Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Η κλειστή πόρτα τῆς ψυχῆς μας

     Metr. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ
serifis-doors[1]Ι. Καθώς ἡ πορεία μας στή Μεγάλη Τεσσαρακοστή μᾶς ὁδηγεῖ ἀπό δόξης εἰς δόξαν, γιά νά φθάσουμε βῆμα βῆμα νά ἀντικρύσουμε τήν ὑπέρτατη δόξα τῆς ᾿Εσταυρωμένης Θείας ᾿Αγάπης, τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τιμοῦμε σήμερα τή μνήμη τῆς ῾Οσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.
῾Η ῾Οσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἦταν μία ἁμαρτωλή, μία γυναίκα τῆς ὁποίας ἡ ἁμαρτωλότητα ἦταν γνωστή σέ ὅλους καί ὄχι μόνο στόν Θεό· ἴσως τή μικρότερη ἐπίγνωση αὐτῆς τῆς ἁμαρτωλότητας νά τήν εἶχε ἡ ἴδια, καθώς ἡ ἁμαρτία ἦταν ἡ ζωή της. Καί ὅμως, θέλησε κάποια μέρα νά προσκυνήσει τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου σέ μία ἐκκλησία.
Τό ὑπέρτατο κάλλος τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ ἔφθασε στήν καρδιά της καί τήν ἄγγιξε. ῞Οταν ὅμως ἔφθασε στήν πύλη τῆς ἐκκλησίας ἐκείνης, μιά δύναμη τήν ἐμπόδιζε νά διαβεῖ τό κατώφλι. ῾Ο Τελώνης δέν εἶχε ἐμποδιστεῖ νά σταθεῖ ἐκεῖ, ἐπειδή ἡ καρδιά του ἦταν συντετριμμένη· ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία δέν εἶχε συντετριμμένη καρδιά καί ἡ εἴσοδος στόν Ναό ἦταν ἀπαγορευμένη γι’ αὐτήν.
 Στεκόταν λοιπόν ἐκεῖ καί ἔνιωθε ὅτι ἡ κατάστασή της ἦταν ἀσύμβατη μέ τήν ἁγιότητα τῆς Παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς Θεοτόκου, πού εἶναι ὅ,τι ἱερότερο ὑπάρχει στή γῆ καί στόν οὐρανό. ῾Η ἐμπειρία αὐτή τή συγκλόνισε τόσο βαθιά, ὥστε ἐγκατέλειψε ὅλα αὐτά πού ἦταν ταυτισμένα μέ τήν ὕπαρξή της, ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο καί μέ μία ἄσκηση πού τά λειτουργικά μας βιβλία χαρακτηρίζουν ὡς «ἀκραία» ἀγωνίστηκε νά νικήσει τή σάρκα της, τήν ψυχή της, τίς ἀναμνήσεις της· ὅ,τι ἦταν ἁμαρτία, ἀλλά καί καθετί πού θά μποροῦσε νά τήν ὁδηγήσει μακριά ἀπό τόν Θεό. Καί ξέρουμε τώρα πόσο ἔνδοξη ὑπῆρξε ἡ ζωή της, τί ἄνθρωπος ἔγινε.
Τί μάθημα δίνει σ’ ἐμᾶς; Πόσες φορές ἔχει συμβεῖ νά χτυπήσουμε καί ἐμεῖς τήν πόρτα τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ἐπιχείρησε καί ἡ Μαρία νά μπεῖ στόν χῶρο τῆς Παρουσίας Του; Πόσες φορές προσπαθήσαμε νά προσευχηθοῦμε, νά Τόν πλησιάσουμε ἐν σιωπῇ; Πόσες φορές λαχταρήσαμε τόν Θεό καί πόσες φορές νιώσαμε ὅτι ἀνάμεσα στήν προσευχή μας καί σ’ Αὐτόν, ἀνάμεσα στή σιωπή μας καί σ’ Αὐτόν, ἀνάμεσα στή λαχτάρα μας καί σ’ Αὐτόν ὑπῆρχε ἕνα ἐμπόδιο πού δέν μπορούσαμε νά ὑπερπηδήσουμε; Φωνάξαμε, προσευχηθήκαμε σ’ ἕναν ἄδειο οὐρανό, στραφήκαμε πρός τίς εἰκόνες, κι αὐτές ἔμειναν σιωπηλές. Τό μόνο πού συναντούσαμε ἦταν ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, μιά ἀπουσία τόσο τρομακτική, ὄχι μόνον ἐπειδή δέν μπορούσαμε νά Τόν πλησιάσουμε, ἀλλά γιατί συνειδητοποιούσαμε ὅτι ἄν δέν Τόν πλησιάσουμε, ἡ ψυχή μας κείτεται ἄχρηστη, μέσα μας βασιλεύει τό κενό, ἕνα κενό πού ἄν συνεχιστεῖ, ἄν γίνει ἡ μόνιμη κατάστασή μας, θά σημάνει κάτι παραπάνω ἀπ’ τόν θάνατο· θά σημάνει τόν ἀπόλυτο χωρισμό. ᾿Αλλά καί πόσες φορές ἔχει χτυπήσει ὁ Θεός τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας!
 Θυμᾶστε τή φράση ἀπό τήν ᾿Αποκάλυψη· «᾿Ιδού ἵσταμαι ἐπί τήν θύραν καί κρούω…». Πόσες φορές -μέ τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, μέ τά γεγονότα τῆς ζωῆς μας, μέ τίς ἀδύναμες νεύσεις τῆς ψυχῆς μας, μ’ ἕναν ψίθυρο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, μέ ὅλους τούς τρόπους πού ὁ Θεός μεταχειρίζεται γιά νά μᾶς πλησιάσει- πόσες ἄραγε φορές δέν ἔχει χτυπήσει αὐτή τή θύρα καί πόσες φορές ἐμεῖς δέν ἐξασφαλίσαμε ὅτι θά παραμείνει κλειστή! ῎Η ἁπλῶς δέν φροντίσαμε νά ἀνοίξει, διότι ἤμασταν ἀπασχολημένοι ἐκείνη τή στιγμή μέ πράγματα σημαντικότερα γιά μᾶς ἀπό τή δική Του παρουσία πού ἐρχόταν νά μᾶς διακόψει καί νά μᾶς ἐνοχλήσει!
Καί πόσες φορές ἀρνηθήκαμε νά ἀνοίξουμε αὐτή τήν πόρτα, ἐπειδή ὁ ἐρχομός τοῦ Κυρίου θά σήμαινε τό τέλος κάποιων πραγμάτων πού ἦταν πολύτιμα καί μετροῦσαν γιά μᾶς… Καί ᾿Εκεῖνος στεκόταν χτυπώντας καί ἡ πόρτα μας ἦταν κλειστή στό πρόσωπό Του· ἀκριβῶς μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ὅλες οἱ πόρτες ἦταν κλειστές στό πρόσωπο τῆς Μητέρας Του καί τοῦ ᾿Ιωσήφ τή νύχτα τῆς Γεννήσεως…
Πιθανόν νά μήν τό βιώνουμε μέ τήν ἔνταση πού θά ἔπρεπε· καί ὅμως, γιά τόν καθένα μας, ἡ ἀπόδειξη εἶναι ἁπλῶς καί μόνο ὅτι βρισκόμαστε ἐδῶ, καί μαζί μέ ἑκατομμύρια ἄλλων ἀνθρώπων ἀντιληφθήκαμε κάποια στιγμή τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἀκούσαμε τόν χτύπο Του στή θύρα τῆς καρδιᾶς μας· πιθανόν νά ἀνοίξαμε μία χαραμάδα, νά ἀκούσαμε τί μᾶς ἔλεγε, νά εἴχαμε μία στιγμή ἐνθουσιασμοῦ, νά ζήσαμε ἔξαφνα γιά μία στιγμή, καί μετά νά κλείσαμε καί πάλι τήν πόρτα. ᾿
Επιλέξαμε τή μοναξιά μας, ἐπιλέξαμε νά εἴμαστε χωρίς Αὐτόν, νομίζοντας ὅτι ἔτσι θά εἴμαστε «ἐλεύθεροι» ἀπ’ Αὐτόν· ποτέ δέν εἴμαστε ἐλεύθεροι· ὄχι γιατί μᾶς σκλαβώνει, ὄχι γιατί μᾶς καταδιώκει. Ποτέ δέν εἴμαστε ἐλεύθεροι, ἐπειδή Αὐτός εἶναι τελικά ἡ ὑπέρτατη ἀναζήτηση ὅλης τῆς ὕπαρξής μας, γιατί Αὐτός εἶναι τό πλήρωμα τῆς ζωῆς, ἡ εὐφροσύνη τήν ὁποία νοσταλγοῦμε καί πού ματαίως τήν ζητοῦμε δεξιά κι ἀριστερά.
῾Η Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ἀντιμέτωπη μέ τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ἄρνησή Του νά τῆς ἐπιτρέψει νά εἰσέλθει στόν χῶρο τῆς Παρουσίας Του, ἀντιμέτωπη μέ μία κλειστή πόρτα μέσα της, ἔνιωσε ὅτι, ἄν δέν ἄνοιγε ἡ πόρτα αὐτή, ὅλα ἦταν μάταια. Καί ἀποστράφηκε καθετί πού στεκόταν ἀνάμεσα σ’ αὐτήν καί στόν Θεό, ἀνάμεσα σ’ αὐτήν καί στή ζωή, στήν πληρότητα, στήν εὐφροσύνη. Μήπως δέν εἶναι αὐτό ἕνα παράδειγμα, μιά κλήση, μιά εἰκόνα τοῦ τί θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ ζωή τοῦ καθενός μας;
Μά ἴσως ποῦμε· «Ναί, αὐτό ἴσχυε γιά ἐκείνην, ἦταν μία μέλλουσα ἁγία…». Καθένας ἀπό μᾶς ἔχει προσκληθεῖ νά ἐπικοινωνεῖ μέ τόν Θεό μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε ὁ Θεός καί ἐμεῖς νά μποροῦμε νά γινόμαστε ἕνα, νά γινόμαστε κοινωνοί θείας φύσεως, ζωντανά μέλη, ἀδελφοί, ἀδελφές, μέλη Χριστοῦ, νά γινόμαστε ναοί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, υἱοί καί θυγατέρες τοῦ Ζῶντος Θεοῦ! Αὐτή εἶναι ἡ κλήση μας· μπορεῖ αὐτό νά ἐπιτευχθεῖ μέ μόνες τίς δικές μας δυνάμεις; ῎Οχι, δέν μπορεῖ. ᾿Αλλά μπορεῖ νά τό κατορθώσει ὁ Θεός μέσα μας μόνον ἄν στραφοῦμε σ’ Αὐτόν μέ ὅλη μας τή διάνοια, ὅλη τήν καρδιά καί ὅλη τήν προσδοκία μας, ἀποφασιστικά.
Ναί, χρειάζεται ἀποφασιστικότητα, καί λαχτάρα, παθιασμένη, ἀπελπισμένη λαχτάρα… Καί τότε… τότε ὅλα γίνονται δυνατά. ῎Εχω συχνά θυμίσει ὅτι ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ζήτησε ἀπό τόν Θεό δύναμη γιά νά ἐκπληρώσει τήν ἀποστολή του, ὁ Κύριος τοῦ εἶπε, «᾿Αρκεῖ σοί ἡ χάρις μου, ἡ γάρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται…» (Β´ Κορ. 12, 9). Καί στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἔχοντας ὁλοκληρώσει τήν ἀποστολή του, ὁ Παῦλος, ἐν ἐπιγνώσει τῆς σημασίας τῶν λόγων του, εἶπε· «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ»…
῞Ολα λοιπόν εἶναι δυνατά, ἐπειδή ὁ Θεός δέν μᾶς καλεῖ γιά περισσότερα ἀπ’ ὅσα μπορεῖ νά ἐπιτύχει μέ μᾶς καί μέσα σ’ ἐμᾶς. Εἴμαστε τόσο ἀδύναμοι! ᾿Αλλά καί πόση ἐλπίδα καί ἔμπνευση μποροῦμε νά ἀντλήσουμε ἀπό κάθε ῞Αγιο, στό πρόσωπο τοῦ ὁποίου ξεδιπλώθηκαν καί τελειώθηκαν ἡ δόξα, ἡ δύναμη, ἡ νίκη, ἡ ἴδια ἡ ζωή! ῎Ας ἐμπνευσθοῦμε λοιπόν γιά ἄλλη μιά φορά ἀπό αὐτά πού ἀκοῦμε, ἀπό αὐτά πού ἀντλοῦμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο, τή Θεία Κοινωνία, τήν προσευχή, τή σιωπή καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Καί ἄς κάνουμε ἕνα ἀκόμη βῆμα μπροστά πρός τή θέα τῆς ἀγάπης Του πού θά φανερωθεῖ κατά τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα, στά τελευταῖα βήματα πρός τόν Γολγοθά, μέ τήν τελική νίκη τῆς Σταυρωμένης ᾿Αγάπης καί τῆς ᾿Αναστάσεως. ᾿Αμήν.
*
ΙΙ. Τήν πέμπτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς θυμόμαστε τήν ῾Οσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, καί εἶναι πολλά αὐτά πού μᾶς διδάσκει καί πού τά ἔχουμε ἀνάγκη. ῏Ηταν ἁμαρτωλή, δημόσια γνωστή, πειρασμός καί σκάνδαλο γιά τούς ἄνδρες. Πῶς ἔφθασε σ’ αὐτό τό σημεῖο, δέν τό ξέρουμε. Ποτέ δέν θά μάθουμε πῶς ἔγινε πόρνη, ἄν τό κακό ἦταν μέσα της, ἄν τήν ἀποπλάνησαν ἤ τή βίασαν… Αὐτό πού σίγουρα γνωρίζουμε εἶναι ὅτι μία μέρα ἦρθε σ’ ἕνα ναό τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ -ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τήν ἀπόλυτη ἀκεραιότητα- καί ξαφνικά ἔνιωσε ὅτι δέν μποροῦσε νά προχωρήσει μέσα. ῎
Ας μή φανταστοῦμε κάποια θαυμαστή ἐξωτερική δύναμη νά τήν ἐμποδίζει νά διαβεῖ τό κατώφλι· τό πιθανότερο -τό βέβαιο- εἶναι ὅτι ἡ δύναμη ἐρχόταν ἀπό μέσα της. ῎Ενιωθε τόν χῶρο τόσο ἱερό, καί τό πρόσωπο τῆς ῾Υπεραγίας Θεότοκου τόσο ἅγιο ὥστε, πῶς νά τολμήσει νά εἰσέλθει στόν τόπο τῆς παρουσίας Της καί νά σταθεῖ στά κράσπεδα τοῦ ναοῦ;
Αὐτό τῆς ἦταν ἀρκετό γιά νά συνειδητοποιήσει τό σκοτεινό της παρελθόν ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι μόνος ἕνας τρόπος ὑπῆρχε γιά νά βγεῖ ἀπό αὐτό· νά ἀποτινάξει τό κακό καί νά ἀρχίσει μία νέα ζωή. Δέν πῆγε νά ζητήσει συμβουλές, δέν πῆγε νά ἐξομολογηθεῖ· ἀναχώρησε ἔξω ἀπό τήν πόλη, στήν ἐρημιά, στήν καψαλισμένη ἔρημο ὅπου δέν ὑπῆρχε τίποτε ἄλλο παρά ἄμμος καί καύσωνας καί πείνα καί ἀπελπιστική μοναξιά.
 Αὐτό μᾶς διδάσκει κάτι πολύ μεγάλο. ῞Οπως πολύ συχνά ἔλεγε ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ στούς ἐπισκέπτες του, ἡ διαφορά ἀνάμεσα σ’ ἕναν ἁμαρτωλό πού εἶναι χαμένος καί σ’ ἕναν ἁμαρτωλό πού βρίσκει τόν δρόμο τῆς σωτηρίας ἔγκειται μόνο στήν ἀπόφαση. ῾Η χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντα ἐκεῖ, λείπει ὅμως ἡ δική μας ἀνταπόκριση.
῾Η Μαρία ἀνταποκρίθηκε! Συνειδητοποίησε μέ φρίκη τήν κατάστασή της, εἶπε τό δικό της ναί στήν ἁγιότητα, στή χάρη, στήν πληρότητα τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, καί τίποτε, μά τίποτε, δέν ἦταν ἱκανό πιά νά ἀντισταθεῖ στήν ἀπόφασή της νά ἀλλάξει ζωή. Χρόνο μέ τόν χρόνο, μέ νηστεία καί προσευχή, μέσα στήν ἀνυπόφορη ζέστη, στήν καταθλιπτική μοναξιά τῆς ἐρήμου πολέμησε ὅλο τό κακό πού εἶχε σωρεύσει στήν ψυχή της· ἐπειδή δέν εἶναι ἀρκετό νά συνειδητοποιήσουμε τό κακό, δέν ἀρκεῖ οὔτε καί ἡ ἀπόρριψή του μέ μιά ἁπλή πράξη θέλησης.
Τό κακό εἶναι παρόν στίς ἀναμνήσεις μας, στίς ἐπιθυμίες μας, στήν ἀδυναμία μας, στή σήψη πού φέρνει μαζί του. ῎Επρεπε νά μάχεται μιά ὁλόκληρη ζωή, ἀλλά στό τέλος αὐτῆς τῆς ζωῆς εἶχε νικήσει. Εἶχε ὄντως ἀγωνιστεῖ τόν καλόν ἀγώνα, εἶχε ἐξαλείψει κάθε κηλίδα, μποροῦσε νά εἰσέλθει στόν χῶρο τοῦ Θεοῦ· ὄχι σέ μιά ἐκκλησία, ὄχι σ’ ἕνα τόπο, ἀλλά στήν αἰωνιότητα.
Πολλά μπορεῖ νά μᾶς διδάξει· Οἱ χῶροι στούς ὁποίους τόσο ἐλεύθερα κινούμαστε (ἡ ἐκκλησία, ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, πού παρέμεινε καθαρή ἀπό τό κακό παρά τήν ἐξαιτίας μας ὑποδούλωση καί ὑποταγή της σ’ αὐτό) εἶναι τόσο ἅγιοι, πού ἐμεῖς δέν ἔχουμε θέση ἐκεῖ μέσα. Μόνο ἄν κάποια μέρα τό συνειδητοποιήσουμε αὐτό, τότε ἴσως νά θελήσουμε, ἀνταποκρινόμενοι μέ συναίσθηση, νά ἀποστραφοῦμε μέ φρίκη τόν ἑαυτό μας, καί μέ αὐστηρή ἀποφασιστικότητα νά στραφοῦμε ἐναντίον του. Τότε μόνο θά μπορέσουμε νά ποῦμε ὅτι ἀκολουθοῦμε τό παράδειγμά της.
Τό παράδειγμα τῆς ῾Οσίας μᾶς προσφέρεται ὡς ἐπιστέγασμα αὐτῆς τῆς ἄνοιξης τῆς ζωῆς πού εἶναι ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Πρίν ἀπό μιά ἑβδομάδα ἀκούσαμε τή διδασκαλία καί τήν πρόσκληση τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τῆς Κλίμακος, ὁ ὁποῖος ἔστησε γιά χατήρι μας μιά ὁλόκληρη σκάλα τελειότητας γιά νά ὑπερβοῦμε τό κακό καί νά πλησιάσουμε τό ἀγαθό.
Καί σήμερα βλέπουμε κάποιαν πού ἀπό τό ἔρεβος τοῦ κακοῦ ἀνέβηκε στά ὕψη τῆς ἁγιότητας, καί ὅπως ψάλλουμε καί στόν Κανόνα τοῦ ῾Αγίου ᾿Ανδρέου Κρήτης, «μάθε, ψυχή, πῶς δύναται Θεός, λεπρωθέντα βίον λευκᾶναι καί καθᾶραι· καί μή ἀπογνῷς σεαυτήν, κἄν ἐλεπρώθης». ῎Ας πάρουμε λοιπόν ἀπό τήν ῾Οσία καινούριο θάρρος, καινούρια ἐλπίδα, ὄντως καινούρια χαρά, ἀλλά καί ἄς δοῦμε τήν πρόκληση, τήν κλήση, διότι ματαίως ψάλλουμε τά ἐγκώμια τῶν ἁγίων ἄν δέν μαθαίνουμε ἀπό αὐτούς καί δέν ἁμιλλώμαστε μέ αὐτούς.
Ἀπό τό βιβλίο:
 ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΚΡίΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, πορεία ἀπό τό τριώδιο στήν ἀνάσταση
 Ἐκδ. «Ἐν πλῷ»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...