Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

ΣΧΟΛΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ (7)

Περί προσώπου ἐπικαιρικά δρώμενα...

 

τοῦ π. Θωμᾶ Βαμβίνη
[7ο ΜΕΡΟΣ]
  π.Ἰ.Δ. ὡς «ἀμερόληπτος» κριτής τοῦ Μητροπολίτου Ἱεροθέου συγκέντρωσε ὅ,τι ἔχει γραφῆ ἐναντίον του, χωρίς νά μπαίνη στόν κόπο νά ἐξετάζη κατά πόσο τά ἀρνητικά σχόλια ἔχουν σχέση μέ τήν πραγματικότητα ἤ μέ κάποια κρυπτόμενα ἐλατήρια τῶν σχολιαστῶν. Δέν μπαίνει δηλαδή στόν κόπο νά ἐλέγξη ἄν οἱ αἰτίες τῶν σχολίων εἶναι θεολογικές ἤ οἱ ἀφορμές τους ἁπλῶς «ἐπικαιρικές», ἐξαρτώμενες ἀπό τήν ἐπικαιρότητα κάποιων αἰχμηρῶν ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων.
Σημειωτέον ὅτι γιά τό τεράστιο συγγραφικό ἔργο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου οἱ ἀρνητικές ἀποτιμήσεις εἶναι ἐλάχιστες, σχεδόν ἀριθμητικά ἀμελητέες, ἐνῶ οἱ θετικές κριτικές ἑκατοντάδες. Καί μόνο τό ὅτι πάνω ἀπό 60 βιβλία του μεταφράστηκαν σέ πολλές ξένες γλῶσσες (σέ 19 γλῶσσες ἔχουν ἀνιχνευτῆ κείμενά του) εἶναι ἐνδεικτικό τῆς ἀποδοχῆς τους.

Ὁ π.Ἰ.Δ., λοιπόν, ἀποσιωπώντας τίς θετικές ἀποτιμήσεις τοῦ συγγραφικοῦ ἔργου τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου, ἀβασάνιστα προσυπογράφει τίς ἐλάχιστες ἀρνητικές κριτικές, χωρίς νά λαμβάνη ὑπ’ ὄψη του τίς τυχόν ἀπαντήσεις πού δόθηκαν, ἀντιθέτως μάλιστα ἐπεκτείνει μέ σκληρότερες ἐκφράσεις τόν λόγο τους, στηριγμένος σέ παρερμηνεῖες κειμένων τοῦ Μητροπολίτου.

Χαρακτηριστική περίπτωση εἶναι σχόλιο πού λαμβάνει ὁ π.Ἰ.Δ. ἀπό τό περιοδικό Δρώμενα. Γράφει σχετικά:

«Τά “ΔΡΩΜΕΝΑ”, ἕν πολύ σοβαρόν περιοδικόν, εἰς τό φύλλον τοῦ Νοεμβρίου 1996, ἠσχολήθησαν, μεταξύ ἄλλων, καί μέ τήν ἑξῆς φράσιν τοῦ Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου ἀπό τό ἐπαινεθέν μάλιστα βιβλίον του ὑπό τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν (“Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση”):

“...Τόν ὅρον ἄνθρωπος, κατά τούς Πατέρας, δέν μποροῦμε νά τόν ἀποδώσουμε μόνον σέ ὅλους ἐκείνους πού ζοῦν, ἀλλά κυρίως σέ ὅσους μετέχουν τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί τόν ὅρο πρόσωπο μποροῦμε νά χρησιμοποιοῦμε γι’ αὐτούς πού πορεύονται πρός τήν κατά Χάριν θέωση καί εἶναι θεούμενοι...”.

Ἰδού καί ἡ κριτική ἀπάντηση τοῦ περιοδικοῦ: “Εὐτυχῶς γιά τόν Χριστιανισμό οἱ σκέψεις αὐτές εἶναι μόνον τοῦ ἰδίου τοῦ Σεβασμιωτάτου. Καί βεβαίως δέν ὑπάρχει παραπομπή γιά τό ποῖοι Πατέρες χαρακτηρίζουν, κυρίως, ἀνθρώπους τούς “φωτισμένους Χριστιανούς”»[1].

Κατ’ ἀρχήν θά κάνουμε δύο σύντομες παρατηρήσεις:

Πρῶτον, τό «σοβαρόν περιοδικόν» Δρώμενα, πού κυκλοφόρησε πρό τῆς Ἀρχιεπισκοπικῆς ἐκλογῆς τοῦ 1998 καί μετά σταμάτησε, δημοσίευσε ἀρνητική κριτική γιά τό βιβλίο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, τό ὁποῖο εἶχε βραβευτεῖ ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τόν Μάρτιο τοῦ 1996, ὡς τό καλύτερο θεολογικό ἔργο τῆς τελευταίας πενταετίας, ἀπό ὅσα εἶχαν ὑποβληθῆ σ’ αὐτήν, χωρίς νά θέση κάτω ἀπό τήν κριτική τό ὄνομα τοῦ συντάκτη της. Στίς περιπτώσεις αὐτές ἡ ὑπογραφή τοῦ συντάκτη δείχνει ὑπευθυνότητα καί στοιχειώδη σοβαρότητα, χωρίς βέβαια νά ἐξασφαλίζη ὑποχρεωτικά καί τήν ἐπιστημονική ἐγκυρότητα. Ἡ ἀνωνυμία πάντως δέν δηλώνει «σοβαρόν περιοδικόν». (Βλέπε παρακάτω ἀπάντηση πρός τά Δρώμενα τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου).

Δεύτερον, σέ ὅσα μετά τήν παράθεση τοῦ σχολίου ἀπό τά Δρώμενα γράφει ὁ π.Ἰ.Δ. στό βιβλίο τῆς Θεολογικῆς του τραγωδίας... ἐπεκτείνοντας μέ τόν στηλιτευτικό δημοσιογραφικό του τρόπο τό σχόλιο τοῦ περιοδικοῦ, ὑπάρχει ἡ πλήρης παρανόηση καί παρερμηνεία τῶν ὅσων ἔχει γράψει ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου.

Ἄς δοῦμε ὅμως ὁλοκληρωμένα τά κείμενα, διότι «εὐτυχῶς γιά τόν Χριστιανισμό οἱ σκέψεις αὐτές [γιά τόν ὅρο ἄνθρωπος] δέν εἶναι μόνον τοῦ Σεβασμιωτάτου», ἀλλά καί ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὑπάρχει μάλιστα στό βιβλίο τοῦ Σεβασμιωτάτου παραπομπή σέ χαρακτηριστικό χωρίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Τό ἀπόσπασμα πού σχολίασαν τά Δρώμενα εἶναι ἀπό τό ὑποκεφάλαιο: Πρόσωπο καί ἄνθρωπος, πού ἀνήκει στό δεύτερο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου, τό ὁποῖο πραγματεύεται τό θέμα: Τό ἀνθρώπινο πρόσωπο κατά τούς ἁγίους Πατέρας.

Ἀναφερόμενος ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου στό ὅτι πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι προτιμοῦν τόν ὅρο ἄνθρωπος ἀπό τόν ὅρο πρόσωπο, φοβούμενοι τήν ἄκαιρη καί διαρκῆ χρήση τοῦ ὅρου πρόσωπο, σημειώνει:

«Νομίζω ὅμως ὅτι μποροῦμε νά χρησιμοποιοῦμε τόν ὅρο πρόσωπο καί γιά τόν ἄνθρωπο μέ μεγάλη προσοχή καί ἀφοῦ κάνουμε μερικές διευκρινήσεις. Μιά ἀπό αὐτές εἶναι ὅτι, ὅπως τόν ὅρον ἄνθρωπος, κατά τούς Πατέρας, δέν μποροῦμε νά τόν ἀποδώσουμε μόνον σέ ὅλους ἐκείνους πού ζοῦν, ἀλλά κυρίως σέ ὅσους μετέχουν τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί τόν ὅρο πρόσωπο μποροῦμε νά χρησιμοποιοῦμε γι’ αὐτούς πού πορεύονται πρός τήν κατά Χάριν θέωση καί εἶναι θεούμενοι. Ὅπως τό “κατ’ εἰκόνα” εἶναι δυνάμει ὁμοίωσις καί ἡ ὁμοίωσις ἐνεργείᾳ “εἰκόνα”, ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος μέ τήν βιολογική του ὕπαρξη εἶναι δυνάμει ἄνθρωπος καί πρόσωπο. Θά γίνη πραγματικά ἄνθρωπος, ὅταν μεθέξη τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἐφόσον ὁ Θεός εἶναι πρόσωπο σημαίνει πώς ὁ ἄνθρωπος γίνεται πρόσωπο, ὅταν ἑνωθῆ μέ τόν Θεό»[2].

Ἡ διατύπωση «...ὅπως τόν ὅρον ἄνθρωπος...» σημαίνει ὅτι προηγουμένως ὁ συγγραφέας εἶχε τεκμηριώσει τήν ἄποψη, ὅτι ὁ ὅρος ἄνθρωπος ἀποδίδεται ἀπό τούς Πατέρες «κυρίως σέ ὅσους μετέχουν τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ». Ἀπό τό σχόλιο πού ἀναδημοσιεύει ὁ π.Ἰ.Δ. ἀπουσιάζει ἡ λέξη «ὅπως».

Θά δοῦμε, λοιπόν, ἀμέσως πῶς πράγματι ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου τεκμηριώνει τήν ἄποψη αὐτή παραθέτοντας χωρίο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Ὁ ἀνώνυμος συντάκτης τοῦ σχολίου στό περιοδικό Δρώμενα, ἄν μελετοῦσε προσεκτικά ἀπό τήν ἀρχή τό ὑποκεφάλαιο Πρόσωπο καί ἄνθρωπος, θά ἔβλεπε τήν πατερική τεκμηρίωση τῶν γραφομένων, ἀφοῦ στίς πρῶτες παραγράφους του θά διάβαζε τά ἐξῆς:

«Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀναφωνεῖ “ἄνθρωπος ἐστί, τό περισπούδαστον τοῦ Θεοῦ ζῶον”[3]...

Θά μποροῦσα νά ἀναφέρω πληθώρα πατερικῶν χωρίων, στά ὁποῖα φαίνεται ὅτι οἱ Πατέρες, ὅταν μιλοῦν γιά τήν κορωνίδα τῆς δημιουργίας, τό τελειότερο ἔργο τοῦ Θεοῦ, τό ἀποκαλοῦν ἄνθρωπο.

Θά πρέπη ὅμως νά σημειωθῆ ὅτι, ὅταν τόν ἀποκαλοῦν ἄνθρωπο, δέν τό ἐννοοῦν μέ τήν βιολογική του ἁπλῶς ὑπόσταση, ἀλλά μέ τήν παρουσία καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα του. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει: “ἄνθρωπος γάρ ἐστιν, οὐχ ὅστις ἁπλῶς χεῖρας καί πόδας ἔχει ἀνθρώπου, οὐδ’ ὅστις ἐστι λογικός μόνον, ἀλλ’ ὅστις εὐσέβειαν καί ἀρετήν μετά παρρησίας ἀσκεῖ»[4].

Στό παραπάνω χωρίο ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἶναι σαφέστατος. Ἄλλωστε εἶναι γνωστό καί στό τελευταῖο πιστό μέλος τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα. Ὅμως αὐτό δέν ἀρκεῖ γιά τήν ὁλοκλήρωσή του. Χρειάζεται νά εἶναι καί «ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ», δηλαδή νά ζῆ μέσα του τό Ἅγιο Πνεῦμα. Σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ βιβλίου: Τό Πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου γράφει:

«Ἡ δημιουργία καί ἡ βιολογική γέννηση τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ἀρκετή γιά τήν ἐκπλήρωση τοῦ σκοποῦ τῆς ὑπάρξεώς του. Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε μέ σκοπό νά φθάση στήν κοινωνία μέ τόν Θεό, νά ἐπιτύχη τήν θέωσή του. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀπό τό κατ’ εἰκόνα πρέπει νά φθάση στό καθ’ ὁμοίωσιν. Ὅταν φθάση στήν θέωση, τότε ὁλοκληρώνεται πραγματικά. Μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική πρέπει νά δοῦμε τήν πτώση του ἀπό τήν κοινωνία του μέ τόν Θεό, τήν εἴσοδο τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, καί ἀκόμη τήν ἀναγέννησή του. Ἡ βιολογική του γέννηση δέν εἶναι τό τέλος τῆς πορείας του, ἀλλά ἡ ἀρχή τῆς ἐξελίξεώς του ἕως ὅτου φθάση στήν θέωση... Ὁ ἄνθρωπος κατά τόν εὔστοχο λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, εἶναι “ζῶον ἐνταῦθα οἰκονομούμενον καί ἀλλαχοῦ μεθιστάμενον, καί πέρας τοῦ μυστηρίου τῇ πρός Θεόν νεύσει θεούμενον”[5]. Δέν πρέπει νά οἰκονομῆται μόνον ἐνταῦθα, ἀλλά νά μεθίσταται καί ἀλλαχοῦ καί αὐτή ἡ πορεία λέγεται μυστήριο, πού ἔχει κατάληξη τήν θέωση, πού γίνεται μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί τήν συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου»[6] .

Πάντως, ὁ π.Ἰ.Δ. ἀδυνατώντας νά κατανοήση ὅλες αὐτές τίς βασικές θεολογικές ἔννοιες, κολλημένος σέ ὅ,τι ἀθεμελίωτο τοῦ δίνουν τά Δρώμενα, διερωτᾶται:

«Ἐάν ὁ ἁμαρτωλός ἔπαυσε νά εἶναι ἄνθρωπος καί πρόσωπον, τότε τί εἶναι; Ἐάν ἀπεξενώθη τῶν ἰδιοτήτων αὐτῶν, τότε κατά ποῖον τρόπον ὁ ἁμαρτωλός γίνεται καί ἅγιος ἀκόμη διά τῆς μετανοίας;».[7]

Ὁ π.Ἰ.Δ. γράφει: «Ἐάν ἀπεξενώθη τῶν ἰδιοτήτων αὐτῶν...», ἐννοώντας ὡς ἰδιότητες τό νά εἶναι «ἄνθρωπος» ἤ «πρόσωπο» ὁ ἁμαρτωλός. Ὅμως οἱ ὅροι ἄνθρωπος ἤ πρόσωπο δέν ἐκφράζουν ἐπιμέρους ἰδιότητες, ἀλλά τό πλῆρες τοῦ «λογικοῦ ζώου», τό ὁποῖο δέν παύει ποτέ νά εἶναι λογικό, νά ἔχη ψυχή καί σῶμα καί νά εἶναι ἐλεύθερο, ὅποια καί ἄν εἶναι ἡ χρήση τῆς ἐλευθερίας πού κάνει.

Ὁ π.Ἰ.Δ. δέν πρόσεξε ὅμως καί κάτι σημαντικό· δέν πρόσεξε τόν παραλληλισμό πού κάνει ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου ἀνάμεσα στό ζεῦγος τῶν ὅρων «κατ’ εἰκόνα» καί «καθ’ ὁμοίωσιν» καί στό ζεῦγος  βιολογική ὕπαρξη καί ἄνθρωπος ἤ πρόσωπο. Δέν πρόσεξε ἤ μᾶλλον δέν διάβασε τό βιβλίο τό ὁποῖο κρίνει ἐπαναπαυόμενος στό χωρίο, τό ἀποσπασμένο ἀπό τήν συνάφειά του, πού παρέθεσε τό περιοδικό Δρώμενα.

Στό κείμενο τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου εἶναι σαφές ὅτι οἱ ὅροι ἄνθρωπος καί πρόσωπο σχετίζονται μέ τό καθ’ ὁμοίωσιν, ἐνῶ αὐτός πού χαρακτηρίζεται μόνο ἀπό τήν βιολογική ὕπαρξη δέν ἔχει χάσει τό κατ’ εἰκόνα. Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν πού παραμένει ἐγκλωβισμένος στήν βιολογική του ὕπαρξη, πού ζῆ δηλαδή δίνοντας σημασία μόνο στό σῶμα του καί τίς ἀπαιτήσεις του, χωρίς νά σκέφτεται τήν ψυχή του καί τίς ἀνάγκες της, παραμένει κατ’ εἰκόνα Θεοῦ. Τό κατ’ εἰκόνα δέν χάνεται, γιατί εἶναι δοσμένο στήν φύση μας καί δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τήν θέλησή μας καί τόν τρόπο τῆς ζωῆς μας. Μπορεῖ νά ἀμαυρώνεται, ἀλλά δέν χάνεται. Ἡ ὕπαρξή του μάλιστα μᾶς δίνει τήν διαρκῆ δυνατότητα τῆς μετανοίας καί σωτηρίας. Στό καθ’ ὁμοίωσιν φθάνει ὁ πλήρης ἄνθρωπος, αὐτός πού ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Αὐτά πού γράφουμε εἶναι διδασκαλίες τῶν ἁγίων Πατέρων, τίς ὁποῖες ἀναλύει καί παρουσιάζει στό σύγχρονο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου, προκειμένου νά μήν ὑπάρχουν θεολογικές καί ποιμαντικές στρεβλώσεις, πού ταλαιπωροῦν τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καί ὑποβάλλουν ἐρωτήματα –ἄλλοτε εἰλικρινά καί ἄλλοτε ὑποκριτικά– σάν κι αὐτά πού διατυπώνει ὁ π.Ἰ.Δ.: «...τότε κατά ποῖον τρόπον ὁ ἁμαρτωλός γίνεται καί ἅγιος ἀκόμη διά τῆς μετανοίας;».

Ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου, ἀκολουθώντας τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, γράφει στήν Ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία:

«Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἑρμηνεύοντας ὅλη τήν Παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, λέγει ὅτι μέ τήν παράβαση καί τήν ἁμαρτία χάσαμε μέν τό καθ’ ὁμοίωσιν, ἀλλά “τό κατ’ εἰκόνα οὐκ ἀπωλέσαμεν”. Ἀκριβῶς ἐπειδή δέν χάσαμε τό κατ’ εἰκόνα, γι’ αὐτό μποροῦμε νά ἀναστήσουμε τήν ψυχή. Ἀπαλλασσομένη ἡ ψυχή ἀπό τήν σχέση πρός τά χειρότερα καί προσκολλωμένη διά τῆς ἀγάπης πρός τό ἀγαθότερο καί ὑποτασσομένη σ’ αὐτό, διά τῶν ἔργων καί τῶν τρόπων τῆς ἀρετῆς, “φωτίζεται παρ’ αὐτοῦ καί καλλύνεται βελτιουμένη καί πειθομένη ταῖς ἐκείνου βουλαῖς καί παραινέσεσι, παρ’ ὧν καί τήν ὄντως ζωήν τήν αἰώνιον ἀπολαμβάνει”[8]. Ἡ ψυχή ὅταν ὑπακούη στόν νόμο τοῦ Θεοῦ ὑγιαίνει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, φωτίζεται καί ἀπολαμβάνει τῆς αἰωνίου ζωῆς»[9].

Μέ τήν μετάνοια καί τήν ἀνάνευση τῆς ψυχῆς, ὅπως τήν περιγράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, λόγῳ τοῦ κατ’ εἰκόνα, ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἀπό πόρνη ἔγινε ὁσία καί ὁ Δαβίδ μετά τό διπλό ἁμάρτημά του δέν ἀπώλεσε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί τό χάρισμα τῆς προφητείας. Ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι καί ὁ μεγαλύτερος ἁμαρτωλός εἶναι κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, δηλαδή δυνάμει ἅγιος, ἀφοῦ «τό “κατ’ εἰκόνα” εἶναι δυνάμει ὁμοίωσις καί ἡ ὁμοίωσις ἐνεργείᾳ “εἰκόνα”». Αὐτά γιά ἕναν κληρικό-θεολόγο εἶναι ἁπλά μαθήματα ἀπό τό ἀλφαβητάρι τῆς Ἐκκλησίας.

Γιά τό ποιά λοιπόν εἶναι ἡ πατερική ἀντίληψη περί τοῦ ἀνθρώπου, πότε τό «λογικό ζῶον» λέγεται κατά κυριολεξία ἄνθρωπος ἤ πρόσωπο, ἀπό τά λίγα πού παρετέθηκαν πιστεύουμε ὅτι ἔγινε φανερό.

Ὅμως τά Δρώμενα δέν ἀρκέσθηκαν στήν κριτική τοῦ σημείου πού ἤδη ἀναφέραμε. Ἔγραψαν καί ἄλλα στό ἀρχικό τους σχόλιο, ἀλλά καί σέ ἄλλα σημειώματά τους, μετά ἀπό μιά πρώτη ἀπάντηση πού ἔλαβαν ἀπό τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου. Ἀποσπάσματα ἀπό αὐτά τά σημειώματα χρησιμοποιεῖ ὁ π.Ἰ.Δ., δειγματοληπτικῶς, σέ ἄλλα σημεῖα τῆς Θεολογικῆς τραγωδίας του, θεωρών-τας ὅτι ἐξυπηρετεῖται μέ αὐτά ὁ σκοπός του, δηλαδή, ἡ προσωπική, θεολογική καί ποιμαντική συκοφάντηση τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου, γι’ αὐτό ἄλλωστε δέν ἀναφέρει τί ἀπάντησε σ’ αὐτά ὁ Σεβ. Ἱερόθεος.

Ὁπότε, θεωροῦμε ἀναγκαῖο νά καταχωρήσουμε στήν συνέχεια τήν πρώτη ἀπάντηση τοῦ Μητροπολίτου στά Δρώμενα, ἀπό τήν ὁποία μπορεῖ κανείς νά καταλάβη κάπως τό θεολογικό καί ἐκκλησιαστικό κλίμα τῆς ἐποχῆς. Γράφει, λοιπόν, στήν ἐπιστολή του ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου:

«Κάθε συγγραφεύς αἰσθάνεται χαρά ὅταν ὑπάρχουν ἀναγνῶστες πού μελετοῦν τό ἔργο του καί μάλιστα ἀναγνῶστες μέ κύρος καί θέση, ἀκριβῶς γιατί κατά κάποιον τρόπο δικαιώνεται ὁ μόχθος καί ὁ κόπος πού κατέβαλε γιά τήν συγγραφή του. Ὅταν δέ οἱ ἀναγνῶστες κάνουν καί καλόπιστη κριτική, τότε δικαιώνεται περισσότερο, γιατί ἔχει τήν δυνατότητα νά διορθώση τά λάθη καί νά συμπληρώση τίς ἐλλείψεις. Αὐτό τό αἴσθημα ἔχω κάθε φορά πού μοῦ γίνεται ἀνυπόκριτη καί δίκαιη κριτική.

Δέν μπορῶ ὅμως νά πῶ τό ἴδιο γιά τήν κριτική τοῦ βιβλίου μου «Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη παράδοση», πού βραβεύθηκε ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία κριτική δημοσιεύθηκε ἀνωνύμως στό περιοδικό «Δρώμενα». Πολλοί πού τήν διάβασαν κατέληξαν στό συμπέρασμα ὅτι εἶναι ἄδικη, ἀπρεπής καί ἐπιπόλαιη, ἀφοῦ δείχνει τήν ἐμπάθεια τοῦ συντάξαντος τήν βιβλιοκρισία, καθώς ἐπίσης καί τήν ἄγνοια τῶν θεμάτων, καίτοι εἶναι κατά πληροφορίες μου θεολόγος μέ ἰδιαίτερη θέση.

Δέν θά ἔπρεπε νά ἀσχοληθῶ μέ ἀναίρεση τῆς κριτικῆς, ἄλλωστε εἶναι γραμμένη ἀπό ἄνθρωπο πού θέλει νά κρυφθῆ κάτω ἀπό τήν ἀνωνυμία γιά προσωπικούς του λόγους, καί εἶναι λυπηρό νά κρίνη «Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση» μέ τό προσωπεῖο τῆς ἀνωνυμίας.

1. Ὅπως ἔλεγα πιό πάνω, οἱ πληροφορίες μου μέ διαβεβαιώνουν ὅτι πρόκειται γιά θεολόγο καί βέβαια πιστεύω ὅτι ἡ ὅλη αὐτή κίνηση καί μέ τόν τρόπο πού ἔγινε συνδέεται, δυστυχῶς, μέ τά λεγόμενα διαπλεκόμενα (ἐκκλησιαστικά καί θεολογικά) συμφέροντα. Θά ἦταν πιό τίμιο νά φανερωνόταν ὁ συντάκτης αὐτῆς τῆς βιβλιοκρισίας, γιά νά ἔχω ἕναν οὐσιαστικό διάλογο μαζί του γιά ἐπιστημονικούς λόγους, τούς ὁποίους ἐπικαλεῖται. Ἀλλά ὅταν κρύβεται κάτω ἀπό τήν ἀνωνυμία, πῶς μποροῦμε νά ἔχουμε διάλογο;

2. Ὁ συντάκτης τῆς βιβλιοκρισίας ἀγνοεῖ, ἐν γνώσει του, ὅτι τό βιβλίο αὐτό δέν ἑτοιμάσθηκε γιά διατριβή (εὐτυχῶς!), οὔτε εἶχε κάποιον ἐπιβλέποντα Καθηγητή γιά νά κάνη τίς παρατηρήσεις του κατά τήν διάρκεια τῆς συγγραφῆς. Τό βιβλίο εἶχε ἤδη δημοσιευθῆ γιά ποιμαντικούς καί θεολογικούς λόγους. Ἡ προκήρυξη, καί ὄχι ἡ ἀπόφαση τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ἔκανε λόγο γιά βράβευση τοῦ καλύτερου θεολογικοῦ βιβλίου τῆς τελευταίας πενταετίας. Καί βέβαια ἀπό τά ὑποβληθέντα βιβλία θεωρήθηκε ὡς τό καλύτερο καί θεολογικότερο.

3. Ἡ ἔγκριση ἀπό τήν Ἀκαδημία δέν ἦταν μιά ἐπιπόλαια πράξη. Προηγήθηκε ὁμόφωνη εἰσηγητική ἔκθεση ἐπιτροπῆς πού ἀπετελεῖτο ἀπό τρεῖς Καθηγητάς, ἤτοι τόν κ. Εὐάγγελο Μουτσόπουλο, Καθηγητή τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, τόν Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ἰωάννη, Καθηγητή τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν Ἐδιμβούργου καί Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης καί τόν κ. Μάρκο Σιώτη, ὁμότιμο Καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Μάλιστα ὁ πρῶτος εἶναι Καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας, καί οἱ δύο ἄλλοι ἀσχολήθηκαν μέ τό πρόσωπο ἀπό θεολογικῆς πλευρᾶς, ἰδίως δέ ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Περγάμου, ὑπῆρξε πρωτότυπος καί πρωτοπόρος. Ἡ εἰσηγητική ἔκθεση γιά τό συγκεκριμένο βιβλίο ἀπετελεῖτο ἀπό ἑπτά δακτυλογραφημένες σελίδες καί μάλιστα γίνεται σύγκριση σέ μερικά σημεῖα καί μέ τά ἄλλα ὑποβληθέντα βιβλία. Στήν συνέχεια ἐτέθη σέ ψηφοφορία καί ἀπό τούς 29 παρόντες Ἀκαδημαϊκούς ἐψήφισαν ὑπέρ τοῦ βιβλίου 22, καί ὅπως μοῦ ἀνεκοίνωσαν ὑπῆρξε πρωτοφανής πλειοψηφία.

4. Θά ἔπρεπε, λοιπόν, ὁ ἀνώνυμος κριτής, ἄν εἶχε θάρρος, νά μήν κρίνη τίς θέσεις τοῦ βιβλίου οὔτε τόν συγγραφέα, ἀλλά τήν Ἀκαδημία τῶν Ἀθηνῶν καί κυρίως νά ψέξη τούς τρεῖς εἰσηγητάς πού ἔκαναν τήν ὁμόφωνη εἰσήγησή τους. Αὐτό θά ἦταν πιό τίμιο γι’ αὐτόν.

5. Κάθε συγγραφεύς, ὅταν ἀναπτύσση τό θέμα του, ἔχει τήν δυνατότητα καί τήν ἐλευθερία νά ἐπιλέξη τήν σχετική βιβλιογραφία, τήν ὁποία αὐτός θεωρεῖ ὡς σοβαρά γιά νά τεκμηριώση τίς ἀπόψεις του, στίς ὁποῖες κατέληξε ὕστερα ἀπό πολυχρόνιες ἔρευνες. Πιθανόν νά ὑπάρχουν καί ἄλλες ἀπόψεις πάνω στό θέμα. Οὔτε εἶναι δυνατόν νά συγκερασθοῦν ὅλες, ἀλλά καί οὔτε νά χρησιμοποιηθοῦν. Πιστεύω ἀπόλυτα ὅτι ἡ πληθώρα τῶν παραπομπῶν δέν κρίνει ἕνα ἔργο, ἀλλά ἐκεῖνο πού δίνει ἀξία εἶναι ἡ χρησιμοποίηση τῆς κατάλληλης βιβλιογραφίας καί τά συμπεράσματα στά ὁποῖα καταλήγει. Ὑπάρχουν μεγάλοι ἐπιστήμονες (πρός Θεοῦ δέν συγκαταλέγομαι μεταξύ αὐτῶν) πού δέν χρησιμοποιοῦν παραπομπές καί ἄλλοι πολύ μικροί πού κάνουν κατάχρηση τῶν παραπομπῶν, χωρίς νά λένε στήν οὐσία ἀπολύτως τίποτε ἤ ἐλάχιστα πράγματα.

Δέν νομίζω ὅτι εἶναι σοβαρό ἔργο οἱ συνεχεῖς παραπομπές στά βιβλία. Μάλιστα τό ἀντίθετο συμβαίνει, ἀφοῦ ἡ κατάχρηση παραπομπῶν παραπλανᾶ, δημιουργεῖ μιά ψευδαίσθηση ἐπάρκειας. Δέν θά ἤθελα νά ἀγνοήσω τίς παρατηρήσεις τοῦ π. Φιλοθέου Φάρου: «Ἡ ἀκαδημαϊκή θεολογική παράδοση ξεκινᾶ ἀπό τό δυτικό σχολαστικισμό καί εἶναι μιά θεολογική παράδοση σπουδαστηριακή...Ἡ ἀνατολική θεολογική παράδοση δέν εἶναι ἀκαδημαϊκή. Θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἡ παραδοσιακή ἀνατολική θεολογία εἶναι βασικά ποιμαντική». Ἄν τά πατερικά κείμενα, ὅπως τοῦ Μ. Βασιλείου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, διεκδικοῦσαν μιά θέση στό σύγχρονο Πανεπιστημιακό χῶρο καί κρίνονταν ἀπό μερικούς δυτικοφερμένους Καθηγητάς, σίγουρα θά χαρακτηρίζονταν ὡς μή ἐπιστημονικά καί ἀνεπαρκῆ.

Πρέπει νά προστεθῆ στό σημεῖο αὐτό ὅτι συνηθίζω νά διαβάζω θεολογικές διδακτορικές διατριβές. Σέ πολλές περιπτώσεις διεπίστωσα τήν πτωχότητα τῶν κειμένων, παρά τήν χρησιμοποίηση ὁλοκληρωμένης βιβλιογραφίας καί ἀπορῶ πῶς τέτοια βιβλία ἐγκρίθηκαν ἀπό πανεπιστημιακούς διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἕτοιμοι νά ἀπορρίψουν κάποια ἄλλη ἐργασία ἑνός Κληρικοῦ πού τολμᾶ νά ἀσχολῆται μέ θεολογικά θέματα χωρίς νά ζητᾶ τήν δική τους ἔγκριση.

6. Στό θέμα τῆς φιλοσοφίας στηρίχθηκα στό τί λέγουν ἔγκριτοι Καθηγητές, ὅπως ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ἰωάννης, ὁ Καθηγητής π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ὁ ἀείμνηστος Χρῆστος Ἀνδροῦτσος, καθώς ἐπίσης χρησιμοποίησα καί τά σχετικά κείμενα τῆς Θρησκευτικῆς  καί Ἠθικῆς Ἐγκυκλοπαιδείας πού ἔγραψαν ἀκαδημαϊκοί δάσκαλοι, δηλαδή στηρίχθηκα σέ ἀνθρώπους πού ἔκαναν ἔρευνες καί εἶναι γνῶστες τῶν φιλοσοφικῶν ρευμάτων. Τά ὅσα χρησιμοποίησα ἀπό τούς Καθηγητάς αὐτούς προέρχονται ἀπό μελέτες τους πού ἔτυχαν ἀκαδημαϊκῆς ἀναγνώρισης. Δέν διατείνομαι ὅτι γνωρίζω λεπτομερῶς τήν φιλοσοφία, ἄν καί διδάχθηκα, καί γιά πολλά χρόνια μελετῶ διάφορα κείμενα καί στό πρωτότυπο καί σέ διάφορες ἀναλύσεις, ἀλλά δέν ἦταν αὐτό τό θέμα μου. Τό θέμα ἦταν: «Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση». Σέ κάποια σημεῖα χρειάσθηκε νά ἀνατρέξω στό τί λέγουν οἱ φιλόσοφοι, ἀλλά γι’ αὐτό δέν ἦταν ἀναγκαῖο νά κάνω προσωπικές ἔρευνες καί νά παραθέσω κείμενα ἀρχαίων φιλοσόφων, ἀφοῦ δέν ἐκπονοῦσα διδακτορική διατριβή. Ἐπέμενα κυρίως στίς θεολογικές καί ἀσκητικές προεκτάσεις τοῦ προσώπου. Ἔτσι, μοῦ ἀρκοῦσαν γιά τή φιλοσοφία οἱ γνῶμες σπουδαίων, κατά τήν ἄποψή μου, ἐπιστημόνων.

7. Στό συγκεκριμένο βιβλίο μου ὑπάρχουν πρωτότυπες ἔννοιες πού ἀναπτύσσονται, ὅπως τό ἐπισημαίνουν στήν ἔκθεσή τους καί οἱ τρεῖς εἰσηγητές, καί ἄλλες πού ἀνοίγουν νέο πεδίο ἐρεύνης καί τίς ὁποῖες δέν θέλησε νά προσέξη ὁ συντάκτης τῆς βιβλιοκρισίας. Βεβαίως στηρίζομαι, καί τό ὁμολογῶ, στίς θέσεις τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου περί τοῦ προσώπου, ἀλλά ὁ συντάκτης τῆς βιβλιοκρισίας δέν μπόρεσε ἤ δέν θέλησε νά ἀντιληφθῆ τίς προεκτάσεις τῶν σκέψεων τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου, πράγμα γιά τό ὁποῖο ὁ Σεβασμιώτατος ἐπήνεσε τό ἔργο αὐτό.

8. Λυπήθηκα πάρα πολύ, γιατί ὁ συντάκτης τῆς βιβλιοκρισίας τοῦ συγκεκριμένου βιβλίου ἠθελημένως ἤ ἀθελήτως, καίτοι εἶναι θεολόγος μέ συγκεκριμένη θέση, δέν μπόρεσε νά καταλάβη τήν θεολογική ἔννοια τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς, ὅπως ἀναλύεται στά ἔργα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί παρουσιάζεται στό βιβλίο μου. Καί βέβαια θεωρῶ μειονέκτημα γιά ἕναν θεολόγο τό νά μήν ἔχη τήν δυνατότητα νά παρακολουθήση καί νά κατανοήση αὐτό τό λεπτό, ἀλλά καί τόσο οὐσιαστικό θέμα. Τό λυπηρότερο δέ εἶναι ὅτι τήν θεολογική ἔννοια τῆς ὑποστατικῆς ἀρχῆς τήν θεωρεῖ πρόδρομο τοῦ ναζισμοῦ καί μιλώντας μέ αὐθεντία καί θρασύτητα ἀποφθέγγεται ὅτι κανείς ἄλλος, ἐκτός ἀπό μένα, δέν ὁμίλησε γιά τό οὐσιαστικό αὐτό θέμα. Πραγματικά ἔμεινα κατάπληκτος.

9. Φθάνει στό σημεῖο ὁ συντάκτης τῆς βιβλιοκρισίας νά παραθέτη ἀριθμό σελίδων ἀπό τό βιβλίο μου στίς ὁποῖες, καθώς ἰσχυρίζεται, ἀναπτύσσω μιά θέση χωρίς νά παραπέμπω. Στό θέμα αὐτό ἰσχύουν ὅσα εἶπα προηγουμένως, ἀφοῦ ὅμως προσθέσω κάτι ἐπιπλέον. Ἄν σέ κάθε πρόταση ἔθετα παραπομπή ἀπό τήν πατερική διδασκαλία, πράγμα τό ὁποῖο θά ἦταν πολύ εὔκολο σέ μένα, ἀφοῦ ἔχω ἀποδελτιώσει σχεδόν ὅλους τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, καί ἔχω περίπου 20.000 χωρία, ὕστερα ἀπό πολυχρόνιες μελέτες, θά κατηγορούμουν ὅτι δέν ἔκανα πρωτότυπο καί οὐσιαστικό ἔργο. Τό λέγω αὐτό γιατί διατυπώνεται καί μιά τέτοια ἄποψη γιά σχετικές ἐργασίες. Πάντως, ἄν ὁ ἴδιος δυσκολεύεται νά βρῆ κάποιο χωρίο ἁγίου Πατρός, στήν διδασκαλία τοῦ ὁποίου ἀναφέρομαι, ἄς μοῦ τό ζητήση καί θά τό ἔχη.

Μέ λύπησε ὅμως βαθύτατα ὅτι παραποιεῖ τά θέματα καί προσπαθεῖ νά ἀποπροσανατολίση τήν σκέψη τοῦ ἀναγνώστου. Γιά μερικές ἀπό τίς σελίδες πού καταγράφει καί γιά τίς ὁποῖες νομίζει ὅτι δέν ὑπάρχει παραπομπή, σφάλλει. Μέσα στή βιασύνη καί στήν ἐπιπολαιότητά του δέν μπόρεσε νά ἀντιληφθῆ ὅτι στίς σελίδες αὐτές γίνεται μιά εὐρύτερη ἀνάλυση τοῦ κειμένου τοῦ συγκεκριμένου Πατρός τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε ἡ παραπομπή τίθεται στό τέλος τῆς ἀνάλυσης τοῦ κειμένου. Τό ἄν αὐτή ἡ μέθοδος εἶναι ὀρθή ἤ ὄχι αὐτό εἶναι ἄλλο θέμα. Σίγουρα ὅμως εἶναι πρακτικότερη.

10. Ἡ ἐπιπόλαια ἀνάγνωση τοῦ βιβλίου ἀπό τόν κριτή μου καί ἡ ἀγχώδης προσπάθειά του νά τό κρίνη ἀρνητικά, χάριν «τῶν διαπλεκομένων συμφερόντων» τόν ὁδήγησε καί στό σημεῖο νά ἀφήνη νά ἐννοηθῆ ὅτι δέν γνωρίζω οὔτε τό ὄνομα τοῦ Χάϊντεγκερ, ἀφοῦ ἀντί Μάρτιν γράφω Μαρτίν. Ἐκτός τοῦ ὅτι αὐτή ἡ παρατήρηση εἶναι μιά ἔσωθεν μαρτυρία γιά νά ἐννοήσουμε τό πρόσωπο τοῦ συντάκτου τῆς βιβλιοκρισίας πού εἶχε σοβαρούς λόγους νά τό κρύβη, ἀφοῦ δείχνει σπουδή στήν γερμανική γλώσσα καί παιδεία, ἐν τούτοις ἀποκαλύπτει καί τό ἐπιπόλαιο διάβασμα πού ἔκανε. Ποτέ στό κείμενο τοῦ βιβλίου μου δέν χρησιμοποιῶ τό ὄνομα τοῦ Γερμανοῦ φιλοσόφου στήν ἑλληνική μεταγραφή, ἀλλά πάντοτε στήν γερμανική γλώσσα, ὁπότε δέν φαίνεται πουθενά ποῦ τίθεται ὁ τόνος. Προφανῶς ὁ κριτής μου τό βρῆκε ἀπό μερικές παραπομπές, στίς ὁποῖες καταγράφεται τό βιβλίο τοῦ Χάϊντεγκερ πού μετέφρασε καί ἐξέδωσε ὁ Χρῆστος Μαλεβίτσης γιά τό ὁποῖο δέν εὐθύνομαι προσωπικά. Ἐρωτῶ ὅμως: συνιστᾶ ἕναν θεολόγο νά κάνη μιά τέτοια ἐπιπόλαια παρατήρηση; Εἶναι σοβαρό ἔργο νά ἀσχολῆται σχεδόν σέ ὅλη τήν βιβλιοκρισία του μέ «τό ἄνηθον καί τό κύμινον» καί νά ἀφήνη τά «βαρύτερα» τῆς θεολογίας πού ἐκφράζει τό συγκεκριμένο βιβλίο; Αὐτή ἡ πράξη εἶναι σύμπτωμα τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας ἤ προσωπικό πάθος τοῦ ἀνωνύμου σχολιαστοῦ;

11. Τελικά ὁ συντάκτης τῆς βιβλιοκρισίας δέ μπορεῖ, παρά τόν φθόνο καί τήν προσωπική του λύπη νά κρύψη τήν ἀξία τοῦ βιβλίου. Λέγει: «Πρόκειται γιά μιά φιλότιμη κι ἑπομένως ἀξιέπαινη προσπάθειά του». Τό ὅτι διαφημίστηκε «ὡς τό καλύτερο θεολογικό βιβλίο τῆς τελευταίας πενταετίας» (πράγμα τό ὁποῖο δέν ἦταν διαφήμιση, ἀλλά ἔτσι γραφόταν στήν προκήρυξη τοῦ συγκεκριμένου βραβείου ἀπό τήν Ἀκαδημία) γράφει: «Αὐτό μπορεῖ νά εἶναι ἀκριβές» γιατί δυστυχῶς, ὅπως λέγει «τά περισσότερα σύγχρονα θεολογικά βιβλία εἶναι ἄχρηστες πολυλογίες καί περιττολογίες». Πιθανόν νά ὑπονοῆ ὅτι τά δικά του συγγράμματα εἶναι θησαυρός γνώσεων θεολογικῆς παιδείας. Ἰσχυρίζεται ἀλλοῦ: «Ἀπό τήν ἀρχή πρέπει νά ποῦμε πώς ὁ Σεβ. Ναυπάκτου στό βιβλίο του δέν κάνει μιά ἁπλή ἔκθεση ἰδεῶν». Μόνο πού αὐτές οἱ κρίσεις παρεμβάλλονται σέ μιά ἰδιαίτερη ὑποτιμητική ἀτμόσφαιρα πού τίς ἀλλοιώνει. Προφανῶς, ὅπως ἰσχυρίζεται, τό κρίνει ἔχοντας ὑπ’ ὄψη του τό τέλειο βιβλίο. Ποτέ ὅμως δέν ὑποστήριξα ὅτι εἶναι τέλειο, οὔτε καί ὁ ἴδιος μπορεῖ νά παρουσιάση ἕνα τέλειο βιβλίο. Ἄλλωστε ἡ τελειομανία εἶναι ἀντικείμενο ἄλλης ἐπιστήμης καί ὄχι τῆς θεολογίας.

Συμπερασματικά, πιστεύω ὅτι ἡ συγκεκριμένη κριτική δέν εἶναι ἀντικειμενική καί εἰλικρινής, ἀλλά ἐπιπόλαια, ἄδικη καί ἀφελής. Ὁ «ἀνώνυμος θεολόγος» ἔκρινε τό βιβλίο μου, ὅπως κρίνει ἔργα φοιτητῶν, ἀλλά δέν ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτό τόν ἐκθέτει. Ἐπίσης, μέ τόν τρόπο αὐτό οὐσιαστικά κρίνει τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν καί τούς τρεῖς εἰσηγητάς, ἐξέχον-τας καί ἐξαιρέτους ἐπιστήμονας, πού ἔχουν ἀσχοληθῆ μέ τό θέμα μέ τό ὁποῖο ἀσχολεῖται τό βιβλίο «Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση», χωρίς νά ἔχη τό θάρρος νά τό κάνη εὐθέως.

Δυστυχῶς, ὁ συντάκτης τῆς βιβλιοκρισίας δέν ἔχει τήν δυνατότητα ὡς θεολόγος καί ὡς ἄνθρωπος νά καταλάβη τό βαθύτερο νόημα τοῦ βιβλίου αὐτοῦ καί γι’ αὐτό δέν μπόρεσε νά ἀντιληφθῆ τό οὐσιαστικότερο σκεπτικό του. Αὐτό εἶναι κρίμα. Ἄν τό καταλάβαινε θά κατέληγε στό συμπέρασμα τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν: «Μέ τό ἔργο αὐτό ἐπιχειρεῖται μιά νέα θεώρηση τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως περί τῆς θεολογικῆς ἐννοίας τοῦ Προσώπου. Ἡ ὅλη διαπραγμάτευση τοῦ δύσκολου αὐτοῦ θέματος γίνεται ἀπό τόν συγγραφέα σέ ὑψηλό θεολογικό ἐπίπεδο, μέ πρωτοτυπία καί ἐπιστημονική μέθοδο, ἡ ὁποία ἀνοίγει νέα πεδία περαιτέρω ἐρεύνης».

Ἄν ἔχη τή δύναμη ἄς κατανοήση τόν λόγο αὐτό τῆς Ἀκαδημίας καί ἄς βρῆ τή νέα θεώρηση περί τοῦ προσώπου πού ἐπιχειρεῖται καί βεβαίως ἄς προχωρήση στά νέα πεδία ἐρεύνης πού ἀνοίγει τό βιβλίο. Γιατί ὁ τόπος μας καί ὁ θεολογικός χῶρος δέν πάσχουν ἀπό κριτική καί μάλιστα ἐπιπόλαιη, ἀλλά ἀπό θετική δημιουργική ἐργασία, τήν ὁποία τό συγκεκριμένο βιβλίο προσπαθεῖ νά προωθήση, παρά τίς ἐνδεχόμενες ἀτέλειές του».

   Ἀπό τήν ἐπιστολή τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου μπορεῖ κανείς νά καταλάβη τό θεολογικό καί ἐκκλησιαστικό κλίμα τῆς ἐποχῆς μέσα στό ὁποῖο γεννήθηκαν τά σχόλια τοῦ βραχύβιου περιοδικοῦ Δρώμενα. Σέ δεύτερη ἐπιστολή του πρός τό περιοδικό ὁ Σεβ. κ. Ἱερόθεος γράφει:

«Λυπᾶμαι πάρα πολύ, γιατί ἐξαναγκάζομαι νά ἐπανέλθω πάλι στό θέμα, κυρίως στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο κρίθηκε τό βιβλίο μου “τό Πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση” ἀπό τά “Δρώμενα”. Ὁμιλῶ γιά τόν τρόπο κριτικῆς, γιατί ποτέ δέν ὑπεστήριξα ὅτι εἶμαι ἀλάνθαστος, ἀντίθετα μάλιστα, πολλές φορές τόνισα ὅτι ὅλα τά ἀνθρώπινα ἔργα εἶναι ἀτελῆ...

...Ὁ κριτής μου, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νά κρύπτεται κάτω ἀπό τήν ἀνωνυμία, γιά δικούς του προσωπικούς λόγους, δέν ἀπαντᾶ στά βασικά θέματα πού θίγονται στήν ἀπάντησή μου. Εἶναι ὄντως ἐντυπωσιακό τό ὅτι ἡ προηγούμενη ἀπάντησή μου, θά μποροῦσε νά δημοσιευθῆ ἐκ νέου ὡς ἀπάντηση στό νέο κείμενο τῶν “Δρωμένων”, τό ὁποῖο ὑποτίθεται ὅτι γράφτηκε γιά νά ἀπαντήση! Ἄν ὁ ἀναγνώστης διαβάση τά δύο κείμενα θά διαπιστώση αὐτό τό γεγονός...».

Γι’ αὐτό θεωροῦμε αὐτάρκη τήν πρώτη ἐπιστολή γιά τίς ἀπαντήσεις στά σχόλια τοῦ περιοδικοῦ, ἀλλά καί γιά τήν γνώση τοῦ θεολογικοῦ καί ἐκκλησιαστικοῦ κλίματος μέσα στό ὁποῖο γράφηκαν.

    Θά κλείσουμε τά σχετικά μέ τό βιβλίο Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση παραθέτοντας ὁρισμένα ἀποσπάσματα ἀπό τήν εἰσηγητική ἔκθεση τῆς ἐπιτροπῆς τῶν τριῶν Ἀκαδημαϊκῶν πού πρότεινε τό βιβλίο ὡς τό καλύτερο θεολογικό ἔργο τῆς τελευταίας πενταετίας, ὅπως ἔλεγε ἡ προκήρυξη τοῦ βραβείου. Ἡ σύγκριση τῶν ἀποσπασμάτων τῆς εἰσηγητικῆς ἔκθεσης τῶν εἰδικῶν γιά τό θέμα Ἀκαδημαϊκῶν καί τῆς κριτικῆς πού δημοσίευσαν τά Δρώμενα μπορεῖ νά δείξη τό ποῦ βρίσκεται ἡ συγγραφική ποιότητα καί ποῦ ἡ ἐπικαιρική σκοπιμότητα.

Ἡ ἐπιτροπή τῶν τριῶν Ἀκαδημαϊκῶν, λοιπόν,  στήν εἰσηγητική ἔκθεσή της γράφει, ὅτι πρότεινε τό βιβλίο: Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου, γιά τό ἐν λόγῳ βραβεῖο, «διά τόν κατ’ ἐξοχήν θεολογικόν χαρακτήρα τοῦ θέματός του, ὡς καί διά τήν ὑψηλήν στάθμην διαπραγματεύσεως αὐτοῦ». Στίς ἑπτά δακτυλογραφημένες σελίδες τῆς ἔκθεσης μεταξύ ἄλλων γράφονται τά ἑξῆς:

«Διά τοῦ παρόντος ἔργου ἐπιχειρεῖται μία ὅλως νέα θεώρησις τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως τῶν ἑλλήνων, δηλαδή, ἐκκλησιαστικῶν Πατέρων καί τῶν ὀρθοδόξων Θεολόγων, ἀπό τῶν πρώτων μεταχριστιανικῶν αἰώνων μέχρι σήμερον, περί τῆς θεολογικῆς ἐννοίας τοῦ “προσώπου”.

Ὁ συντάκτης τοῦ βιβλίου τούτου, δοκιμώτατος ὀρθόδοξος Θεολόγος, συντάκτης ἐν συνόλῳ ἑξήκοντα ἀξιολόγων βιβλίων... εἶναι ἄριστος γνώστης τῆς Ἑλληνικῆς καί ξένης ὀρθοδόξου γραμματείας, κατέχει καλῶς τά ὑπ’ αὐτοῦ διερευνόμενα θέματα, τά ὁποῖα καί φέρνει εἰς τήν ἐπικαιρότητα, καθότι προκαλεῖ διά τῶν βιβλίων του τό περί αὐτά εὐρύτερον ἐνδιαφέρον. Συμβάλλει δέ εἰς τοῦτο ἡ γενικωτέρα εὐρεῖα μόρφωσή του, ὡς καί ἡ ἁπλή, σαφής καί πάντοτε συνεπής διατύπωσις τῶν θέσεών του.

Ἡ καθόλου θεολογική ἀξία τοῦ παρόντος βιβλίου ἐντοπίζεται· α) εἰς τήν εὐρυτάτην ἀνάλυσιν τῶν βασικοτέρων πτυχῶν τοῦ θέματός του καί β) εἰς τήν ἑνιαίαν συνθετικήν θεώρησιν καί διατύπωσιν τῶν περί τῆς ἐννοίας τοῦ “προσώπου” ἀντιλήψεων πάντων τῶν Ἑλλήνων Πατέρων καί Θεολόγων, ἰδίᾳ τῶν λεγομένων “Νηπτικῶν”, τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας...

Ἀξία ὑπογραμμίσεως ἐνταῦθα εἶναι ἡ πληρότης τῶν ὑπό τοῦ συγγραφέως ἐπιστρατευομένων γνώσεών του, ὡς καί ἡ λεπτή ὅσον καί ἐπιτυχής ἀξιολόγησις τῶν ἀντιλήψεων πάντων τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, πρός διασάφησιν καί ἁπλουστέραν διατύπωσιν τῆς περί “Προσώπου” διδασκαλίας των...

Ὡς προελέχθη, τό παρόν βιβλίον ἀναφέρεται εἰς κατ’ ἐξοχήν δύσκολον θεολογικόν θέμα. Ἡ ὅλη διαπραγμάτευσίς του γίνεται ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους εἰς ὑψηλόν θεολογικόν ἐπίπεδον. Ἀπό τῆς καθαρᾶς θεολογικῆς βάσεώς του ταύτης ἀνιχνεύει ὁ σεβασμιώτατος συγγραφεύς του τήν καθόλου ἀνάπτυξίν του εἰς τά πλαίσια τῆς ἑνιαίας ἱστορικῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Ἐκτός τοῦ αὐστηροῦ θεολογικοῦ χαρακτῆρος τοῦ θέματος καί τῆς διαπραγματεύσεώς του, αὕτη παρουσιάζει καί πρωτοτυπίαν καί ἐπιστημονικήν μέθοδον...».

   Ἔτσι μίλησαν γιά τό βιβλίο: Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση οἱ τρεῖς εἰσηγητές Ἀκαδημαϊκοί, οἱ ὁποῖοι προφανῶς, λόγῳ τοῦ προσωπικοῦ καί ἐπιστημονικοῦ τους κύρους, ἀλλά καί τῆς κοινωνικῆς ἐμπειρίας τους, δέν θά ἐπέτρεπαν ποτέ στόν ἑαυτό τους νά συμμετέχη σέ «ἐπικαιρικά» Δρώμενα...





[1]. Ἡ θεολογική τραγωδία... σ. 83.

[2]. Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, σ. 80.

[3]. PG 48, 1029.

[4]. Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, σ. 76-77.

[5]. Γρηγορίου Θεολόγου ἔργα, ΕΠΕ, τόμος 5ος, σ. 54.

[6]. Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Τό πρόσωπο στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, σ. 160-161.

[7]. Ἡ θεολογική τραγωδία... σ. 83.

[8]. Φιλοκαλία Δ΄, σ. 147, λθ΄.

[9]. Ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία, σ. 109.


[5β ΜΕΡΟΣ] [6 ΜΕΡΟΣ][6α ΜΕΡΟΣ][6β ΜΕΡΟΣ]

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ

ΣΧΟΛΙΟ: Ας  Παρατηρήσουμε ορισμένα πράγματα μέρες πούναι. Σήμερα, στούς εκκλησιαστικούς καί θεολογικούς κύκλους, υπάρχει μεγάλο μπέρδεμα μέ τό κατ΄εικόνα καί τό καθ΄ομοίωσιν.  Μέ τήν πνοή αυτή Ζωής χάσαμε τόν παράδεισο αλλά δέν χάσαμε τήν κοινωνία μέ τόν Θεό η οποία αποτελεί τήν παράδοση τών Προφητών καί τήν γενεαλογία τού Κυρίου. Τό θέμα τής θεώσεως καί τής κοινωνίας μέ τόν Θεό επαναλαμβάνει τό θέμα τής αποκαταστάσεως τών πάντων, τό οποίο χειρίστηκε αδιάκριτα ο Αγιος Γρηγόριος Νύσσης.
Τό Αριστοτελικό θέμα τού δυνάμει καί ενεργεία  συμπαρασύρει καί τό θέμα τής Θεοποιού άκτιστης ενέργειας. Δέν ενσαρκώθηκε η θεοποιός άκτιστη ενέργεια. Η θέωση δέν είναι ακόμη η ένωση μέ τόν Κύριο σέ σώμα Χριστού. Πού είναι ο σκοπός τού χριστιανού. Τό σώμα Χριστού φωτίζει μιά γιά πάντα ο Αγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος.
 «Θα σας φανερώσω τώρα, όσο είναι δυνατόν, και με ποιον τρόπο ενώνονται με τον Χριστό όλοι οι Άγιοι και γίνονται ένα με αυτόν. Όλοι οι Άγιοι είναι κατά αλήθειαν μέλη Χριστού του Θεού, και ως μέλη πρέπει να είναι κολλημένοι με αυτόν και ενωμένοι με το σώμα του Χριστού, δια να είναι ο Χριστός κεφαλή, και όλοι οι Άγιοι ένας άνθρωπος. Και άλλοι από αυτούς απο­πληρούσι τάξιν χειρών εργαζόμενοι έως άρτι και κάνοντας το πανάγιόν του Θέλημα αναπλάττοντες εξ’ αναξίων αξίους και φέροντες αυτούς πάλιν εις αυτόν. άλλοι δε είναι εις τάξιν ώμων του σώματος του Χριστού, και βαστάζουν ο ένας του άλλου τα βάρη ή σηκώνουν επάνω τους το χαμένο πρόβατο όταν βρεθεί, το οποίον περιτριγύριζε εδώ κι εκεί, εις όρη και βουνά και σε τόπους που δεν τους επισκέπτεται ο Κύριος, και με τούτον τον τρόπον εκπληρώνουν τον νόμον του Χρι­στού. και άλλοι είναι εις τάξιν στήθους και αναβρύουν εις τους διψώντας και πεινώντας την δικαιοσύνην του Θεού, το καθαρώτατον ύδωρ του λόγου της απορρήτου σοφίας και γνώσεως, ήγουν τους διδάσκουν τον λόγον του Θεού και τους δίδουν τον άρτον τον νοητόν που τρώγουν οι Άγιοι οι Αγγέλοι, δηλ. την Θεολογία, καθώς είναι επιστήθιοι και αγαπημένοι του. και άλλοι είναι εις τόπον κοιλίας και βά­ζουν μέσα εις τον κόλπον τους όλους τους ανθρώπους δια της αγάπης και δέχονται μέσα στα σπλάχνα τους πνεύμα σωτηρίας και έχουν διάθεσιν χωρητικήν των απορρήτων και κεκρυμμένων μυστηρίων αυτού. άλλοι είναι ωσάν μηρία και έχουν μέσα εις τον εαυτόν τους το γεννητικόν των θείων νοημάτων της μυστικής θεολογίας και γεννούν πάνω στη γη πνεύμα σωτηρίας δηλ. τον καρπόν του Αγίου Πνεύματος και σπέρνουν τον σπόρο της ευσεβείας εις τας καρδίας των αν­θρώπων με τον λόγον της διδασκαλίας των. και άλλοι είναι ωσάν σκέλη και πόδια και δείχνουν ανδρείαν και υπομονήν εις τους πειρασμούς, σαν τον Ιώβ, και δεν σαλεύουν τελείως από την στάσιν που έχουν στα καλά, ούτε αποκάμουν αλλά βαστάζουν τα βάρη των χαρισμάτων αυτών, δηλ. των πει­ρασμών. Και τοιουτοτρόπως συναρμόζεται το σώμα της Εκκλησίας του Χριστού με τους απ’ αιώνος Αγίους του.»
 Από τό απόσπασμα τού Αγίου Γρηγορίου Παλαμά δέν προκύπτει ότι τό καθ' ομοίωσιν μορεί νά είναι κατοικητήριο τής Αγίας Τριάδος. Ούτε ότι μπορεί νά συνίσταται διά τής ενέργειας τού Αγίου Πνεύματος. Αυτή η διδασκαλία αποτελεί τήν βάση τής συγχρόνου αιρέσεως τού Οικουμενισμού. Μέ όλες αυτές τίς δυνατότητες τής πνοής Ζωής μήπως ματαιώνουμε τήν ενανθρώπιση τού Κυρίου χάριν τής συγχρόνου ανθρωπολογίας;
 Οσο γιά τήν υποστατική αρχή τήν οποία εκμεταλλεύθηκε επιτήδεια καί ο Ράμφος, άς διαβάσουμε από τόν Prestige:

Η καταστροφική αφαιρετική θεολογία του Λεοντίου του Βυζάντιου.

Συνέχεια των αποσπασμάτων από το βιβλίο του G. Prestige.

"Ενώ λοιπόν η διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος είχε κάπως διασαφηνιστεί, φτάνουν οι Χριστολογικές έριδες για να ανατρέψουν τα κατεκτημένα και να γυρίσουν τα πράγματα από την αρχή!
Στο προσκήνιο εμφανίζονται οι δύο Λεόντιοι! Ο Λεόντιος ο Ιεροσολυμίτης και ο Λεόντιος ο Βυζάντιος, ιδιαιτέρως δε ο δεύτερος. Απορροφημένος από τις Χριστολογικές έριδες και με μεγάλη αγάπη για την αφηρημένη φιλοσοφική σκέψη. Πριν από τον Λεόντιο βεβαίως ο Κύριλλος είχε ανοίξει την πόρτα της αφαίρεσης, καθώς εννόησε το ομοούσιος με την έννοια του ομογενής. Έτσι ο Υιός είναι ομογενής του Πατρός, δηλαδή ομοούσιος. Ο Υιός, ο οποίος έρχεται από την ουσία του Θεού Πατρός δεν μπορεί να είναι έτερος, ξένος απ' Αυτόν που τον γέννησε, αλλά είναι ομοούσιος μ' Αυτόν, με καλές σχέσεις και ομοφυής. Οπωσδήποτε η ταυτότης της ουσίας παίζει και εδώ τον ρόλο της, αλλά αυτή η αλήθεια εξαρτάται πλέον από μια αφαίρεση, έρχεται σαν συμπέρασμα και δεν δίνεται κατευθείαν από τον όρο ομοούσιος, όπως στην εποχή του Μ. Αθανασίου.
Τοιουτοτρόπως το ομοούσιος αρχίζει να χρησιμοποιείται στην Χριστολογία! «Ομοούσιος με τον Πατέρα όσον αφορά την θεότητα και ομοούσιος με μας όσον αφορά την ανθρωπότητα». Ο Κύριλλος ξανά, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το ομοούσιος στον ίδιο λόγο, για να εκφράσει τόσο την ταυτότητα της ουσίας με τον Θεό, όσο και την ομοιότητα της ουσίας με τους ανθρώπους. Το ομοούσιος γίνεται ένας όρος γενικός, για κάθε χρήση.
Οι δύο Λεόντιοι αφομοιώνουν την Τριαδική θεωρία στην ενσάρκωση και φέρνουν μια σημαντική αλλαγή στην σημασία της ουσίας. Ο Λεόντιος Βυζάντιος γράφει πως η λέξη υπόσταση δείχνει ένα άτομο, αλλά η λέξη ενυπόστατος (αντικείμενο) δείχνει την ουσία, φανερώνοντας πως δεν πρόκειται για ένα συμβεβηκώς που υπάρχει και σε άλλα αντικείμενα, όπως είναι οι ιδιότητες. Μια ιδιότης δεν είναι ουσία, δηλαδή πράγμα που διαθέτει αντικειμενική ύπαρξη, αλλά είναι κάτι που φανερώνεται στην σχέση του με μια ουσία, αλλά μια ουσία χωρίς αντικειμενικότητα είναι ένα πράγμα αδύνατον.
Εννοεί πως μια ουσία, καθώς είναι η καθολικότης συγκεκριμένων αντικειμένων, πρέπει να υπάρχει μέσα σε κάθε αντικείμενο από αυτά. Γνωρίζει πολύ καλά τις διακρίσεις του Αριστοτέλη ανάμεσα στις ιδιαίτερες ουσίες και στην μοναδική κοινή ουσία που σχετίζεται με συγκεκριμένα αντικείμενα.
Η έννοια της ουσίας την οποία χρησιμοποιεί συνεχώς είναι η λογική σημασία του “ουσιώδους”. Ένα “ουσιώδες” το οποίο ταυτίζεται με το “καθόλου”, με την καθολικότητα.
Έτσι λοιπόν φροντίζει να μας θυμίσει ότι το γένος, η τάξη και το είδος συμβάλλουν στην ουσία ενός ιδιαιτέρου αντικειμένου και γι' αυτό τον λόγο ονομάζονται “ουσιώδεις”, όμως ποιότης και συμβεβηκώς είναι “επουσιώδη”. Συνεχίζει λέγοντας πως οι παράγοντες που καθορίζουν την Φύση ενός αντικειμένου συμβάλλουν στην ουσία του, ενώ οι παράγοντες που καθορίζουν την υπόσταση ανήκουν στην κατηγορία των συμβεβηκότων.
Γι' αυτό, λόγου χάριν προκειμένου περί ενός ανθρώπου, η ουσία του καθορίζεται από τους όρους ζωήν έχων, λογικόν, θνητόν, αλλά η υπόστασίς του καθορίζεται από την “μορφή”, το χρώμα, τις διαστάσεις, το γένος, την μόρφωση, την εργασία. Προχωρώντας ακόμη περισσότερο στην αφαίρεση της Χριστολογίας από την θεολογία, δηλώνει πως στους πατέρες η ουσία έχει την ίδια σημασία με την Φύση, πως και οι δύο όροι εκφράζουν την ίδια έννοια που οι εθνικοί φιλόσοφοι δείχνουν με τον όρο είδος. Είδος δε είναι ο όρος ο οποίος χρησιμοποιείται σε μια πολλαπλότητα διαφορετικών αντικειμένων. Αντιθέτως η υπόσταση έχει την ίδια σημασία μ' αυτό που οι φιλόσοφοι ονομάζουν “ατομική ουσία”.
Φαίνεται ξεκάθαρα από τα λίγα αυτά η ροπή προς την εγκατάλειψη ορισμένων διακρίσεων που είναι ουσιώδεις στην Φιλοσοφία. Έτσι ενώ δέχεται πλήγματα η θεολογία διότι στο απλό εισέρχεται το σύνθετο και η φιλοσοφία με την σειρά της πάσχει, διότι οι θεολογικές ταυτότητες επιβάλλονται και στις φιλοσοφικές έννοιες! Διότι δεν είναι φιλοσοφικά ακριβές να λέμε πως υπόσταση και πρόσωπο έχουν την ίδια σημασία, παρότι θεολογικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι δύο όροι στο ίδιο αντικείμενο (πράγμα). Είναι χονδροειδές να δηλώνουμε πως οι θεολόγοι χρησιμοποίησαν τον όρο ουσία με την έννοια του είδους. Ενώ θα ήταν αληθές αν λέγαμε πως ουσία και υπόσταση είναι συνώνυμα!
Στην Χριστολογία λοιπόν η αφαιρετική σκέψη προξενεί βαρειές καταστροφές! Γιατί είναι πολύ διαφορετικά τα πράγματα από την μέχρι τότε παράδοση, όταν ομιλούμε για τις δύο ουσίες του Χριστού μ' έναν τέτοιο τρόπο που η ανθρώπινη ουσία να μην σημαίνει πλέον το σύνολο, το όλον της φυσικής ουσίας όλου του ανθρωπίνου είδους αλλά την ανάλυση της ατομικής ανθρωπότητος του Χριστού!
Το ίδιο καταστροφικό είναι και το γεγονός πως η θεία ουσία δεν σημαίνει πλέον το περιεχόμενο του Θεού, αλλά την μεταφυσική ανάλυση του Χριστού στην θεία του πλευρά. Στην Χριστολογία λοιπόν και στην σχέση της με την Τριάδα, η ουσία δεν δείχνει πλέον ένα αντικείμενο (πράγμα) αλλά μια ανάλυση. Ο Λεόντιος Βυζάντιος φτάνει μάλιστα μέχρι του σημείου να πει πως στην περίπτωση των προσώπων της Τριάδος η ταυτότης της ουσίας ενώνει, ενώ η διαφορά των υποστάσεων χωρίζει. Ενώ στην περίπτωση της ενανθρωπήσεως η διαφορά της ουσίας χωρίζει και η ταυτότης των υποστάσεων ενώνει!
Χάνεται λοιπόν η αξία της Ορθοδόξου Τριάδος, η οποία είχε επιτευχθεί με τόσο κόπο και η οποία δίδασκε πως η Τριάδα από την μεριά της πραγματικότητος είναι ένα μοναδικό αντικείμενο εις εαυτόν και από την μεριά της αντικειμενικότητος είναι τρία αντικείμενα καθ' εαυτά!
Η σημασία της ουσίας που κυριαρχούσε σ' αυτούς τους “ορισμούς” δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στις δύο φύσεις του Χριστού.
Αρχίζουν λοιπόν οι Λεόντιοι να ομολογούν πως το Μυστήριο της Τριάδος είναι ακριβώς το αντίθετο του μυστηρίου της ενσαρκώσεως. «Στην περίπτωση της Αγίας και άυλης Τριάδος ενότης υποστάσεων σε μία μοναδική Φύση, στην περίπτωση της Αγίας και αρρήτου ενσαρκώσεως, ενότης Φύσεων σε μία μοναδική υπόσταση». Αυτή η νόστιμη φράση όμως, αφήνει απ' έξω την ταυτότητα της συγκεκριμένης ουσίας. Αφήνει εύκολα να εννοηθεί πως τρία πρόσωπα σε μία ουσία δεν σημαίνει τίποτε άλλο από τρία πρόσωπα σε μία Φύση. Συνεχίζουν να επεκτείνουν όλο και περισσότερο την επιθυμία τους να εξισώσουν τα δύο δόγματα, τις δύο διαφορετικές διδασκαλίες με τον σκοπό να πετύχουν μια ομοιότητα στις εκφράσεις! Φτάνουν να πουν πως αν είναι νόμιμο να ομολογήσουμε πως τρεις υποστάσεις είναι ενοούσιοι σε μία μοναδική ουσία, είναι νόμιμο επίσης να δεχθούμε πως δύο φύσεις είναι ενυπόστατες σε μία μοναδική υπόσταση. Παρόλα αυτά ο τρόπος με τον οποίο εννοούσαν την φύση και επομένως και την ουσία δεν ήταν εντελώς αφαιρετικός. Είναι ξεκάθαροι πάνω στο γεγονός πως μόνον με την σκέψη μπορούμε να χωρίσουμε μία Φύση από ένα συγκεκριμένο αντικείμενο. Δεν μπορεί να υπάρξει στην ατμόσφαιρα της αφαιρέσεως.
Ισχυρίζονται λοιπόν πως οι δύο φύσεις του Χριστού είναι υποστασιασμένες σε μία υπόσταση ταυτόσημη και κοινή: όχι με την έννοια πως καθεμία υπάρχει ανυπόστατος σ' αυτή, αλλά με την έννοια πως και οι δύο είναι ενυπόστατες σε σχέση μ' αυτή την υπόσταση. Αυτό επιτρέπει στον Λεόντιο Βυζάντιο να προσφέρει μια ικανοποιητική εξήγηση της ενσαρκώσεως. Όταν όμως φθάνει να μιλήσει για την Τριάδα, εφαρμόζει σ΄ αυτή την περίπτωση έναν τύπο ορισμού που συγκεντρώνει στην υπόσταση ο,τιδήποτε ήταν καθορισμένο σε όλη του την σύνθεση, λογαριάζοντας την Φύση σαν συγκεκριμένη μόνον επειδή εξαρτάται από την υπόσταση, έτσι ώστε η θεωρία του να μην γλιτώνει κατ' ουδένα τρόπο τον τριθεϊσμό.
Ο αφαιρετικός τρόπος με τον οποίο εννοούσε την φύση δεν θα πείραζε εάν είχε κρατήσει την παραδοσιακή σημασία της, κατά την οποία η ουσία εκφράζει μια συγκεκριμένη οντότητα, μια πρώτη ουσία! Το πρόβλημα γεννήθηκε από την εξίσωση ουσίας και φύσεως, η οποία εξίσωση δεν μειώνει την ουσία σε δεύτερη ουσία, γιατί θα καταλήγαμε κατευθείαν στον τριθεϊσμό, αλλά την μειώνει σε μια αφαίρεση η οποία μπορεί να κινηθεί ανάμεσα στην ταυτότητα και στην ομοιότητα της ουσίας."


Καί όσο γιά τόν Ζηζιούλα, είχε ήδη αποδεχθεί από τότε τήν υπέρτατη ύβρη τού Βαρθολομαίου. (Eπίσκεψις 583-20 /11/98, σελ.8): «Οι κληροδοτήσαντες εις ημάς την διάσπασιν προπάτορες ημών υπήρξαν ατυχή θύματα του Αρχεκάκου Όφεως και ευρίσκονται ήδη εις χείρας του Δικαιοκρίτου Θεού. Αιτούμεθα υπέρ αυτών το έλεος του Θεού, αλλά οφείλομεν ενώπιον Αυτού όπως επανορθώσωμεν τα σφάλματα Εκείνων». – Πριν συνεχίσουμε, μία απορία! Ο κ. Ζηζιούλας, ο οποίος εκπροσωπεί τον ανωτέρω Πατριάρχη, υποθέτουμε συμφωνεί με τον βαρυσήμαντο λόγο, εφ’ όσον συνεχίζει να τον εκπροσωπεί! 
Μπορούμε λοιπόν νά διαφωνούμε μέ τήν Ακαδημία Βόλου καί νά συμφωνούμε καί νά αναπτύσσουμε τίς κακοδοξίες τού Ζηζιούλα;
Γιατί όμως τόση κακοδοξία; Τί επιδιώκεται απ’ όλους αυ­τούς τους μορφονιούς, όπως τους ονομάζει και ο Απόστολος Παύλος; Την απάντηση με τον καλύτερο δυνατό τρόπο μάς την δίνει ο Διο­νύσιος Αρεοπαγίτης: «Αν θέλουμε να μιλήσουμε αληθινά, υπάρχει ένα κάτι, που επιθυμούν όλοι οι Θεόμορφοι, δεν μετέχεται όμως με τον ίδιο τρόπο (μετέχουσι δε ουχ ενιαίως) κι ας είναι το ίδιο και ας είναι ένα, αλλά όπως η ζυγαριά του Θεού ορίζει στον καθένα το μερίδιο του κατά την αξία του.»

Αμέθυστος

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Εδώ, Αμέθυστε,εννοείς ότι η τήρηση των εντολών του Κυρίου,η ζωή της μετάνοιας, γίνεται πια όχι για την ομοίωση αλλά για την ένωση μαζί Του;Να φθάσει στο σημείο να πει ο πιστός "ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός";

amethystos είπε...

Μάλιστα. Δέν ενανθρώπησε ο Κύριος γιά νά μάς λυτρώσει από τήν αμαρτία καί νά μάς επαναφέρει στό αρχαίον κάλλος. Αυτό σημαίνει, ο σκοπός τού χριστιανού είναι η θέωση. Τήν αποκατάσταση τής κοινωνίας μέ τόν Θεό, η οποία σταμάτησε μέ τήν έξοδό μας από τόν παράδεισο. Ο Κύριος όμως προχώρησε σέ νέα δημιουργία, ολοκληρώνοντας τήν ίδια τήν Δημιουργία. Ενώθηκε μαζί μας γιά νά ενωθούμε μαζί Του, στό αναστημένο Του σώμα. Αυτή είναι η Βασιλεία.Τά κριτήρια τής θεολογίας είναι απλά καί καθαρά, όπως τα εκθέτει ο ίδιος ο Συμεών ο Νέος θεολόγος. “Θεολογικός ΙΙ, 2–3”: «Μεταβήναι δει πρώτον ημάς εκ του θανάτου εις την ζωήν, ειθ’ ούτω δέξασθαι σπέρμα εν εαυτοίς άνωθεν του ζώντος Θεού και γεννηθήναι υπ’ αυτού ως χρηματίσαι τέκνα αυτού, και ελκύσαι Πνεύμα εν τοις εγκάτοις και ούτως ελλαμπομένους τα περί Θεού φθέγγεσθαι, καθόσον οίον τε και από Θεού ελλαμπόμεθα!» Αυτή είναι η εμπειρία και η θεολογία που διατρέχουν την Ιστορία της Εκκλησίας διαχρονικά με πλήρη πιστότητα στην παράδοση. Δεν αφορούν την Εκκλησία, το παρελθόν της και τίς ανάγκες της σαρκός και του αίματος. Βάσει αυτών μιλώντας ούτε ο Ρωμανίδης, ούτε ο Ιερόθεος Βλάχος διαθέτουν τήν εμπειρία στήν οποία αναφέρονται. Η θεολογία τού Ρωμανίδη είναι μιά θαυμάσια εισαγωγή στήν Θεολογία, όπως καί τού Φλωρόφσκι. Ακόμη καί μιά σύγχρονη κατήχηση, αλλά δέν είναι μιά θεολογία καθαυτή. Εκτός τών άλλων μάς καθήλωσε καί στήν ιδεαλιστική καί οικουμενιστική θεολογία τού Φλωρόφσκι. Διαθέτει τό πνεύμα τών Πατέρων αλλά όχι τό Πνεύμα Κυρίου. Η θέωση είναι θεραπεία άς πούμε, όπως τήν συναντούμε στήν Κ.Δ. όταν ο Κύριος ενεφύσησε τό Πνεύμα Του καί απέστειλε τούς Αποστόλους νά διδάξουν , νά βαπτίσουν καί νά θεραπεύσουν. Η Πεντηκοστή δέν είναι θεραπεία.