Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

Η εποχή των Συνόδων. Νικόλαος Κουζάνους (3)

Συνέχεια από:Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

 Η εποχή των Συνόδων. Νικόλαος Κουζάνους.

Αποσπάσματα από το 1ο κεφάλαιο του βιβλίου του Franco Alessio "Ιστορία της Νεότερης Φιλοσοφίας" από τις εκδόσεις ΤΡΑΥΛΟΣ.

1.4. Ο Κουζάνους μετά τη σύνοδο στην Βασιλεία


Επτά χρόνια μεσολαβούν ανάμεσα στην πραγματεία De concordantia και στην πραγματεία De docta ignorantia (1440). Στην τελευταία, η μεταφυσική της αρμονίας δεν αλλάζει, παρά αναλύεται σε βάθος. Ο Κουζάνους την παρουσιάζει τώρα κάτω από μια άλλη οπτική γωνία: η οδός πρόσβασης στην ιδέα της αρμονίας είναι η εξέταση της γνώσης μας εν γένει. Σημείο εκκίνησης του Κουζάνους επί του θέματος είναι η διαπίστωση που επιβάλλεται αν και όταν εξετάζουμε με τρόπο απολύτως αυστηρό πώς και τι είναι η γνώση μας. Σε αντίθεση μ’ αυτό που θα πίστευε κανείς, η γνώση μας είναι αναπόφευκτα το ακριβώς αντίθετό της: είναι η μη γνώση, η «άγνοια» (ignorantia).

Σκεπτικισμός

Το σημείο εκκίνησης είναι αυτό που ονομάζεται σκεπτικισμός: το απαραίτητο για να καταστεί η γνώση πραγματική είναι ό,τι για τις δυνατότητές της αποδεικνύεται απολύτως ανέφικτο. Και εύκολα βλέπει κανείς γιατί έχει έτσι η κατάσταση: για να γίνει ουσιαστική η γνώση οφείλει να μπορεί να «πιάσει» -να αντιληφθεί, να συλλάβει- ολοκληρωτικά το (οποιοδήποτε) αντικείμενο για το οποίο ενδιαφέρεται. Όμως, αυτό ακριβώς είναι που δεν συμβαίνει ποτέ: το βέλος που εκτοξεύεται από τη γνώση δεν πετυχαίνει ποτέ ολόκληρο το αντικείμενο. Και το χειρότερο: η αναπόφευκτη αδυναμία σύλληψης του αντικειμένου οφείλεται στην ίδια τη φύση της γνώσης η οποία επιτάσσει έναν και μοναδικό τρόπο λειτουργίας, αυτόν της σύγκρισης. Ή, καλύτερα, ανάγοντας εκείνα που δεν είναι ακόμη γνωστά σ’ αυτά που ήδη είναι: «Η φύση κάθε γνώσης είναι η σύγκριση» (I, 1). Αν όμως ισχύει τούτο, αν η φύση της γνώσης είναι τέτοια ώστε να λειτουργεί μόνο «συγκρίνοντας», προκύπτει ότι είναι αδύνατον να γνωρίσει κανείς τόσο το άπειρο (αντικείμενο) όσο και το πεπερασμένο (αντικείμενο).

Οι δύο αδυναμίες της γνώσης

α) Το άπειρο (αντικείμενο), δηλαδή ο Θεός, δεν μπορεί παρά να διαφύγει οποιασδήποτε σύγκρισης: δεν υπάρχει τίποτε ήδη καταχωρισμένο στη γνώση που να μπορεί να συγκριθεί με το άπειρο γιατί η γνώση διαθέτει μόνο στοιχεία πεπερασμένα, κι έτσι η σύγκριση απείρου και πεπερασμένου δεν έχει κανένα νόημα: «Δεν υπάρχει δυνατή σύγκριση ανάμεσα στο πεπερασμένο και το Απειρο» (I, 3). Επομένως, η γνώση του απείρου είναι προφανώς αδύνατη γιατί ακριβώς το άπειρο δεν είναι πεπερασμένο.
β) Είναι λοιπόν δυνατόν να αποκτήσει κανείς πραγματική γνώση ενός πεπερασμένου αντικειμένου, όχι ακόμη εγνωσμένου, συγκρίνοντάς το με ένα άλλο πεπερασμένο αντικείμενο ήδη γνωστό, και να καταφέρει μ’ αυτή τη σύγκριση να γνωρίσει πραγματικά το όχι ακόμη εγνωσμένο αντικείμενο;
Εδώ προκύπτει μια νέα δυσκολία. Μια σύγκριση τέτοιου είδους -μεταξύ πεπερασμένων αντικειμένων- δεν οδηγεί ποτέ σε συμπεράσματα τόσο ολοκληρωμένα, τόσο επαρκή (praecisi = απόλυτα), ώστε να μην μπορούν από τα ίδια να εξαχθούν άλλα, πιο ολοκληρωμένα και επαρκή. Όλες οι συγκρίσεις μέσω των οποίων προσπαθούμε να γνωρίσουμε το πεπερασμένο αντικείμενο που ακόμη αγνοούμε, δίνουν πάντοτε απογοητευτικά συμπεράσματα: συγκρίνοντας, καταφέρνουμε πάντοτε μόνο μια προσέγγιση, μια πιο ακριβή προσέγγιση από άλλη ή, καλύτερα, μια πάντοτε λιγότερο ακριβή από μια άλλη. Η σειρά αυτών των προσεγγίσεων είναι ατελείωτη, σε βαθμό που η σύγκριση σε κάθε της βήμα να οδηγείται μπροστά σε ένα απέραντο βάραθρο. Είναι σαφές: η πραγματική, πλήρης, praecisa (απόλυτη) γνώση του πεπερασμένου καθίσταται αδύνατη. «Η ανθρώπινη νόηση μέσω της σύγκρισης δεν μπορεί να γνωρίσει με τρόπο απόλυτο τα πεπερασμένα πράγματα» (1,3).

Επομένως, το συμπέρασμα των συλλογισμών α) και β) είναι το ίδιο: αυτό που ονομάζουμε γνώση είναι το απόλυτο αντίθετό του, είναι η μη γνώση, η άγνοια. Επιπλέον: η μη γνώση που αναπόφευκτα ανατρέπει πάντα τη γνώση, δεν είναι μόνο, όπως φαίνεται, πρώτον αναπόφευκτη, είναι και δεύτερον αξεπέραστη.

Στην απόλυτη μορφή της η "γνώση" είναι "μη γνώση"

Η «άγνοια» αυτή που είναι ταυτοχρόνως γνώση, αποδεικνύει ότι η γνώση δεν καταφέρνει να γίνει εκείνο που ακριβώς θα έπρεπε να ήταν. Η καθαρή, η ακριβής ιδέα αυτού που θα έπρεπε να είναι η γνώση επιβάλλει την παραδοχή ότι πράγματι, η τελευταία απέχει απείρως από την πραγματική γνώση.

Αναπόφευκτη και αξεπέραστη η μη γνώση, που ανατρέπει τη γνώση, διαθέτη κι ένα τρίτο χαρακτηριστικό: η άγνοια, σε ό,τι αφορά τη σύστασή της, είναι πλήρως ενσυνείδητη. Το «αντικείμενο» που αποτελεί «γνώση ως άγνοια» είναι άκρως γνωστό, είναι καταφανές: διαπιστώνεται αμέσως και είναι εντελώς επιβεβαιωμένο. Και εδώ βρίσκεται ένα άλλο σημείο εκκίνησης: το ότι η γνώση είναι ουσιαστικά μη γνώση, «άγνοια» από τη φύση της, είναι απολύτως συνειδητό, γνωστό και διαπιστωμένο. Τι σημαίνει αυτό; Κατά τη θεώρηση της ανατροπής της γνώσης σε μη γνώση (ή, άγνοια), διαπιστώνονται με σαφήνεια τρία στοιχεία: α) ότι αυτό το γεγονός (ή, αντικείμενο), διαφορετικό από όλα εκείνα στα οποία στρέφεται η γνώση, «συλλαμβάνεται» πλήρως από την ίδια· είναι γεγονός (ή, αντικείμενο) που μπορεί και γίνεται αμέσως γνωστό, χωρίς τη μεσολάβηση καμιάς σύγκρισης· β) ότι η συγκεκριμένη περίπτωση είναι ανορθόδοξη: σε αντίθετη με τις υπόλοιπες ενέργειες της γνώσης, η επίγνωση της γνώσης ως «άγνοιας», αποτελεί γνωστική πράξη ολοκληρωμένη, πραγματική και ακριβή και καθόλου απλώς κατά προσέγγιση· η γνώση εδώ είναι μια άμεση «όραση», μια ενόραση· γ) ότι επίσης ανορθόδοξο είναι και το εξής γεγονός: αυτή η άμεση γνώση, η όραση, η ενόραση είναι ταυτοχρόνως μια σύμπτωση αντιθέτων (γνώση, άγνοια): μοναδική περίπτωση κατά την οποία δύο αντίθετα ταυτίζονται, ενώ πιστοποιείται η ξεχωριστή τους ταυτότητα.
Οι τρεις παραπάνω θέσεις (α, β, γ) δεν είναι παρά μόνο μία: με την αναγνώριση ότι η γνώση αποτελεί πλήρη άγνοια, κατανοεί κανείς αμέσως, μέσω ενόρασης, ότι πρόκειται για σύμπτωση (ή, ταυτότητα) δύο αντιθέτων. Αυτό σημαίνει: έχουμε μια περίπτωση κατά την οποία δύο αντίθετα παύουν εντελώς να έχουν αυτή την ιδιότητα ανάμεσά τους ή, αλλιώς, πετυχαίνουν την ύψιστη αρμονία ανάμεσά τους που είναι τελικά η σύμπτωση και η ταύτιση.

Η σύμπτωση των αντιθέτων

Εκείνοι που κατατροπώνονται από την ανορθόδοξη αυτή «θεώρηση» της ταυτότητας (ή, σύμπτωσης) αντιθέτων είναι ο Αριστοτέλης και οι σχολαστικοί, σύμφωνα με τους οποίους αποτελεί απαρέγκλιτο δόγμα ότι τα αντίθετα δεν συμπίπτουν παρά, αποκλείει το ένα την ύπαρξη του άλλου και επομένως δεν μπορεί να εμφανιστεί στον κόσμο καμιά περίπτωση αρμονίας όπου δύο αντίθετα να συγχωνεύονται και να συμπίπτουν. Αυτό όμως που επίσης κατατροπώνεται είναι η βασική θέση εκκίνησης - ο σκεπτικισμός: εδώ πρόκειται για μια μορφή γνώσης όπου είναι δυνατόν και δεδομένο εκείνο που απαιτείται προκειμένου να καταστεί η γνώση πραγματική: είναι η «σύλληψη» του αντικειμένου. Το αληθινό, επομένως, σημείο εκκίνησης δεν είναι εκείνο από το οποίο ξεκινά ο συλλογισμός (η σκεπτικιστική θέση)· είναι εκείνο στο οποίο καταλήγει, και τελικά διαψεύδει τον σκεπτικισμό: είναι η ενόραση. Με άλλα λόγια, αν υπάρχει μία (τουλάχιστον) περίπτωση άμεσης γνώσης (= ενόρασης), ο σκεπτικισμός διαψεύδεται: υπάρχει μία (τουλάχιστον) περίπτωση κατά την οποία η γνώση καταφέρνει να γίνει αυτό που πρέπει να είναι.

Εκείνο που αναδεικνύει μ’ αυτή τη θέση ο Κουζάνους δεν είναι ακριβώς ένα «δόγμα» (ή, θεωρία), αλλά ένα και μόνο γεγονός: στη γνώση ενυπάρχει, σε ό,τι αφορά την ίδια τη γνώση, μια άμεση ενόραση στην οποία γίνεται αντιληπτή η σύμπτωση αντιθέτων. Αυτό είναι όλο.

Aμέθυστος


Δεν υπάρχουν σχόλια: