Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος Λόγος Δεύτερος (6)



Συνέχεια από: Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Κοινές είναι λοιπόν στην μόνην αγία και προσκυνητή Τριάδα και οι θείες δυνάμεις και ενέργειες, δια των οποίων ο Θεός ενοικεί και εμπεριπατεί στους άξιους κατά την επαγγελία, ενεργών και γνωριζόμενος δι’ αυτών. Ως πηγή των θείων αυτών ενεργειών θεολογείται όχι μόνον ο Πατήρ και ο Υιός, αλλά και το άγιο Πνεύμα, όπως λέγει και ο Μέγας Βασίλειος στα αντιρρητικά του κεφάλαια “Περί του άγιου Πνεύματος” γράφων: «οι δε ενέργειες του Πνεύματος ποιές είναι; Άρρητες μεν ως προς το μέγεθος, αναρίθμητες δε ως προς το πλήθος». Και πάλιν: «εις το άγιο Πνεύμα όλα είναι τέλεια˙ αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, σοφία, σύνεσις, βουλή, ασφάλεια, ευσέβεια, γνώσις, απολύτρωσις, πίστις, ενεργήματα θαυμάτων, χαρίσματα ιαμάτων και τα παραπλήσια με αυτά. Δεν έχει τίποτε ἐν ἑαυτῷ επίκτητο, αλλά ἀϊδίως τα έχει όλα, ως Πνεύμα Θεού προελθών εξ αυτού, έχον αίτιον ἑαυτῷ ως πηγή εαυτού και πηγάζον από εκεί. Είναι δε και αυτό πηγή των προαναφερθέντων αγαθών. Αλλά το μεν ἐκ Θεοῦ πηγάζον είναι ενυπόστατο, τα δε πηγάζοντα εξ αυτού είναι ενέργειες αυτού». Αυτά δε είναι τα γνωριστικά τῆς θείας φύσεως καυχήματα.


Θέλοντας λοιπόν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να δείξει εαυτόν ομοούσιο με τον Πατέρα και το Πνεύμα κατά την θεότητα, δίδει στους μαθητές κατά χάριν αυτή τη φυσική ενέργεια της θεότητας, όπως και ο Πατήρ παρέσχε προηγουμένως στους προφήτες μερικές από αυτές τις ενέργειες. Και το Άγιο Πνεύμα, κατελθόν μετά την άνοδο του Σωτήρος, έδωσε και αυτό αυτές τις ενέργειες στους μαθητές, με τις οποίες εδεικνύετο και αυτό ομοούσιο προς τον Πατέρα και τον Υιό. Πολλά είναι τα θεία δοσίματα προς εμάς και κοινό στη μόνη αγία καί προσκυνητή Τριάδα το δόσιμο αυτών, η  δέ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκπόρευσις μία καί τοῦ Πατρός ἰδία καί προαιώνιος.

Αλλά, για να επισφραγίσουμε την απολογία και «παν αντιτιθέμενο στόμα να φραγῇ», θα προβάλω μάρτυρα της αληθείας για τον παρόντα λόγο τον ίδιον τον Λόγον της αληθείας δείχνοντας ότι συμφωνεί με εμάς αλλά και τους προηγουμένους από εμάς. Διότι αυτός, μη χωρισμένος από πουθενά, όταν ανήρχετο από την γη προς τον επουράνιο Πατέρα, στους διαμείναντας έως το τέλος μαζί του «παρήγγειλε να μην απομακρύνονται από τα Ιεροσόλυμα, [ίνα ώσιν έν] αλλά να περιμένουν την επαγγελία του Πατρός την οποία ακούσατε από εμένα», όπως λέγει ο ευαγγελιστής. Αλλά ποία είναι η επαγγελία; Ότι λέγει, «θα βαπτιστείτε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, όχι μετά πολλές ημέρες από σήμερα». Επομένως προ της αναλήψεως του Σωτήρος δεν είχαν ακόμη επιτύχει την επαγγελία˙ άρα δεν τους εδόθη δια του εμφυσήματος το άγιο Πνεύμα, το οποίο ήταν η επαγγελία. Πότε λοιπόν άκουσαν τον Σωτήρα οι μαθητές να επαγγέλλεται ταύτα; Όταν έμελλε να αποθάνει εκουσίως υπέρ ημών -πόσο το μέγεθος της προς εμάς συμπάθειας- και όχι μόνον παρέδιδε εαυτόν εις την σφαγήν υπέρ ημών, αλλά και μας καθίστα δια διαθήκης κληρονόμους των υπαρχόντων του, άνοιγε σε μας τους θησαυρούς και παρέδιδε ακόμη και αυτόν τον συμφυή και υπερβατικό πάσης κτίσεως, τον ακένωτο πλούτο του Πνεύματος. «Εγώ, λέγει, ἐρωτήσω τόν Πατέρα καί ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ᾿ ὑμῶν εἰς τόν αἰῶνα», και έπειτα, «ὁ δέ παράκλητος, τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὅ πέμψει ὁ Πατήρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα».
Έπειτα πάλι, μετά τις γλυκές εκείνες παραινέσεις, μετά τους ψυχαγωγοῦντας λόγους, μετά τις προτροπές προς διαφύλαξη του πλούτου, λέγει, «ὅταν ἔλθῃ ὁ παράκλητος, ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν παρά τοῦ Πατρός, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περί ἐμοῦ». Είδες να διανοίγονται κατά μέρος οι θύρες του όντως θησαυρού; Μάλλον δε, για να εκφραστώ θεολογικότερα, βλέπεις φωτισμούς προς το μέρος μας να λάμπουν;

Αλλά σχετικά με το θέμα μας, ας δούμε την επαγγελία. Που εδόθη το «όχι μετά πολλές ημέρες από σήμερα»; Αφού προχώρησε λίγο στους λόγους του, και τούτο προείπε τότε, παρηγορώντας τους δικούς του φιλανθρώπως με τα μέγιστα˙ «συμφέρει γάρ ἵνα ἐγώ ἀπέλθω˙ ἐάν γάρ ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς». 
Πώς λοιπόν τολμά κανείς να λέγει, ότι ήλθε προς τούς μαθητές του Κυρίου δια του εμφυσήματος πριν αναληφθεί; Αλλ’ έστω, λέγει˙ διότι δεν εδόθη προ της αναλήψεως του Σωτήρος ο άλλος Παράκλητος. Μπορείς όμως να ισχυρίζεσαι και τούτο, ότι δεν εστάλη από αυτόν μετά την άνοδο εις τους ουρανούς, όπως ο ίδιος υπεσχέθη σαφώς στους μαθητές λέγοντας, «τον οποίον εγώ θα σας στείλω (ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν)» και, «εάν εγώ μεταβώ, θα σας τον στείλω (ἐάν ἐγώ πορευθῶ, πέμψω αὐτόν πρός ὑμᾶς)»;

Καλώς προβληθεί από σένα αυτό έπειτα από εκείνο, θα μπορούσε να πει κανείς προς τον ερωτήσαντα ˙ διότι είναι υποδεέστερο κατά την ισχύ από το θεωρούμενο από σας βοήθημα εκ των Γραφών. Πράγματι δε, μολονότι είναι και τούτο λόγος του Λόγου της αληθείας, όμως το ἐμφυσᾶν καί τό πέμπειν δεν δείχνουν κατά όμοιο τρόπον το παρ᾿ ἑαυτοῦ˙ διότι ο μεν εμφυσών κατ’ ανάγκη εμφυσά εξ εαυτού διά του από αυτόν εξερχομένου πνεύματος, ή αλλιώς διά του παρ’ εαυτού εκπορευομένου εμφυσήματος. Όμως  ο πέμπων δεν στέλλει αναγκαίως το παρ’ εαυτού ευρισκόμενο και εκπορευόμενο, αλλά και το από άλλον φθάνον (ἧκον) προς αυτόν. Γι’ αυτό και ο Κύριος φροντίζοντας ώστε να μην παρασυρθεί κανείς να φρονεί ότι το άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εξ αυτού, το μεν εμφύσημα -το όποιο φαίνεται ότι παριστά τούτο μάλ­λον- έδωσε τότε, όταν αρνήθηκε και ανέβαλε την επιδημία του Πνεύματος˙ Το δε «πέμψω» προείπε, και προσέθεσε το «παρά του Πατρός». Διότι αν και «θα πέμψω», λέγει, πάν­τως όχι από τον εαυτόν μου, αλλά λαβών από τον Πατέ­ρα, από τον όποιον εκπορεύεται. Πράγματι μόνον εκείνος στέλλει παρ’ εαυτού, καθ’ όσον το έχει εκπορευόμενο παρ’ εαυτού, και μάλιστα το έχει πάντοτε εκπορευόμενο, όχι δε μόνον τότε όταν και εγώ «πέμψω», ούτε από εμέ πάντοτε πεμπόμενο, όπως από εκείνον εκπορευόμενο. Διότι, αφού είπα «πέμψω», δεν προσέθεσα το από εκείνον εκπορευθέν, για να μην υπονοηθεί επί του Πατρός το κά­ποτε. Και όταν επρόκειτο να εκφέρω «το όποιο εκπορεύεται από τον Πατέρα», επρόλαβα να πω, όχι το όποιο ἐγώ πέμπω, αλλά «το όποιο εγώ θα πέμψω», για να μην υπονοηθεί και ἐπ᾿ ἐμοῦ τό ἀεί (το πάντοτε). Διότι το να έχουν την ιδιότητα του πέμπειν το άγιο Πνεύμα προς τούς άξιους είναι αϊδίως κοινό εις τον Πατέρα και τον Υιό˙ πέμπει (στέλλει) όμως χρονικώς καθείς εκ των δύο, ή μάλλον αμφότεροι, όποτε χρειάζεται.

Αυτά λοιπόν μπορεί να δεχθούν και την προθεσμία και τον μέλλοντα χρόνο˙ της δε εκπορεύσεως δεν προηγείται καθόλου η δυνατότης εκπορεύσεως, ούτε θα βρεθεί ποτέ εις την μοίρα της επαγγελίας ούτε θα εδέχετο το μελλοντικόν, άπαγε της βλασφημίας, η οποία συμβαίνει σε αυτούς που νομίζουν ότι είναι αΐδιος η έκπεμψις του Πνεύματος παρά του Υιού. Διότι επέμφθη εις ορισμένους και εδόθη προς τους μαθητές υπό του Υιού, ο όποιος το έλαβε από τον Πατέρα χρονικώς˙ είναι δε η αποστολή μεταγενέστερη και αυτών των λαμβανόντων και γίνεται με αιτία, μάλλον δε για πολλές αιτίες˙ «για να μένει, λέγει, μαζί σας εις τον αιώνα», «για να σας διδάξει και υπομνήσει όλα όσα σάς είπα», «για να μαρτυρήσει περί εμού», και θα συμμαρτυρήσει με σας τα κατ’ εμέ, καθώς θα μαρτυρείτε από την αρχήν έως το τέλος, «για να ελέγξει τον κόσμο» ως υπεύθυνο αμαρτίας, αυτόν ο όποιος αμαρτία ονόμασε την ιδικήν μου δικαιοσύνη - δικαιοσύνη η οποία και τον ίδιον τον άρχοντα της αμαρτίας εξέβαλεν από αυτή την εξουσία επί των αμαρτωλών, κρίνοντας δικαίως, διότι τον πράγματι δίκαιο υπέβαλε αδίκως εις την ιδία με τούς αμαρτωλούς ευθύνη, για να δοξάσει εμέ, αφού σας οδηγήσει προς πάσα την αλήθειαν. Διότι είναι «πνεύμα αληθείας» και «δεν λαλεί αφ’ εαυτόν αλλά όσα ακούει από τον Πατέρα», «όπως και εγώ δεν ελάλησα τίποτε από τον εαυτό μου». Επειδή δε ό Πατήρ είναι δικός μου και «όλα όσα έχει ό Πατήρ είναι δικά μου», από τα δικά μου λαμβάνει και αναγγέλλει διότι και ο πλούτος και οι δωρεές είναι σε μας κοινά.

Εστάλη λοιπόν εκ τού Πατρός και του Υιού χρονικώς και προς ορισμένους δι’ αιτίαν˙ από τον Πατέρα δε μόνον εκπορεύεται άχρονως και αναιτίως, έχον μόνον αυτόν αιτίαν εαυτού, τον μόνον αγέννητο Πατέρα, τον πράττοντα τα πάντα εκ μη όντων διά μόνην την κοινή αγαθότητα εαυτού και εκείνον, έχοντα δε εξ αρχής γεννήσει τον Υιόν και εκπορεύσει το άγιο Πνεύμα.

(συνεχιζεται)

ΣΧΟΛΙΟ:  Προκειμένου νά ενωθεί η ορθοδοξία μέ τήν αιρετική παποσύνη καί στήν συνέχεια καί μέ τίς υπόλοιπες αιρέσεις πού θρασύτατα ονομάζονται εκκλησίες, πρέπει νά γίνει καί αυτή αίρεση. Αυτή τήν μετάλλαξη τής ορθοδοξίας σέ αίρεση έχει αναλάβει ο Ζηζιούλας καί τά κοπάδια τών μορφονιών πού τόν περιστοιχίζουν προσπαθώντας νά επιβάλλουν τήν πλάνη τους.
Αμέθυστος

Το αρχαίο κείμενο εδώ:

Κοιναί μέν οὖν τῇ μόνῃ ἁγίᾳ καί προσκυνητῇ Τριάδι αἵ τε θεῖαι δυνάμεις καί αἱ ἐνέργειαι, δι᾿ ὧν ὁ Θεός ἐνοικεῖ καί ἐμπεριπατεῖ τοῖς ἀξίοις κατά τήν ἐπαγγελίαν, δι᾿ αὐτῶν ἐνεργῶν τε καί γνωριζόμενος. Ὧνπερ θείων ἐνργειῶν καί πηγή θεολογεῖται μή μόνον ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός, ἀλλά καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὡς καί ὁ μέγας φησί Βασίλειος ἐν τοῖς Περί τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀντιρρητικοῖς αὐτοῦ κεφαλαίοις γράφων˙ «αἱ δέ ἐνέργειαι τοῦ Πνεύματος τίνες; Ἄρρητοι μέν διά τό μέγεθος, ἀνεξαρίθμητοι δέ διά τό πλῆθος». Καί πάλιν˙ «παρά τῷ ἁγίῳ Πνεύματι πάντα τέλεια˙ ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, σοφία, σύνεσις, βουλή, ἀσφάλεια, εὐσέβεια, γνῶσις, ἁγιασμός, ἀπολύτρωσις, πίστις, ἐνεργήματα δυνάμεων, χαρίσματα ἰαμάτων, καί ὅσα τούτοις παραπλήσια, οὐδέν ἔχον τι ἐν ἑαυτῷ ἐπίκτητον ἀλλ᾿ ἀϊδίως πάντα ἔχον, ὡς Πνεῦμα Θεοῦ καί ἐξ αὐτοῦ πεφηνός, αἴτιον ἑαυτῷ ἔχον ὡς πηγήν ἑαυτοῦ κἀκεῖθεν πηγάζον. Πηγή δέ καί αὐτό τῶν προειρημένων ἀγαθῶν. Ἀλλά τό μέν ἐκ Θεοῦ πηγάζον ἐνυπόστατόν ἐστι, τά δέ ἐξ αὐτοῦ πηγάζοντα ἐνέργειαι αὐτοῦ εἰσι». Ταῦτα δέ εἰσι τά γνωριστικά τῆς θείας φύσεως αὐχήματα.
Θέλων οὖν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ὁμοούσιον ἑαυτόν δεῖξαι κατά τήν θεότητα τῷ Πατρί καί τῷ Πνεύματι, τοῖς μαθηταῖς αὐτός ταύτην κατά χάριν δίδωσι τήν φυσικήν τῆς θεότητος ἐνέργειαν, ὡς καί ὁ Πατήρ πρότερον ἐνίας τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν τοῖς προφήταις παρέσχε˙ καί τό Πνεῦμα δέ τό ἅγιον κατελθόν μετά τήν τοῦ Σωτῆρος ἄνοδον, καί αὐτό τάς τοιαύτας ἐνεργείας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς, δι᾿ αὐτῶν καί αὐτό δεικνύμενον ὁμοούσιον τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ. Κοινά μέν οὖν καί πολλά τῇ μόνῃ ἁγίᾳ καί προσκυνητῇ Τριάδι τά πρός ἡμᾶς ἐξ αὐτῆς θεῖα δόματα καί ἡ τούτων δόσις, ἡ δέ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκπόρευσις  μία καί τοῦ Πατρός ἰδία καί  προαιώνιος.
Ἀλλ᾿ ἵνα καί τήν ἀπολογίαν ἐπισφραγίσωμαι καί «πᾶν στόμα τό ἀντιτεῖνον φραγῇ», αὐτόν τόν τῆς ἀληθείας λόγον τοῦ νυνί λόγου κατά τούς πρό ἡμῶν συμφθεγγόμενον ἡμῖν δείξας προβαλοῦμαι μάρτυρα τῆς ἀληθείας. Αὐτός δέ ὁ μηδαμόθεν χωριζόμενος, γῆθεν πρός τόν ἐπουράνιον Πατέρα ἀνιών, τοῖς διαμεμενηκόσιν εἰς τέλος μετ᾿ αὐτοῦ «παρήγγειλεν ἀπό Ἱεροσολύμων μή χωρίζεσθαι, ἀλλά περιμένειν τήν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρός ἥν ἠκούσατέ μου», φησίν. Ἀλλά τίς ἡ ἐπαγγελία; Ὅτι «βαπτισθήσεσθε», φησίν, «ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, οὐ μετά πολλάς ταύτας ἡμέρας». Οὐκοῦν πρό τῆς τοῦ Σωτῆρος ἀναλήψεως οὔπω τῆς ἐπαγγελίας ἔτυχον˙ οὐκ ἄρα διά τοῦ ἐμφυσήματος τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐδόθη, τοῦτο γάρ ἡ ἐπαγγελία. Πότε δή τοῦ Σωτῆρος ἐπαγγειλαμένου ταῦτ᾿ ἤκουσαν οἱ μαθηταί; Ὅτε μέλλων ἐκών ὑπέρ ἡμῶν ἀποθνήσκειν – βαβαί τοῦ μεγέθους τῆς πρός ἡμᾶς διαθέσεως – οὐχ ἑαυτόν μόνον ὑπέρ ἡμῶν παρεδίδου τῇ σφαγῇ, ἀλλά καί κληρονόμους ἐνδιαθήκως ἐποιεῖτο τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ καί τούς θησαυρούς ἡμῖν ἀνεώγνυ τε καί παρεδίδου καί αὐτόν τόν συμφυᾶ καί πᾶσαν κτίσιν ὑπεραναβεβηκότα, τόν ἀκένωτον πλοῦτον τοῦ Πνεύματος˙ «ἐγώ γάρ», φησίν, «ἐρωτήσω τόν Πατέρα καί ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ᾿ ὑμῶν εἰς τόν αἰῶνα». Εἶτα μετ᾿ ὀλίγα, «ὁ δέ παράκλητος, τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὅ πέμψει ὁ Πατήρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα».
Εἶτ᾿ αὖθις μετά τάς γλυκείας ὑποθήκας ἐκείνας, μετά τούς ψυχαγωγοῦντας λόγους, μετά τάς πρός φυλακήν τοῦ πλούτου προτροπάς, «ὅταν ἔλθῃ», φησίν, «ὁ παράκλητος, ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν παρά τοῦ Πατρός, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περί ἐμοῦ». Εἶδες τοῦ ὄντος θησαυροῦ τά κατά μέρος κλεῖθρα διανοιγόμενα; Μᾶλλον δ᾿ ἵν᾿ εἴπω θεολογικώτερον, ὁρᾷς φωτισμούς ὑμῖν κατά μέρος ἐλλάμποντας;
Ἀλλ᾿ ὑπέρ οὗ νῦν ὁ λόγος, ἴδωμεν τήν ἐπαγγελίαν˙ τό δ᾿ «οὐ μετά πολλάς ταύτας ἡμέρας» ποῦ; Αὐτοῦ τῶν λόγων μικρόν προελθών καί τοῦτο τότε προείρηκεν ἐκ τῶν μεγίστων τούς οἰκείους φιλανθρώπως παραμυθούμενος˙ «συμφέρει γάρ», φησίν, ὑμῖν, «ἵνα ἐγώ ἀπέλθω˙ ἐάν γάρ ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς». Πῶς οὖν τις τολμᾷ λέγειν, ὅτι διά τοῦ ἐμφυσήματος ἦλθε πρός τούς μαθητάς τοῦ Κυρίου πρίν ἀναληφθῆναι αὐτόν; Ἀλλ᾿ ἔστω, φησίν˙ οὐ γάρ ἐδόθη πρό τῆς ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος ὁ ἄλλος παράκλητος. Ἔχεις καί τοῦτο λέγειν, ὡς οὐκ αὐτός σαφῶς τοῖς μαθηταῖς ἐπηγγείλατο λέγων, «ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν», καί «ἐάν ἐγώ πορευθῶ, πέμψω αὐτόν πρός ὑμᾶς»;
Εὖγέ σοι τοῦτο μετ᾿ ἐκεῖνο προήχθη, πρός τόν εἰπόντα φαίη τις ἄν˙ ὑποβέβηκε γάρ καί τῇ δυνάμει τοῦ δοκοῦντος ὑμῖν παρά τῶν Γραφῶν βοηθήματος. Εἰ γάρ καί τοῦτο λόγος τοῦ Λόγου τῆς ἀληθείας, ἀλλ᾿ οὐχ ὁμοίως τό ἐμφυσᾶν καί τό πέμπειν τό παρ᾿ ἑαυτοῦ δείκνυσιν˙ ὁ μέν γάρ ἐμφυσῶν κατά πᾶσαν ἀνάγκην ἐξ ἑαυτοῦ ἐμφυσᾷ τῷ παρ᾿ ἑαυτοῦ πνεύματι˙ ταὐτόν δ᾿ εἰπεῖν τῷ παρ᾿ ἑαυτοῦ ἐκπορευομένῳ ἐμφυσήματι. Οὐ μήν δέ καί πᾶς ὁ πέμπων τό παρ᾿ ἑαυτοῦ ὄν τε καί ἐκπορευόμενον πέμπει, ἀλλά καί τό παρ᾿ ἑτέρου πρός αὐτόν ἧκον. Διό καί σπουδήν ὁ Κύριος, θέμενος τοῦ μηδένα παραχθέντα δοξάζειν, ὅτι τό Πνεῦμα τό ἅγιον καί ἐξ αὐτοῦ ἐκπορεύεται, τό μέν ἐμφύσημα, ὅ τοῦτ᾿ ἐδόκει μᾶλλον παριστᾶν, τότ᾿ ἔδωκεν, ὅτε ἀπείρηκε καί ὑπερέθετο τήν ἐπιδημίαν τοῦ Πνεύματος˙ τό δέ «πέμψω» προειπών, προσέηκε τό «παρά τοῦ Πατρός». Εἰ γάρ καί «πέμψω», φησίν, ἀλλ᾿ οὐ  παρ᾿ ἐμαυτοῦ, ἀλλά παρά τοῦ Πατρός λαβών, ἀφ᾿ οὗ ἐκπορεύεται˙ ἐκεῖνος γάρ μόνος πέμπει παρ᾿ ἑαυτοῦ, ὡς παρ᾿ ἑαυτοῦ τοῦτ᾿ ἔχων ἐκπορευόμενον, καί ἀεί τοῦτ᾿ ἔχων ἐκπορευόμενον, οὐ τότε μόνον ἐκπορευθησόμενον ὅτε καί αὐτός ἐγώ «πέμψω», οὐδέ παρ᾿ ἐμοῦ ἀδιαστάτως πεμπόμενον, ὥσπερ παρ᾿ ἐκείνου ἐκπορευόμενον˙ οὐ γάρ εἰπών «πέμψω» τό "παρ᾿ ἐκείνου ἐκπορευθέν" προσεπήγαγον, ἵνα μή ἐπί τοῦ Πατρός προσεπινοηθῇ τό "ποτέ". Καί ἐπιφέρειν μέλλων «ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται», φθάσας εἶπον, οὐχ "ὅ ἐγώ πέμπω", ἀλλ᾿ «ὅ ἐγώ πέμψω», ἵνα μή συνεπινοηθῇ καί ἐπ᾿ ἐμοῦ τό ἀεί. Τό μέν γάρ πέμπειν ἔχειν τό Πνεῦμα τό ἅγιον πρός τούς ἀξίους κοινόν ἐστιν ἐξ ἀϊδίου τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ˙ πέμπει δέ χρονικῶς ἑκάτερος, ἀμφότεροι δέ μᾶλλον, ὁπότε δέοι.
Ταῦτ᾿ ἄρα καί τήν προθεσμίαν καί τόν μέλλοντα χρόνον ἐπιδέχεσθαι δύναται˙ τοῦ δέ ἐκπορεύειν τό ἐκπορεύειν ἔχειν οὐδαμῶς προηγεῖται, οὐδ᾿ ἐν ἐπαγγελίας μοίρᾳ κείσεταί ποτε, οὐδέ τό μελλειν ἐπιδέξαιτ᾿ ἄν, ἄπαγε τῆς βλασφημίας, ἤ συμβαίνει τοῖς οἰομένοις ἀΐδιον εἶναι τήν παρά τοῦ Υἱοῦ ἔκπεμψιν τοῦ Πνεύματος. Ἐπέμφη γάρ τισι καί ἐδόθη πρός τούς μαθητάς ἐκ τοῦ Υἱοῦ, λαβόντος παρά τοῦ Πατρός χρονικῶς καί αὐτῶν τῶν λαμβανόντων ὑστερογενεστέρας οὔσης τῆς ἀποστολῆς, καί δι᾿ αἰτίαν, μᾶλλον δέ διά πολλάς αἰτίας˙ «ἵνα μένῃ», φησί, «μεθ᾿ ὑμῶν εἰς τόν αἰῶνα»,  «ἵνα ὑμᾶς διδάξῃ καί ὑπομνήσῃ πάντα ἅ εἶπον ὑμῖν», «ἵνα  μαρτυρήσῃ περί ἐμοῦ» καί ὑμῖν συμμαρτυρήσῃ τά κατ᾿ ἐμέ, ἀπ᾿ ἀρχῆς μέχρι τέλους μαρτυροῦσιν, «ἵνα ἐλέγξῃ τόν κόσμον» ὑπεύθυνον τῇ ἁμαρτίᾳ, τόν ἁμαρτίν ὀνομάσαντα τήν ἐμήν δικαιοσύνην˙ δικαιοσύνην ἥ καί αὐτόν τόν ἄρχοντα τῆς ἁμαρτίας καί αὐτῆς τῆς τῶν ἁμαρτωλῶν ἐξέβαλεν ἀρχῆς κατακρίνασα δικαίως, ὅτι τόν ὄντως δίκαιον ἀδίκως ὑπό τήν αὐτήν τοῖς ἁμαρτωλοῖς ἤγαγεν εὐθύνην, ἵν᾿ ἐμέ δοξάσῃ, ὁδηγῆσαν ὑμᾶς πρός πᾶσαν τήν ἀλήθειαν. Καί γάρ «Πνεῦμα ἀληθείας» ἐστί, καί «οὐκ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ λαλεῖ, ἀλλ᾿ ὅσα ἀν ἀκούῃ παρά τοῦ Πατρός», ὥσπερ κἀγώ οὐδέν ἐλάλησα ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ»˙ ἐπεί δέ ὁ Πατήρ ἐμός καί «πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ ἐμά», «ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει καί ἀναγγέλλει»˙ κοινά γάρ ἡμῖν καί ὁ πλοῦτος καί τά δόματα.
Ἐπέμφθη τοίνυν ἐκ τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ χρονικῶς καί πρός τινας καί δι᾿ αἰτίαν˙ παρ᾿ αὐτοῦ δέ μόνου τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται ἀχρόνως καί ἀναιτίως, αὐτόν μόνον ἔχον αἰτίαν ἑαυτοῦ, τόν μόνον ἀγέννητον Πατέρα, τόν ποιοῦντα τά πάντα ἐκ μή ὄντων διά μόνην τήν κοινήν ἑαυτοῦ τε κἀκείνων ἀγαθότητα, τόν δ᾿ Υἱόν ἐξ ἀρχῆς ἔχοντα γεγεννημένον καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐκπορευόμενον.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...