Δευτέρα 4 Ιουλίου 2022

Οι δρόμοι των Φραγκισκανών

 Αποσπάσματα από το 9ο κεφάλαιο του βιβλίου του Franco Alessio "Ιστορία της Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας" από τις εκδόσεις ΤΡΑΥΛΟΣ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Οι δρόμοι των Φραγκισκανών

9.1 Ντουνς Σκώτος

Ντουνς Σκώτος (John Duns Scotus, 1256-1308): Σύντομη και έντονη, η ζωή αυτού του Φραγκισκανού θεολόγου έχει λίγους σταθμούς με ξεχωριστή σημασία. Εισέρχεται στο Τάγμα γύρω στο 1281, βρίσκεται στο Studium της Οξφόρδης το 1290, αργότερα στο Studium του Παρισιού (γύρω στο 1293-1296), και για δύο χρόνια διδάσκει ιερή Θεολογία. Βρίσκεται στο Παρίσι το 1305 και το 1307. Το Τάγμα τον στέλνει στην Κολωνία, όπου πεθαίνει την επόμενη χρονιά. Τεράστια (και όχι πλήρως ξεκαθαρισμένη ως προς την πατρότητα) η σειρά των έργων του, μεταξύ των οποίων (κείμενο υποχρεωτικό για τον magister sacrae theologiae – τον δάσκαλο της ιερής Θεολογίας) το Σχόλιο στον Πέτρο Λομβάρδο (Πρόκειται για το έργο Sententiarum Libri Quattuor, για το οποίο γράφτηκαν πάνω από χίλια τετρακόσια Σχόλια, καθώς για αιώνες χρησίμευε ως εγχειρίδιο της Θεολογίας. Ο μαθητής του Αβελάρδου και επίσκοπος στο Παρίσι, Πέτρος Λομβάρδος, γεννήθηκε το 1100 και πέθανε το 1164). Με τη θεολογική του σκέψη, πέρα από τη φιλοσοφική, συνδέεται ένα πλήθος από magistri λιγότερο ή περισσότερο επιφανών, του 14ου αιώνα, σχεδόν μελών μιας παράδοσης-traditio, ή μιας σκωτικής κατεύθυνσης στο Studium του Παρισιού, όπως σε εκείνο της Οξφόρδης (σκωτική σχολή).

Κανένα παραδοσιακό σχήμα στη διάρκεια του 14ου αιώνα δεν άλλαξε μονομιάς, ούτε στον χώρο του πολιτισμού, ούτε σ' εκείνον των θεσμών, ούτε, τέλος, σ' εκείνον των μεγάλων Πανεπιστημίων. Θα ήταν λάθος να παραβλέψουμε αυτό το οποίο, προπαντός στο πεδίο της σκέψης, συνεχίζεται, από τον 13ο αιώνα και μετά. Θα ήταν, όμως, επίσης λάθος να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι η προαναφερθείσα συνέχεια αποτελεί μια παράμετρο η οποία κάθε φορά επικαλύπτει εξωτερικά μόνο διάφορες θεωρίες και καταστάσεις και στην ουσία αποκρύπτει τις αντιθέσεις και τους διχασμούς. 

Τίποτα δεν αποδεικνύει καλύτερα αυτά τα δύο επίπεδα συγκρούσεων από τις τελείως διαφορετικές διαδρομές που έχουν διανύσει δύο μεγάλοι δάσκαλοι, ο Ντουνς Σκώτος και ο Όκκαμ, οι οποίοι, με μικρή χρονική απόσταση, ανήκουν στο ίδιο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και φορούν το φραγκισκανικό ράσο. Η μεγάλη διαφορά στην πορεία τους σηματοδοτείται από τη συνέχεια της παράδοσης του 13ου αιώνα της Σχολής της Οξφόρδης, την οποία ο Ντουνς Σκώτος εκπροσωπεί, και από τη ρήξη που επήλθε μ' αυτή την παράδοση από τον Όκκαμ. Μια ανάλογη διαφορά μεταξύ των δύο ανδρών φαίνεται και από το γεγονός ότι ο Ντουνς Σκώτος συνδέεται με την παράδοση του 13ου αιώνα του αγγλικού φραγκισκανισμού, ενώ ο Όκκαμ αντιπροσωπεύει έναν άλλο φραγκισκανισμό (τον λεγόμενο «πνευματικό»), που έχει εξεγερθεί εναντίον του Τάγματος και της Εκκλησίας.

Αυτό που ξεχωρίζει αμέσως στη σκέψη του Ντουνς Σκώτου είναι η καινούργια ριζοσπαστική προσέγγιση της θεολογικής, μεταφυσικής και φιλοσοφικής σκέψης. Το ριζοσπαστικό στοιχείο γίνεται αντιληπτό πολύ καθαρά μέσα από τον τρόπο με τον οποίο αναλύει τις σχέσεις μεταξύ της Φιλοσοφίας, της Μεταφυσικής και της ιερής Θεολογίας, όπου η σύγκρουση με τις θέσεις του Θωμά του Ακινάτη είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Ο Ντουνς Σκώτος δεν πρόκειται να επιδιώξει τη σύγκλιση ή να υπογραμμίσει την σχέση αναλογίας ανάμεσα στη Μεταφυσική και την ιερή Θεολογία, αλλά αντίθετα πρόκειται να τονίσει καθαρά τις διαφορές τους. Η παρουσίαση των διαφορών τους ισοδυναμεί για τον Ντουνς Σκώτο με την αποφυγή δύο παρανοήσεων που πρέπει να αποτραπούν για διαφορετικούς λόγους.

Η πρώτη σύγχυση είναι η αβερροϊκή, που παρουσιάζει την αριστοτελική Μεταφυσική ως αληθινή Θεολογία και αποδίδει στη Μεταφυσική τη δυνατότητα να πραγματεύεται το ζήτημα του Θεού ανεξάρτητα από όσα ο Θεός αποκάλυψε για τον εαυτό του. Εμείς, γνωρίζουμε για τον Θεό μόνο όσα ο ίδιος ο Θεός θέλησε να μας αποκαλύψει για τον εαυτό του. Η Μεταφυσική δεν μπορεί να μιλάει για τον Θεό. Μπορεί να μιλάει θεμιτά μόνο για το Ον ως ον, για το Άπειρο Όν και το πεπερασμένο Ον. Όμως, για τον Θεό ως Θεό δεν μπορεί να μιλάει με κανένα τρόπο. Η ιδέα του Θεού δεν είναι λογική-μεταφυσική. Είναι η ιδέα που έχουμε για Εκείνον μόνο από το γεγονός ότι ο ίδιος μάς αποκαλύφθηκε στο βαθμό που επιθυμούσε. Γι' αυτό, το αντικείμενο της Θεολογίας (ο Θεός ως Θεός που έχει αποκαλυφθεί) και το αντικείμενο της Μεταφυσικής (το ον ως ον) είναι διαφορετικά και, επομένως, καμιά σύγχυση δεν πρέπει να γίνεται μεταξύ των δύο αντικειμένων και, κατ' επέκταση, μεταξύ της Μεταφυσικής και της Θεολογίας.

Η Ιερή Θεολογία και η Μεταφυσική 

Η παραπάνω πρώτη αποσαφήνιση στη διάκριση ανάμεσα στη Μεταφυσική και την ιερή Θεολογία μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει άλλη Θεολογία από την ιερή. Δεν υπάρχει μία ιερή Θεο λογία βασισμένη στην Αποκάλυψη και μία δεύτερη Θεολογία βασισμένη στη λογική και την εμπειρία, όπως είναι η «φυσική» ή «ορθολογική» Θεολογία. Υπάρχει –και δεν μπορεί παρά να υπάρχει– μόνο μία Θεολογία: η ιερή, που βασίζεται στην Αποκάλυψη. Και η άλλη; Η άλλη, η «φυσική» ή «ορθολογική» Θεολογία, αποτελεί καρπό μιας άλλης σύγχυσης που προέρχεται από τη θεωρία του Θωμά του Ακινάτη. 

Επιστήμη και Πράξις

Η ιερή Θεολογία –η μόνη δυνατή – αφ' εαυτής δεν συνιστά με τίποτα επιστήμη. Είναι μία γνώση που σχετίζεται αποκλειστικά με τη σωτηρία. Με την ιδιότητα αυτή, σχετίζεται με τον σκοπό που ο Ντουνς Σκώτος αποκαλεί πράξις (praxis), δηλαδή, ζωή, δραστηριότητα, και όχι ενατένιση και επιστήμη. Αυτό σημαίνει ότι την ιερή Θεολογία δεν μπορεί κάποιος να τη σπουδάσει ούτε να εισδύσει στο εσωτερικό της από απλή επιθυμία να τη γνωρίσει. Μπορεί να εισδύσει σ' αυτή, μόνο επειδή -και στο βαθμό που είναι- διδασκαλία της σωτηρίας μας ενώπιον του Θεού. Στην Αποκάλυψή του, ο Θεός μάς έδωσε διδάγματα και παραινέσεις, γιατί εμείς δεν θα μπορούσαμε να τα εξετάσουμε επιστημονικά, παρά μόνο να πράξουμε και να προάγουμε τις αρετές μας. Την Αποκάλυψή του ο Θεός μάς την πρόσφερε με σκοπό νά πούμε ότι υπάρχει μία Θεολογία «ορθολογική» που είναι επιστήμη, σημαίνει ότι συγχέουμε τον πραγματικό και ξεχωριστό σκοπό της ιερής Θεολογίας με τον πραγματικό και ξεχωριστό σκοπό της Μεταφυσικής. Μόνο η Θεολογία είναι πράξις (praxis) και μόνο η Μεταφυσική είναι επιστήμη (scientia). Επειδή, λοιπόν, η Θεολογία δεν είναι επιστήμη, έτσι και η Μεταφυσική δεν έχει καμιά σχέση με τη σωτηρία.

Το συμπέρασμα που βγαίνει από αυτή τη διάκριση συνιστά έναν διπλό ορισμό: η ιερή Θεολογία είναι το μοναδικό δόγμα που μιλάει για τον αληθινό Θεό, τον αποκεκαλυμμένο, και, ως τέτοια, αποτελεί διδασκαλία πράξεων που μας οδηγούν στο δρόμο της σωτηρίας. Η Μεταφυσική δεν μπορεί κυριολεκτικά να μιλήσει για τον Θεό, είναι ξεχωριστή επιστήμη, και από τη φύση της δεν έχει ούτε αντικείμενα, ούτε σκοπούς θεολογικής φύσεως. Για δύο λόγους η Μεταφυσική δια φέρει από την ιερή Θεολογία: α) λόγω του ίδιου της του αντικειμένου και β) λόγω του ότι είναι επιστήμη. Αν θέλουμε να κυριολεκτήσουμε, μόνο αυτή είναι επιστήμη. Η Θεολογία είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από επιστήμη.

Αναγκαιότητα της Επιστήμης

Μπορούμε, συνεπώς, να περιοριστούμε σε μια πιο συγκεκριμένη θεώρηση για τη φύση της Μεταφυσικής, του αντικειμένου της και της μεθόδου της, στο βαθμό που είναι επιστήμη. Για την ίδια τη Μεταφυσική ο Ντουνς Σκώτος δεν έχει αμφιβολίες: είναι κάτι περισσότερο από δυνατή, είναι αναγκαία. Την αναγκαιότητά της μπορούμε εύκολα να την αναγνωρίσουμε: τίθεται εξ ορισμού. Αποτελεί την ενότητα της θεωρίας, δηλαδή, της ίδιας της επιστημονικότητας. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως, δεδομένου ότι υπάρχουν ειδικές επιστήμες όπως η Φυσική, τα Μαθηματικά, η Αστρονομία, κλπ., δεν μπορεί να μην υφίσταται ένα κοινό πεδίο για όλες αυτές από το οποίο να εξάγουν τις γενικές αρχές που τις καθιστούν αυτό που είναι: επιστήμες. 

Με άλλα λόγια, το ανατρεπτικό επιχείρημα του Ντουνς Σκώτου είναι το εξής: αν υπάρχουν –όπως υπάρχουν– οι επιστήμες, υπάρχει αναγκαστικά και η επιστημονικότητα ή κάτι που, πέρα από τις διαφορές τους, είναι ταυτόσημο και κοινό σε όλες τις ειδικές επιστήμες. Η Μεταφυσική εξασφαλίζει και αποτελεί την ενότητα και την «κοινή στέγη» της επιστημονικής θεωρίας: είναι η «επιστήμη των αρχών» που αποτελούν -ως επιστήμες- όλες τις επιστήμες· είναι όπως η ρίζα της γνώσης από όπου ανεβαίνει η λύμφη (το υγρό που τρέφει τα ανθρώπινα κύτταρα και απομακρύνει τα μη αναγκαία προϊόντα του μεταβολισμού από τα τριχοειδή αγγεία) που τροφοδοτεί τους κλάδους των επιστημών και όλης της γνώσης. Έτσι, εδώ, η Μεταφυσική εμφανίζεται διαφορετική από την ερμηνεία του Θωμά του Ακινάτη, για τον οποίο αντιπροσώπευε μια επιστήμη ανάμεσα στις άλλες, χωρίς καμιά δυνατότητα να αποτελέσει τη θεωρητική ενότητα όλης της γνώσης. Για τον Ντουνς Σκώτο, η Μεταφυσική είναι η ενότητα της γνώσης. Μετά τις παραπάνω αποσαφηνίσεις επιβάλλεται να υπογραμμίσουμε το εξής η Μεταφυσική δεν είναι μία επιστήμη ανάμεσα στις άλλες, μια οποιαδήποτε επιστήμη, αλλά εκείνη που τροφοδοτεί τις άλλες, η επιστήμη των επιστημών (scientia scientiarum), στην οποία αποκτούν ενιαία μορφή είτε το αντικείμενο, είτε οι μέθοδοι των επιμέρους επιστημών. Με τον τρόπο αυτό, η Μεταφυσική καταλαμβάνει την κορυφή της γνώσης από την οποία διοχετεύεται παραγωγικά (από το όλον προς το μέρος) προς τις διάφορες επιστήμες το στοιχείο που είναι κοινό σε όλες τις επιστήμες. Μετά, καθεμία είναι ελεύθερη να προσθέσει σ' αυτό το μοναδικό και κοινό στοιχείο ό,τι θεωρεί ως ιδιαίτερο και δικό της. Αυτή η εικόνα της σχέσης μεταξύ Μεταφυσικής και επιστημών παρουσιάζει αντεστραμμένη την εικόνα της Μεταφυσικής που προτείνει ο Θωμάς ο Ακινάτης, ως γνώση που ανάγεται στον κόσμο της εμπειρίας με το εργαλείο της αφαίρεσης. Για τον Θωμά, η Μεταφυσική είναι κατεξοχήν αφηρημένη επιστήμη. Τη φτιάχνουμε κοσκινίζοντας ιδεατά ολόκληρο τον κόσμο της εμπειρίας και συγκρατώντας στο κόσκινο της μεταφυσικής αφαιρετικής διαδικασίας λίγα μόνο βασικά χαρακτηριστικά, που προέρχονται από τις εμπειρίες μας, από τον κόσμο στον οποίο κατοικούμε. Αυτή η εικόνα της Μεταφυσικής ως αφαιρετικής εμπειρικής διαδικασίας, απορρίπτεται. Εκείνο που, σε σχέση με τη Μεταφυσική εμφανίζεται στον Ντουνς Σκώτο, είναι  η ιδέα ότι η Μεταφυσική είναι καθεαυτήν μία αντίληψη καθαρή που προκύπτει από αρχές, ανάλογη με εκείνη που ο Ευκλείδης τοποθετεί στο κορυφαίο σημείο εκκίνησης της γεωμετρίας: τα αξιώματα.

Μεταφυσική και θέαση

Στην ευκλείδεια γλώσσα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ντουνς Σκότος εννοεί τη Μεταφυσική ως την αξιωματική «κορυφή» ενός ενιαίου συστήματος, του οποίου το σώμα αποτελείται από τις ιδιαίτερες επιστήμες ως «θεωρήματα». Με την έννοια αυτή, η Φυσική δεν είναι «αφηρημένη» επιστήμη: είναι άμεση ενορατική θέαση εκ μέρους της σκέψης, εκ μέρους του νου, των «αξιωμάτων», ή άμεση ενορατική θέαση εκ μέρους του νου των αρχών της γνώσης. (Σημ.: Η ενόραση γενικά ορίζεται ως η διαδικασία με την οποία μπορεί να συλληφθεί οτιδήποτε κατά τρόπο άμεσο. Αντιδιαστέλλεται προς τη γνώση που είναι αποτέλεσμα λογικών προτάσεων μέσω της επεξεργασίας της σκέψης, του νου. Παραδείγματα ενορατικής γνώσης αποτελούν τα αξιώματα, οι αναφορές σε υπερφυσικά ζητήματα, όπως η πίστη στον Θεό, το προαίσθημα κλπ).

Με την ίδια έννοια, ολόκληρο το σύστημα της γνώσης προβάλλεται, όχι τόσο σαν σκόρπια ακολουθία, διαφορετική, χωρίς συνδέσεις, με διάφορα αποτελέσματα από τις αφαιρετικές διαδικασίες, όσο σαν ένα παραγωγικό σύστημα μέσα στο οποίο το αληθινό εργαλείο της επιστημονικότητας είναι, οπουδήποτε, η παραγωγή (deductio). Ακόμη και μ' αυτή την έννοια, πρέπει να τονίσουμε ότι το πραγματικό σημείο εκκίνησης των επιστημών στον Ντουνς Σκώτο συνίσταται, όχι σε μία συγκεκριμένη ενόραση, την καθορισμένη από τα δεδομένα της εμπειρίας, αλλά από την ενόραση ή νοητική σύλληψη των καθολικών και αναγκαίων, μη καθορισμένων, μη εξειδικευμένων «αρχών» της γνώσης. 

Οξφόρδη

Το στοιχείο που προβάλλεται σε όλα αυτά είναι η ομαλή, χωρίς άλματα, άμεση συνέχιση του ιδεώδους της φραγκισκανικής κατεύθυνσης «σχολής» της Οξφόρδης του 13ου αιώνα, η οποία αποτελεί συγχρόνως και το ιδεώδες της επιστήμης που αναζητεί την παραγωγική ακρίβεια με βάση, όπως ήδη αναφέραμε, τη μέθοδο της παραγωγής (deductio). Ο Ντουνς Σκώτος είναι και παραμένει οξφορδιανός μεταφυσικός.

Όλα αυτά μάς οδηγούν αναγκαστικά στο εξής ερώτημα: ποιο είναι «το πρώτο αντικείμενο της νόησης»; Με άλλα λόγια: τι είναι αυτό που βρίσκεται ακριβώς πριν από την νοητική, ενορατική θέαση του νου του μεταφυσικού και είναι αλληλένδετο μ’ αυτή; Μήπως όλη η γνώση στηρίζεται ενιαία σ' αυτή τη θέαση, την απόλυτα καθαρή, τη μη προερχόμενη από την εμπειρία και από την «αφαιρετική» διαδικασία; Απ' αυτή την πρωταρχική ενορατική θέαση της σκέψης ξεκινά η παραγωγική αλυσίδα που προσφέρει τη λύμφη και την τροφή των αρχών στη γνώση, η οποία απαρτίζεται από πολλές επιστήμες, που ενοποιούνται όλες από την ενότητα της μεταφυσικής σύλληψης. Τι «βλέπει» από μόνη της, στην αμιγή της κατάσταση, η σκέψη καθεαυτήν; 

Το ον ως ον

Το πρώτο «αντικείμενο» της μεταφυσικής θέασης είναι, όχι το αφηρημένο ον του Θωμά Ακινάτη, αλλά το ον ως ον, η ολότητα του όντος. Η σκέψη ενός μεταφυσικού έχει μπροστά της ενορατικά και άμεσα, όχι μόνο ένα ον που είναι πέτρα ή ένα άλλο που είναι μήλο ή ένα τρίτο ον, που είναι κάποιο άτομο το οποίο ανήκει στο είδος «άνθρωπος». Το ον ως ον βρίσκεται πέρα απ' όλα αυτά τα τμήματα, τα μέρη, τα κομμάτια, τις συγκεκριμένες και ιδιαίτερες μορφές του όντος, οι οποίες συνιστούν τα όντα στον πληθυντικό. Το ον ως ον προηγείται όλων εκείνων των υποδιαιρέσεων, που παρεμβαίνουν στην αδιαίρετη μορφή του και δίνουν την αφορμή να διαιρεθεί στα όντα, δηλαδή, στα ιδιαίτερα μέρη που το προσδιορίζουν. Επομένως, το ενιαίο ον είναι κοινό σε όλα τα όντα· το ον που συλλαμβάνεται ως μη διαιρεμένο ακόμα σε όντα, είναι αυτό που, για τη σκέψη, ισοδυναμεί με τη θέαση της πρωταρχικής ενότητας, του πρώτου αντικειμένου. Τα φυσικά μας μάτια πέφτουν σε ξεχωριστά και συγκεκριμένα όντα.

Το νοητικό μάτι του μεταφυσικού πέφτει, κυρίως, στο «αντικείμενο» και σχετίζεται με την καθολική του «θέαση» η οποία τον βοηθά να βλέπει τι είναι και πώς είναι το ον. Μοιάζει με αντίληψη όλου του κόσμου των όντων από τέτοιο ύψος, ώστε το μόνο που μπορεί να διακρίνει κανείς συγκεχυμένα είναι το κοινό στοιχείο των όντων, τα οποία κατορθώνουμε να δούμε καθαρά μόνο αν κατέλθουμε από τη νοητική θέαση στο επίπεδο της φυσικής όρασης, η οποία στρέφεται σε πολλάπλές και συγκεκριμένες μορφές. Με την έννοια αυτή, το ον ως ον είναι ένα είδος μεταφυσικού συγγενή του χώρου των αξιωμάτων της Γεωμετρίας του Ευκλείδη. Αυτός ο χώρος δεν είναι συγκεκριμένος, που καταλαμβάνει, για παράδειγμα, ένα δωμάτιο ή η Ευρώπη: είναι ο χώρος ως χώρος, ο οποίος προηγείται όλων των χώρων και του οποίου οι επιμέρους χώροι συνιστούν τμήματά του. Όπως η ευκλείδεια Γεωμετρία «εργάζεται» σ' αυτόν τον καθαρό και μη καθορισμένο χώρο και τον «βλέπει» γεμάτο σημεία, ευθείες και τμήματα, έτσι και ο μεταφυσικός Σκώτος ή ο μεταφυσικός της σκωτικής σχολής της Οξφόρδης «εργάζεται » νοητικά, εξετάζοντας αυτό το καθαρό και απαλλαγμένο από κάθε προσδιορισμό ον ως ον. Με τον τρόπο αυτό θεμελιώνει την επιστήμη της Μεταφυσικής.

Η πρώτη θεωρία που μπορούμε να διατυπώσουμε, δεν απομακρύνεται από τη θέαση, αλλά τη διαπερνά: διαπερνά το ον, ερευνά το εσωτερικό του και «βλέπει» από τι είναι φτιαγμένο αυτό το ον ως ον, το «καθαρό» από κάθε συγκεκριμένο προσδιορισμό. Η θεωρία αυτή φαίνεται ότι συγγενεύει πολύ με την αντίστοιχη θεωρία του Ευκλείδη που ερευνά το εσωτερικό μέρος του καθαρού χώρου και βλέπει πώς είναι φτιαγμένος (πριν από οποιονδήποτε προσδιορισμό του χώρου) ο χώρος ως χώρος. 

Τα  υπερβατικά γνωρίσματα

Ο Ευκλείδης υποστηρίζει ότι ένας τέτοιος χώρος είναι ομοιογενής, ισότροπος, απεριόριστα συνεχής και τρισδιάστατος. Κατ' αναλογία: τι βλέπει μέσα στο καθαρό ον, στο ον ως ον, η νοητική, ενορατική σκέψη του Μεταφυσικού; Συγκεντρώνεται κατευθείαν σ' ένα πλαίσιο: στα συστατικά που αποτελούν το καθαρό ον, το οποίο, χωρίς να πάψει καθόλου να είναι απολύτως καθαρό, απροσδιόριστο και αδιαίρετο (ο Ντουνς Σκώτος χρησιμοποιεί την έκφραση «μονοσήμαντο ον»), έχει δική του μορφή και ιδιότητες που είναι συναφείς με τη σύστασή του (και ονομάζονται στο σύνολό τους υπερβατικές, ή ιδιότητες του μονοσήμαντου όντος που υπερβαίνει τα συγκεκριμένα και επιμέρους όντα). Η πρώτη μεταφυσική θεωρία είναι η θεωρία των συστατικών ιδιοτήτων του όντος ως όντος. Πρόκειται, δηλαδή, για τη θεωρία κατά την οποία το καθαρό ον, αν αναλυθεί, αποτελεί, αυτό καθαυτό, ένα ον, ον αγαθό, ον αληθινό. Τι σημαίνει μία τέτοια θεωρία; Σημαίνει ότι μονομιάς προσδιορίστηκαν μέχρι την τελευταία τους ουσία όλα τα ιδιαίτερα, τα επιμέρους και συγκεκριμένα όντα που υπάρχουν και που θα υπάρξουν. Στο βαθμό που όλα είναι προσδιορισμοί του όντος, «μέρη» του, αποτελούν όλα ανεξαιρέτως και μέρος των ιδιοτήτων του όντος. Με την έννοια αυτή, ο μεταφυσικός διδάσκει ότι καθετί συγκεκριμένο και υπαρκτό, όσο υπάρχει και συμμετέχει στην ενότητα του όντος, είναι ένα, είναι αγαθό, και, επιπλέον, καθετί συγκεκριμένο που υπάρχει, είναι αληθινό, κλπ.

Το άπειρο ον

Η δεύτερη θεωρία που χαρακτηρίζει τη μεταφυσική επιστήμη και την οποία μπορούμε να διατυπώσουμε είναι η ύπαρξη διάκρισης μέσα στο καθαρό και απροσδιόριστο ον. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, το ον διακρίνεται, στο εσωτερικό του, σ' ένα «τμήμα» πρωταρχικό. Η παραπάνω θεωρία δεν αντιτίθεται προς τη μεταφυσική θεώρηση, κατά την οποία το καθαρό και απροσδιόριστο ον υπάρχει αυτό καθ' εαυτό, όπως και αν διαιρείται, και προσδιορίζεται, στη συνέχεια, ως ον ένα. Η διάκριση που πρέπει να θεωρήσουμε ως πρωταρχική μέσα στο ον δεν αφαιρεί τίποτα από την «υπερβατική» ενότητά του, δηλαδή, από τα συστατικά του γνωρίσματα, από το να είναι, εκτός από αληθινό και αγαθό, και ενότητα. Όπως και στην περίπτωση του ενός από τα δύο κομμάτια κάποιου υφάσματος στο οποίο το σχέδιο παραμένει άθικτο και στο ένα κομμάτι και στο άλλο, έτσι συμβαίνει και εδώ: η πρώτη διάκριση μέσα στο ον δεν συνεπάγεται τη δημιουργία όντων με διαφορετική δομή και σύσταση. Οι διαφορές που εμφανίζονται και διακρίνουν το ον δεν το διαφοροποιούν επιμερίζοντάς το στα ίδια του τα δομικά (ή «υπερβατικά») χαρακτηριστικά παραμένουν αυτές που είναι. Δεν παρουσιάζονται σε βάρος της ενότητάς του. Η ενότητά του εμπεριέχει και τις διαφορές αυτές. Ποια είναι, λοιπόν, η αρχική διάκριση μέσα στο ον ως ον; Είναι η μεταφυσική διάκριση ανάμεσα στο άπειρο και το πεπερασμένο, ανάμεσα σ' ένα ον το οποίο, ενώ δεν παύει ποτέ να ανήκει πλήρως στο ον, διαθέτει, επιπλέον, έναν προσδιορισμό που το διαφοροποιεί. Δηλαδή, δεν έχει όρια, αποτελεί το Άπειρο ον, και, από την άλλη πλευρά, διακρίνεται σε μια απεριόριστη σειρά όντων τα οποία, ενώ δεν παύουν ποτέ να ανήκουν πλήρως στο ον, διαθέτουν και έναν προσδιορισμό που τα διαφοροποιεί: είναι όντα πεπερασμένα Έτσι, κατ' αντιστοιχία με το καθαρό ον που πρωταρχικά διακρίνεται σε άπειρο ον και σε πεπερασμένα όντα, η ίδια η Μεταφυσική διακρίνεται σε δύο μεγάλα Κεφάλαια: τη Μεταφυσική που πραγματεύεται το άπειρο ον και τη Μεταφυσική που πραγματεύεται τα πεπερασμένα όντα.

Άπειρο ον και Θεός

Σχετικά με το πρώτο κεφάλαιο, είναι απαραίτητο να υπενθυμίσουμε τη διάκριση ανάμεσα στη Μεταφυσική και την ιερή Θεολογία. Φαίνεται ότι η Μεταφυσική του άπειρου όντος ασχολείται με τον Θεό, πράγμα που, κατά κάποιο τρόπο, είναι περίπου αληθινό. Όμως, η άβυσσος ανάμεσα στη Μεταφυσική και τη Θεολογία παραμένει αξεπέραστη. Ένας άθεος, ένας ασεβής, ένας άπιστος στον αληθινό Θεό που έχει αποκαλυφθεί, μπορεί θαυμάσια να πραγματευτεί, ως μεταφυσικός, το θέμα του Άπειρου, σε ό,τι αφορά τη θέαση που έχει με τη βοήθεια της ενορατικής σκέψης, η οποία, άλλωστε, αποτελεί αυτή την επιστήμη. Δεν πραγματεύεται, συνεπώς, μια θεωρία που θα σώσει την ψυχή του, ούτε μιλάει για τον αληθινό Θεό που αποκαλύφθηκε και σταυρώθηκε για να μας λυτρώσει από το προπατορικό αμάρτημα. Πραγματεύεται μια υπόθεση, το Άπειρο, που ορθολογικά διακρίνεται από το πεπερασμένο ον, αλλά ακόμα δεν έχει φτάσει να πραγματεύεται τον αληθινό Θεό. Αυτό μπορεί να το κάνει μόνο η ιερή Θεολογία, η οποία πραγματεύεται όσα ο αληθινός Θεός αποκάλυψε για τον εαυτό του στην ανθρωπότητα. Στη Θεία Αποκάλυψη το γεγονός ότι ο Θεός είναι το άπειρο ον δεν αποτελεί το σημαντικότερο και αποφασιστικότερο στοιχείο για τη σωτηρία μας. Απομένει, πάντως, για τον Μεταφυσικό το εξής ερώτημα: μπορεί μέσα στο ον -του οποίου η θέαση γίνεται ενορατικά- να διαμορφωθεί ένα «πρώτο» όν που να είναι άπειρο; Με άλλα λόγια το ον, ως ον, μπορεί να κομματιαστεί αμέσως σε πεπερασμένα όντα; Ή μήπως, μέσα στο όν ως ον, διαμορφώνεται αρχικά ένα «πρώτο ον που είναι το Άπειρο, με βάση το οποίο ενεργούν κατόπιν, χάρη στο δημιουργικό έργο αυτού του πρώτου όντος, τα πεπερασμένα όντα; Όλη η αποδεικτική προσπάθεια της μεταφυσικής θεωρίας του Ντουνς Σκώτου τάσσεται υπέρ της δεύτερης λύσης· δεν περνάει κατευθείαν από το καθαρό ον στα πεπερασμένα όντα αλλά από το καθαρό ον σ' ένα πρώτο άπειρο ον και, κατόπιν, χάρη στις ενέργειες αυτού του «πρώτου» όντος, στον προσδιορισμό, μέσα στο ον, των πεπερασμένων όντων. Με άλλα λόγια: τα πεπερασμένα όντα δεν είναι άμεσοι και πρώτοι προσδιορισμοί του καθαρού όντος, αλλά προσδιορισμοί που υφίστανται μόνο σε συνάρτηση μ' ένα «πρώτο» ον, το οποίο είναι πρώτο και στο εξής: ότι δεν υπάρχει εκ των προτέρων σ' αυτό κανένας άλλος προσδιορισμός. Έτσι, η Μεταφυσική του Ντουνς Σκώτου πετυχαίνει τρία αποτελέσματα: α) να αποδώσει στο Άπειρο τα «πρωτεία» μέσα στο ον· β) να απονείμει σ' αυτό το Άπειρο «πρώτο» ον τη λειτουργία «πολλαπλασιαστή» του καθαρού όντος σε πολλά πεπερασμένα όντα γ) να εισαγάγει στη Μεταφυσική την έννοια που δεν απαντάται σε καμία Μεταφυσική: την έννοια της δημιουργίας (πεπερασμένων όντων, μέσα στο ον, χάρη στις προσπάθειες του Άπειρου όντος). Όμως, μέσα από αυτή την οπτική ανακύπτει και ένα τέταρτο αποτέλεσμα: δ) τα πεπερασμένα όντα αποτελούν όλα, στον ίδιο βαθμό, προσδιορισμούς που οφείλονται στο Άπειρο.

Φραγκισκανική Μεταφυσική

 Τι σημαίνει, άραγε, αυτή η σχέση ανάμεσα στο Άπειρο «πρώτο» ον και σ' αυτά τα πεπερασμένα όντα, αν όχι ότι καθετί το πεπερασμένο είναι κομμάτι προερχόμενο από το Άπειρο; Ότι καθετί το πεπερασμένο είναι παιδί του Άπειρου; Και ότι, ως πεπερασμένο παιδί του Άπειρου, κάθε πεπερασμένο ον είναι στην ουσία του ίσο σε όλα με οποιοδήποτε άλλο; Αλλά και πως δεν υπάρχει ανάμεσα στα πολλαπλά και πεπερασμένα παιδιά του Άπειρου όντος ένα «πρώτο» πεπερασμένο ον που να είναι περισσότερο από τα άλλα μέσα στο ον; Όλα αυτά σημαίνουν ότι αντηχεί πάλι στη Μεταφυσική, που συνδέεται με την ενορατική θέαση του όντος ως όντος, ένα θέμα εξαιρετικά φραγκισκανικό: εκείνο του Ύμνου στον Δημιουργό, του Αγίου Φραγκίσκου. Ο μεταφυσικός Ντουνς Σκώτος είναι μεταφυσικός που συνεχίζει την παράδοση της Οξφόρδης και ακριβώς και γι' αυτό στη μεταφυσική του μεταφέρει τον άμεσο απόηχο του φραγκισκανισμού την εξύμνηση της ισότητας όλων των πεπερασμένων όντων ενώπιον του Απείρου, της οικουμενικής αδελφοσύνης όλων των όντων (φυτών, ζώων, ορυκτών, ανθρώπων) στο πλαίσιο του όντος που τους παρέχει την ενότητα και μέσα στο οποίο ένα μόνο Ον εμφανίζεται να είναι το μοναδικό, που μπορεί πραγματικά να ονομαστεί το «πρώτο» και το Άπειρο.

Το επιχείρημα του Άγιου Ανσέλμου

Αυτοί οι φραγκισκανικοί απόηχοι μεταφέρουν άλλους απόηχους στη Μεταφυσική του Άπειρου του Ντουνς Σκώτου. Στην πραγματικότητα, η Μεταφυσική του Ντουνς Σκώτου έχει ως αποφασιστικό της όπλο την a priori «απόδειξη» της ύπαρξης, μέσα στο ον ως ον, ενός πρώτου όντος, που είναι Άπειρο. Με τρόπο πιο πολύπλοκο και διεξοδικό, ο Ντουνς Σκώτος επανέρχεται σ' αυτήν την απόδειξη, την οποία υποστήριξε στο Proslogion ο Άνσελμος από την Αόστα. Είναι απαραίτητο και, ταυτόχρονα, αρκετό να διατυπώσουμε τον καθαρά λογικο-νοητικό ορισμό του Άπειρου, του Απεριόριστου, για να δούμε να αναδύεται υποχρεωτικά από αυτή τη λογική ουσία η επιβεβαίωση της ύπαρξής της. Υπάρχει μόνο μία περίπτωση κατά την οποία, όταν δίδεται ένας ορισμός, κατατίθεται μέσα απ' αυτόν και η αντίστοιχη πραγματικότητα του όντος: αυτός είναι ο ορισμός του Άπειρου όντος, του όντος που δεν έχει όρια, που δεν περιορίζεται από άλλο, που δεν προέρχεται από κάποιο προγενέστερο ον. Η a priori (οντολογική) επιχειρηματολογία του Άνσελμου (η γνωστή στην ιστορία της Φιλοσοφίας ως οντολογική απόδειξη της ύπαρξης του Θεού) επανεμφανίζεται στον Ντουνς Σκώτο ως το μοναδικό επιχείρημα με το οποίο, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αναφορά ή προέλευση του κόσμου και των πεπερασμένων όντων από την εμπειρία, ο Μεταφυσικός μπορεί να ορίσει την ύπαρξη ενός πρώτου Άπειρου όντος. Όπως για την περίπτωση του Άνσελμου, έτσι και για εκείνη του Ντουνς Σκώτου μπορούμε να πούμε ότι η σκέψη του Απεριόριστου –του Άπειρου– ταυτίζεται με την προσέγγισή του ως πραγματικού.

Αυτό το μοναδικό επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης του Άπειρου πρώτου όντος, αίτιου του ιδίου, που δεν δημιουργήθηκε από κανένα συγκεκριμένο και επιμέρους ον, επιβεβαιώνει την καθαρή επιστημονικότητα της Μεταφυσικής. Όπως το αντικείμενό της (το καθαρό ον ως ον), όπως η μέθοδός της (αξιωματική-παραγωγική), έτσι και ο τρόπος με τον οποίο επιχειρηματολογεί, επιβεβαιώνει την πλήρη ανεξαρτησία της Μεταφυσικής τόσο από τη Φυσική, όσο και από την αφαιρετική-επαγωγική διαδικασία, η οποία οδηγεί από τον κόσμο στην Αρχή του. 

Διαφορά από τον Θωμά Ακινάτη

Η a priori παραγωγή στον Σκώτο δημιουργεί ένα ακόμη ανυπέρβλητο χάσμα ανάμεσα στον ένα δρόμο που πρέπει να βαδίσει κανείς και στους πολλούς «δρόμους» (πέντε!) που κατά τον Θωμά τον Ακινάτη οδηγούν στον Θεό (προφανώς, γίνεται αναφορά στους «πέντε τρόπους», στα πέντε λογικά επιχειρήματα, με τα οποία ο Θωμάς ο Ακινάτης προσπάθησε ν' αποδείξει την ύπαρξη του Θεού). Εδώ, στον Ντουνς Σκώτο, η δοκιμασία είναι μοναδική και δεν οδηγεί πραγματικά στον Θεό, αλλά σε κάτι που του μοιάζει, χωρίς να είναι πράγματι «αληθινός» Θεός αλλά μια εκδοχή του σε oρθολογική και μεταφυσική γλώσσα, ανεξάρτητη από την Αποκάλυψη. Πάνω απ' όλα, όμως, αυτή η δοκιμασία δεν οδηγεί από τον κόσμο στον Θεό, αλλά συμπεραίνει τα πάντα μέσα στην καθαρή, την χωρίς πεπερασμένο κόσμο, θέαση της μεταφυσικής σφαίρας. Μέσα στο ον υπάρχει ένα Πρώτο ον: η «δοκιμασία» δεν προχωρεί επαγωγικά, αλλά συνάγει την ύπαρξη του πρώτου όντος μόνο από την ουσία του όντος.

Η περίεργη άποψη που παρουσιάζει το άλλο Κεφάλαιο της Μεταφυσικής του Ντουνς Σκώτου είναι ότι όλη η παραπάνω παραγωγική διαδικασία, η a priori καθαρότητα της Μεταφυσικής, δεν διατηρείται ως το τέλος. Για την ακρίβεια, όπως το πρώτο ή Άπειρο ον αποτελεί μία ουσία που έχει παραχθεί, φαίνεται, επίσης, δυνατόν πως θα μπορούσαμε να περιμένουμε πως μια ανάλογη αφαιρετική διαδικασία θα μας οδηγούσε από το Άπειρο πρώτο ον στην ύπαρξη των πολλαπλών και πεπερασμένων όντων. Τα πάντα θα ξετυλίγονταν κατά μήκος μίας σειράς μοναδικών παραγωγικών συμπερασμάτων, τα οποίο, μέσα στο ον, τοποθετούν με τρόπο αναγκαίο ένα πρώτο Ον και μετά, με δεδομένο αυτό, θα ενεργούσαν αφ' εαυτών, με τις αναγκαίες αφαιρετικές διαδικασίες, τα πεπερασμένα όντα. 

Ο τυχαίος χαρακτήρας των πεπερασμένων όντων

Αυτή η Μεταφυσική, η οποία σε κάθε της τμήμα παράγει κάθε βαθμίδα της ύπαρξης, θα έπρεπε να αποτελεί την νεοπλατωνικής υφής μεταφυσική του Ντουνς Σκώτου, και, μάλιστα, σε ό,τι αφορά τη μετάβαση από το Άπειρο Πρώτο Ον στα πολλαπλά πεπερασμένα όντα. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν συμβαίνει αυτό. Τα πολλαπλά πεπερασμένα όντα δεν μπορούν να παραχθούν από το Άπειρο Πρώτο Ον. Με άλλα λόγια, δεν εκπορεύονται, όπως θα το ήθελε η νεοπλατωνική μεταφυσική, αναγκαστικά απ' αυτό. Στον Σκώτο, πραγματοποιείται ένα άλμα με το οποίο η Μεταφυσική του απομακρύνεται απότομα από τη νεοπλατωνική και ευκλείδεια έμπνευσή της και φτάνει στο αντίθετο άκρο, στη χριστιανική απεικόνιση του άπειρου Πρώτου Όντος, ως Βούλησης που δημιουργεί από αγάπη και που δεν είναι σε καμιά περίπτωση μια καθαρή Αρχή που προκύπτει από ανάγκη. Έτσι, ολόκληρος ο κόσμος των πεπερασμένων όντων αποτελεί, πράγματι, όχι μία αναγκαία θέση του Άπειρου Όντος, αλλά έναν κόσμο δημιουργημάτων που προέρχονται από το Μηδέν, από τη Βούληση που ανήκει στο Πρώτο και Άπειρο Ον. Αυτή η έκκληση στη δημιουργική, άπειρη Βούληση εγγυάται (σε αντίθεση με τον νεοπλατωνισμό που επιβιώνει μέσα στην αβερροϊκή εικόνα του κόσμου ως απόλυτης Αναγκαιότητας) την απόλυτη συνοχή του κόσμου των πεπερασμένων όντων. Αυτά τα όντα δεν αποτελούν κάποια εσωτερική αναγκαιότητα του καθαρού όντος, όπως συμβαίνει με το Άπειρο Πρώτο Ον. Θα μπορούσαν να μην υπάρχουν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το καθαρό ον θα έχανε την αξία του για αυτό. Όμως, υπάρχουν και, παρά ταύτα, το καθαρό ον δεν αυξάνεται σε ό,τι αφορά το περιεχόμενό του. Τα όντα υπάρχουν, ενώ θα μπορούσαν να μην υπάρχουν. Εκείνο που τους χάρισε την ύπαρξη δεν είναι η Αναγκαιότητα αλλά η Άπειρη Αγάπη του Πρώτου Όντος. Αυτή η αγάπη δεν σώζει μόνο τη συνέχεια του κόσμου. Σώζει, επίσης, και μια αξία που είναι χριστιανική και έχει αποφασιστική σημασία για έναν Φραγκισκανό: την ατομικότητα κάθε πεπερασμένου όντος ως κάτι το ακέραιο, το μη αναγώγιμο σε οποιοδήποτε άλλο πεπερασμένο ον. Κάθε πεπερασμένο ον, μέσα σ' έναν τυχαίο κόσμο, είναι αυτό που είναι, επειδή το έφτιαξε έτσι, και όχι διαφορετικά, η ανεξιχνίαστη πράξη της Βούλησης, δηλαδή, η άπειρη Αγάπη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: