Geisteslehre des Joachim von Fiore
Η διδασκαλία του Ιωακείμ της Φλόρα περί πνεύματος
Του Ernst Benz, στο ERANOS-JAHRBUCH XXV 
ΙΙ. Μερικές πτυχές της καινοδιαθηκικής διδασκαλίας περί Αγίου Πνεύματος

Τα όσα αναπτύσσονται εδώ αντιστοιχούν στις θεολογικές αντιλήψεις της παλαιάς Εκκλησίας περί της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα εμφανίζεται ήδη στην ιστορία της δημιουργίας, όπως την παρουσιάζει ο Μωυσής, ως Δημιουργός ή τουλάχιστον ως συμμέτοχος στο έργο της δημιουργίας. Γένεσις, 1. 1-3: «ΕΝ ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. 2 ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος. 3 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς.» Βάσει αυτής της περιγραφής το Πνεύμα είναι σαν ένα πουλί που κλωσάει το ακόμα αδιαμόρφωτο χάος, από το οποίο θα προέλθουν οι μορφές που θα φέρει η δημιουργία. [Ο Friedrich Büschelγράφει στο «Der Geist Gottes im neuen Testament», Gütersloh 1926: «Το Πνεύμα του Θεού μπορεί να θεωρηθεί ως έδρα και φορέας της ζωής. Όχι όμως της ζωής στα μεμονωμένα όντα, αλλά της ζωής του κόσμου ως όλου. Όχι της συγκεκριμένης ζωής μέσα στον κόσμο, αλλά της ζωής που ακόμα υπερίπταται στον αδιαμόρφωτο κόσμο, που είναι πλησίον του κόσμου, αλλά δεν είναι ακόμα συνδεδεμένη με αυτόν. Πάντως, στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε πως η ζωή μέσα στον κόσμο προέρχεται από το πνεύμα του Θεού.»] Στην ιουδαϊκή προφητική παράδοση συνδέθηκε η ιδέα του Αγίου Πνεύματος με αυτά που αναμένονται στα έσχατα: τα έσχατα θα είναι μια εποχή που θα ξεχυθεί το Άγιο Πνεύμα (Büschel, στο ίδιο, σελ. 30). Ο ερχομός του Πνεύματος όμως είναι συνδεδεμένος με τον ερχομό αυτού που φέρνει την Βασιλεία, του Μεσσία Υιού του ανθρώπου.[ σημ. Τό Πνεύμα τού Θεού δέν είναι τό Αγιο Πνεύμα]
Η πρώτη χριστιανική κοινότητα θεώρησε την εμφάνιση των φαινομένων τών χαρισμάτων ως την εκπλήρωση των υποσχέσεων της Παλαιάς Διαθήκης περί έκχυσης του Αγίου Πνεύματος στα έσχατα χρόνια. Η μαρτυρία περί Πεντηκοστής στις Πράξεις Αποστόλων, κεφάλαιο 2, περιγράφει πως η συναγμένη κοινότητα γίνεται «πλήρης Αγίου Πνεύματος» και πως «όλοι» αρχίζουν «λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι.» Τα εκστατικά φαινόμενα προκαλούν την προσοχή και την ειρωνεία του πλήθους που είχε μαζευτεί γύρω από το σπίτι. Ο Πέτρος όμως ερμηνεύει το γεγονός αυτό και λέει, Πράξεις 2, 16: «16 ἀλλὰ τοῦτό ἐστι τὸ εἰρημένον διὰ τοῦ προφήτου ᾿Ιωήλ· 17 καὶ ἔσται ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις, λέγει ὁ Θεός, ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα, καὶ προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν, καὶ οἱ νεανίσκοι ὑμῶν ὁράσεις ὄψονται καὶ οἱ πρεσβύτεροι ὑμῶν ἐνύπνια ἐνυπνιασθήσονται· 18 καί γε ἐπὶ τοὺς δούλους μου καὶ ἐπὶ τὰς δούλας μου ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου, καὶ προφητεύσουσι. 19 καὶ δώσω τέρατα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ σημεῖα ἐπὶ τῆς γῆς κάτω, αἷμα καὶ πῦρ καὶ ἀτμίδα καπνοῦ· 20 ὁ ἥλιος μεταστραφήσεται εἰς σκότος καὶ ἡ σελήνη εἰς αἷμα πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ. 21 καὶ ἔσται πᾶς ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται.»
Η εμπειρία της έκχυσης του Αγίου Πνεύματος και της αυθόρμητης εμφάνισης μιας σειράς χαρισματικών δυνάμεων μέσα στις πρωτοχριστιανικές κοινότητες, έλαβαν από την αρχή διαφορετικές ερμηνείες. Μέχρι τώρα δυστυχώς, ελάχιστα ερευνήθηκε η διδασκαλία περί Αγίου Πνεύματος στην χριστιανική ιστορία των δογμάτων. Αυτό συνδέεται με το γεγονός πως η διδασκαλία αυτή, καθ’ όλη την πορεία της ιστορίας των δογμάτων, έμεινε κατά περίεργο τρόπο υπανάπτυκτη. Μπορούμε μάλιστα να πούμε πως συρρικνώθηκε. Ενώ η διδασκαλία περί Θεού και η Χριστολογία είχαν μια τεράστια θεωρητική ανάπτυξη στην ιστορία του σχηματισμού των δογμάτων, η διδασκαλία περί Αγίου Πνεύματος έμεινε εμφανώς πίσω, και στην πραγματικότητα δεν έγινε ποτέ ζωντανό μέρος της γενικής χριστιανικής συνείδησης πίστεως. Ο λόγος για το περίεργο αυτό φαινόμενο θα γίνει ξεκάθαρος μόλις δούμε τι επαναστατική δύναμη, που μπορεί να απειλήσει οποιαδήποτε επίσημη εκκλησιαστικότητα, μπορεί να βρίσκεται στην διδασκαλία περί Αγίου Πνεύματος. [Για το θέμα μίλησε ο Rudolf Sohm Kirchenrecht I, 1892]
Είναι αδύνατο ακόμα και να θίξουμε επιγραμματικά τις διάφορες αντιλήψεις περί Πνεύματος που εμφανίζονται στην Καινή Διαθήκη, στην παρούσα εργασία. Εδώ θα αναφερθούμε μόνο σε ένα πράγμα: μέσα σε όλη την Καινή Διαθήκη, το Άγιο Πνεύμα κατανοείται ως μια ιστορική δύναμη, που εμφανίζεται με διπλή μορφή. Κατά πρώτον είναι η δημιουργική δύναμη του πνεύματος, που ενεργεί την νέα ζωή της βασιλείας του Θεού, μαζί με όλα τα θαύματα και τα δώρα της χάριτος. Κατά δεύτερον είναι η δύναμη του πνεύματος που διαμηνύει στον πιστό την νέα γνώση της σωτηρίας. Στην γνώση αυτή της σωτηρίας ανήκει ουσιαστικά και η γνώση της ιστορίας, η ματιά στήν μέχρι τώρα κρυμμένη και τώρα δια του Πνεύματος αποκαλυφθείσα σωτηριώδη ενέργεια του Θεού στην ιστορία. Είναι η ματιά στην «θεία οικονομία», η οποία από την αρχή του κόσμου και δια μέσου των προηγούμενων εποχών της ιστορίας της ανθρωπότητας προετοίμασε την βασιλεία του Θεού, και τώρα θα επιφέρει την εκπλήρωση των έσχατων χρόνων. [Μόνο έτσι γίνεται κατανοητή η τεράστια επικαιρότητα του θέματος της οικονομίας στην πατερική θεολογία. Το θέμα αυτό περιλαμβάνει τόσο τα προβλήματα της θεολογίας της ιστορίας όσο και της εσχατολογίας.]
Μια ιδιαίτερη θέση εντός αυτής της κοινής για τον Χριστιανισμό θεώρησης που είχε η αρχαία Εκκλησία λαμβάνει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Είναι χαρακτηριστικό πως δεν αναφέρεται σε μια έκχυση του Πνεύματος, με την μορφή που έλαβε κατά την Πεντηκοστή, όπως την αναφέρουν οι Πράξεις, αλλά παρουσιάζει  μια ιδιαίτερη θεώρηση περί της ενέργειας του Πνεύματος στους έσχατους καιρούς. Ο Ιησούς τονίζει, σύμφωνα με το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, πως όσο ζούσε, το Πνεύμα δεν είχε ακόμα έρθει (Ιω. 7, 39: τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα ῞Αγιον, ὅτι ᾿Ιησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη.).

Εδώ έχουμε μια θεώρηση της ιστορίας της σωτηρίας, βάσει της οποίας αποδίδονται στον Υιό και το Πνεύμα δυο χρονικά καθαρά διαχωρισμένες εποχές, κατά τις οποίες δρουν σωτηριακά στη γη. Τονίζεται πως, στην εποχή κατά την οποία ο Υιός, ο σαρκωθείς Λόγος, δρα πάνω στη γη, το Πνεύμα δεν είναι ακόμα εκεί. Ο Ιησούς ο ίδιος υπόσχεται τον ερχομό του Πνεύματος, μετά την επιστροφή του στον Πατέρα. Τότε το Πνεύμα θα λάβει την θέση του Ιησού πάνω στην γη, σαν συνήγορος (Παράκλητος), ο οποίος θα αναλάβει την κοινότητα η οποία παραμένει στη γη (Ιω. 14, 26: ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν. ) Τότε περιγράφεται σαφώς και η πράξη, κατά την οποία ο Κύριος μετά την ανάσταση Του, εκπληρώνει την υπόσχεση Του περί του ερχομού του Πνεύματος, και αμέσως πριν την ανάληψη Του  μεταδίδει στους μαθητές Του το Άγιο Πνεύμα με ένα εμφύσημα (Ιω. 20, 22: καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον·).[ σχόλιο:Ουδεμία σχέση υφίσταται μεταξύ τής ερμηνείας καί τού λόγου τού Ευαγγελίου.  Ούτε βεβαίως ενεφύσησε ο Κύριος στούς μαθητές τό Αγιο Πνεύμα όπως τό διευκρινίζει ο Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς]
Ο Ιωάννης θεωρεί πως με την Ανάληψη  έχει ολοκληρωθεί η εποχή της δράσης του Υιού πάνω στη γη.[;;;] Τώρα αρχίζει μια νέα εποχή, η εποχή της σωτηριώδους δράσης του Αγίου Πνεύματος μέσα στην κοινότητα αυτών που έμειναν στην γη. Μέσα στην θεώρηση αυτή του Ιωάννη βρίσκονται οι ρίζες μιας θεολογίας της ιστορίας, η οποία εκφράστηκε κατόπιν πολλές φορές με τρόπο επαναστατικό. Από τις Πράξεις των Αποστόλων, αλλά και από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, μπορεί να διαπιστωθεί πως αυθόρμητη έκρηξη των διαφόρων δωρεών του Πνεύματος κυριάρχησε στη ζωή των χριστιανικών κοινοτήτων (κυρίως των ελληνιστικών, πρώην ειδωλολατρικών). Όταν προς το τέλος του 1ου αιώνα κοίταξαν προς την εποχή της αρχής του Χριστιανισμού, περιέγραψαν όσα συνέβησαν ως εξής, Εβρ. 2,3: «ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, 4 συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος ῾Αγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν.». Ακόμα και για τον Ειρηναίο, επίσκοπο της Λυών από το 178 μ. Χ., ήταν δυνατόν να χρησιμοποιήσει την γενική εξάπλωση των χαρισμάτων αυτών (και το χάρισμα της ίασης και ανάστασης των νεκρών), ως το σημαντικότερο επιχείρημα για την αλήθεια του χριστιανικού μηνύματος, όταν αντιμετώπιζε τους ειδωλολάτρες και ιουδαίους αντιπάλους του.
Από την άλλη οι χριστιανικές κοινότητες εξελίσσονταν σε μια παλαιοκαθολική Εκκλησία, στην αρχή με απαλή και αργότερα με όλο και πιο ενεργητική απώθηση των ελεύθερων ξεσπασμάτων του χαρίσματος και της ελεύθερης δραστηριότητας των χαρισματούχων εντός των κοινοτήτων. Το χάρισμα είχε συνδεθεί ισχυρότερα στα εκκλησιαστικά αξιώματα. Είναι αδύνατο να παρακολουθήσουμε στην προκειμένη εργασία την διαδικασία αυτή βήμα προς βήμα. Η διαδικασία αυτή ξεκινά βασικά με τον Παύλο, όταν παραμερίζει μορφές χαρισματικού ξεσπάσματος, οι οποίες δεν είναι άμεσα κατανοητές-όπως η γλωσσολαλιά-και προβάλλει εκείνες τις εκφάνσεις του πνεύματος που μπορούν να εκφραστούν με λογική, κατανοητή γλώσσα. Ο Παύλος προσπαθεί επίσης, αν και όπως φαίνεται ματαίως, να βάλει τάξη στις αυθόρμητες και συχνά χαοτικές εκρήξεις του Πνεύματος στις κοινότητες, βάζοντας σταθερούς κανόνες. Από πολύ νωρίς πρέπει να είχαν δημιουργηθεί εντάσεις μεταξύ των φορέων μιας δημόσιας ιεραρχίας, δηλαδή εκλελεγμένων ή βάσει νόμου τοποθετημένων υπαλλήλων (επισκόπων και πρεσβυτέρων), και των ελεύθερων χαρισματούχων. Η καχυποψία των επισκόπων στράφηκε ιδιαιτέρως προς τους προφήτες, οι οποίοι παρουσιάζονταν στις κοινότητες ως από το Άγιο Πνεύμα εμπνευσμένων φορέων της θείας αποκάλυψης. Η καχυποψία κατά των προφητών αιτιολογείται ως εξής: το Άγιο Πνεύμα εξέφραζε δια των προφητών διαρκώς νέες αποκαλύψεις, τις οποίες η κοινότητα δεν μπορούσε να ελέγξει, οι οποίες όμως έχουν την απαίτηση της απόλυτης ισχύος, καθώς έχουν την αυθεντία του Αγίου Πνεύματος. Η ελευθερία αυτή του προφητικού αξιώματος έχει προφανώς υποστεί πολλές φορές κατάχρηση από κακά στοιχεία. Αυτή η κατάχρηση διευκολύνθηκε από το γεγονός πως οι προφήτες ήταν συχνά πλανόδιοι προφήτες, και σε αντίθεση με τους επιτόπιους φορείς εκκλησιαστικών αξιωμάτων, δεν ήταν προσωπικά γνωστοί στις κοινότητες, κατά την άφιξη τους.   
Η επικαιρότητα αυτού του προβλήματος γίνεται φανερή από το γεγονός, πως η παλαιότερη εκκλησιαστική διάταξη, οι διδαχές των δώδεκα Αποστόλων, η λεγόμενη Διδαχή, ασχολείται επισταμένως με το πρόβλημα της διάκρισης αληθινών από τους ψεύτικους προφήτες. Η δυσκολία εύρεσης μιας λύσης προκύπτει από το γεγονός πως και η Διδαχή αναφέρει μόνο ηθικά κριτήρια: ο κακός προφήτης είναι εκείνος που με ανήθικη και ιδιοτελή συμπεριφορά, και με την αποφυγή της εργασίας, καθιστά τις προφητείες του ψέμα. Κριτήρια που βασίζονται στο περιεχόμενο δεν είναι δυνατόν να δοθούν την εποχή εκείνη: η Εκκλησία δεν διαθέτει ακόμα κάποιο μέτρο, βάσει του οποίου να μπορεί να κριθεί το περιεχόμενο της αποκάλυψης, καθώς η Εκκλησία ζει ακόμα σε μια κατάσταση, στην οποία η αποκάλυψη συνεχίζεται. Το γεγονός, πως στους εκκλησιαστικούς κανόνες έπρεπε να ενταχθούν και κανόνες για την διάκριση της αληθινής από την ψεύτικη προφητεία, δείχνει πως το πρόβλημα αυτό ήταν επίκαιρο για όλες (τουλάχιστον για τις περισσότερες) χριστιανικές κοινότητες στις αρχές του 2ου αιώνα. Στους εκκλησιαστικούς κανόνες περιλαμβάνονται προτάσεις οι οποίες καθορίζουν φλέγοντα θέματα των κοινοτήτων.
Στον αγώνα αυτό μεταξύ των ελεύθερων χαρισματικών, των προφητών και των φορέων της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, νίκησαν οι επίσκοποι.[Στον Ποιμένα του Ερμά βρίσκονται κανόνες για την διάκριση του αληθινού από τον ψεύτικο προφήτη. Αυτό επισημαίνει πόσο επίκαιρο ήταν το θέμα στις κοινότητες. Στο Mandatum XI, 7ff: «Εξέτασε τον άνδρα που έχει το θεϊκό πνεύμα βάσει της ζωής του!»] Με τον καθορισμό του εκκλησιαστικού κανόνος της Καινής Διαθήκης, έκλεισε η πόρτα για την ελεύθερη χριστιανική προφητεία που ήταν μια διαρκής συνέχεια της αποκάλυψης. Από την πληθώρα των διαφόρων γραπτών, με την μορφή Ευαγγελίων, ιστοριών των Αποστόλων, αποστολικών επιστολών, αποκαλύψεων και προφητειών, οι επίσκοποι διάλεξαν με το κριτήριο της αποστολικότητας, και ο κανόνας αυτός, ως ιερό βιβλίο, γίνεται δεσμευτικός για την χριστιανική Εκκλησία, και διακηρύσσεται ως ο κανόνας της Καινής Διαθήκης. Η αποκάλυψη θεωρείται ως ολοκληρωμένη. Από αυτή την στιγμή το πνεύμα είναι δεμένο στο αξίωμα. Η ελεύθερη προφητεία, όπου αυτή εμφανίζεται, πρέπει να τίθεται στον έλεγχο του εκκλησιαστικού κανόνος.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν ενιαία. Σε πολλούς τόπους, κυρίως στην ύπαιθρο της Φρυγίας, διατηρήθηκε μέχρι και τον 2ο αιώνα η αρχαϊκή μορφή, σύμφωνα με την οποία των κοινοτήτων ηγούντο οι χαρισματικοί, οι προφήτες, και όχι οι επίσκοποι (δηλαδή εκλελεγμένοι φορείς της υπηρεσίας). Σε αυτές ακριβώς τις περιοχές, στην αρχή του 2ου αιώνα, αναδύθηκε μια ισχυρή επανάσταση, υπό την ηγεσία τουΜοντανού, κατά του αυξανόμενου αποκλεισμού και περιορισμού εντός της Εκκλησίας του ελεύθερου χαρίσματος. 
ΣΥΝΕΧΊΖΕΤΑΙ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...