Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ! Ένας Χριστιανός Πρόκλος; (14)


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ! Ένας Χριστιανός Πρόκλος; 
του Werner Beierwaltes.
          
4. Η ετερότης η οποία αρνείται την ενότητα και η υπέρβασή της.
   
    
Το ξεδίπλωμα του Ενός γίνεται αιτία και αρχή σε μία διαβάθμιση τού όντος, τού οποίου η αξιοπρέπεια μειώνεται με την αύξηση της πολλαπλότητος ή τής ετερότητος. Και στην αύξηση τής πολλαπλότητος ή τής ετερότητος αντιστοιχεί μία μείωση τής ενέργειας ή τού αποτελέσματος τής αρχής. Μπορούμε λοιπόν να κατανοήσουμε γιατί η ύλη, σαν η πιό μακρυνή πραγματικότης απο το Ένα, το άρρητο και ασύλληπτο, πρέπει να καθορισθεί, με την ίδια εννοιολογική αξιολόγηση, αρνητικά, όπως το ίδιο το Ένα: χωρίς μορφή, χωρίς ποιότητα, καθαρή απουσία, τίποτα, απλή ετερότης (αυτοετερότης). [Εν. ΙΙ 4,13,18]. Εντελώς διαφορετικά απο τις συζητήσεις που είχαμε μέχρι αυτού του σημείου, εδώ διακρίνεται με ξεχωριστό τρόπο ο αρνητικο-μειωτικός χαρακτήρας τής ετερότητος. Δύο πλευρές βρίσκονται φανερά αντιτιθέμενες με άμεσο τρόπο: το Ενα αναβλύζει και απορρέει απο τον εαυτό του χάρη στην αγαθότητά του, την πληρότητά του και την δύναμί του, το ΟΝ. (το υπερπλήρες αυτού πεποίηκεν άλλο-V2, 1,9). Αυτό που απορρέει, όμως δέν είναι ποτέ χωρισμένο εντελώς απο την καταγωγή. Η νομιμότητά του το πληρώνει, εάν αυτό στρέφει τον εαυτό του στο Ένα. "Το πνεύμα βλέπει το Ένα χωρίς να ξεχωρίζει (ού χωρισθείς), καθώς αυτό είναι αμέσως μετά απο Αυτό και τίποτα δέν υπάρχει ανάμεσα τους (μεταξύ ουδέν), όπως επίσης ανάμεσα στην ψυχή και το πνεύμα (τον νού) [VI, 6,49...] "Μόνον η ετερότης χωρίζει τους ιδιαίτερους βαθμούς τον εναν απο τον άλλον, τη ετερότητι μόνον κεχωρίσθαι". Αυτό σημαίνει ότι οι βαθμοί του δέν διακρίνονται απο κανένα άλλο συστατικό τής διαμεσολαβήσεως (όπως στον Πρόκλο),αλλά ότι αρκεί ο χαρακτήρας του σαν ουσία, να καθορίσει την αμοιβαία διαφορά, όπως και να τους ενώσει, παρότι λοιπόν εξασθενημένη η καταγωγή, καθολική και αντιστοιχούσα, είναι εν ενεργεία σ'αυτό που προέρχεται απο αυτή. Η ετερότης υπολογίζεται μέσα σ'αυτό το πλαίσιο, σαν περιγραφική και όχι σαν αξιολογική.
          Απο το άλλο μέρος ξεχωρίζει η θέληση του όντος "να εκπέσει" απο το Ένα και απο αυτό που είναι σχετικώς Ένα(απο τον νού ή απο την ψυχή), να ξεκολλήσει, να ξεχάσει την καταγωγή του, να αυτοκαθορισθεί. Αυτή η θέληση τής ετερότητος συμπίπτει με τον κίνδυνο και την απερισκεψία : τόλμα! Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το πνεύμα, "μεθυσμένο απο τον ύπνο", γίνεται πολλαπλό χωρίς να το αντιλαμβάνεται και ότι "ξεδίπλωσε τον εαυτό του γιατί θέλει να αποκτήσει κάθε πράγμα. Πόσο καλύτερα θα ήταν να μήν είχε τέτοια ορμή! Και πράγματι γίνεται δεύτερο". (Εν. ΙΙΙ 8, 8,33-36).
          Το ξεδίπλωμα στην πολλαπλότητα ή στην ετερότητα είναι λοιπόν βασικώς παράνομο, και δέν θα μπορούσε να έχει θέση. Και ιδιαιτέρως κάτω απο την άποψη τής πρόχειρης και επικίνδυνης απομάκρυνσης ενός όντος απο την καταγωγή του. Με ανάλογο τρόπο με την πρόοδο του ξεδιπλώματος των υποστάσεων, η ψυχή τού ξεχωριστού ανθρώπου, πλανεμένη στην χρονικότητα και στο πεπερασμένο, απομακρύνεται απο αυτό που πρέπει να είναι. "Η πρώτη ρίζα του κακού γι'αυτή, είναι η απερισκεψία (η αλαζονία) και μετά η γέννηση και η πρωτόγονη ετερότης και η επιθυμία να ανήκει στον εαυτό της (VI ,1,3-5. αρχή μέν ούν αυταίς (ταίς ψυχαίς) τού κακού η τόλμα και η γένεσις και η πρώτη ετερότης και το βουληθήναι δε εαυτών είναι)".
          Απο το ερώτημα περί τής καταγωγής τού κακού προκύπτει καθαρά η ανθρωπολογική αξία τού οντολογικού προβλήματος της ετερότητος. Το κακόν είναι αυτό που δέν πρέπει απολύτως να Είναι. Είναι η πιό ριζική έκφραση τής πολλαπλότητος και της ετερότητος.
          Παρ'όλα αυτά "δέν πρέπει να είναι ούτε η δομή τής πολλαπλότητος η οποία δίνεται με το Είναι τού ανθρώπου. Αυτή η σύλληψη γίνεται για τον άνθρωπο μία ενυπάρχουσα, σταθερή ώθηση να επιστρέψει στην καταγωγή εκείνο, τον εαυτό που τού ανήκει και τήν βρίσκει στην αποξένωσή του απο την καταγωγή, χωρισμένος απο τον Πατέρα (τον Νού) παρότι δέν είναι καθοριστικώς χωρισμένος. Αυτό σημαίνει ότι αυτός πρέπει να ελευθερωθεί (μέσα του, στην πραγματική του ύπαρξη), απο την πολλαπλότητα, πρεπει να ενωθεί με τον εαυτό του, στο αληθινό του είναι, για να κατορθώσει έτσι την μεγαλύτερη δυνατή ένωση. Κάθαρσις, ομοίωσις και ένωσις πρέπει να εννοηθούν-αναλόγως της απελευθερώσεως της υπάρξεως απο τον χρόνο-σαν μία βαθμιαία αφαίρεση τής ετερότητος.        
          Μία τέτοια μείωση τής διαφοράς, πάντως, δέν ισούται με μία πρόοδο τής έκπτωσης τής ατομικότητος. Αντιθέτως, οδηγεί στην ιδιαίτερη ταυτότητα τού ανθρώπου (ένθα, δηλαδή στο πλαίσιο των ιδεών, δη ημάς μάλιστα : Ι, 1,7,16) καθότι μέσω της ελαττώσεως στην εσωτερικότητα (στον εσωτερικό άνθρωπο, ο έσω άνθρωπος-πλάτωνος πολιτεία, 589 α 7 b 1) καθιστά φανερή την ενολογική δόμηση τού ανθρώπου, "το Ένα μέσα μας" (έτσι γάρ τί και παρ'ημίν αυτού (του ενός) μέσω του οποίου ακουμπάμε το καθαυτό Ένα βάσει της αρχής τής όμοιον ομοίω- V3, 8.41-43-ώς και παρ'ημών την γνώσιν αυτού δι'αυτού γίγνεσθαι, του νού τω πρώτω θεάσθαι).
          Τα ασώματα πράγματα δέν χωρίζουν απο τα σώματα. Είναι αδύνατον λοιπόν να απομακρυνθούν τα μέν απο τα δέ χωρικώς, αλλά μόνον διά της ετερότητος και της διαφοράς και τότε αρκεί να μήν εμφανισθεί η ετερότης και αμέσως τα όμοια πράγματα παρουσιάζονται τα μέν στα δέ! (VI 9,8, 31-35: ούδ'αφέστηκε τάνυν αλλήλων τόπω, ετερότητι δε και διαφορά: όταν ούν η ετερότης μή παρή αλλήλοις τα μή έτερα παρέστιν, εκείνο μέν ούν μή έχον ετερότητα αεί παρέστιν, ημείς δέ όταν μή έχωμεν). Εάν ο άνθρωπος θέλει να φτάσει στην υπέρτατη μορφή τής ύπαρξής του, στην ένωση με το ίδιο το Ένα, πρέπει, για να γίνει όμοιος με το Ένα, να υπερβεί με συνεχή τρόπο-μέσω του διαλογισμού και αναβάσεως-την διαφορά ανάμεσα σ'αυτό που γεννήθηκε και την καταγωγή! Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος στον στοχασμό στην ενωτική δομή του Είναι του και της σκέψης του, θεμελιωμένη απο το Ένα το ίδιο, πρέπει να γίνει ελεύθερος απο κάθε μορφή και τύπο και επομένως απο κάθε σκέψη που μπορεί να μας κρύψει το Ένα. Η απελευθέρωση απο την διαφορά είναι λοιπόν ο μοναδικός τρόπος ελευθερίας που ταιριάζει στον άνθρωπο στην σχέση του με το Ένα. Η ελάττωση τής διαφοράς συμπίπτει, στο πέρας αυτής της προόδου τής θεωρίας, με την πλήρωση και την έλλαμψη! απο μέρους τού θεμελίου χωρίς μορφή κάθε μορφής, του φωτός του ιδίου του Ενός (VI , 9,7,16). Σ'αυτή την στιγμή, υποχωρώντας ο χρόνος, ο άνθρωπος είναι καθαυτός Ένα. Δέν έχει καμμία διαφορά, ούτε και μέσω τής θεωρίας. Έτσι λοιπόν η ίδια η διαλεκτική, σαν μορφή τής ετερότητος, πρέπει να υπερβεί τον εαυτό της. Μόνον έτσι το κέντρο του ανθρώπου μπορεί να γίνει αμέσως ένα μόνο πράγμα με το κέντρο του όντος. (κακείνου γενόμενος έν έτσιν ώσπερ κέντρω κέντρον συνάψας. 10,16....).

Συνεχίζεται
Αμέθυστος. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...