Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΠΡΟΣ ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ (ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ)

Στυλιανός Δ. ΧαραλαμπίδηςΘεολόγος – Νομικός, Δρ. Θεολογίας, Μέλος του Κέντρου CEMES

1) Η Εκκλησία, από τα πρώτα κιόλας ιστορικά της βήματα, λειτούργησε ως Εκκλησία διαλεγόμενη, δηλ. ως κοινότητα, η οποία χωρίς φοβικά σύνδρομα, χωρίς ανούσιες κραυγές και στείρες συνθηματολογίες και χωρίς συμπλέγματα ανωτερότητας ή κατωτερότητας δεν δίσταζε να αναμετρηθεί γόνιμα και δημιουργικά με τον εκάστοτε και εκασταχού θεολογικό, φιλοσοφικό, κοινωνικό και πολιτιστικό της περίγυρο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, παρά την οξύτητα του λόγου τους, που  απορρέει από την ποιμαντική ευαισθησία τους και από την αγωνία διαφύλαξης της εκκλησιαστικής ενότητας, λειτούργησαν διαχρονικά ως πρότυπα διαλεκτικής. Άλλωστε, σύνολη η πατερική γραμματεία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας διαρκής και γόνιμος διάλογος με τα προβλήματα και τις προκλήσεις της εποχής της, αλλά και με τον εκάστοτε άλλον. Εκείνο που στιγματίζεται πάντοτε είναι η αίρεση και όχι ο αιρετικός, ο οποίος παραμένει μία ζωντανή, μοναδική και ανεπανάληπτη εικόνα του Θεού. Αυτό αποτελεί ένα μήνυμα με πολλούς αποδέκτες και ιδίως όσους καλλιεργούν την εσωστρέφεια και ευαγγελίζονται την απομόνωση, θεωρώντας την ως χαρακτηριστικό γνήσιας εκκλησιαστικής ζωής και υψηλού και “καθαρού” εκκλησιαστικού φρονήματος.
2) Μία ενδιαφέρουσα αντινομία καθιστά άκρως επίκαιρη την προσέγγιση του πατερικού λόγου: τόσο οι πολέμιοι όσο και οι υπέρμαχοι του διαθρησκειακού και κάθε άλλου διαλόγου επικαλούνται την πατερική παράδοση, για να θεμελιώσουν τις απόψεις τους. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο απαιτείται μία σοβαρή, γόνιμη και απροκατάληπτη προσέγγιση των πηγών, προκειμένου να φωτισθούν και να αναδειχθούν τα ουσιώδη.
3) Η προσέγγισή μας περιορίσθηκε στις δύο άλλες μεγάλες μονοθεϊστικές παραδόσεις, δηλ. τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ, και σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια με απώτατο όριο την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της έρευνάς μας τα πατερικά έργα που στρέφονταν κατά Ελλήνων ή – κατά τον προσφυή χαρακτηρισμό του καθηγητή Ν. Ματσούκα – κατά της “ελληνικής μήτρας της αίρεσης”. Και τούτο αφενός μεν διότι η ελληνική φιλοσοφία δεν συνιστά ένα συμπαγές και ομοιόμορφο όλον, αλλά εμπλουτίζεται από διαφορετικών αφετηριών και τάσεων “σχολές”, αφετέρου δε διότι η συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού υπήρξε γεγονός με τεράστιες συνέπειες και για τα δύο πνευματικά μεγέθη, η καταγραφή των οποίων απαιτεί μία ιδιαίτερη μελέτη.
4) Με βάση την τυπολογία α) της αποκλειστικότητας (exclusivism), σύμφωνα με την οποία μόνο η χριστιανική Εκκλησία κατέχει την αλήθεια και άρα ισχύει το περίφημο “extra ecclesiam nulla salus”, β) της περιεκτικότητας (inclusivism), η οποία διατείνεται ότι οι άλλες θρησκείες μετέχουν σε τμήματα της (παρόλα αυτά μοναδικής) χριστιανικής αλήθειας και γ) της σχετικότητας ή του πλουραλισμού (relativism or cultural pluralism), κατά την οποία όλες οι θρησκείες (συμπεριλαμβανομένου και του χριστιανισμού) κατέχουν τμήματα της αλήθειας, υποστηρίχθηκε ότι η πατερική παράδοση – κατά βάση – ακολουθεί τον πρώτο δρόμο, δηλ. την οδό της αποκλειστικότητας, χωρίς, ωστόσο, να λείπουν φωνές ή ιστορικές στιγμές που παραπέμπουν στην περιεκτική αντίληψη. Μία εξήγηση, όμως, είναι εδώ απαραίτητη. Η επιλογή της αποκλειστικότητας στην περίπτωση των Πατέρων της Εκκλησίας δεν θα πρέπει να συγχέεται με φονταμενταλιστικές εξάρσεις ούτε να ταυτίζεται με την υποτίμηση της θρησκευτικής εμπειρίας του άλλου. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι Πατέρες είναι κατά τεκμήριο ποιμένες και διδάσκαλοι, δηλ. υπεύθυνα εκκλησιαστικά πρόσωπα, επιφορτισμένα με την ευθύνη της διαφύλαξης της εκκλησιαστικής ενότητας, η οποία απειλείται από κάθε ετεροδιδασκαλία. Με άλλα λόγια, το κριτήριό τους είναι πάντα ποιμαντικό και σωτηριολογικό και γι’ αυτό αποκλειστικά εκκλησιαστικό. Εξάλλου, κρατεί στην πρακτική των Πατέρων της Εκκλησίας μία θεμελιώδης διάκριση, η οποία αφενός μεν εξηγεί τις διαφορετικές αποχρώσεις του πατερικού λόγου, αφετέρου δε λειτουργεί ως ερμηνευτικό κλειδί σε στιγμές λεκτικής έντασης. Πρόκειται για τη διάκριση ανάμεσα στην “ὑπέρ τῆς εὐσεβείας ἀντιλογία” από τη μια και στην “τῆς πίστεως ὁμολογία” από την άλλη. Η διαφορά έγκειται στο ότι “ἐπί μέν τῆς ἀντιλογίας οὐκ ἀνάγκη περί τάς λέξεις ἀκριβολογεῖσθαι τόν ἀντιλέγοντα…ἐπί δέ τῆς ὁμολογίας ἀκρίβεια διά πάντων τηρεῖται καί ζητεῖται”. Το ίδιο ποιμαντικό και σωτηριολογικό κριτήριο έχει το πρωτείο και στην περίπτωση του πολλάκις, ποικιλοτρόπως και υπό πολλών κακοποιηθέντος αξιώματος “extra Ecclesiam nulla salus”. Γνωρίζουμε ότι μέσα στον ιερό χώρο της Εκκλησίας έχει αποθησαυρισθεί η πληρότητα των αγιαστικών μέσων, αλλά δεν γνωρίζουμε ποιες διόδους χρησιμοποιεί ο Θεός για τη σωτηρία των εκτός της Εκκλησίας ανθρώπων με δεδομένη μάλιστα τη ρητή διαβεβαίωση ότι αφενός μεν ο Θεός “πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι και εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν” (Α΄ Τιμ. 2, 4), αφετέρου δε το “πνεῦμα ὅπου  θέλει πνεῖ” (Ιω. 3, 8).
5) Μία άκρως ενδιαφέρουσα θέση μέσα στην πατερική γραμματεία  συνιστά η περί “σπερματικού λόγου” θεωρία, η οποία κατά παράδοξο τρόπο δεν έχει τύχει ευρύτερης επεξεργασίας και αξιοποίησης στα πλαίσια του διαθρησκειακού, αλλά και του διαχριστιανικού διαλόγου, παρά τις τεράστιες δυνατότητες που προσφέρει. Η θεωρία αυτή, που αποτελεί σύλληψη του φιλοσόφου και μάρτυρος Ιουστίνου, αναγνωρίζει τη δυνατότητα ύπαρξης στοιχείων της εν Χριστώ αλήθειας και στην προ  Χριστού ανθρωπότητα. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία περιεκτική θεωρία, η οποία παράλληλα με την καθολικότητα και παγκοσμιότητα του απολυτρωτικού έργου του Χριστού και τη λεγόμενη “οικονομία του Αγίου Πνεύματος”, προσφέρει ένα ασφαλές υπόβαθρο για την οικοδόμηση των πάσης φύσεως διαλόγων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εκείνο που θα πρέπει, ίσως, να υπογραμμισθεί είναι το γεγονός ότι η περί “σπερματικού λόγου” θεωρία δεν συνιστά μία ιδιαιτερότητα της θεολογίας του Ιουστίνου ή απλώς μία στιγμή της πατερικής γραμματείας, αλλά διαπερνά την ορθόδοξη θεολογία με κυμαινόμενες κάθε φορά διατυπώσεις και εμφάσεις. Αυτόν τον “εκκλησιασμό” της περί “σπερματικού λόγου” θεωρίας, δηλ. την οργανική ένταξή της στον λειτουργικό χώρο και τον ευχαριστιακό τρόπο, υποδηλώνει η απεικόνιση εμβληματικών μορφών της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας μέσα σε ιερούς ναούς.


1 Περίληψη μελέτης δημοσιευθείσης στο περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ 84(2013), 2, σσ. 133 – 15

panorthodoxcemes.

ΣΧΟΛΙΟ: Μάς συγκίνησε αυτή η στυλάτη απομαγνητοφώνηση τής αερολογίας τού Ζηζιούλα. Ούτε μία γραμμή δέν ανταποκρίνεται στήν πραγματικότητα τής Πατερικής θεολογίας Πώς θά μπορούσε άλλωστε. Ο Ζηζιούλας είναι απλώς ο πατέρας τής αιρέσεως.

Αμέθυστος 

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ΕΧΕΙ ΦΩΤΟΓΕΝΕΙΑ Ο ΝΕΟΣ.ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΠΡΟΣΟΝ ΓΙΑ ΝΑ ΘΕΟΛΟΓΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ.
ASLAN

amethystos είπε...

Καί σ' αυτό τό σημείο είναι χωρισμένες οι δύο παρατάξεις. Οι μέν θεολογούν μέ τά τεκνά οι δέ μέ τά πουρά.

Ανώνυμος είπε...

ΓΙ'ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΩΝΑΖΩ ΑΓΑΠΗΤΕ ΑΜΕΘΥΣΤΕ.Η ΜΟΝΗ ΕΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΟΚ.
ASLAN

χαλαρωσε είπε...

προτεινετε και ο πουρες τεκνων. Καπου εκει ειναι ο Σταμουλης.

Ανώνυμος είπε...

Μη μου το (Χρυσοστο)Μάκη τάραττε.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...