Δευτέρα 31 Μαρτίου 2025

Χριστός και Έσχατα κατά τον Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα

 π. Γεώργιος Αναγνωστόπουλος
 


1. Μια νεώτερη αντίληψη της εσχατολογίας

Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας (ΜΠΙΖ) πρόβαλε τις τελευταίες δεκαετίες μια πίστη σε μια Ενολογική-μονταλιστική Θεότητα, με βασικό σύνθημα “O ένας Θεός είναι ο Πατήρ», και κύρια, σύγχρονη, αναφορά του στον Ρωμαιοκαθολικό θεολόγο Καrl Rahner. Ο ΜΠΙΖ προχώρησε σε πολύ πιο ριζοσπαστικές θέσεις από τον Rahner, υποστηρίζοντας ένα “μοντέλο” της Αγίας Τριάδας, στο οποίο η θεωρία της υποταγής (Subordination) λαμβάνει ρητώς οντολογικό περιεχόμενο: η Μονάδα ταυτίζεται με ένα Πρόσωπο, τον Πατέρα, και η Τριάδα υποβιβάζεται σε ένα οντολογικά κατώτερο παράγωγο της[i].

Με βάση την ανωτέρω θεμελιώδη θεολογική αντίληψη για την υπεροχική θέση του Θεού-Πατέρα έναντι του Υιού και αυτής της Αγίας Τριάδας, προκύπτει λογικά το ερώτημα: πώς αντανακλάται στα γραπτά του ΜΠΙΖ η παραπάνω απομείωση του Υιού ως προς τον Πατέρα, στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του Σαρκωθέντος Θεού. Η υφεσιακή οντολογική ιεράρχηση του Υιού στην αΐδια Τριάδα, επιβεβαιώνεται και στην Οικονομία ή όχι;

Στην παρούσα μελέτη καταθέτουμε εν συντομία τα αποτελέσματα μιας μελέτης στην οποία διερευνήσαμε το ερώτημα “ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός” στον δημοσιευμένο θεολογικό λόγο του ΜΠΙΖ, με αφορμή τα εξής δεδομένα: (α) Είχαμε παρατηρήσει ότι ο συγγραφέας έκανε συχνές αναφορές στο εννοιολογικό δίπολο “ιστορικού” - “εσχατολογικού” Χριστού, που εισήχθη από τον ακραίο Προτεσταντισμό, και έγινε ευρύτερα γνωστός μέσω της υπαρξιακής εσχατολογίας του Bultmann[ii]. (β) Ο Περγάμου Ιωάννης παρουσίαζε συστηματικά, από δεκαετιών, την “Ευχαριστία” με έναν καινοφανή τρόπο: η “Ευχαριστία” αποσυνδεόταν ουσιαστικά από τον Κύριο Ιησού Χριστό και συνδεόταν κατεξοχήν με τα έσχατα: ελάμβανε την όποια αλήθειά της ως α ι τ ι α τ ό της μέλλουσας Βασιλείας του Θεού. Η πρώτη μας ανάγνωση, και αρχική α-πορία πηγαίνει πίσω, σε σειρά άρθρων που δημοσιεύθηκαν το 1994[iii].

Η ανάγνωση του βιβλίου “Εκκλησιολογικά Μελετήματα”, έκδοση του 2016, προκαλεί σοβαρότερο προβληματισμό, καθώς ο συγγραφέας αποκαλύπτει ο ίδιος την σχέση της εσχατολογικής Οντολογίας του[iv] με τις εσχατολογικές αντιλήψεις, που εισήχθησαν στη Δυτική θεολογία κυρίως με το έργο του Johannes Weiss (1863-1914)[v]. Διαβάζουμε στα “Εκκλησιολογικά Μελετήματα”: «Στο έργο του (του Weiss) […] η εσχατολογία άρχισε να κατέχει το κ έ ν τ ρ ο[vi] της χριστιανικής θεολογίας»[vii]. «Κανένας από όσους συνέχισαν τη συζήτηση μετά απ’ αυτόν δεν επιχείρησε να απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα (περί της ουσίας του Χριστιανισμού), αγνοώντας, αποσιωπώντας ή απορρίπτοντας τη βασική του τοποθέτηση, ότι δηλαδή η ο υ σ ί α του Χριστιανισμού βρίσκεται στην αναμονή της Βασιλείας. Αυτό το σημείο εδραιώθηκε σταθερά μ ι α γ ι α π ά ν τ α, και από τον Weiss και ύστερα η ιδέα ότι η ουσία του Ευαγγελίου βρίσκεται στην εσχατολογία του, διαπότισε βαθειά το πνεύμα της θεολογίας. […] Η θεολογία άρχισε να σκέπτεται εσχατολογικά»[viii]. Η διατύπωση αυτή δηλώνει εμμέσως, πλην σαφώς, ότι η Ορθόδοξη θεολογία υπελείπετο στην εσχατολογική αίσθηση του εκκλησιαστικού γεγονότος.

Η βαθειά επίδραση που ήσκησε η νέα προοπτική της εσχατολογίας, ως απόλυτης προτεραιότητας στην κατανόηση της Καινής Διαθήκης, ήταν τόσο δυνατή στη σκέψη του Περγάμου Ιωάννη, ώστε να ισχυρισθεί ότι μπορεί «να λεχθεί ότι η ιστορία της εσχατολογίας χωρίζεται στην περίοδο π ρ ι ν τον Weiss και στην περίοδο μ ε τ ά τον Weiss»[ix].

Η συστηματική έρευνα, στην οποία επιδοθήκαμε, δείχνει ότι ο ενθουσιασμός ενώπιον της νέας θεολογικής προοπτικής οδηγεί τον, λαϊκό ακόμη θεολόγο, Ιωάννη Ζηζιούλα να στρατευθεί σ’ αυτή την ιδέα και να την προβάλει ως αναγκαία σε παγχριστιανικό επίπεδο: «Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, Καθολικοί, Προτεστάντες και Ορθόδοξοι ο φ ε ί λ ο υ ν να ενώσουν τις προσπάθειές τους, ώστε να χρησιμοποιήσουν την καινούρια εσχατολογική προοπτική»[x]. Με την δήλωση αυτή, ο Περγάμου Ιωάννης ομολογεί ο ίδιος την στράτευση σε μια εσχατολογική θεώρηση, βασισμένη στις ιδέες που προέκυψαν από τον J. Weiss και διαφοροποημένη από αυτή της Ορθοδόξου πίστεως και του Ορθοδόξου ήθους[xi], καθόσον δηλώνεται ως χριστιανική ανάγκη μια «κ α ι ν ο ύ ρ ι α εσχατολογική προοπτική».

Ευλόγως, τίθεται το ερώτημα ποια εκδοχή της κατά Weiss εσχατολογίας συναρπάζει τον ΜΠΙΖ και την υποδέχεται ως «ουσία του Ευαγγελίου», και ποια είναι ακριβέστερα η καινούρια εσχατολογική προοπτική, που προβάλλει o ίδιος σε αντικατάσταση της παραδοσιακής εσχατολογικής αντιλήψεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πιστεύουμε ότι στο τέλος αυτής της μικρής μελέτης ο αναγνώστης θα έχει μια σαφή αντίληψη για τις βασικές θέσεις της Ζηζιούλειας εσχατολογίας.

Ωστόσο, το κύριο ενδιαφέρον της παρούσης σύντομης μελέτης δεν είναι η αυτοτελής εξέταση της νέας εσχατολογικής θεώρησης του Μητροπολίτη Ιωάννη Ζηζιούλα. Το πρόβλημα που ειδικότερα μας απασχολεί είναι η διερεύνηση του ερωτήματος για το ποια είναι η επίπτωση της εσχατολογίας του Μητροπολίτη Ιωάννη στην Χριστολογία του. Διερευνούμε, δηλαδή, το ερώτημα: «π ο ι ο ς είναι ο Χ ρ ι σ τ ό ς» στα πλαίσια ενός θεωρητικού συστήματος, που αποδέχεται ότι «η ο υ σ ί α του Χριστιανισμού βρίσκεται στην αναμονή της Βασιλείας».

2.Αγνοούμε τον Χριστό;

Ο ΜΠΙΖ, ακολουθώντας την ακραία φιλελεύθερη προτεσταντική κριτική της Καινής Διαθήκης που ξεκίνησε με τον Weiss, αποδέχεται σημαντικά συμπεράσματά της περί του Κυρίου Ιησού Χριστού. Ο Περγάμου Ιωάννης αποδέχεται τον θεμελιώδη τεχνητό διαχωρισμό μεταξύ “ιστορικού” και “εσχατολογικού” Χριστού και, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει: «Όπως, όμως, η αυθεντία του λόγου των Γραφών, έτσι και οι πράξεις του Χριστού (!), ο χαρακτήρας(!!) ή η συμπεριφορά του, ακόμη και η ηθική του (!!!) που δίδαξε, έχουν καταστεί αντικείμενο σοβαρής αμφισβήτησης. Όλα αυτά εξαρτώνται τόσο πολύ από ι σ τ ο ρ ι κ ο ύ ς και π ο λ ι τ ι σ μ ι κ ο ύ ς παράγοντες, ώστε δεν μπορούν να ταυτιστούν πλήρως με την ε σ χ α τ ο λ ο γ ι κ ή πραγματικότητα»[xii]. Γίνεται δεκτή, δηλαδή, μια ακραία ρήξη μεταξύ Αλήθειας και Ιστορίας, ή μεταξύ Θεού και της αληθινής παρουσίας και γνώσης Του. Μια ακραία σχετικοποίηση της γνώσεως της Αλήθειας-Χριστός.

Εάν λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την παραπάνω δήλωση του ΜΠΙΖ, καθώς αυτή διατυπώθηκε επισήμως σε Συμπόσιο του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, δηλαδή, ότι οι περιγραφές των Ευαγγελιστών είναι σοβαρά παραμορφωμένες «από ιστορικούς και πολιτισμικούς παράγοντες», τότε τι γνωρίζουμε περί του Χριστού; Πως θα κατανοηθεί η Χριστιανική πίστη περί αυτοαποκαλύψεως του Θεού μέσω του Χριστού; Η αμφισβήτηση του Μητροπολίτη Ιωάννου είναι, εμφανώς, άκρως σοβαρή, και στοιχεί στο πνεύμα της ακραίας φιλελεύθερης προτεσταντικής κριτικής της Καινής Διαθήκης του Schweitzer, διαδόχου του Weiss, κατά την οποία «Ο Ιησούς, ως μία συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότης, παραμένει δια την εποχήν μας ένας ξ έ ν ο ς»[xiii].

Οι θέσεις του ΜΠΙΖ φανερώνουν δύο καταλυτικού χαρακτήρα προβλήματα στη σκέψη του. Πρώτον, εξ επόψεως επιστημολογικής, είναι αντιφατικό ότι ο Ακαδημαϊκός Ι. Ζηζιούλας, ενώ αμφισβητεί την Γραφή των αγίων Ευαγγελιστών ως εξηρτημένη «από ιστορικούς και πολιτισμικούς παράγοντες», δεν λαμβάνει υπόψη το προφανές γεγονός ότι οι ερμηνείες των Weiss-Schweitzer-Bultmann εξαρτώνται οι ίδιες «από ιστορικούς και πολιτισμικούς παράγοντες» και είναι προϊόν: (i) των γενικών πολιτισμικών συνθηκών του Δυτικού πολιτισμικού Παραδείγματος (ορθολογισμός, ατομικισμός κλπ), και (ii), μιας ειδικότερης φάσης στην εξέλιξη ακραίων ιδεών εντός της Προτεσταντικής θεολογίας. Δεύτερον, εξ επόψεως, θεολογικής, ο ΜΠΙΖ, εμμέσως, πλην σαφώς, εφόσον αμφισβητεί ότι η Εκκλησία γνωρίζει ασφαλώς ποιος είναι ο Θεάνθρωπος Σωτήρας Χριστός, που αποκαλύπτεται μέσω του χαρακτήρα Του, των πράξεων Του και της ηθικής Του, συνάγεται λογικώς ότι αμφισβητεί ουσιωδώς το ίδιο το γεγονός της Πεντηκοστής, την Αποστολική μαρτυρία και την Αγιοπνευματική γραφή της Καινής Διαθήκης. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μαρτυρεί: «ο ἴ δ α μ ε ν δὲ ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἥκει καὶ δέδωκεν ἡμῖν διάνοιαν ἵνα γ ι ν ώ σ κ ο μ ε ν τ ὸ ν ἀ λ η θ ι ν ό ν· καὶ ἐσμὲν ἐν τῷ ἀληθινῷ, ἐν τῷ υἱῷ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστῷ. Οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος. Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων· ἀμήν» (Ιωαν. Α’. 5, 20-21).

Τίθεται, με φυσιολογικό τρόπο, το ερώτημα: Μπορεί η Ορθόδοξη Εκκλησία να αποδέχεται και να προβάλει την διδασκαλία του Μητροπολίτη Ιωάννη παράλληλα προς τη μαρτυρία του αγίου Θεολόγου, Μαθητή, Αποστόλου και Ευαγγελιστή Ιωάννη; Το ένα αποκλείει το άλλο. Η συνύπαρξή τους θα σήμαινε απόλυτη θεολογική σύγχυση και ακύρωση της Ιωάννειας προτροπής «Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν ε ἰ δ ώ λ ω ν», καθόσον «ειδωλολατρία είναι όχι μόνον προσκύνημα σε ψεύτικους θεούς, αλλά […] και (ενν. το προσκύνημα) στους ιδιοφυείς και στις εφευρέσεις και στις ιδέες και στα πάθη και στην κουλτούρα […] και σε ο,τιδήποτε άλλο που θέλει να αντικαταστήσει με τον εαυτό του τον αληθινό Θεό και Κύριο Ιησού Χριστό»[xiv].

Η ανάγνωση της Καινής Διαθήκης μπορεί να λαμβάνει υπ’ όψη τα αποτελέσματα της έρευνας, αλλά όταν αυτή φθάνει να ακυρώνει τη βεβαιότητα της Εκκλησίας ότι «γινώσκομεν τὸν ἀληθινόν», έχει αρνηθεί τη μαρτυρία της αρχαίας Εκκλησίας και τον ίδιο το Χριστό,[xv] ιδεολογικοποιώντας την ατομική ερμηνεία της Γραφής.

Για την «επιστημονική» έρευνα της Βίβλου, ο V. Lossky έχει κάνει την εξής παρατήρηση: «Δεν θέλομεν να αρνηθώμεν την σημασίαν ή να μειώσωμεν την αξίαν των ιστορικών μελετών περί της Βίβλου: είναι πολύτιμοι και πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψιν υπό των θεολόγων· αλλ’ ουδέποτε πρέπει η ερμηνεία αυτή να σφετερίζεται θέσιν η οποία δεν της ανήκει: θέσιν κριτού προκειμένου περί θεολογίας»[xvi].

3.Χριστός: ένωση κτιστού και Ακτίστου στα έ σ χ α τ α;

Ο λόγος του ΜΠΙΖ παρουσιάζει αντιφάσεις στη θεολογική διαδρομή του. Έτσι, κι εδώ, παρά την αμφισβήτηση των Γραφών, δεν αρνείται βέβαια να τις χρησιμοποιεί, δυστυχώς πολύ συχνά, με παρερμηνεία τους. Είναι θέμα άλλης μελέτης να διερευνηθεί, για παράδειγμα, πως παρερμηνεύονται οι λόγοι του Κυρίου στον Μυστικό Δείπνο, με έμμεση και άμεση αναφορά στη ερμηνεία του Jeremias[xvii]. Εδώ εστιάζουμε ακριβώς στο Πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού, και ειδικότερα σε ζητήματα και ερωτήματα που προβάλλουν για τη σχέση μεταξύ του Χριστού και του γεγονότος της Θείας Λειτουργίας και της Θείας Ευχαριστίας, καθώς και μεταξύ “ιστορικού” και “εσχατολογικού” Χριστού, όπως εμφανίζονται σε νεώτερες δημοσιεύσεις του κηρύγματός του και άρθρων του.

Διαβάζουμε στο εσχάτως εκδοθέν βιβλίο του Μητροπολίτη «Εκατό κηρύγματα»: «Και γιατί είναι η θεία Λειτουργία το ύψιστο και μέγιστο αγαθό; Πρώτον, διότι η Λειτουργία είναι ο λόγος του Θεού που γίνεται προσευχή […] Και ακόμη πιο σημαντικό ο λόγος του Θεού μέσα στη Θεία Λειτουργία γίνεται σάρκα για να κοινωνήσουμε, να τον μεταλάβουμε»[xviii]. Εδώ, ο Περγάμου υποστηρίζει ότι “ο λ ό γ ο ς του Θεού”, ο “λόγος” με “λάμδα” μικρό και όχι “Λάμδα” Κεφαλαίο, γίνεται προσευχή και «σ ά ρ κ α για να τον κ ο ι ν ω ν ή σ ο υ μ ε» στη Θεία Λειτουργία! Η αντίθεση μεταξύ “λόγου” και “Λόγου” στην αναφορά του ΜΠΙΖ είναι σαφής και οξεία, καθότι στην ίδια συνάφεια κατονομάζεται “ο Λόγος του Θεού” (ως ταυτιζόμενος με την Θεία Λειτουργία[xix]). Κατά τον Μητροπολίτη, δηλαδή, το πιο σημαντικό στη Θεία Λειτουργία είναι η κοινωνία και μετάληψη του λόγου του Θεού, δηλαδή της διδαχής του Θεού. Ποια σχέση έχει αυτή η διδασκαλία με την Γραφή και την Ορθόδοξη Θεολογία; Ποια σχέση έχει η διδασκαλία περί κοινωνίας του λόγου του Θεού με εκείνο το Μυστήριο της πίστεως μας, το οποίο το προσφερόμενο και διαδιδόμενο δεν είναι παρά ο ίδιος ο Θεός:[xx]. «Οὑ γάρ τ ι τῶν αὑτού άλλ’ Α ὑ τ ό ν μετέχομεν»[xxi]

Το «ύψιστο και μέγιστο αγαθό» της Θ. Λειτουργίας κατά τον ΜΠΙΖ είναι κάτι πολύ μικρότερο από αυτό που πιστεύει και βιώνει η Εκκλησία. Η αναφορά στον «λόγο του Θεού», ως το «ύψιστο και μέγιστο αγαθό» στην Εκκλησία, αποπνέει τον ακραίο προτεσταντικό “λόγο” του Bultmann κατά τον οποίον, “o Λ ό γ ο ς δ ε ν εγένετο σάρξ, αλλά λ ό γ ο ς»[xxii]! Και στις δύο περιπτώσεις, ο φιλοσοφικός ορθολογισμός, των Bultmann και Ζηζιούλα, παρά τις διαφορετικές μορφές του, που σχετίζονται με τις αντίστοιχες θεολογικές παραδόσεις, συναντώνται στην από-Σάρκωση του Θεού Λόγου.

Ποια είναι ακριβώς η σχέση του Ιησού Χριστού με τον Θεό, ή η σχέση του “ιστορικού” με τον “εσχατολογικό Χριστό” κατά τον ΜΠΙΖ, του Χριστού, δηλαδή, που γίνεται θεός;!

Σύμφωνα με την πίστη της Εκκλησίας, ο Τριαδικός Θεός πραγμάτωσε τη σωτηρία της ανθρωπίνης φύσεως ως τέλεια Υποστατική ένωση Ακτίστου και κτιστού εν τω Προσώπω του Ιησού Χριστού, του σαρκωθέντος Θεού και Λόγου.

Ο Περγάμου Ιωάννης υποστηρίζει: «ο λόγος για τον οποίο έγινε ο κόσμος είναι ο εσχατολογικός Χριστός ως ένωση κτιστού και ακτίστου στα έσχατα»[xxiii]. Ο Μητροπολίτης δεν αρνείται ένα Χριστό ως «ένωση κτιστού και ακτίστου», αλλά τον δέχεται ως τέτοιον στη μέλλουσα Βασιλεία, στα έσχατα! Εκ της ανωτέρω δηλώσεως – τι φρίκη!- προκύπτει ότι κατά τον ΜΠΙΖ, ο Ιησούς Χριστός της Ιστορίας είναι κτιστό Όν, που θα καταστεί κάτι αναβαθμισμένο – “εσχατολογικός Χριστός”- σε μια… «ένωση κτιστού και ακτίστου στα έσχατα». H ουσία όλων των μεγάλων αρχαίων και νεώτερων αιρέσεων σε μια μικρή φράση!!! Ο Ιησούς Χριστός, ο επί Ποντίου Πιλάτου σταυρωθείς, κατά τον Μητροπολίτη Ιωάννη Ζηζιούλα, δεν είναι Θεός αληθινός!

Ο “Χριστός” του ΜΠΙΖ δεν είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος. Επομένως δεν μπορεί να γίνει ούτε «Θεία Ευχαριστία» ή «Θεία Κοινωνία», διότι είναι κτιστό Όν, που το μεγαλείο του είναι ότι δίδαξε και μας παρέδωσε τον «λόγο του Θεού».

Τι συνέπειες έχει η ανωτέρω θέση περί Χριστού «ως ένωση κτιστού και ακτίστου στα έσχατα» για την ζωή του πιστού και της Εκκλησίας;

Πρώτον, εάν «ο λόγος για τον οποίο έγινε ο κόσμος είναι ο εσχατολογικός Χριστός ως ένωση κτιστού και ακτίστου στα έ σ χ α τ α», ο Ιησούς Χριστός, ο Σταυρωθείς και Αναστάς εκ νεκρών, δεν είναι ο Υιός του Θεού και Θεός, σε Υποστατική ένωση με το κτιστό.

H διατύπωση «εσχατολογικός Χριστός» αναφέρεται στο κατεξοχήν σεσωσμένο πρόσωπο ή είναι ενδεχομένως συμβολική έκφραση του σεσωσμένου προσώπου; Σε οποιαδήποτε εκδοχή, ένας τέτοιος Χριστός, «ένωση κτιστού και ακτίστου στα έ σ χ α τ α», ακόμη και εάν ονομάζεται -σε άλλα κείμενα του ΜΠΙΖ- “Θεός”, δεν είναι παρά κτίσμα. Ένας θεός οντολογικά κατώτερος από τον «κατεξοχήν Θεό», τον «Ένα Θεό», τον Πατέρα[xxiv].

Το δεύτερο πρόβλημα, που προκύπτει από τη μελέτη της ανωτέρω διατυπώσεως, συνίσταται στην θεολογική θέση ότι ο κτιστός κ ό σ μ ο ς ενώνεται με το Άκτιστο μόνο στα έ σ χ α τ α. Αν όμως η ένωση κτιστού-Ακτίστου επιτυγχάνεται στα έσχατα, αυτό σημαίνει ότι η φύση ή ο κόσμος και η ιστορία είναι άδεια από το Θεό και ότι ο άνθρωπος δεν λαμβάνει πείρα των ακτίστων ενεργειών του Θεού εντός της ιστορίας. Μια τέτοια εκδοχή σημαίνει, πέραν της αρνήσεως του ιστορικού Ιησού ως Θεανθρώπου, και πλήρη α κ ύ ρ ω σ η της Ορθόδοξης κ ο σ μ ο λ ο γ ί α ς, α ν θ ρ ω π ο λ ο γ ί α ς και σ ω τ η ρ ι ο λ ο γ ί α ς. Σημαίνει βεβαίως άρνηση της Πατερικής Θεολογίας των Ακτίστων ενεργειών του Ζωντανού Θεού, που κατεξοχήν αναδείχθηκε από τον άγιο Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Γρηγόριο Παλαμά.

Εξάπαντος, η θεμελιώδης Χριστολογική απόφανση του Περγάμου Ιωάννη ακυρώνει τα δύο θεμελιώδη δόγματα του Χριστιανισμού, την Θεανθρωπότητα του Χριστού και το Ομοούσιο της Αγίας Τριάδος.

4. O Ιησούς Χριστός είναι δέσμιος της αναγκαιότητας;

Εάν ο Χριστός θεωρείται Όν που ενώνεται με τον άκτιστο Θεό στα έσχατα, δηλαδή ένα κτιστό όν απορφανισμένο από τον Άκτιστο, ποία είναι η ειδικότερη, συγκεκριμένη, θεώρηση του Υιού του Θεού στην Ιστορία; Ποια χαρακτηριστικά αποδίδει η γραφίδα του Περγάμου Ιωάννη στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού;

Πριν απαντήσουμε στο ερώτημα, πρέπει να επισημάνουμε ότι γενικώς οι αναφορές στον προ της Αναστάσεως βίο του Ιησού Χριστού είναι ελάχιστες στα κείμενα και στις ομιλίες του Μητροπολίτη τις τελευταίες δεκαετίες. Συνήθως δε ο “ιστορικός” Χριστός εμφανίζεται σε αντίστιξη προς την εσχατολογική πραγματικότητα, που αποδίδεται στην Ανάσταση, το Άγιο Πνεύμα, στο “μέλλον” ή στα Έσχατα… Ειδικότερα, είναι αξιοπρόσεκτο ότι στο πρόσφατο εκδοθέν έργο «Remembering the Future», του 2023 (βιβλίο έκτασης 335 σελίδων), και αυτός ο όρος «Ιησούς Χριστός» είναι δυσεύρετος, μέχρι αφανισμού.

Εδώ, παρουσιάζουμε και συζητούμε δύο αντιπροσωπευτικές θέσεις, που κατατίθενται σε δημοσιευμένα άρθρα του ΜΠΙΖ.

(α) Η πρώτη χαρακτηριστική δήλωση, που εξετάζουμε, συνδέει Σάρκωση, Σταυρό, Ανάσταση και Έσχατα. Γράφει σχετικώς ο ΜΠΙΖ σε άρθρο με τίτλο «Χριστολογία, Πνευματολογία και Εκκλησιολογία»: «Αν ο Υιός πεθαίνει πάνω στο Σταυρό, υποκύπτοντας έτσι στην αναγκαιότητα της ιστορικής ύπαρξης, το Πνεύμα είναι που τον ανασταίνει από τον θάνατο. Το Πνεύμα είναι το επέκεινα της ιστορίας […] Το Πνεύμα καθιστά τον Χριστό ύπαρξη εσχατολογική»[xxv].

(β) Η δεύτερη θέση που εξετάζουμε λαμβάνεται από άρθρο υπό τον τίτλο «Εκκλησία και Έσχατα» από τη συλλογή κειμένων «Εκκλησιαστικά Μελετήματα». Ο Μητροπολίτης δηλώνει: «ο Θεός πρέπει να παραμείνει ελεύθερος, ελεύθερος ακόμα και από την δική του εμπλοκή στην ιστορία. Η σάρκωση δεν καθηλώνει τον Θεό στην ιστορία […] Για την ιστορία αποφασίζει το μέλλον, και το μέλλον φυλάσσεται στην ελευθερία του Θεού»[xxvi]!

Οι δύο παραπάνω δηλώσεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. To κοινό τους θεολογικό περιεχόμενο είναι ότι παρουσιάζουν όχι απλώς μια ασθενή Χριστολογία, όπως έχει διαπιστωθεί από άλλους ερευνητές, αλλά μια ριζική απομείωση του Προσώπου του Κυρίου Ιησού Χριστού. Στην πρώτη, ο Χριστός εμφανίζεται στην επίγεια διαδρομή του ως υποκείμενος στην (ιστορική) α ν α γ κ α ι ό τ η τ α. Ο Χριστός ελευθερώνεται από τα δεσμά της αναγκαιότητας μετά την Ανάσταση, οπότε και μεταμορφώνεται σε μια άλλη πραγματικότητα, με το να καθίσταται «ύπαρξη εσχατολογική»…

Ο ΜΠΙΖ αποπειράται να στηρίξει την θέση του, για την εσχατολογική οντότητα του Χριστού μετά την Ανάσταση, με παραπομπή σε φράση του αγίου Μαξίμου, την οποία δεν παρουσιάζει. Αντ’ αυτού, εμφανίζει προσωπική του δήλωση η οποία ε ρ μ η ν ε ύ ε ι τον Ομολογητή ως υποστηρίζοντα δήθεν την εξής θέση: «it is the Resurrection that realizes “the purpose for which god brought all things into being”»[xxvii], θεωρώντας ότι «it is Christ’s Resurrection that constitutes the decisive “moment” of the Incarnation»[xxviii].

Τι διδάσκει στην πραγματικότητα ο άγιος Μάξιμος; «Ὁ δέ τῆς ἀναστάσεως μυηθείς τήν ἀπόρρητον δύναμιν, ἒγνω τόν ἐφ’ ᾦ τά πάντα προηγουμένως ὁ Θεός ὑπεστήσατο σκοπόν». Ουδόλως, δηλαδή συζητείται το θέμα -που συνιστά θεολογική βάση του ΜΠΙΖ-, ότι η Ανάσταση “π ρ α γ μ α τ ο π ο ι ε ί” (“realizes”) μια άλλη ύπαρξη, τον εσχατολογικό Χριστό! Ο Άγιος περιγράφει την πραγματικότητα του πιστού, ο οποίος “μυηθείς” στην απόρρητη δύναμη της Αναστάσεως γ ν ω ρ ί ζ ε ι τον σκοπό για τον οποίον έγιναν τα πάντα. Δηλαδή, στον Άγιο Μάξιμο υποκείμενο της προτάσεως είναι ο μεταμορφωμένος άνθρωπος, ο “μυηθείς”(!) στην απόρρητο δύναμη της Αναστάσεως, ενώ στην γραφίδα του Μητροπολίτη, την θέση υποκειμένου λαμβάνει, λανθασμένα, η “Ανάσταση”. Τοιουτοτρόπως, η Ανάσταση εμφανίζεται ως η αποφασιστική “στιγμή“ της Σαρκώσεως, που μετατρέπει τον υποκείμενο στην αναγκαιότητα Χριστό σε “ύπαρξη εσχατολογική”…

Ο ΜΠΙΖ απομονώνει τη “στιγμή“ της Αναστάσεως από το όλον της Οικονομίας, και συγκεκριμένα από την επίγεια, ιστορική πορεία του Κυρίου με “αποφασιστικό“ τρόπο, απολυτοποιώντας την Ανάσταση, και θέτοντάς την σε αντίθεση με τον Σταυρό του Κυρίου. Έτσι, όμως, από ένα δυτικότροπο Χριστομονισμό οδηγούμαστε πάλι σε έναν Προτεσταντικού τύπου Πνευματομονισμό ή μονισμό των Εσχάτων[xxix]. Ακόμη περισσότερο: παρερμηνεύοντας ο ΜΠΙΖ τον άγιο Μάξιμο, παράγει μια Ο ν τ ο λ ο γ ί α, που βασισμένη σε μια αντίληψη για την Ανάσταση, ως ιδιαίτερης, υπεροχικής και ουσιωδώς αυτονομημένης στιγμής (“moment”) της Οικονομίας, παράγει ένα δεύτερο, άλλης τάξεως Χριστό (σε αντίθεση προς τον ιστορικό Χριστό της “αναγκαιότητας”).

Στη δεύτερη δήλωση (θέση β’), ο ΜΠΙΖ βλέπει τον Θεό να δρα “ελεύθερα” μετά τη Σάρκωση Του. Θεός “ε λ ε ύ θ ε ρ ο ς” από τη Σάρκωση σημαίνει, ωστόσο, Θεός που μετά τη Σάρκωση δρα α ν ε ξ ά ρ τ η τ α από τη Σάρκωσή Του! Και Θεός, που δρα στο “μ έ λ λ ο ν”, μετά τη Σάρκωση, απαλλαγμένος από τη Σάρκωση, δείχνει έναν θεό που αποκαλύπτει διαφορετικές αλήθειες στο μέλλον από ό,τι μας φανέρωσε η τελεία, κατά την πίστη της Εκκλησίας, Αλήθεια, ο Χριστός («Ἐγώ εἰμί ἡ ὀδός καί ἡ άλήθεια καί ἡ ζωή», Ιωαν. 14, 6). H Σάρκωση του Θεού χάνει το νόημα της ως κεντρικό σημείο αναφοράς στην Οικονομία του Θεού.

Επομένως με την θέση β’, ο Μητροπολίτης προχωράει ακόμη μακρύτερα σε άρνηση του Χριστού, από ό,τι στον χωρισμό σε δύο Χριστούς, τον “ιστορικό” και τον “εσχατολογικό”. Καταλύει και τη μ ο ν α δ ι κ ό τ η τ α του Χριστού. Ο Π. Ευδοκίμωφ μας υπενθυμίζει την Αποστολικοπατερική πίστη, βεβαιώνοντας: «Τίποτε νέο δεν μπορεί να συμβεί μέσα στην ιστορία. Δεν μπορούμε να ξεπεράσωμε τον Χριστό». Διότι, βέβαια, κατά την πίστη μας ο Χριστός, ως ο Σαρκωθείς Θεός, είναι το μοναδικό «μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων) [xxx]. Το Μυστήριο «τό μόνον καινόν ὑπό τόν ἣλιον»[xxxi].

Σύμφωνα με τη δήλωση β’, η αλήθεια του Χριστού υπερβαίνεται από τον Θεό (!), οποτεδήποτε Αυτός το θελήσει στο “μέλλον“, καθώς «Η σάρκωση δεν καθηλώνει τον Θεό στην ιστορία» […] «Για την ιστορία αποφασίζει το μέλλον και το μέλλον φυλάσσεται στην ελευθερία του Θεού».

Ο “ιστορικός” Χριστός του ΜΠΙΖ είναι ξένος προς Αυτόν που είπε «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». (Ιωαν. 14, 6), «'Ὃς ἐλθὼν καὶ π ᾶ σ α ν τὴν ὑπὲρ ἡμῶν οἰκονομίαν πληρώσας, τῇ νυκτί, ᾖ παρεδίδοτο, μᾶλλον δὲ ἑαυτὸν παρεδίδου (ελευθέρως!) ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς» (Θ. Λειτουργία, Ιωαν. Χρυσοστόμου). «Ο Κύριος απέθανε επί του Σταυρού. Ο θάνατός του ήτο θάνατος αληθινός […] Κυρίως όμως ήτο ένας θάνατος ε κ ο ύ σ ι ο ς […] «Κατεδέξατο» τον θάνατον κατ’ ευδοκίαν της λυτρωτικής Του αγάπης προς ημάς». Ο “ιστορικός” Χριστός του ΜΠΙΖ είναι ξένος προς τον Χριστό της Εκκλησίας, που «ὡς μόνος παντοδύναμος» ανέστη εκ νεκρών, γενόμενος «Πάσχα τῆς ἀφθαρσίας, τοῡ κόσμου σωτήριον». Ο Χριστός του ΜΠΙΖ δεν είναι ο Θεός των Χριστιανών.

Εξάπαντος οι δύο δηλώσεις (α’ και β’) συγκλίνουν στο να παρουσιάζουν εμφανώς τον Χριστό της Ιστορίας δούλο της ενδοκοσμικότητας («αναγκαιότητα της ιστορικής ύπαρξης»). Ο Χριστός θεωρείται ύπαρξη ατελής ως προς τον Θεό, η οποία ανυψώνεται σε κάτι ανώτερο μετά την Ανάσταση. Η Αλήθεια είναι υπόθεση του μέλλοντος (θεωρουμένου είτε ενδοϊστορικώς είτε μεταϊστορικώς), ενώ το “μέλλον” εξυψώνεται μέχρι ειδωλοποιήσεως («Για την ιστορία αποφασίζει το μ έ λ λ ο ν»), και, ταυτόχρονα, αυτοακυρώνεται[xxxii].

Με τις ανωτέρω θέσεις ο Ιησούς Χριστός της Ιστορίας, των Ευαγγελίων και της Εκκλησίας, παύεται από μόνος Σ ω τ ή ρ α ς. Αντίθετα, ο ίδιος ο Χριστός φέρεται ως έχων ανάγκη σωτηρίας, που επιτυγχάνεται στα έσχατα.

Συμπερασματικά, η αντορθόδοξη θρησκευτική φιλοσοφία περί εσχατολογικού Χριστού του ΜΠΙΖ εκβάλλει σε ένα πρόσωπο κτιστό. Ένα Χριστό απο-Θεανθρωποποιημένο.

5.Η Εσχατολογία ως Οντολογία - Έσχατα άνευ Θεανθρώπου;

Η μεταφυσική του ΜΠΙΖ έχει ως κεντρική της θέση μια Οντολογία θεμελιωμένη στη μέλλουσα Βασιλεία. Ο συγγραφέας αναπτύσσει μια παράδοξη (Β’ Τιμ. 4, 4) εσχατολογική Οντολογία[xxxiii], με στοιχεία αστήρικτα στη Γραφή και στην Πατερική Παράδοση, ή μάλλον αντίθετα προς αυτές. Η Οντολογία αυτή ορίζει κυρίως την ιεραρχική δομή και τις πράξεις της Εκκλησίας.

Ως συνέπεια, οι εκκλησιαστικές λειτουργίες ορίζονται τελικώς από δύο Οντολογίες. Μία που εξαρτάται από τον τρόπο υπάρξεως της θεότητας (η Μονάδα παράγει την Τριάδα) και μία από την μέλλουσα Βασιλεία. Το πρώτο–μεθοδολογικό και φιλοσοφικό- πρόβλημα αυτής της συνθέσεως είναι ότι οι δύο Οντολογίες εμπλέκονται αντιθετικά, καθόσον η μία θεμελιώνεται στην αϊδιότητα (θεότητα) ενώ η δεύτερη στην χρονικότητα («the kingdom to come, a future event»).

Το θεμελιώδες αξίωμα της Ζηζιούλειας εσχατολογικής ή εικονιστικής Οντολογίας (iconic ontology) θεωρούμε ότι μπορεί να διατυπωθεί επαρκώς με τις εξής δύο δηλώσεις του συγγραφέα:

(α) «Η Καινή Διαθήκη είναι “εικόνα”, και η των μελλόντων κατάστασις αλήθεια. Το αρχέτυπο […] είναι το αίτιο των τελουμένων εν συνάξει…»[xxxiv].

(β) «Ιn the biblical understanding, as in that of St Maximus, what is represented in Eucharist is what is to comε, he who comes, and the Kingdom which he will establish […]. Ιn other words, the archetype, the cause of “what is accomplished in the synaxis” lies in the future. The Eucharist is the result of the kingdom to come, a future eveνt (“the state of things to come“), being the cause of Eucharist gives it its true being»[xxxv].

Αρχικά πρέπει να επισημάνουμε ότι το θεμέλιο της λεγόμενης “εικονιστικής οντολογίας” του ΜΠΙΖ, η εσχατολογική Βασιλεία, “a future event”, συνιστά α ί τ ι ο (“cause”) της Ευχαριστίας ή και της Καινής Διαθήκης, και δηλώνονται ως Μαξίμεια θέση, αλλά χ ω ρ ί ς π α ρ α π ο μ π ή σε χωρία του αγίου Μαξίμου, στα οποία να αναφέρονται οι όροι “αίτιο” ή “αιτιότητα”!!! Η καταστατική, δήθεν Μαξίμεια, θέση της “εικονιστικής θεολογίας” επανέρχεται σε πλειάδα άρθρων, χωρίς να αναφέρεται ποτέ και πουθενά, έστω και μια μόνο διατύπωση από αυτές, στις οποίες «ο Άγιος Μάξιμος γράφει κ α τ’ ε π α ν ά λ η ψ η (!!!) ότι το μέλλον είναι το α ί τ ι ο –όχι το αιτιατό- του παρελθόντος»[xxxvi]. Ασφαλώς, μια τέτοια θέση δεν θεμελιώνεται στον άγιο Μάξιμο ή σε άλλους Πατέρες της Εκκλησίας και, επιπλέον, θα συνιστά παραπλανητική δήλωση μέχρι τη στιγμή που κάποιος καταθέσει μία τουλάχιστον από αυτές τις… «κατ’ επανάληψη» αναφορές του αγίου Μαξίμου περί της Βασιλείας ως α ι τ ί ο υ της Καινής Διαθήκης!!!

Ο άγιος Μάξιμος δηλώνει ότι η Καινή Διαθήκη είναι «εικόνα» των μελλόντων, ως προς την ένταση της εμπειρίας, χωρίς την παράδοξη αναφορά στις έννοιες “αιτία”-“αιτιατό” και “αλήθεια” –«οὑκ άλήθεια»[xxxvii]. Η θεολογία του αγίου Μαξίμου είναι σε συμφωνία με το αναστάσιμο τροπάριο «Ὦ Πάσχα τό μέγα, καί ἱερώτατον Χριστέ, ὦ σοφία καί Λόγε τοῦ Θεοῦ καί δύναμις῾ δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον, σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς Βασιλείας σου». Ἐκτυπώτερον!: Η Εκκλησία την ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου, δεν παρακαλεί να μεταφερθεί από το “ψεύδος” του παρόντος ή του παρελθόντος στην αλήθεια του “μέλλοντος”, αλλά αναφωνεί: «δίδου ἡμίν ἐ κ τ υ π ώ τ ε ρ ο ν, σοῡ μετασχεῑν…» στη Βασιλεία Σου! Φυσικά! Διότι κατά την καινοδιαθηκική βεβαίωση «ν ῦ ν τέκνα Θ ε ο ῦ ἐσμεν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐὰν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν κ α θ ώ ς ἐ σ τ ι» (Β’ Ιωαν., 3, 2). Στη Βίβλο υπάρχει μια κλιμάκωση και ένας προσανατολισμός π ρ ο ς το μέλλον καθώς και μια αναφορά ή πρόγευση του μέλλοντος, αλλ’ όχι το αντίθετο, δηλαδή οντολογική-αιτιακή εξάρτηση α π ό το μέλλον. Όπως το σχολιάζει ο Π. Νέλλας, «είναι γνωστό πως για την ορθόδοξη παράδοση η γραμμή Αδάμ – Χριστός ορίζει την αλήθεια της ιστορίας, το βαθύτερο περιεχόμενο και τον σ κ ο π ό του ιστορικού γίγνεσθαι»[xxxviii]. To βαθύτερο, δηλαδή, περιεχόμενο της ιστορίας είναι ο εσωτερικός στόχος π ρ ο ς το μέλλον και ορίζεται ως πορεία από τον Αδάμ προς το Χριστό (της πρώτης και δεύτερης Παρουσίας Του) ή όπως γράφει ο π. Δημήτριος Στανιλοάε, ερμηνεύοντας την “Μυσταγωγία” του αγίου Μαξίμου, «…για τον άγιο Μάξιμο. Με την κίνηση φτάνει η δημιουργία τον άπειρο σ κ ο π ό της»[xxxix], υπενθυμίζοντας την θεμελιώδη χριστιανική πίστη περί κινήσεως του κόσμου και της Εκκλησίας π ρ ο ς τα έσχατα, σε μία μελλοντική πραγματικότητα, όπως προεπενοήθηκε από τον Τριαδικό Θεό.

Επισημαίνουμε, επιπλέον, ότι στα πλαίσια αναζήτησης προσδιορισμού της Ζηζιούλειας Χριστολογίας, βρίσκουμε ότι η πραγματικότητα της μελλοντικής Βασιλείας περιγράφεται ως εξής: «Η Βασιλεία του Θεού θα περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία, τα οποία συνιστούν ετερότητα σχέσεων […] (α) Σύναξη του διασκορπισμένου λαού του Θεού […] (β) Σύναξη με κέντρο το πρόσωπο του Χριστού […] «ως εικών του Θεού του αοράτου» (Κολ. 1, 15), (γ) (ο Χριστός) περιστοιχιζόμενος από τους «Δώδεκα» […] θα υπάρχει ετερότητα σχέσεων καθωρισμένη από τη διαφορά μεταξύ των τριών τουλάχιστον στοιχείων, τα οποία αναφέραμε: Λαός, (ή «οι πολλοί» ή ακόμα «τα πάντα»), Χριστός, Απόστολοι…»[xl].

Γράφει ο ΜΠΙΖ: «Στη Βασιλεία του Θεού θ α υ π ά ρ χ ε ι ε τ ε ρ ό τ η τ α σ χ έ σ ε ω ν των λειτουργημάτων […] Η Βασιλεία του Θεού (περιλαμβάνει στοιχεία) τα οποία συνιστούν ετερότητα σχέσεων, και μ’ αυτή την έννοια δ ο μ ή υ π α ρ κ τ ι κ ο ύ χαρακτήρα». Είναι φανερό πλέον ότι ο Μητροπολίτης Ιωάννης επεκτείνει την ιεραρχική δομή παντού: οντολογική ιεραρχία στη θεότητα[xli], οντολογική ιεραρχία στην Εκκλησία[xlii], ιεραρχία τάξεων και στα έσχατα! Η έννοια της “ιεραρχίας”, υπό την έννοια της υποταγής του κατώτερου στο ανώτερο, αναδεικνύεται η κεντρική έννοια στην σκέψη του Μητροπολίτη σε κάθε “μορφή” του Είναι: Θεός, Εκκλησία, κόσμος, Βασιλεία. Αν και η θεολογία του ΜΠΙΖ είναι περισσότερο γνωστή για την έμφαση που δίνει στην έννοια του Προσώπου, εκείνο που ιδιαίτερα την χαρακτηρίζει είναι η θεωρία της υποταγής (subordination), διότι θεωρείται ότι «Η ι ε ρ α ρ χ ί α είναι μια έννοια έ μ φ υ τ η στην ιδέα του προσώπου»[xliii].

Τα στοιχεία που συνιστούν ετερότητα σχέσεων, ως «δομή υπαρκτικού χαρακτήρα» στην Βασιλεία, είναι κατά τον ΜΠΙΖ, ο «Λαός, (ή «οι πολλοί» ή ακόμα «τα πάντα»)», ο Χριστός, και οι Απόστολοι». Η θέση αυτή εμπεριέχει παραδοξολογήματα. Εδώ επικεντρώνουμε την προσοχή μας μόνο στη διερεύνηση του εξής θεμελιώδους ερωτήματος: π ο ι ο ς α κ ρ ι β ώ ς είναι στη Βασιλεία “he who comes” ή το “κέντρο” της Συνάξεως του “διασκορπισμένου λαού του Θεού”;

Εκ της περιγραφής της Βασιλείας προκύπτει ότι ο “εσχατολογικός Χριστός” χαρακτηρίζεται «ως ε ι κ ώ ν του Θεού του α ο ρ ά τ ο υ». Ο Θεός, επομένως, κατά την αντίληψη του ΜΠΙΖ, παραμένει αόρατος και στην μέλλουσα Βασιλεία Του...

Επιπλέον, ο ΜΠΙΖ εμφανίζει τον εσχατολογικό Χριστό ως ένα «μ ε τ α ξ ύ των τριών (τουλάχιστον) σ τ ο ι χ ε ί ω ν» της Βασιλείας. Ακριβέστερα, ως ένα “στοιχείο”, συνοδευόμενο από ένα δεύτερο, τον “λαό”, που σημαίνει «οι πολλοί» ή ακόμα «τα πάντα», και ένα τρίτο “στοιχείο”, τους “Αποστόλους”.

Η πρώτη παρατήρηση του αναγνώστη – ερευνητή αφορά την πηγή της πληροφορίας που ορίζει την ύπαρξη των δύο συγκεκριμένων “στοιχείων“, πέραν του Χριστού. Πού θεμελιώνεται η συγκεκριμένη απόφανση του συγγραφέα περί των τριών συγκεκριμένων “στοιχείων” που συνιστούν την Βασιλεία; Δεν αναφέρεται κάποια μαρτυρία από τη Βίβλο ή την Πατερική θεολογία[xliv]. Πρόκειται για επινόηση του Μητροπολίτη; Δεν υπάρχει κάποια θεολογική επιχειρηματολογία.

Δεύτερη βασική παρατήρηση: δεν είναι κατανοητό γιατί θεμελιώδη στοιχεία της Βασιλείας, πέραν του Χριστού, επιλέγονται και κατονομάζονται οι Απόστολοι και ο λαός, ενώ απουσιάζουν η Θεοτόκος και ο Τίμιος Πρόδρομος. Υπονοείται άραγε ότι η Θεοτόκος συμπεριλαμβάνεται στο στοιχείο “λαός”, ενώ οι Απόστολοι διακρίνονται με βάση την «ετερότητα σχέσεων […] και την ιεράρχηση των λειτουργημάτων»; Στην περίπτωση αυτή η Θεοτόκος, «η μετά Θεόν θεός», θα πρέπει να νοηθεί ότι δεν επιτέλεσε διακριτό λειτούργημα στην Οικονομία του Θεού! Ή μήπως η θεωρητική κατασκευή του ΜΠΙΖ για την Βασιλεία επιλέγει τα τρία “στοιχεία” με τρόπο που να υπονοεί κάποια κοσμικού τύπου οντολογικώς εξουσιαστική υποταγή κατώτερου σε ανώτερο, που εισάγονται ως ουράνιες αλήθειες, κατάλληλες για την προβολή τους στην θέσμιση της Εκκλησίας; Δυστυχώς, η παραπάνω υπόθεση επιβεβαιώνεται από τα γραπτά του συγγραφέα, ο οποίος δηλώνει αφενός ότι αυτά τα τρία “στοιχεία” προσδιορίζουν την Βασιλεία[xlv], και, αφετέρου, αυτή η… ουράνια πραγματικότητα της «ετερότητας των προσωπικών σχέσεων» προβάλλεται και δημιουργεί την αλήθεια της Εκκλησίας, ως ιεραρχικής δομής[xlvi].

Περαιτέρω, παρατηρούμε ότι ο Χριστός παρουσιάζεται ως “στοιχείο” της Βασιλείας, αλλά όχι ως Βασιλέας της Βασιλείας «Β α σ ι λ έ α της οποίας ονόμαζεν Εαυτόν ο Χριστός (Ιωαν. 18, 36-37)»[xlvii]. Θα μπορούσαμε μήπως να συσχετίσουμε την εικόνα αυτού του “στοιχείου“ - “εσχατολογικός Χριστός”, με Εκείνον που είναι κατά την Χριστιανική πίστη «τὸ Α καὶ τὸ Ω», «ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ» (Αποκ. 1, 8); Η διαφορά μεταξύ Ζηζιούλειου και Βιβλικού παραδείγματος είναι εμφανώς αβυσσαλέα.

Η εσχατολογική Βασιλεία, άλλωστε, δεν είναι μόνο η «Βασιλεία του Θεού». Είναι επίσης η Βασιλεία του Θεού Λόγου. Ο άγιος Μάξιμος, τον οποίον επικαλείται ο Μητροπολίτης για την περί Βασιλείας θεωρία του, επισημαίνει: «ὁ δεδοξασμένος τοῦ Θεοῦ Λόγος σαρκωθείς, πρόδρομος τῆς πνευματικῆς αὐτοῦ παρουσίας γεγένηται· παιδαγωγῶν τάς ψυχάς διά τῶν οἰκείων λόγων, πρός ὑποδοχήν τῆς ἐμφανοῦς αὐτοῦ θεϊκῆς παρουσίας· ἥν ἀεί μέν ποιεῖται, μεταβάλλων ἀπό τῆς σαρκός πρός τό πνεῦμα διά τῆς ἀρετής τους αξίους ποιήσει δέ καί ἐπί τέλει τοῦ αἰῶνος, ἐμφανῶς ἀποκαλύπτων τά τέως πᾶσιν ἀπόῤῥητα»[xlviii].

Στο “κέντρο” της Βασιλείας, ή, καλύτερα, το κέντρο της Βασιλείας, είναι κατά τον άγιο Μάξιμο «ὁ δεδοξασμένος τοῦ Θεοῦ Λόγος», ο Οποίος «σαρκωθείς, πρόδρομος τῆς πνευματικῆς αὐτοῦ παρουσίας γεγένηται». Αυτός «ὁ δεδοξασμένος τοῦ Θεοῦ Λόγος» φανερώνεται ως Φώς «ἐπί τέλει τοῦ αἰῶνος, ε μ φ α ν ῶ ς ἀ π ο κ α λ ύ π τ ω ν τά τέως πᾶσιν ἀπόῤῥητα». Ο «δεδοξασμένος τοῦ Θ ε ο ῦ Λ ό γ ο ς», ο Σαρκωθείς, Σταυρωθείς και Αναστάς Χριστός, δεν είναι απλά ένα ατομικό κτιστό στοιχείο της Βασιλείας, μαζί με τον “λαό” και τους “Αποστόλους”. Είναι ταυτόχρονα, αδιάσπαστα και θεμελιωδώς, το Πρόσωπο της «θ ε ϊ κ ῆ ς παρουσίας» στα έσχατα («ἐπί τέλει τοῦ αἰῶνος»).

Άλλωστε, κατά τον αγ. Μάξιμο «Εὶ διά τοῦτο γέγονεν υἱός ἀνθρώπου καί ἄνθρωπος ὁ τοῦ Θεοῦ καί Πατρός Υἱός Θεός Λόγος, ἵνα ποιήσῃ θεούς καί υἱούς Θεοῦ τούς ἀνθρώπους· ἐκεῖ γενήσεσθαι πιστεύσωμεν, ἔνθα νῦν αὐτός ἐστιν ὁ Χριστός ὡς κεφαλή τοῦ ὅλου σώματος, καί ὑπέρ ἡμῶν γενόμενος πρόδρομος πρός τόν Πατέρα, τό καθ᾿ ἡμᾶς. Ἐν γάρ συνανωγῇ θεῶν, τῶν σωζομένων, ἔσται Θεός μέσος ἱστάμενος (και ορώμενος!), διανέμων τάς ἀξίας τῆς ἐκεῖθεν μακαριότητος· τοπικήν οὐκ ἔχων ἀπό τῶν ἀξίων διάστασιν»[xlix]. Το κέντρο της Βασιλείας δεν είναι ένα απλό στοιχείο μεταξύ άλλων, αλλά βεβαίως ο σαρκωθείς, σταυρωθείς, αναστάς και αναληφθείς του «Πατρός Υἱός Θεός Λόγος».

Το ανωτέρω κεφάλαιο του αγίου Μαξίμου ερμηνεύει, επίσης, ότι η Βασιλεία του Θεού υπάρχει αληθώς “ένθα”, δηλαδή “εκεί”, όπου τώρα είναι ο Χριστός ως κεφαλή του σώματος, και ότι ο Θεός Λόγος σαρκώθηκε βέβαια με στόχο να πραγματοποιηθεί η “σύναξη” του σώματος στο μέλλον («ἐκεῖ γενήσεσθαι πιστεύσωμεν, ἔ ν θ α ν ῦ ν αὐτός ἐστιν ὁ Χριστός ὡς κεφαλή τοῦ ὅλου σώματος, καί ὑπέρ ἡμῶν γενόμενος πρόδρομος πρός τόν Πατέρα»). Η τελική λοιπόν σύναξη του λαού του Θεού στη Βασιλεία (το α’ στοιχείο της Βασιλείας κατά τον ΜΠΙΖ) είναι μελλοντικός σ τ ό χ ο ς (“γ ε ν ή σ ε σ θ α ι”!) και όχι αιτία…

Η περιγραφή της εσχατολογικής Βασιλείας υπό του ΜΠΙΖ, και η εξ αυτής κατανόηση του Προσώπου του Χριστού (καθώς και του Μυστηρίου της Παρουσίας Του στη Θ. Ευχαριστία) είναι γενικότερα ριζικώς αντίθετη με την κατανόηση του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή, την οποία παρερμηνεύει, συνδέοντας ασύνδετα μεταξύ τους αποσπάσματα των αγίων Μαξίμου του Ομολογητού και Διονυσίου του Αρεοπαγίτη (όπως η φράση «οὐκ άλήθεια»[l], στην οποία θα επανέλθουμε σε επόμενη εργασία).

Η προτεινόμενη “εικονιστική Οντολογία”, που προσδίδει την όποια αλήθεια της Οικονομίας του Θεού, ιδιαιτέρως δε της Καινής Διαθήκης (και της Θ. Ευχαριστίας), στην τελική Βασιλεία, συνιστά μια πολύ ασθενή μεταφυσική κατασκευή, καθώς η αλήθεια της ριζώνει σε ένα χρονικό κλάσμα (το μέλλον), ή σε μια χρονικά προσδιορισμένη πραγματικότητα («a future event»).

Αυτή η κατανόηση της “Βασιλείας” ως μιας αυτόνομης οντολογικής πραγματικότητας, πέραν της λογικής και θεολογικής αυθαιρεσίας της, συνιστά επιπλέον ουσιώδη ανατροπή του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, με εμφανή την υποτίμηση, ή μάλλον την ακύρωση του Χριστού ως Θεανθρώπου Σωτήρα. Η περιγραφή αυτή είναι απολύτως ξένη και προς το όλον της Θεολογικής Παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και, βεβαίως, προς αυτήν του Ρωμαιοκαθολικισμού και του Παραδοσιακού Προτεσταντισμού. Τέτοια θεολογία, επομένως, δεν μπορεί να είναι μια βάση για διαχριστιανικό διάλογο, για τον οποίο εργάσθηκε πολύ ο ΜΠΙΖ, και κατ’ ουσίαν τον υποσκάπτει σε βάθος χρόνου.

6.Συμπεράσματα

Οι πλέον θεμελιώδεις και, ταυτόχρονα, αποκλίνουσες θεολογικές θέσεις στο έργο του Περγάμου Ιωάννη είναι, κατά την γνώμη μας, οι εξής δύο, εκ των οποίων πηγάζουν και σειρά άλλων στρεβλών θεολογικών απόψεων.

Α. Η αναβίωση των αρχαίων αντι-Τριαδικών αιρέσεων, η οποία εμφανίζεται σε σύγχρονη φιλοσοφικοθεολογική γλώσσα, ως μια Ενολογική-μονταλιστική θεωρία, με βασικό σύνθημα «ο ‘Ενας Θεός είναι ο Πατήρ».

Β. Μια νέα θεωρία εσχατολογίας, βασισμένη στο πνεύμα των “επιστημονικών” εσχατολογιών των Weiss και Schweitzer, με τις οποίες συνδέεται και η υπαρξιακή εσχατολογία του Bultmann. Η μέλλουσα Βασιλεία που προβάλει ο ΜΠΙΖ δεν υφίσταται ως σχέδιο του Θεού, που θα πραγματοποιηθεί στα έσχατα ως αποτέλεσμα της Οικονομίας του Τριαδικού Θεού στο πρόσωπο του Σαρκωθέντος Yιού και Λόγου. Η Εσχατολογία του ΜΠΙΖ αποχωρίζεται από την Οικονομία του Θεού και Λόγου και μετατρέπεται σε αυτόνομη Οντολογία. Εκ της αντικειμενοποιημένης Εσχατολογίας, και όχι εκ της Οικονομίας του Θεού και Λόγου, λαμβάνουν κάποια εικονιστική υπόσταση τα σωτηριώδη γεγονότα της Εκκλησίας ή της ανθρωπότητας. Η “εικονιστική εσχατολογία” συνιστά μια λογικώς και θεολογικώς αυθαίρετη εκφιλοσόφηση του μυστηρίου της βεβαίας ελπίδος της Δεύτερης Παρουσίας του Υιού του Θεού ή της τελικής Βασιλείας του Θεού.

Ειδικότερα, στην παρούσα μικρή μελέτη ο ορίζοντας της έρευνας ήταν το ερώτημα για το Πρόσωπο του Χριστού στα δημοσιευμένα έργα του ΜΠΙΖ. Επισημάναμε τέσσερεις προσεγγίσεις με ριζοσπαστική υποτίμηση του προσώπου Του.

(α) Ο ΜΠΙΖ υποστηρίζει ότι η Εκκλησία αγνοεί εν γένει τον Χριστό, διότι γίνεται δεκτό ότι «η αυθεντία του λόγου των Γραφών, […] οι πράξεις του Χριστού, ο χαρακτήρας ή η συμπεριφορά του, ακόμη και η ηθική του που δίδαξε, έχουν καταστεί αντικείμενο σοβαρής αμφισβήτησης». (Η άρνηση του Θεανθρώπου εκφράζεται συναφώς και στην τεχνητή διαφοροποίηση των εννοιών “εσχατολογικού” και “ιστορικού” Χριστού”, που προέρχονται από την πνευματική παράδοση του κύκλου των Weiss, Schweitzer, Bultmann κ. ά.)

(β) Ο Χριστός εμφανίζεται ως πρόσωπο υποκείμενο στην ιστορική αναγκαιότητα, το οποίο η Ανάσταση το καθιστά «ύπαρξη εσχατολογική».

(γ) Αυτός ο “εσχατολογικός Χριστός” νοείται «ως ένωση κτιστού και ακτίστου στα έσχατα», δηλαδή, όχι ως εξαρχής Θεάνθρωπος, ως υποστατική ένωση Ακτίστου και κτιστού στην Ιστορία, ως αληθώς Σωτήρ.

(δ) Ο Χριστός, είναι μερική, και όχι η μοναδική αποκάλυψη του Θεού.

Η έννοια της αλήθειας που… «έρχεται από το μέλλον» συνιστά σταθερό μοτίβο στην σκέψη του ΜΠΙΖ, αλλά δεν είναι ούτε παραδοσιακή, ούτε και πρωτότυπη! Η ανωτέρω αντίληψη έχει πηγή τις προτεσταντικές διεργασίες περί της Βασιλείας του Θεού στον 20ου αιώνα. Ο Hamilton ήδη το 1960, ερμηνεύοντας τον Bultmann, συμπεραίνει: «Υπ’ αυτήν την έννοια η λύτρωση, η σωτηρία, η αυθεντική ζωή κτλ. έρχονται α π ό το μ έ λ λ ο ν […] και έτσι η εσχατολογία καθίσταται πηγή ζωής»[li].

Ο διάσημος προτεστάντης J. Jeremias παρομοίως σχολιάζει: «Φτάσαμε στο σημείο να θυσιάζουμε τη φράση “ο λόγος σάρξ εγένετο” και να γκρεμίζουμε την ιστορία της σωτηρίας […] Φτάσαμε να πλησιάζουμε τον δοκητισμό, δηλαδή να θεωρούμε τον Χριστό απλή ιδέα»[lii].

Τέλος, ο Γ. Πατρώνος σχολιάζοντας επίσης τις προτεσταντικές εσχατολογίες σχολιάζει το 1975: «Διαπιστώνει τις παράδοξον τι εν τη δ υ τ ι κ ή θεολογική σκέψει, δηλαδή, οσάκις αύτη ομιλεί δια το μ έ λ λ ο ν και το ε σ χ α τ ο λ ο γ ι κ ό ν, αντιλαμβάνεται ως ήδη τετελεσμένα και οσάκις ομιλεί δια το παρελθόν και το ιστορικόν, είναι ως να ομιλεί δια τι μη πραγματικόν»[liii], και «οδηγεί ημάς εις μίαν σαφώς νέαν μορφήν δοκητισμού και γνωστικισμού, ένθα εγκαταλείπεται ο Ιησούς της Ναζαρέτ και συγκρατείται μόνον ο α ν α σ τ ά ς Χριστός»[liv]. Οι ανωτέρω παρατηρήσεις για την Δυτική εσχατολογική σκέψη εφαρμόζονται πλήρως και στην ειδωλοποίηση του μέλλοντος στη θεωρητική κατασκευή του ΜΠΙΖ[lv].

Η αυτονόμηση της Εσχατολογίας και η ανάδειξή της σε “ουσία” Χριστιανισμού δεν είναι ουδόλως Χριστιανική διδασκαλία. Η Εκκλησία, δια του αγίου Νικολάου Καβάσιλα, για παράδειγμα, «διδάσκει ότι υπάρχει εσωτερική τ α υ τ ό τ η τ α μεταξύ του ι σ τ ο ρ ι κ ο ύ σώματος του Ιησού και της Ε κ κ λ η σ ί α ς, μεταξύ των ενεργειών του συγκεκριμένου σώματος του Κυρίου και των μυστηρίων. Τα μυστήρια προεκτείνουν πραγματικά τις λειτουργίες εκείνου του σώματος (του Κυρίου Ιησού) και παρέχουν αληθινά τη ζωή του. «Ταύτης τῆς ἐ ν α ν θ ρ ω π ή σ ε ω ς τοῦ Κυρίου μυσταγωγία ἐστί τα τελούμενα (392 Δ [άγ. Νικόλαος Καβάσιλας]»[lvi] και όχι μια “εικονιστική”[lvii] πραγματικότητα της μελλοντικής καταστάσεως, δηλαδή μια πραγματικότητα ε ι κ ο ν ι κ ή (virtual reality), που υφίσταται ως «οὐκ ἀλήθεια»[lviii]!

Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, έζησε εκ του πλησίον τις θεολογικές ζυμώσεις των προτεσταντικών εσχατολογικών θεωριών του 20ου αιώνα, όπως της «Συνεπούς Εσχατολογίας», της «Πραγματοποιηθείσας Εσχατολογίας» και της υπαρξιακής εσχατολογίας της “απομύθευσης” του Βultmann, που αποθεώνουν με τον έναν ή άλλο τρόπο την αυτόνομη (χωρίς Σωτήρα Χριστό) έννοια της «Βασιλείας του Θεού». Ο ίδιος επισημαίνει: «Κατά την ορθόδοξον αντίληψιν ο Χριστός πρώτα απ’ όλα είναι “Σωτήρ”. […] Η σωτηρία δεν περιέχεται τόσον εις το ευαγγέλιον της β α σ ι λ ε ί α ς των ουρανών, όσον εις το θ ε α ν δ ρ ι κ ό ν π ρ ό σ ω π ο ν του ιδίου του Κυρίου και του έργου Του· δηλ. εις το σωτήριον Πάθος Του, τον ζωοποιόν Σταυρόν, τον θάνατόν Του και την Ανάστασίν Του»[lix]. «Ο “τύπος”δεν είναι παρά μια σκιά ή εικών. Εις την Καινή Διαθήκην έχομεν την ιδίαν την αλήθειαν. Η Καινή Διαθήκη επομένως είναι περισσότερον από μίαν “εικόνα” της ερχόμενης Βασιλείας, είναι δε εν τελική αναλύσει ο χώρος της πληρώσεως […] αφ’ ετέρου το έσχατον δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί»[lx]

Συμπερασματικά, τόσο η καθεαυτή θεολογία περί ενός μονοπρόσωπου Θεού όσο και η εσχατολογική Οντολογία του ΜΠΙΖ συγκλίνουν στην πίστη σε ένα Χριστό που είναι υποδεέστερος του Θεού (Πατρός). Και οι δύο θεωρίες οδηγούν στην αποκαθήλωση του Κυρίου Ιησού Χριστού από το κέντρο της Θείας Οικονομίας και της πίστεως στον Χριστό ως Θεανθρώπου Σωτήρος. Ειδικότερα, έγινε φανερό στην παρούσα σύντομη μελέτη ότι οι περιγραφές του ΜΠΙΖ περί του Χριστού αποδίδουν ιδιότητες στον Χριστό που δεν αρμόζουν εις Αυτόν ως εις “Θεόν άληθινόν, ἐκ Θεού άληθινοῦ». Έγινε επίσης φανερό ότι η οντολογική υφεσιακή ιεράρχηση του Υιού στην αΐδια Τριάδα, που καταδείξαμε σε προηγούμενο και προαναφερθέν άρθρο μας στο ΑΝΤΙΦΩΝΟ, εφαρμόζεται και στην Οικονομική Τριάδα, ως οντολογική διαφοροποίηση του Ιησού Χριστού από τον Θεό (Πατέρα), με την εισαγωγή και ειδωλολατρική χρήση νέων εννοιών, που παρακάμπτουν την ευαγγελική προτροπή «Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων».

Ξάνθη, Εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, 2025


Εικόνα (ημιτελή;) από το εξώφυλλο το βιβλίου «Ζητώντας την Εικόνα του Θεού Μέσα» (εκδ. ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ, 2024 / εξαντλημένο, υπό επανέκδοση) του Χρίστου Αναγνωστόπουλου. Διά χειρός του συγγραφέα.


Δημήτρης Γ. Ιωάννου 30 Μαρτίου 2025 στο 1:39 ΜΜ

Δεν πρόκειται για μια απλή θεολογική εργασία, αλλά για ένα αριστούργημα. Είναι ο,τι καλύτερο έχω ποτέ διαβάσει. Πρόκειται για κείμενο που “ορθοτομεί τον λόγον της αληθείας”, με όλη την σημασία της λέξεως. Δόξα τω Θεώ, δεν εγκατέλειψε ο Θεός την Εκκλησία Του.


ΟΙ ΕΝΩΤΙΚΟΙ. Ο ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ. ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΕΝΩΤΙΚΟΙ , ΜΑΛΛΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΟΙ ΔΙΑΧΩΡΙΣΤΙΚΟΙ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ. ΟΙ ΜΟΡΦΩΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΜΟΡΦΩΤΟΙ. ΟΙ ΑΙΩΝΙΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΦΕΤΖΗΔΕΣ. ΟΙ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΝΑΡΓΙΛΕ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΟΡΙΤΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΟΡΟΥ. ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΙ ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΙΕΡΕΙΣ. Ο ΚΛΗΡΟΣ, ΟΙ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ. 
ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΗ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΤΗΣ, ΓΝΩΣΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟΥΣ.
Η ΜΑΖΑ ΟΜΩΣ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ, ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΙΑΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ, ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ. ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙ ΝΤΟΠΑΡΙΣΜΕΝΟΙ ΕΙΤΕ ΜΕ ΙΔΕΕΣ ΕΙΤΕ ΜΕ ΧΗΜΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΧΗΜΕΙΕΣ.
ΕΛΑΧΙΣΤΟΙ ΕΝΑΠΟΜΕΙΝΑΝΤΕΣ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΛΕΙΝΟΥΝ ΤΟΝ ΘΛΙΒΕΡΟ ΚΥΚΛΟ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ.
 
Η ΑΥΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΗΣ Ο ΜΠΙΖ. Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ.
ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ.

Ανώνυμος είπε...

Ησ ΛΖʹ, 33 – ΛΗʹ, 6
Τάδε λέγει Κύριος ἐπὶ Βασιλέα Ἀσσυρίων. Οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν πόλιν ταύτην, οὐδὲ μὴ βάλῃ ἐπʼ αὐτὴν βέλος, οὐδὲ μὴ ἐπιβάλῃ ἐπʼ αὐτὴν θυρεόν, οὐδὲ μὴ κυκλώσῃ ἐπʼ αὐτὴν χάρακα, ἀλλὰ τῇ Ὁδῷ, ᾗ ἦλθεν, ἐν αὐτῇ ἀποστραφήσεται, καὶ εἰς τὴν πόλιν ταύτην οὐ μὴ εἰσέλθῃ. Τάδε λέγει Κύριος· Ὑπερασπιῶ ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης τοῦ σῶσαί αὐτὴν διʹ ἐμέ, καὶ διὰ Δαυῒδ τὸν παῖδά μου. Καὶ ἐξῆλθεν Ἄγγελος Κυρίου, καὶ ἀνεῖλεν ἐκ τῆς παρεμβολῆς τῶν Ἀσσυρίων ἑκατὸν ὀγδοήκοντα πέντε χιλιάδας· καὶ ἀναστάντες τὸ πρωΐ, εὗρον πάντα τὰ σώματα νεκρά. Καὶ ἀπῆλθεν ἀποστραφεὶς Σεναχηρείμ, βασιλεὺς Ἀσσυρίων, καὶ ᾤκησεν ἐν Νινευΐ. Καὶ ἐν τῷ αὐτὸν προσκυνεῖν ἐν τῷ οἴκῳ Νασαρὰχ θεοῦ αὐτοῦ, πάτραρχον αὐτοῦ, Ἀδραμέλεχ καὶ Σαρασὰρ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἐπάταξαν αὐτὸν μαχαίραις, αὐτοὶ δὲ διεσώθησαν εἰς Ἀρμενίαν· καὶ ἐβασίλευσεν Ἀσορδὰν ὁ υἱὸς αὐτοῦ, ἀντʼ αὐτοῦ. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐμαλακίσθη Ἐζεκίας ἕως θανάτου· καὶ ἦλθε πρὸς αὐτὸν Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμώς, ὁ Προφήτης, καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Τάδε λέγει Κύριος· Τάξαι περὶ τοῦ οἴκου σου· ἀποθνῄσκεις γὰρ σύ, καὶ οὐ ζήσῃ. Καὶ ἀπέστρεψεν Ἐζεκίας τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πρὸς τὸν τοῖχον, καὶ προσηύξατο πρὸς Κύριον, λέγων· Μνήσθητι, Κύριε, ὡς ἐπορεύθην ἐνώπιόν σου μετὰ ἀληθείας, ἐν καρδίᾳ ἀληθινῇ, καὶ τὰ ἀρεστὰ ἐνώπιόν σου ἐποίησα. Καὶ ἔκλαυσεν Ἐζεκίας κλαυθμῷ μεγάλῳ. Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Ἡσαΐαν, λέγων· Πορεύθητι, καὶ εἶπον Ἐζεκίᾳ· Τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Δαυῒδ τοῦ πατρός σου· Ἤκουσα τῆς προσευχῆς σου, καὶ εἶδον τὰ δάκρυά σου, καὶ ἰδοὺ προστίθημι πρὸς τὸν χρόνον σου δεκαπέντε ἔτη, καὶ ἐκ χειρὸς βασιλέως Ἀσσυρίων ῥύσομαί σε, καὶ τὴν πόλιν ταύτην, καὶ ὑπερασπιῶ ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης.

Πρμ ΙΔʹ, 27 – ΙΕʹ, 4
Φόβος Κυρίου πηγὴ ζωῆς, ποιεῖ δὲ ἐκκλίνειν ἐκ παγίδος θανάτου. Ἐν πολλῷ ἔθνει, δόξα βασιλέως, ἐν δὲ ἐκλείψει λαοῦ, συντριβὴ δυνάστου. Μακρόθυμος ἀνήρ, πολύς ἐν φρονήσει. Ὁ δὲ ὀλιγόψυχος, ἰσχυρὸς ἄφρων. Πραΰθυμος ἀνήρ, καρδίας ἰατρός, σὴς δὲ ὀστέων, καρδία αἰσθητική, ὁ συκοφαντῶν πένητα, παροξύνει τὸν ποιήσαντα αὐτόν, ὁ δὲ τιμῶν αὐτόν, ἐλεεῖ πτωχόν. Ἐν κακίᾳ αὐτοῦ ἀπωσθήσεται ἀσεβής, ὁ δὲ πεποιθὼς ἐπὶ Κύριον, τῇ ἑαυτοῦ o[σιότητι δίκαιος. Ἐν καρδίᾳ ἀγαθὴ ἀνδρὸς ἀναπαύσεται σοφία, ἐν δὲ καρδίᾳ ἀφρόνων οὐ διαγινώσκεται. Δικαιοσύνη ὑψοῖ ἔθνος, ἐλαττονοῦσι δὲ φυλὰς ἁμαρτίαι. Δεκτὸς βασιλεῖ ὑπηρέτης νοήμων, τῇ δὲ ἑαυτοῦ εὐστροφίᾳ ἀφαιρεῖται ἀτιμίαν. Ὀργὴ ἀπόλλυσι καὶ φρονίμους, ἀπόκρισις δὲ ὑποπίπτουσα ἀποστρέφει θυμόν, λόγος δὲ λυπηρὸς ἐγείρει ὀργάς. Γλῶσσα σοφῶν καλὰ ἐπίσταται, στόμα δὲ ἀφρόνων ἀναγγέλλει κακά. Ἐν παντὶ τόπῳ ὀφθαλμοὶ Κυρίου σκοπεύουσι κακούς τε καὶ ἀγαθούς. Ἴασις γλώσσης, δένδρον ζωῆς. Ὁ δὲ συντηρῶν αὐτήν, πλησθήσεται πνεύματος

Σημειώσεις



[i] Πρωτοπρ. Γ. Αναγνωστόπουλος, Μετανεωτερικό πρόσωπο άνευ-φύλου: Εικόνα του Θεού της Oρθόδοξης Eκκλησίας, Κριτική θεώρηση μιας θεολογικής πρότασης περί Θεϊκού και ανθρώπινου προσώπου, ΑΝΤΙΦΩΝΟ, 2024, https://antifono.gr/metaneoteriko-prosopo-anev-fylou/.
[ii] O Bultmann συνέχισε την προ αυτού παράδοση του ακραίου Προτεσταντισμού περί της κεντρικής θέσεως της “Βασιλείας του Θεού” ως του κηρύγματος του Ιησού, αλλά προσανατολίσθηκε σε μια υπαρξιακή προσέγγιση, με αμφισβήτηση της αυθεντίας των Γραφών καθώς και της πίστεως της αρχαίας Εκκλησίας όσο και του ιδίου του προσώπου του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κατά τον Bultmann, δεν πρέπει να κατανοεί κανείς τον Χριστό ως τον ουράνιο Υιό του Θεού, όπως τον πρόβαλε ο Απόστολος Παύλος (R. Bultmann, Ύπαρξη και Πίστη, Ιησούς και Παύλος, Άρτος Ζωής, μεταφρ. Φ. Τερζάκη, Αθήνα, 1995, 386-415 (Existence and Faith, Living age Books, N. York, 1960). Ο Ιησούς «το μόνο που ζητούσε ήταν εμπιστοσύνη στο Θεό. Για τον Ιησού, δεν υπήρχε ανάγκη καμιάς μεσολάβησης μεταξύ Θεού και ανθρώπου», ούτε του ιδίου […] “ο μύθος του Xριστού” έχει τις πηγές της στις μυθολογίες της εποχής». Τα σωτηριολογικά γεγονότα, όπως η Σάρκωση, ο θάνατος και η Ανάσταση του Χριστού, είναι, κατά τον Bultman, νεωτεριστική αντίληψη του Αποστόλου Παύλου (Ό. α., σ. 386-387). Το πρόγραμμα της “απομυθεύσεως” του ευαγγελικού μηνύματος με έμφαση στην εσχατολογία ως υπαρξιακή τοποθέτηση του ανθρώπου ενώπιον της βασιλείας του Θεού (υπό την επίδραση της υπαρξιακής φιλοσοφίας του Heidegger), έκανε μεγάλη εντύπωση. Στα πλαίσια της υπαρξιακής θεολογίας του, ο Βultmann εισηγήθηκε την ριζοσπαστική αντιδιαστολή μεταξύ “ιστορικού Χριστού” και “Χριστού της πίστεως”.
[iii] Μητρ. Περγάμου Ιωάννη, Ευχαριστία και Βασιλεία, ΣΥΝΑΞΗ, 1994, τεύχη 49, 51, 52.
[iv] John D. Zizioulas, Remembering the Future, Toward an Eschatological Ontology, Forward by Pope Francis, Ed. Bishop Maxim Vasiljević, St. Sebastian Orthodox Press, California, USA, 2023 (Σ’ αυτή την πρόσφατη έκδοση αποτυπώνεται με συστηματικό τρόπο η Εσχατολογική Οντολογία του συγγραφέα, η οποία εμφανίζεται διάσπαρτη σε πληθώρα άλλων έργων).
[v] Η βιβλική έρευνα του 20ου αιώνα, που προηγήθηκε και διαμόρφωσε τις συνθήκες της θεολογίας του Bultmann, εστίασε στο ερώτημα περί του νοήματος της Βασιλείας του Θεoύ στο κήρυγμα του Ιησού Χριστού. Στα πλαίσια αυτά, ο J. Weiss (1863-1914) και A. Schweitzer (1875-1965) πρόταξαν την εσχατολογία ως το πλέον διεισδυτικό στοιχείο στην κατανόηση της Καινής Διαθήκης. Ο J. Weiss θεωρείται ο εμπνευστής και ο A. Schweitzer ο συνεχιστής και εδραιωτής της «Συνεπούς Εσχατολογίας» («Koncequente Eschatologie / Consistent Eschatology») ή «Μελλοντικής Εσχατολογίας». Κατά τον Weiss ο Ιησούς παρουσιάζεται ως προφήτης, διδάσκαλος και διεκδικητής του θρόνου της βασιλείας του Θεού. Κοινό χαρακτηριστικό των J. Weiss και A. Schweitzer είναι η ισχυρή πίστη τους ότι ο Ιησούς ανέμενε την άμεση έλευση της βασιλείας του Θεού, γεγονός για το οποίο διεψεύσθη… «Ο Ιησούς, κατά τον Schweitzer, επίστευε, λανθασμένως, ότι είναι ο υπό του Θεού ωρισμένος Μεσσίας […] Η πρώτη χριστιανική κοινότης προέβη εις παραποίησιν των γεγονότων με σκοπόν την αιτιολόγησιν της διαψεύσεως της αμέσου ελεύσεως της Βασιλείας του Θεού» (Γ. Πατρώνου, Η Βασιλεία του Θεού εν τη συγχρόνω Δυτική Θεολογία, Αθήναι, 1977, σ. 27). Δικαιολογημένα σχολιάσθηκε ότι κατά την αντίληψη του Schweitzer o Ιησούς είναι «ένας εξαπατημένος φανατικός, όστις ματαίως έρριψε την ζωήν αυτού εις μίαν τυφλήν λατρείαν ενός τρελλού αποκαλυπτικού ονείρου, το οποίον ουδέποτε επραγματοποίηθη ή ηδύνατο ποτέ να πραγματοποιηθή» (G. E. Ladd, Jesus and the Kingdom, p. 5, (Γ. Πατρώνου, 1977, σ. 32). Πολλοί αγγλοσάξωνες μελετητές αντέδρασαν στην ερμηνεία της «Συνεπούς Εσχατολογίας». Ισχυρότερη αντίδραση στις απόψεις των J. Weiss και A. Schweitzer πρόβαλε ο C. H. Dodd. Ο Dodd υποστήριξε την αντίθετη θέση, ότι η Βασιλεία έχει ήδη έλθει, προτείνοντας την θεωρία της «Πραγματοποιηθείσας Εσχατολογίας» (“Realized Eschatology”). Άλλοι, όπως οι Jeremias και Cullmann, προχώρησαν σε μια σύνθεση των στοιχείων παρόντος και μέλλοντος περί της βασιλείας του Θεού (J. Jeremias, The parables of Jesus, Revised Edition, Charles Scrbner’s Sons, New York, 1963. Osc. Cullmann, Χριστός και Χρόνος, Κέντρον Βιβλικών μελετών Άρτος Ζωής, Επιμ. Σ. Αγουρίδη, μεταφρ. Π. Κουμάντος, Αθήνα, 1977 (Christus und die Zeit, Zurich, 1946)). Oι θεωρίες των Weiss, Schweitzer και Bultmann αμφισβητήθηκαν από τον Ρωμαιοκαθολικισμό, τον κλασσικό Προτεσταντισμό και την Ορθόδοξη θεολογία. Ιδιαιτέρως η θεολογία του Bultmann δέχθηκε οξεία κριτική από όλο το φάσμα της δυτικής θεολογίας, συμπεριλαμβανομένων πολλών μαθητών του ιδίου (Γ. Πατρώνου, 1977, 26). Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ ερμηνεύων την Ορθόδοξη εσχατολογία, έδωσε στη θεώρησή του την ονομασία «ε γ κ α ι ν ι α σ μ έ ν η εσχατολογία». Χαρακτηριστικά γράφει: «Η ιερά ιστορία δεν έχει ακόμη κλεισθή. […] Το κρίσιμον σημείον της αποκαλύψεως ανήκει ήδη εις το παρελθόν. Το “έ σ χ α τ ο ν” (ή “ν έ ο ν”) είχεν ήδη εισέλθει εις την ιστορίαν, μολονότι δεν έχει επιτευχθεί το τελικόν στάδιον. Δεν ζώμεν πλέον μόνον εις τον κόσμον των σημείων, αλλά και εις τον κόσμον της πραγματικότητας, κάτω όμως από το σημείον του Σταυρού. Η Βασιλεία έχει εγκαθιδρυθή, αλλά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί» (Πρωτοπρ. Γ. Φλωρόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, μεταφρ. Δ. Τσάμη, ΠΟΥΡΝΑΡΑ, Θεσσαλονίκη, 1991, σ. 37). Εδώ το “έσχατον” δεν νοείται απλά ως το χρονικά “τελευταίο”, αλλά ως η “τελική”, δηλαδή η θεία πραγματικότητα μέσα στην χρονικότητα ή την ιστορία, γι’ αυτό είναι και το πάντοτε “νέον”).
[vi] Η αραιά γραφή, όπου δεν επισημαίνεται διαφορετικά, οφείλεται στον συγγραφέα του παρόντος άρθρου.
[vii] Μητροπ. Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, Έργα – Α’ Εκκλησιολογικά Μελετήματα, Μετατόπιση της εσχατολογικής προοπτικής, Εκδ. «ΔΟΜΟΣ», σ. 503, 2016. Το εν λόγω βιβλίο θα αναφέρεται στο εξής ως «ΜΠΙΖ, Έργα – Α’ Εκκλησιολογικά Μελετήματα, 2016»
[viii] Ό. α., σ. 501.
[ix] Ό. α., σ. 501.
[x] Μητροπ. Περγάμου Ιωάννου, Ευχαριστία και Βασιλεία, ΣΥΝΑΞΗ, 1994, τεύχη 49, 51, 52.
[xi] Γ. Πατρώνος, Σχέσις Παρόντος και Μέλλοντος εις την περί Βασιλείας του Θεού διδασκαλίαν της Ορθοδόξου Θεολογίας, 1975, σ. 196. (διδακτορική διατριβή, Θεολογική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών).
[xii] ΜΠΙΖ, Έργα – Α’ Εκκλησιολογικά Μελετήματα, Εσχατολογία και Ιστορία, 2016, σ. 495.
[xiii] A. Schweitzer, The Quest of the Historical Jesus, 1911, (Γ. Πατρώνος, 1977, σ. 32).
[xiv] Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ερμηνεία των Επιστολών Ιωάννου του Θεολόγου, Εν Πλώ, 2006, 153.
[xv] Ιωαν. Α’. 5, 20-21.
[xvi] V. Lossky, Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού (A l’ image et à la Ressemblence de Dieu), Β. Ρηγόπουλου, μετ. Μ. Μιχαηλίδη, Θεσσαλονίκη, 1974, σ. 128.
[xvii] Μητροπ. Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, Έργα – Α’ Εκκλησιολογικά Μελετήματα, Η Ευχαριστία στη Νεώτερη Ορθόδοξη Θεολογία, 2016, σ. 442. Μητρ. Περγάμου Ιωάννη, Ευχαριστία και Βασιλεία, ΣΥΝΑΞΗ, 1994, τ. 51, σ. 93.
[xviii]Μητροπ. Περγάμου Ζηζιούλα Ιωάννη, Εκατό κηρύγματα, Τριών Ιεραρχών / Εκκλησία, Θεία Λειτουργία, θεολογία. Άρτος Ζωής, Επιμ. Στ. Ζουμπουλάκη, 2023, σ. 571-572.
[xix] Ο Λόγος του Θεού που σαρκώθηκε είναι μεν, κατά τον ΜΠΙΖ, η Θεία Λειτουργία, αλλά ο Λόγος περιορίζει τον Εαυτό Του και δίνει στους πιστούς προς κοινωνία, όχι τον ίδιο Toυ τον Εαυτό Του, αλλά μόνο τον “λόγο” Toυ, την διδασκαλία Του. Στην ίδια συνάφεια, ο Χριστός θεωρείται ότι «προσεύχεται για μας –ως το στόμα που φέρνει τις προσευχές μας στο θρόνο του Θεού» (ΜΠΙΖ, Εκατό κηρύγματα, 2023, σ. 572). Σε άλλη μελέτη ερμηνεύεται ότι το στόμα του λαού προς τον Θεό-Πατέρα είναι ο επίσκοπος και μεσολαβητής προς το Θεό ο Χριστός: «ο επίσκοπος μεταφέρει την προσευχή στον Χριστό […] γ ι α τ ο ν λ α ό (επισήμανση του συγγραφέα) προσεύχεται (σαν να ήταν ο Χριστός) στον Πατέρα. Τι πολυπλοκότητα διαλεκτικών!» (ΜΠΙΖ, Έργα – Α’ Εκκλησιολογικά Μελετήματα, Το Μυστήριο της Εκκλησίας, 2016, σ. 88). Ο Περγάμου συχνά αρέσκεται σε παρόμοιους (δια)λεκτικούς ακροβατισμούς, οι οποίοι ενίοτε περιέχουν, πέραν των θεολογικών αποκλίσεων, παραδοξολογήματα ή και λογικές αντιφάσεις.
[xx] Επ’ αυτού του ζητήματος, δηλαδή περί τι σημαίνει η Θεία Ευχαριστία ως “ανάμνηση” «πάντων τῶν ὑπὲρ ἡμῶν γεγενημένων, τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου πάλιν παρουσίας», ο ΜΠΙΖ ακολουθεί την ειδική προτεσταντική θεολογία του Jeremias, την οποία οδηγεί σε ακραία άρνηση. Την ερμηνεία αυτή θα εξετάσουμε σε άλλη εργασία επικεντρωμένη στην Θεία Ευχαριστία. Ο αναγνώστης, εντωμεταξύ, μπορεί να βρει, ενδεικτικά, σχετική ενημέρωση στο άρθρο «Η Ευχαριστία στη Νεώτερη Ορθόδοξη Θεολογία» (ΜΠΙΖ, Εκκλησιολογικά Μελετήματα, 2016, σ. 442).
[xxi] Αγ. Νικόλαος Καβάσιλας, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, PG 584 D.
[xxii] A. Schweitzer, The Quest of the Historical Jesus, 1911, σ. 399 (Γ. Πατρώνος, 1977, σ. 32).
[xxiii] ΜΠΙΖ, Έργα – Α’ Εκκλησιολογικά Μελετήματα, 2016, σ. 530.
[xxiv] Ο αρειανόφρων Ευνόμιος ονόμαζε ομοίως τον Χριστό “Θεόν”: «Μονογενῆ μέν γάρ ὁμολογούμεν Θ ε ό ν τόν Κύριον ἡμών Ιησοῦν Χριστόν», μόνον «ἐπί διακρίσει τῆς τοῦ Πατρός υ π ε ρ ο χ ή ς», «οὑ (γάρ) ἐπ’ αναιρέσει τῆς τοῦ Μονογενοῦς θεότητος» (Ευνομίου, Απολογητικός, 21, Ιστορία δογμάτων, τόμος 2ος, Σκουτέρη, Αθήνα, 2004, σ. 159). Ο Ευνόμιος προσπάθησε να εκλεπτύνει την αρειανική αίρεση, για να μη σκανδαλίσει τους Ορθοδόξους. Η Εκκλησία κατενόησε εις βάθος την αρειανική αίρεση του Ευνομίου παρά τις κομψές διατυπώσεις του. Δεν υπάρχει διαφορά ως προς την έννοια «Μοναρχία του Πατρός» μεταξύ ΜΠΙΖ και Ευνομίου. Και οι δύο ονομάζουν τον Χριστό “Θεόν”, αλλά δεν δέχονται ότι είναι κατά φύση Θεός. Ο Αρειανισμός του ΜΠΙΖ έχει επισημανθεί, ηπιότερα ή αυστηρότερα, υπό Ορθοδόξων θεολόγων.
[xxv]ΜΠΙΖ, Έργα – Α’ Εκκλησιολογικά Μελετήματα, Χριστολογία, Πνευματολογία και Εκκλησιολογία, (μετάφραση, χωρίς αναφορά στο πρωτότυπο έργο), 2016, σ. 255.
[xxvi] ΜΠΙΖ, Έργα – Α’ Εκκλησιολογικά Μελετήματα, Εσχατολογία και Ιστορία, 2016, σ. 496-497.
[xxvii] John D. Zizioulas, Remembering the Future, III.1.The Incarnation and the Eschata, 2023, p. 129.
[xxviii] Ό. α., σ. 128.
[xxix] Κατά τον ΜΠΙΖ έχουμε «Χριστολογία εξαρτημένη από την πνευματολογία» (ΜΠΙΖ, Έργα – Α’ Εκκλησιολογικά Μελετήματα, Πνευματολογία και Εκκλησιολογία, 2016, σ. 209).
[xxx] Π. Ευδοκίμωφ, Η Ορθοδοξία, μετάφρ. Α. Μουρτζόπουλος, Ρηγόπουλος Θεσσαλονίκη, 1972, σ. 426 (P. Evdokimov, L’ Orthodoxie, Switzerland, 1962).
[xxxi] Αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, 45, PG 94, 984B.
[xxxii] Αυτοακύρωση: η απόδοση απόλυτης αλήθειας στο μέλλον εμπεριέχει προφανή αντίφαση, διότι οποιαδήποτε μελλοντική στιγμή, οποιοδήποτε “μέλλον” θα αντιμετωπίσει ένα άλλο μέλλον, που θα το καταστήσει παρελθόν κ.ο.κ. Επίσης, παρατηρούμε σχετικώς ότι, αν και βεβαιώνεται ότι το «μέλλον φυλάσσεται στην ελευθερία του Θ ε ο ύ», ο ΜΠΙΖ εμφανίζεται να γνωρίζει «το μέλλον, στο οποίο ο Θεός καλεί τον κόσμο εν Χριστώ και δ ι α φ ο ρ ε τ ι κ έ ς α π ό ψ ε ι ς για τον Θ ε ό (!), για το θέμα γ υ ν α ί κ α - ά ν δ ρ α ς, όπως επίσης και για τον κ ό σ μ ο»! Η έμφαση στην αλήθεια του (άγνωστου) μέλλοντος μοιάζει να σημαίνει μάλλον την προβολή της συμπερίληψης («και διαφορετικές απόψεις για τον Θεό, για το θέμα γυναίκα – άνδρας…», ΜΠΙΖ, Έργα – Α’ Εκκλησιολογικά Μελετήματα, Εσχατολογία και Ιστορία, 2016, σ. 496-497). Επιπλέον, ο όρος “μέλλον” χρησιμοποιείται υπό του συγγραφέως, στα πλαίσια μιας εσχατολογικής αναφοράς, με διττή σημασία, δηλαδή, τόσο για την δήλωση του ενδοχρονικού-ιστορικού μέλλοντος, όσο και την δήλωση του μεταϊστορικού μέλλοντος, των “εσχάτων” ή της “μέλλουσας Βασιλείας” (ό.α.), φαινόμενο που δημιουργεί ποικίλα σοβαρά ερωτήματα στον αναγνώστη.
[xxxiii] Ο ΜΠΙΖ έχει αναπτύξει αυτήν την Οντολογία σε πολλά άρθρα και βιβλία, όπως ενδεικτικά: σε τρία τεύχη του περιοδικού «ΣΥΝΑΞΗ» (τ. 149, 51, 52), στο αφιερωματικό τόμο «Ευχαριστίας Εξεμπλάριον», στα «Εκκλησιολογικά Μελετήματα», στον τόμο «Εκκλησία και Εσχατολογία», περιστασιακά στο βιβλίο «Εκατό Κηρύγματα», και στα εσχάτως εκδοθέντα βιβλία «Το Είναι ως Κοινωνία» και «Remembering the Future» κ.α. (Περισσότερες πληροφορίες για τις ανωτέρω δημοσιεύσεις δίνονται στις σχετικές αναφορές, σε άλλα σημεία του παρόντος άρθρου).
[xxxiv] Μητρ. Ιωάννου Ζηζιούλα, Ευχαριστίας Εξεμπλάριον, Ευεργέτις, Μέγαρα, 2006, σ. 164.
[xxxv] J. Zizioulas, Remembering the Future, Eschatology and Liturgical Time, 2023, p. 276-277.
[xxxvi]Μητροπ. Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), Εκκλησία και Έσχατα, Εκκλησία και Εσχατολογία, Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, Εκδοτική Δημητριάδος, 2η έκδοση, Βόλος, 2014, σ. 42.
[xxxvii] Μητροπ. Περγάμου Ιωάννη, Ευχαριστία και Βασιλεία, ΣΥΝΑΞΗ, 1994, τ. 49, σ. 12-13. J. Zizioulas, Remembering the Future, Eschatology and Liturgical Time, 2023, p. 275.
[xxxviii]Π. Νέλλας, Ζώον Θεούμενον, Εποπτεία, 1979, σ. 192.
[xxxix]Πρωτοπρ. Δημήτριος Στανιλοάε, Εισαγωγή, Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, Μυσταγωγία, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Σειρά “Eπί τας Πηγάς”, Yπευθ. Π. Νέλλας, 1973, σ. 35.
[xl] Μητροπ. Περγάμου Ιωάννου, Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού, ΣΥΝΑΞΗ, τ. 52, σ. 83, 1994.
[xli] Πρωτοπρ. Γ. Αναγνωστόπουλος, 2024, https://antifono.gr/metaneoteriko-prosopo-anev-fylou/.
[xlii] Πρωτοπρ. Γ. Αναγνωστόπουλος, Χριστός, Αγία Τριάδα, Εκκλησία στον 20ο αιώνα: Τα δόγματα αλλάζουν; Πρακτικά 8ου Διεθνούς Συνεδρίου Ορθοδόξου Θεολογίας (Μάιος 2018), Θεολογική Σχολή ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 2021, σ. 140-141. https://www.researchgate.net/profile/George-Anagnostopoulos-3?ev=hdr_xprf.
[xliii] ΜΠΙΖ, Έργα – Α’ Εκκλησιολογικά Μελετήματα, Η Πνευματολογική Διάσταση της Εκκλησίας, 2016, σ. 238. Πρόσωπο με απόλυτη έννοια εννοείται μόνο το Πρόσωπο του Θεού Πατέρα, δηλαδή η Μονάδα (π. Γ. Αναγνωστόπουλος, 2024). Εξ αυτής της κεντρικής θέσεως του Περγάμου Ιωάννη, είναι φανερό ότι η έννοια του Προσώπου είναι ξένη, ή μάλλον αντίθετη με την έννοια του Προσώπου ή Υποστάσεως, όπως αυτό νοείται επί της Αγίας Τριάδας, όπου «Μονάς ὃλη κατά τήν οὐσίαν (ἡ Θεότης) καί τ ρ ι ά ς ὃλη κατά τάς ὑ π ο σ τ ά σ ε ι ς» (Αγ. Μαξίμου, Περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού, Β, α’).
[xliv] J. Zizioulas, Remembering the Future, The Structure of the Church’s “Institution”, 2023, p. 302. «To be more specific: on the evidence of scripture and patristic writings, the eschatological community (the Kingdom of God) will include the following elements…”. O MΠΙΖ θεωρεί “ειδική” (“specific”) παραπομπή στις πηγές την αόριστη αναφορά στα Βιβλικά και Πατερικά κείμενα: «Τo be more s p e c i f i c: “on the evidence of s c r i p t u r e and p a t r i s t i c writings…”!
[xlv] Ό. α. «… the eschatological community (the Kingdom of God) will include the following elements… A gathering (synaxis) of the scattered people of God […]. A gathering centered on the person of Christ […] the Twelve (the apostles). J. Zizioulas, Remembering the Future, The Structure of the Church’s “Institution”, 2023, p. 303: «Without these elements […] the Kingdom of God is i n c o n c e i v a b l e”. O MPIZ θεωρεί αυθαιρέτως ότι είναι απολύτου προτεραιότητας η κατανόηση της Βασιλείας του Θεού ως συνισταμένης από τρία “στοιχεία”, για να θεμελιώσει τις έννοιες “δομή”, “ιεραρχία”, “τάξη” και εντέλει “εξουσία”, ως απολύτως προσδιοριστικές του Είναι της Εκκλησίας.
[xlvi] Ό. α. «…how its s t r u c t u r e connected with Kingdom of God […] In the Kingdom of God, otherness of relationships will exist, and this c r e a t e s the variety and h i e r a r c h y of ministries”. Στην σκέψη του ΜΠΙΖ η “ιεραρχία” στην διοίκηση της Εκκλησίας δεν παίζει απλώς κυρίαρχο ρόλο στην ζωή της Εκκλησίας. Η “ιεραρχία” έχει οντολογικό χαρακτήρα, που εικονίζει μια ουράνια δομική ιεραρχία εκκλησιαστικών αξιωμάτων. Παραδόξως βέβαια, η εσχατολογική αναφορά στη διοίκηση και στη Θ. Λειτουργία έχουν απολύτως διαφορετικό χαρακτήρα: η μεν Θ. Λειτουργία ανάγει την Ιστορία στα έσχατα, η δε εκκλησιαστική ιεραρχική δομή νομιμοποιείται να χρησιμοποιεί κοσμικά μέσα: «Οι επίσκοποι π.χ. που ασκούν διοίκηση ανέκαθεν μετέρχονταν κοσμικά μέσα διοικήσεως. Όταν όμως λειτουργούν, μεταφέρουν τα έσχατα στην Ιστορία. Ας διατηρήσουν ανόθευτη από τα κοσμικά μέσα την λειτουργία τους αυτή» (Μητροπ. Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα), Εκκλησία και Έσχατα, Εκκλησία και Εσχατολογία, Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, Εκδοτική Δημητριάδος, 2η έκδοση, Βόλος, 2014, σ. 41). Εσχατολογική δικαίωση της “ετερότητας των λειτουργιών» σημαίνει παραδόξως η συνέχιση υπό του επισκόπου της χρήσης κ ο σ μ ι κ ώ ν μέσα στην διοίκηση (αρκεί να λειτουργεί…)! Ένας τέτοιος διαχωρισμός καλλιεργεί μια σχιζοφρένεια στη ζωή της Εκκλησίας. Θεωρείται άλλο πράγμα η ζωή της Εκκλησίας στη διοίκηση, δηλαδή στην πραγματικότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, και άλλο πράγμα (κάτι μαγικό) η Λειτουργία, ενώ η… εσχατολογία της «ετερότητας σχέσεως των λειτουργημάτων” περικλείει “κοσμικά μέσα”! Αυτή η εσχατολογία της των κοσμικών μές.ων συνιστά φυσικά μεταφυσικό παράδοξο και λογική αντίφαση (επιεικώς!)
[xlvii] Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Οψώμεθα τον Θεόν καθώς έστι, Ι. Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1996, σ. 277.
[xlviii] Αγ. Μαξίμου, Περί Θεολογίας και της Ενσάρκου Οικονομίας του Υιού του Θεού, Β, κθ’.
[xlix] Ό. α., κε’.
[l] Ο ΜΠΙΖ υποστηρίζει ότι «Τα τελούμενα στη Θ. Ευχαριστία είναι “εικόνες” και “σύμβολα” “των αληθών” και ότι δήθεν «Στα σχόλια του στο “περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας» έργο του Διονυσίου Αρεοπαγίτου ο Μάξιμος γράφει: «Εὶκόνες ἐκάλεσεν (ὁ Ἀρεοπαγίτης) τῶν άληθών τά νῡν τελούμενα ἐν τῆ συνάξει… Ὅτι σύμβολα ταύτα και ουκ αλήθεια» (Μητρ. Περγάμου Ιωάννη, Ευχαριστία και Βασιλεία, ΣΥΝΑΞΗ, 1994, τ. 49, σ. 12-13). Δηλαδή, ο ΜΠΙΖ δέχεται ερμηνεία, που αποδίδει στον άγιο Μάξιμο, ότι η Θ. Ευχαριστία είναι “εικόνες” και “σύμβολα” “τῶν ἀληθών”» καί «ο ὐ κ αλήθεια»!!! Θα δείξουμε σε επόμενη εργασία ότι ο ΜΠΙΖ παρερμηνεύει συνδυαστικά τον άγιο Μάξιμο και τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, για να μείνει συνεπής στην αποδοχή ενός Χριστού που δεν είναι Θεός (και επομένως δεν μπορεί να προσφέρεται ως Θεός στην Θ. Ευχαριστία). Εντωμεταξύ, ο αναγνώστης μπορεί να διερωτηθεί και να ερευνήσει γιατί η φράση «Ὅτι σύμβολα ταύτα και ουκ αλήθεια» χωρίζεται από το προηγούμενο απόσπασμα τά νῡν τελούμενα ἐν τῆ συνάξει». Ο ΜΠΙΖ παρομοίως εκφράζεται και σε άλλα άρθρα του. Εντύπωση κάνει και η σχετική αναφορά του, όπου, εκτός της παρερμηνείας, προστίθεται η ανακρίβεια ότι δήθεν παραθέτει… ολόκληρο το κείμενο: «We shall set out this passage in its e n t i r e l y…” (J. Zizioulas, Remembering the Future, Eschatology and Liturgical Time, 2023, p. 275). Φυσικά, ο άγιος Μάξιμος βλέπει στην Θ. Ευχαριστία, σύμφωνα με την πίστη της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας, δηλαδή, τον ίδιο το Θεό και όχι “σύμβολα” “τῶν ἀληθών” και «οὐκ αλήθεια»…. Ο Θεός, κατά τον άγιο Μάξιμο, προσφέρεται στους πιστούς ώστε «καί αὐτούς δύνασθαι εἶναι τε καί καλεῑσθαι θέσει καί κατά χάριν θεούς» (Μυσταγωγία, Migne, PG, 697A, 10-20).
[li] N.Q. Hamilton, The Last Things in the last decade, Interpretation: A Journal of Bible and Theology, Sage Journals, Vol. 14, Issue 2, p. 139. https://doi.org/10.1177/002096436001400.
[lii] J. Jeremias, Das Problem des historishen Jesus, Στουτγάρδη, 1960, σ. 13 (R. Gibellini, Η Θεολογία του 20ου αιώνα, Εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα, 2016, σ. 68)
[liii] Γ. Πατρώνος, 1975, σ. 196.
[liv] Γ. Πατρώνος, 1975, σ. 94.
[lv] Ο Ν. Ασπρούλης παρατηρεί: «Το διπλό επίκεντρο (πρώτη και δεύτερη Παρουσία) που διασώζει και διακρίνει τη χριστιανική εσχατολογία από κάθε άλλη εκδοχή της (λ.χ. ιουδαϊκή) μάλλον ατονεί λόγω της υιοθέτησης αποκλειστικά της Δεύτερης Παρουσίας, ως τον αξονικό μοχλό της Ιστορίας, ως εάν να μη έχει συμβεί η Ενσάρκωση του Χριστού στην Ιστορία και το Ω να μην ταυτίζεται με το Α. Γιά να γίνουμε ακριβείς, αυτό που φαίνεται ότι απουσιάζει τελικά είναι ο Ιησούς Χριστός της Ιστορίας, το Πασχάλιο Μυστήριό του, όπως φανερώνεται σε όλα τα επί μέρους γεγονότα του […] το Ω των εσχάτων είναι α-χριστολόγητο, και τότε τίθεται εν αμφιβόλω ο χριστιανικός χαρακτήρας της εσχατολογίας» (Ν. Ασπρούλη, Το Μυστήριο του Χριστού και το Μυστήριο της Εκκλησίας, Γεώργιος Φλωρόφσκυ και Ιωάννης Ζηζιούλας σε Διάλογο γύρω από τη θεολογική Μεθοδολογία (μελέτη βασισμένη στη διδακτορική διατριβή του συγγραφέα), Sebastian Orthodox Press, & Εκδοτική Δημητριάδος, Βόλος, 2019, σ. 538). Ο Ν. Ασπρούλης, παρά την ανωτέρω σημαντική επισήμανση για το “α-χριστολόγητο” των εσχάτων στη σκέψη του ΜΠΙΖ, υποστήριξε εσχάτως σε Συνέδριο στην Κωνσταντινούπολη (5.11.2024) την νομιμότητα συνύπαρξης των δύο θεολογιών, αυτής του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ και του ΜΠΙΖ (άποψη που υποστηρίζεται και στη σχετική μελέτη), γεγονός που αναιρεί την σημασία των ανωτέρω εύστοχων σχολίων, τα οποία τελικώς υποτάσσονται στο πνεύμα της σχετικοποίησης της θεολογικής αλήθειας και της συγκριτιστικής ρευστοποίησης της. Για παράδειγμα, ποιος βαθμός ανοχής απαιτείται ώστε να θεωρείται μια Χ ρ ι σ τ ο λ ο γ ι κ ή (Φλωρόφσκυ) και μια α χ ρ ι σ τ ό λ ο γ η τ η (Ζηζιούλας) ερμηνεία των εσχάτων (και της Καινής Διαθήκης) ως νόμιμες ή και αναγκαίες συμπληρωματικές θεολογικές προσεγγίσεις; Εδώ έχουμε παραβίαση όχι μόνο της θεολογικής αρχής του Consensus Patrum, της οποίας γίνεται επίκληση υπό του ομιλητού (!), αλλά και κατάργηση και της αρχής της λογικής συνέπειας (χάριν της δημιουργικής ασάφειας;).
[lvi] Π. Νέλλας, 1979, σ. 160
[lvii]Στο εσχάτως εκδοθέν στην αγγλική γλώσσα βιβλίο “Remembering the Future”, όπου συγκεντρώνονται σε μια σύνθεση όλες οι διάσπαρτες περιγραφές και ερμηνείες του Περγάμου Ιωάννη περί της εσχατολογικής πραγματικότητας, γίνεται χρήση του όρου “Iconic Ontology”. Στα ελληνικά ο ΜΠΙΖ χρησιμοποιεί τους όρους “εικονιστικός /ή/ό” (π.χ. «εικονιστική ευχαριστιακή προσέγγιση», [ΜΠΙΖ, Έργα – Α’ Εκκλησιολογικά Μελετήματα, Εσχατολογία και Ιστορία, 2016, σ. 497]) και “εικονικός/ή/ό» (π.χ. λειτουργικός “εικονικός” συμβολισμός, Ιωάννου Ζηζιούλα, Ευχαριστίας Εξεμπλάριον, Ευεργέτις, Μέγαρα, 2006, σ. 171]).
[lviii]Στη παρουσίαση της Εικονιστικής Οντολογίας είναι εμφανής μια διγλωσσία, στην προσπάθεια να διατυπωθεί μια συγκεκαλυμμένη (;) αιρετική ερμηνεία του Μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας. Ενώ, για παράδειγμα, δηλώνεται ότι τας «Εὶκόνας ἐκάλεσεν (ὁ Ἀρεοπαγίτης) τῶν άληθών τά νῡν τελούμενα ἐν τῆ συνάξει… Ὅτι σύμβολα ταῦτα καί ο ὐ κ ά λ ή θ ε ι α», λίγες σελίδες παρακάτω στρέφεται η προσοχή στη δήθεν Πατερική διαδασκαλία περί «οντολογικού περιεχομένου μετοχή στο πρωτότυπο» (Ιωάννου Ζηζιούλα, Ευχαριστίας Εξεμπλάριον, Ευεργέτις, Μέγαρα, 2006, σ. 162 & σ. 171), αποδίδοντας μια μεγαλύτερη ένταση σ’ αυτό που περιγράφεται ως “Ευχαριστία”. Η πρώτη διατύπωση, όπου η μετουσία ή μεταποίηση του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού, δηλαδή η Θ. Ευχαριστία, δηλώνεται ρητώς ως «ο ὐ κ ά λ ή θ ε ι α», μετριάζεται ως «ο ν τ ο λ ο γ ι κ ο ύ περιεχομένου μετοχή στο πρωτότυπο». Ωστόσο και η δεύτερη διατύπωση πάσχει εξ ορθοδόξου επόψεως (α) καθόσον, βεβαίως, το “πρωτότυπο” αναφέρεται όχι στο Σώμα του Χριστού, του Σαρκωθέντος Θεού και Λόγου, αλλά στην… ερχόμενη (και μη υπαρκτή ακόμη) τελική Βασιλεία, και (β) επειδή η “Ευχαριστία” (όπως και η “Λειτουργία”) είναι σ υ μ β ο λ ι σ μ ό ς!
[lix] Πρωτοπρ. Γ. Φλωρόφσκι, 2006, σ. 111.
[lx]Πρωτοπρ. Γ. Φλωρόφσκυ, Αγία Γραφή, Εκκλησία, Παράδοσις, μεταφρ. Δ. Τσάμη, Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 1991, σ. 37.

Εικόνα (ημιτελή;) από το εξώφυλλο το βιβλίου «Ζητώντας την Εικόνα του Θεού Μέσα» (εκδ. ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ, 2024 / εξαντλημένο, υπό επανέκδοση) του Χρίστου Αναγνωστόπουλου. Διά χειρός του συγγραφέα.

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ησ ΛΖʹ, 33 – ΛΗʹ, 6

Τάδε λέγει Κύριος ἐπὶ Βασιλέα Ἀσσυρίων. Οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς τὴν πόλιν ταύτην, οὐδὲ μὴ βάλῃ ἐπʼ αὐτὴν βέλος, οὐδὲ μὴ ἐπιβάλῃ ἐπʼ αὐτὴν θυρεόν, οὐδὲ μὴ κυκλώσῃ ἐπʼ αὐτὴν χάρακα, ἀλλὰ τῇ Ὁδῷ, ᾗ ἦλθεν, ἐν αὐτῇ ἀποστραφήσεται, καὶ εἰς τὴν πόλιν ταύτην οὐ μὴ εἰσέλθῃ. Τάδε λέγει Κύριος· Ὑπερασπιῶ ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης τοῦ σῶσαί αὐτὴν διʹ ἐμέ, καὶ διὰ Δαυῒδ τὸν παῖδά μου. Καὶ ἐξῆλθεν Ἄγγελος Κυρίου, καὶ ἀνεῖλεν ἐκ τῆς παρεμβολῆς τῶν Ἀσσυρίων ἑκατὸν ὀγδοήκοντα πέντε χιλιάδας· καὶ ἀναστάντες τὸ πρωΐ, εὗρον πάντα τὰ σώματα νεκρά. Καὶ ἀπῆλθεν ἀποστραφεὶς Σεναχηρείμ, βασιλεὺς Ἀσσυρίων, καὶ ᾤκησεν ἐν Νινευΐ. Καὶ ἐν τῷ αὐτὸν προσκυνεῖν ἐν τῷ οἴκῳ Νασαρὰχ θεοῦ αὐτοῦ, πάτραρχον αὐτοῦ, Ἀδραμέλεχ καὶ Σαρασὰρ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἐπάταξαν αὐτὸν μαχαίραις, αὐτοὶ δὲ διεσώθησαν εἰς Ἀρμενίαν· καὶ ἐβασίλευσεν Ἀσορδὰν ὁ υἱὸς αὐτοῦ, ἀντʼ αὐτοῦ. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐμαλακίσθη Ἐζεκίας ἕως θανάτου· καὶ ἦλθε πρὸς αὐτὸν Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμώς, ὁ Προφήτης, καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Τάδε λέγει Κύριος· Τάξαι περὶ τοῦ οἴκου σου· ἀποθνῄσκεις γὰρ σύ, καὶ οὐ ζήσῃ. Καὶ ἀπέστρεψεν Ἐζεκίας τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πρὸς τὸν τοῖχον, καὶ προσηύξατο πρὸς Κύριον, λέγων· Μνήσθητι, Κύριε, ὡς ἐπορεύθην ἐνώπιόν σου μετὰ ἀληθείας, ἐν καρδίᾳ ἀληθινῇ, καὶ τὰ ἀρεστὰ ἐνώπιόν σου ἐποίησα. Καὶ ἔκλαυσεν Ἐζεκίας κλαυθμῷ μεγάλῳ. Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς Ἡσαΐαν, λέγων· Πορεύθητι, καὶ εἶπον Ἐζεκίᾳ· Τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Δαυῒδ τοῦ πατρός σου· Ἤκουσα τῆς προσευχῆς σου, καὶ εἶδον τὰ δάκρυά σου, καὶ ἰδοὺ προστίθημι πρὸς τὸν χρόνον σου δεκαπέντε ἔτη, καὶ ἐκ χειρὸς βασιλέως Ἀσσυρίων ῥύσομαί σε, καὶ τὴν πόλιν ταύτην, καὶ ὑπερασπιῶ ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης.


Πρμ ΙΔʹ, 27 – ΙΕʹ, 4

Φόβος Κυρίου πηγὴ ζωῆς, ποιεῖ δὲ ἐκκλίνειν ἐκ παγίδος θανάτου. Ἐν πολλῷ ἔθνει, δόξα βασιλέως, ἐν δὲ ἐκλείψει λαοῦ, συντριβὴ δυνάστου. Μακρόθυμος ἀνήρ, πολύς ἐν φρονήσει. Ὁ δὲ ὀλιγόψυχος, ἰσχυρὸς ἄφρων. Πραΰθυμος ἀνήρ, καρδίας ἰατρός, σὴς δὲ ὀστέων, καρδία αἰσθητική, ὁ συκοφαντῶν πένητα, παροξύνει τὸν ποιήσαντα αὐτόν, ὁ δὲ τιμῶν αὐτόν, ἐλεεῖ πτωχόν. Ἐν κακίᾳ αὐτοῦ ἀπωσθήσεται ἀσεβής, ὁ δὲ πεποιθὼς ἐπὶ Κύριον, τῇ ἑαυτοῦ o[σιότητι δίκαιος. Ἐν καρδίᾳ ἀγαθὴ ἀνδρὸς ἀναπαύσεται σοφία, ἐν δὲ καρδίᾳ ἀφρόνων οὐ διαγινώσκεται. Δικαιοσύνη ὑψοῖ ἔθνος, ἐλαττονοῦσι δὲ φυλὰς ἁμαρτίαι. Δεκτὸς βασιλεῖ ὑπηρέτης νοήμων, τῇ δὲ ἑαυτοῦ εὐστροφίᾳ ἀφαιρεῖται ἀτιμίαν. Ὀργὴ ἀπόλλυσι καὶ φρονίμους, ἀπόκρισις δὲ ὑποπίπτουσα ἀποστρέφει θυμόν, λόγος δὲ λυπηρὸς ἐγείρει ὀργάς. Γλῶσσα σοφῶν καλὰ ἐπίσταται, στόμα δὲ ἀφρόνων ἀναγγέλλει κακά. Ἐν παντὶ τόπῳ ὀφθαλμοὶ Κυρίου σκοπεύουσι κακούς τε καὶ ἀγαθούς. Ἴασις γλώσσης, δένδρον ζωῆς. Ὁ δὲ συντηρῶν αὐτήν, πλησθήσεται πνεύματος

Ανώνυμος είπε...

Πρόσφατος πραγματικός διάλογος μεταξύ 4χρονων διδύμων (αγόρι- κορίτσι)
Το αγόρι ξαπλωμένο χαζεύει την λάμπα του φωτιστικού που είναι αναμμένη.
-Αγόρι: Κοίτα (την) ........... βλέπεις μικρά μπιλάκια (να) πέφτουν;;;;;
-Κορίτσι: Ναι( με ενθουσιασμό)!!!!!!
-Αγόρι: Τι είναι;;;;;;;;
-Κορίτσι: Δεν ξέρω.......
-Αγόρι: Ρωτήσω μπαμπά
-Κορίτσι: Οχι...... μπαμπάς έχει δουλειά μιλάει τηλέφωνο με πελάτη
-Αγόρι: Ρωτήσουμε μαμά........
-Κορίτσι: Μαμά μαγειρεύει.
To αγόρι δυσανασχετεί
-Αγόρι: Ποιος (θα) μου πεί;;;;;
-Κορίτσι: Μην στεναχωριέσαι.......δεν έχει σημασία .........
το φως ανάβει για να βλέπουμε και όχι (για) να το κοιτάμε..............
Είναι αυτό που συνηθίζουμε να λέμε πως "Από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια!" αλλά υποπτεύομαι και αυτό που σπανίως έχουμε στα υπόψιν πως ο Κύριος μιλάει πολλές φορές μέσω άλλων.
Κοιτούν λοιπόν οι νεοθεολογούντες φανταζόμενοι (γιατί τα μικρά τουλάχιστον κάτι πραγματικό έβλεπαν) το ΦΩΣ και προσπαθούν να ερμηνεύσουν και αγνοούν ότι Αυτό μας δείχνει καθημερινά την ΟΔΟ.
Την καλημέρα μου φίλε αμέθυστε.

χαλατρωσε είπε...

ΟΦΕΙΛΩ ΝΑ ΣΗΜΕΙΩΣΩ ΟΤΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΒΑΛΕ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΤΟΝ ΜΠΙΖ, ΩΡΑΙΟ, ΗΤΑΝ Ο αμεθυστος. ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟ ΣΤΟΓΜΙΟΤΥΠΟ ΟΠΟΥ Ο ΜΠΙΖ ΛΕΕΙ ΞΕΚΑΘΑΡΑ ΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΩΤΥΕΡΟΣ ΤΟΥΤ ΠΑΤΡΟΣ. ΞΕΚΑΘΑΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ. Ο αμεθυστος ΤΟΝ ΞΥΡΙΣΕ ΚΑΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΕΘΕΙ ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΣΤΟΙΧΔΕΙΩΔΟΥΣ ΕΝΤΙΜΟΤΗΤΑΣ.

ΤΩΡΑ:
Στη Βίβλο υπάρχει μια κλιμάκωση και ένας προσανατολισμός π ρ ο ς το μέλλον καθώς και μια αναφορά ή πρόγευση του μέλλοντος, αλλ’ όχι το αντίθετο, δηλαδή οντολογική-αιτιακή εξάρτηση α π ό το μέλλον. Όπως το σχολιάζει ο Π. Νέλλας, «είναι γνωστό πως για την ορθόδοξη παράδοση η γραμμή Αδάμ – Χριστός ορίζει την αλήθεια της ιστορίας, το βαθύτερο περιεχόμενο και τον σ κ ο π ό του ιστορικού γίγνεσθαι»[xxxviii]. To βαθύτερο, δηλαδή, περιεχόμενο της ιστορίας είναι ο εσωτερικός στόχος π ρ ο ς το μέλλον και ορίζεται ως πορεία από τον Αδάμ προς το Χριστό (της πρώτης και δεύτερης Παρουσίας Του) ή όπως γράφει ο π. Δημήτριος Στανιλοάε, ερμηνεύοντας την “Μυσταγωγία” του αγίου Μαξίμου, «…για τον άγιο Μάξιμο. Με την κίνηση φτάνει η δημιουργία τον άπειρο σ κ ο π ό της»[xxxix], υπενθυμίζοντας την θεμελιώδη χριστιανική πίστη περί κινήσεως του κόσμου και της Εκκλησίας π ρ ο ς τα έσχατα, σε μία μελλοντική πραγματικότητα, όπως προεπενοήθηκε από τον Τριαδικό Θεό.

ΑΥΤΟ ΤΙ ΕΙΝΑΙ;
ΠΑΡΑΠΛΕΥΤΗ ΑΠΩΛΕΙΑ ΜΠΙΖ;

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΕ αμεθυστο ΚΑΙ ΦΙΛΟΥΣ