Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2021

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK) (67)

Συνέχεια από Παρασκευή, 21 Μαΐου 2021

                                           HANS URS VON BALTHASAR

                                     ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  (THEOLOGIK)

                                                 Τρίτος Τόμος

             ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  (DER GEIST DER WAHRHEIT)

        (Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der Welt), 2)    Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )

                                      Johannes Verlag, 1987

                                    4.  ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ

                                 V. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

                                     5.  ΠΝΕΥΜΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟ

                                  α)  Παράδοση – Γραφή – Αξίωμα

  Το Ευαγγέλιο δεν είναι κανένας άλλος παρά ο ίδιος ο Χριστός· Αυτός είναι η πηγή (fons), από όπου παραλαμβάνουμε, προφορικά ή γραπτά (με τη διαμεσολάβηση όμως τού κηρύγματος της Εκκλησίας), τα πάντα. Αν το Πνεύμα είναι ο Κύριος κάθε ερμηνευτικής-εξηγητικής παροχής και διαμεσολάβησης, αντλεί ωστόσο πάντοτε απ’ την «ζωή» τού Χριστού: Αυτός είναι η πηγή. Ο (άγιος) Ειρηναίος τα βλέπει όλα σε μια σωστή συνάφεια: «Εκείνοι που δεν μετέχουν στο Πνεύμα, δεν αντλούν απ’ τους κόλπους τής μητέρας τους (της Εκκλησίας) την τροφή τής ζωής, και δεν λαμβάνουν τίποτα απ’ την καθαρώτατη πηγή, που αναβλύζει απ’ το Σώμα τού Χριστού». Ό,τι αναβλύζει απ’ αυτό το Σώμα – ο λόγος, το μυστήριο, η αυθεντία, και γενικά η Εκκλησία – είναι ως «αγάπη» η εκπλήρωση αυτού, το οποίο δεν ήταν στην Παλαιά Διαθήκη παρά «σκιά» («σχήμα» - “figura”). Από εδώ κατανοούμε, ότι μπορούσε να οικοδομήση ο Ωριγένης μια διδασκαλία για το «τριπλό σώμα τού Χριστού»: το φυσικό σώμα, το ευχαριστιακό και μυστικό σώμα, το σώμα τής Γραφής, με το οποίο και καθίσταται σαφής η «μυστηριακότητα» όλων όσων «αναδύθηκαν» απ’ αυτό, και παντελώς η «μυστηριακότητα» του λόγου τους. Αυτό που δεν μπορούμε ωστόσο να δούμε επαρκώς μ’ αυτήν την εικόνα, είναι η ανύψωση τόσο τού Χριστού όσο και του Αγίου Πνεύματος πάνω απ’ όλες αυτές τις «ενσωματώσεις», που δεν μπορούν να συλλάβουν ποτέ «εξαντλητικά»  την πράξη τής εσωτερικής αυτο-παράδοσης («αυτο-εγκατάλειψης») του Θεού, καθώς δεν συμβαίνει τίποτα το αυτόματο ή μαγικό εδώ, αλλά (αυτό που συμβαίνει) εξαρτάται απ’ την ετοιμότητα πίστεως και αγάπης τού «υποδεκτικού» ή και περαιτέρω «μεταβιβαστικού» υποκειμένου.  Μπορεί να «εξηγήση» κανείς σαν ένα οποιοδήποτε κείμενο τη Γραφή: τότε δεν θα φανερωθή (όμως) «το πνεύμα και η ζωή» στα νεκρά γράμματα· μπορεί να κοινωνή κανείς χωρίς πίστη, τότε δεν λαμβάνει (όμως) τίποτα απ’ την εσωτερική χάρη· μπορεί να μεταδίδη (να «παραδίδη») σαν πέτρες και πλίνθους εκφράσεις τών Πατέρων, τότε δεν έχει (όμως) αυτή η πράξη τίποτα το κοινό με την πρωταρχική «αυτο-παράδοση» του Θεού· και μπορεί να εξασκή ως «επίσημος» αξιωματούχος «επίσημα και μόνο» τις εργασίες του, τότε δεν μπορεί (όμως) μια τέτοια «διεκπεραίωση» να απαιτή κατά κανέναν σχεδόν τρόπο τη χορηγημένη στο αξίωμα αυθεντία. Πρέπει να κατοική το Άγιο Πνεύμα τού Χριστού, που είναι εγγυημένο στην Εκκλησία, στην πράξη ή στην όλη «διαδικασία», ώστε να μεταφερθή (να «υπερπηδήση») η σπίθα του σ’ αυτόν που το υποδέχεται. Είναι εγγυημένη στην Εκκλησία, ως το μυστήριο του Χριστού, αυτή η «επαφή», επειδή αυτή είναι  «ακηλίδωτη» (“immaculata”) στον πυρήνα της (Εφ. 5, 27): προορισμένη να γνωστοποιή αποτελεσματικά την αυτο-φανέρωση του Θεού και την αποκάλυψη του μυστηρίου του (Εφ. 3) μέσα στον χρόνο.

     Είναι έτσι κρίσιμο το ότι η παράδοση της αγάπης τού Θεού μεταδίδεται μέσω τής πιστεύουσας και αγαπώσας και εντεταλμένης προς αυτό Εκκλησίας περαιτέρω στην παγκόσμια ιστορία. Απ’ αυτό «φωτίζεται» και η πρωτοκαθεδρία τής «παράδοσης» ως πράξης μεταβίβασης του τέλειου και αποδεδεγμένου θεϊκού δώρου. Αυτή είναι η εντολή τού Χριστού στην προσωρινή (κατ’ αρχάς!!!) και οριστική εντέλει, με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, «αποστολή» του. Κι αυτή η «παράδοση» πρέπει να είναι «πλήρης»: «Διδάξτε όλους τούς λαούς, βαπτίστε τους, … διδάξτε τους να τηρούν όλα όσα σάς έχω προσφέρει» (Ματθ. 28, 19 κ.ε.)  (( Ματθ. 28, 16 κ.ε.: «Οι δέ ένδεκα μαθηταί επορεύθησαν εις τήν Γαλιλαίαν, εις τό όρος ού ετάξατο αυτοίς ο Ιησούς. καί ιδόντες αυτόν προσεκύνησαν αυτώ, οι δέ εδίστασαν. καί προσελθών ο Ιησούς ελάλησεν αυτοίς λέγων· εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ καί επί γής. πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις τό όνομα τού Πατρός καί τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν· καί ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τάς ημέρας έως τής συντελείας τού αιώνος. αμήν»… )) . Μια τέτοια «παράδοση» στηρίχθηκε σίγουρα στην εκπλήρωση, ουσιαστικά, των παλαιών,  Γραφών, όπως τις εξήγησε και τις έζησε παραδειγματικά((!)) ο Χριστός, η οποία εκπλήρωση συνελέσθη ωστόσο απολύτως στην  ορατή πλέον και υπέρμετρη αγάπη τού Θεού έτσι, ώστε «ολόκληρη η δύναμη του νέου νόμου», (δηλ.) του Ευαγγελίου, «να βρίσκεται στη χάρη τού Αγίου Πνεύματος, που παρέχεται βασισμένη στην πίστη στον Ιησού Χριστό», κατά τον Θωμά (Ακινάτη). Απέναντι σ’ αυτήν την «παράδοση», η εμφανιζόμενη κατ’ αρχάς αργότερα, γραπτή «Καινή Διαθήκη» θα είναι «δευτερεύουσα» και «διαθετική» (κατά την διάθεση ενός εκάστου) (dispositiv). Ο λόγος τών εντεταλμένων κηρύκων (αγγελιοφόρων) τού Χριστού (το Βάπτισμα και η Ευχαριστία θα αποτελέσουν μάλιστα την τελική «επισφράγιση» αυτού τού λόγου) απευθύνεται πρωταρχικά στις καρδιές και εγγράφεται σ’ αυτές (Β’ Κορ. 3, 3), και μόνο το Άγιο Πνεύμα μπορεί να μετατρέψη τον εξωτερικό ήχο σε εσωτερική κατανόηση, κάτι το οποίο θα ισχύση με τον ίδιον ακριβώς τρόπο και όταν η Εκκλησία θα αποκτήση κάποια στιγμή μια καινοδιαθηκική «Αγία Γραφή»· εφ’ όσον και «η Γραφή δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μαρτυρία τής ίδιας της Εκκλησίας, γραμμένη απ’ το Άγιο Πνεύμα, το οποίο μιλά και μαρτυρά εδώ… Οι Άγιες Γραφές δεν κατανοούνται κατά το νόημα που ο καθένας σκέπτεται για (με) τον εαυτό του, αλλά κατά το νόημα, το οποίο έχει διδάξει μέχρι τώρα το Άγιο Πνεύμα μέσω τής Εκκλησίας,  εξακολουθώντας να το διδάσκη και να το υποβάλη. Μπορεί έτσι η Εκκλησία να διδάσκη μέσω τού εγκατεστημένου (ενοικούντος) σ’ αυτήν Πνεύματος πράγματα, που ήταν κρυμμένα μέχρι τώρα, και να δείχνη ότι ανήκουν κι αυτά στην αλήθεια της πίστης, προερχόμενα είτε απ’ τις ήδη φανερές  άγιες Γραφές, είτε από αποστολικές παραδόσεις, που έχουν φτάσει μέχρις εμάς, είτε και από άλλες, καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποκαλύψεις τού Θεού»  (J. Driedo, De Eccles. Scripturis et dogmatibus. 1933). Υπάρχει όμως μια «πρώτη εποχή», όπου «Άγιο Πνεύμα» σημαίνει: εξήγηση των παλαιών Γραφών εν σχέσει προς τον Χριστό. Το ότι υπήρχε ένας οργανικός κανόνας σ’ αυτό το αποστολικό κήρυγμα, που διαχώριζε το κεντρικό απ‘ το περιφερειακό, μας το δείχνει η έννοια τoυ «κανόνα τής πίστης ή τής αλήθειας» (regula fideiή veritatis), που τον βλέπουμε στο καταγεγραμμένο κείμενο του Βαπτίσματος, στα αντίστοιχα ερωτήματα προς τον βαπτιζόμενο, στις ομολογίες πίστεως που αναπτύσσονται από εδώ, και στην κοινή εν τέλει διδασκαλία όλων τών Εκκλησιών.

     ( συνεχίζεται )

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΠΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΑ ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ ΣΑΝ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΕΙ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ.

 Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΔΟΘΗΚΕ ΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ  ΚΑΙ ΔΙΑΝΕΜΕΤΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ,ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣ ΤΗΣ. ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΣ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ, Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: