Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

ΤΟ «ΚΑΚΟ ΣΤΟΝ ΘΕΟ» (3)

Συνέχεια από:Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

ΤΟ «ΚΑΚΟ ΣΤΟΝ ΘΕΟ» 
Του Antonio Stevenazzi.
         
ΤΟ ΚΑΚΟ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ.
          
Related imageΟ Pareyson στην αρχή τού στοχασμού του γύρω απο το σκάνδαλο τού κακού δηλώνει κατηγορηματικά ότι «στην αντιμετώπισή τού προβλήματος τού κακού η φιλοσοφία, στην διάρκεια των αιώνων, απεδείχθη ελλειπής και μάλιστα ανεπαρκής».
          Υποστηρίζει λοιπόν την ανάγκη βοήθειας από τον μύθο, με την βαθειά και έντονη σημασία τού όρου, δηλαδή όχι με την έννοια τού παραμυθιού, που είναι μία τυχαία αφήγηση ή παράλογη διήγηση, αλλά με την έννοια τού «μύθου» σαν απόκτηση και κατοχή τής αλήθειας με τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο αυτή επιτρέπει την σύλληψή της, δηλαδή με μία απόκρυψη η οποία ακριβώς γι’αυτό είναι λαμπερή και αποκαλυπτική! Όπως για παράδειγμα η τέχνη και η θρησκεία, διότι ακριβώς εκεί το κακό και ο πόνος είναι παρόντα! Προφανώς πρέπει να αναφερόμαστε σε μία θρησκεία δυνατή και γόνιμη, όπως η Βιβλική για παράδειγμα, τής "ανθρώπινης πανυπαιτιότητος", στην οποία έρχεται σε συνάντηση στην Π.Δ. ο Θεός τού θυμού και τής ζήλειας και στην Κ.Δ. ο Θεός τού σταυρού. Και θα πρέπει να υπολογίσουμε μία τέχνη στιβαρή και δυνατή, όπως εκείνη τής τραγωδίας, ανελέητη, τρομακτική και βαθειά, όπως υπήρξε ή Ελληνική τραγωδία στον Αισχύλο και τον Σοφοκλή και όπως είναι σήμερα εκείνη η τραγωδία σε πέντε πράξεις που είναι τα μεγάλα μυθιστορήματα τού Ντοστογιέφσκι.
          Αυτή η προσφυγή στον μύθο όμως δέν σημαίνει και μία ταυτόχρονη παραίτηση απο την φιλοσοφία, αλλά μόνον από τήν αποδεικτική και αντικειμενοποιούσα, όπως είναι η μεταφυσική σκέψη! Πρόκειται λοιπόν για την πρόταση ενός νέου τύπου φιλοσοφίας, η οποία δέν βασίζεται στην αποδεικτική νόηση, αλλά στην ερμηνευτική σκέψη. Αλλά τί εννοούμε σαν ερμηνευτική σκέψη; Μία ερμηνεύουσα σκέψη η οποία εφαρμόζεται σε μία γνώση η οποία υπάρχει ήδη, μία αναμιμνήσκουσα σκέψη η οποία γνωρίζει αυτό που ήδη γνωρίζει, το αντικείμενό της δέν μπορεί να είναι το Είναι, αλλά η σχέση του ανθρώπου με το Είναι, η οντολογική πρόθεση, ουσιώδης στον άνθρωπο και στην οποία συνίσταται ο άνθρωπος. Ο Λόγος για την αλήθεια είναι έμμεσος, διότι αντλεί την αλήθεια στην πρωτογενή αλληλεγγύη με το ανθρώπινο πρόσωπο, και αυτός δέν μιλά για το απόλυτο, αλλά για την ανθρώπινη συνείδηση τού απολύτου, συνείδηση την οποία δέν έχει μάλλον ο άνθρωπος αλλά μάλλον είναι. Ο Φιλοσοφικός στοχασμός για τον μύθο και στον μύθο πρέπει να παραιτηθεί απο μία απομυθοποίηση η οποία προτίθεται να αντικαταστήσει τον λόγο στον μύθο ή να μεταφράσει το περιεχόμενο σε φιλοσοφική μορφή. Προτίθεται αντιθέτως τόσο να συγκεντρώσει και να φωτίσει την σημασία όσο και να αναπτύξει την καθολικότητά του. Η Ερμηνευτική σκέψη δέν καταστρέφει τον μύθο, αλλά δέν σταματά την εμβάθυνσή του ενεργοποιημένη απο αυτόν, είναι κατά βάθος ο ίδιος ο μύθος ο οποίος, ερωτώμενος καταλλήλως φανερώνει την σημασία του, δίνοντας την ώθηση και ενεργοποιώντας εντός του έναν ανεξάντλητο στοχασμό ο οποίος δέν θα αποκορυφωθεί σε κάποιον καθορισμό, αλλά θα τροφοδοτήσει μία άπειρη ερμηνεία. Ο μύθος είναι για τον λόγο ταυτοχρόνως πηγή, βάση, ερέθισμα, ξεκίνημα,  συνοδεία. Η έρευνα του Pareyson λοιπόν είναι μία έρευνα του θρησκευτικού μύθου. Σαν ερμηνευτική δέν είναι οντική αντικειμενική μεταφυσική  αλλά υπαρξιακή οντολογία. Σαν επανάσταση στον θρησκευτικό μύθο, δέν είναι ούτε Θεολογία, ούτε φιλοσοφία της θρησκείας, ούτε θρησκευτική φιλοσοφία, αλλά φιλοσοφική ερμηνεία τής θρησκευτικής εμπειρίας ή της θρησκευτικής συνειδήσεως. Τελικώς παρουσιάζεται σαν ένας φιλοσοφικός αναστοχασμός  του Χριστιανισμού, κατανοημένος σαν εμπειρία τής πίστεως στον απαραίτητο υπαρξιακό του χαρακτήρα και ταυτοχρόνως σαν πρωτογενής και πρωτότυπη ερμηνεία τής αλήθειας. Σ’αυτή την ανώτερη σημασία ο Χριστιανισμός είναι μύθος.       
          Είναι στοχασμοί προκλητικοί, όπου αναγνωρίζεται όλη ή προβληματική τής σχέσεως φιλοσοφίας-Θεολογίας, η οποία μετά την ρήξη τής παραδοσιακής σχέσης και την υπέρβαση τού μοντέλου τής κατανομής των υλικών αντικειμένων (ο Θεός τής νοήσεως και ο Θεός τής αποκαλύψεως) φαίνεται σήμερα ότι πρέπει να ορισθεί! Φυσικά μία τέτοια εργασία γίνεται επείγουσα σ’εκείνη την ευαίσθητη κατάσταση τής αμοιβαίας σχέσεως η οποία οικοδομείται ανάμεσα στην φιλοσοφία και την Θεολογία όταν η πρώτη προσπαθεί να ερμηνεύσει εκείνη την ίδια Χριστιανική Θρησκευτική εμπειρία απο την οποία ξεκινά η Θεολογία, μέχρι να φθάσει, όπως στην περίπτωση του Pareyson και πρίν απο αυτόν σε συγγραφείς όπως ο Πασκάλ, ο Κίρκεγκαρντ, ο Ντοστογιέφσκι και ο Marcel, να ισχυρισθεί ότι η Χριστιανική ύπαρξη είναι καθαυτή μία πρωτότυπη και πηγαία ερμηνεία τής αλήθειας, την οποία ή φιλοσοφία μπορεί να επεξεργαστεί σαν «φιλοσοφική ερμηνεία μίας υπαρξιακής εμπειρίας». Σ’αυτή την περίπτωση πράγματι σύμφωνα με τον Ράνερ τα σύνορα ανάμεσα στις δύο επιστήμες είναι πρακτικώς ρευστά! Και για τον Ferretti το μεγαλύτερο μέρος των προτάσεων για να διατηρηθεί η διάκριση ανάμεσα στην φιλοσοφία και την Θεολογία είναι ανεπαρκείς και προτείνει μία ανάγνωση απλά ερμηνευτική τής διαφοράς ανάμεσα στις δύο επιστήμες. Σύμφωνα μ’αυτή την ανάγνωση ο σκοπός των δύο κλάδων γνώσεως, στους οποίους αναφερόμαστε είναι κοινός, δηλαδή είναι η ερμηνεία και ο φωτισμός με καθολικίζοντα τρόπο τής ίδιας τής Χριστιανικής εμπειρίας της αλήθειας. Η διαφορά τους συνίσταται στο γεγονός ότι ανήκουν σε δύο διαφορετικές ερμηνευτικές παραδόσεις, εκ των οποίων η μία είναι ριζωμένη στην φιλοσοφική παράδοση, με κατηγορίες, μεθόδους και ιδιαίτερες προθέσεις και η άλλη στην Θεολογική παράδοση, στην συνεχή αναφορά στις πηγές της Γραφής και σε σχέση με τις δογματικές διατυπώσεις. Αυτή η διάκριση μοιάζει περισσότερο περίγραφική παρά θεμελιακή, αλλά το γεγονός ότι η συζήτηση είναι ακόμη ανοιχτή δείχνει όλη την δυσκολία του θέματος! Ένα θέμα το οποίο καθίσταται πιό σύνθετο απο το γεγονός ότι, η εννοιολόγηση τής φιλοσοφικής νοήσεως η οποία παρουσιάζεται σ’αυτούς τους συγγραφείς ιδιαιτέρως στον Κίρκεγκαρντ και τον Pareyson, αλλά μ’αυτούς στον δεύτερο Σέλλινγκ, τον Benjamin, τον Λεβινάς και τέλος στον Χάιντεγκερ, δέν είναι «ή εξαντικειμενοποιούσα νόηση ή η οικοδομούσα το δικό της αντικείμενο, αλλά η «δεκτική» νόηση ή καλύτερα η «αποκαλυπτική» και «ερμηνεύουσα» ταυτοχρόνως, καθότι αφιερωμένη στην ανάγνωση τής οντολογικά αποκαλυπτικής σημασίας των ιστορικών γεγονότων ή των προσωπικών, ανάμεσα στα οποία μια ιδιαίτερη θέση κατέχουν ακριβώς οι θρησκευτικές εμπειρίες!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...