Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019

Θεμελιακή οντολογία και το περί Θεού ερώτημα ε

Συνέχεια από:Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019

Fundamentalontologie und Gottesfrage
Θεμελιακή οντολογία και το περί Θεού ερώτημα ε
Του Friedrich-Wilhelm von Herrmann

4. Το περί Θεού ερώτημα στην θεμελιακή οντολογία ως διόρθωση τών θεολογικών εννοιών (βάσει τής θεμελιακής οντολογίας)
Από την διάκριση τού χριστιανικού τρόπου ύπαρξης και της ύπαρξης ως έχει με όρους υπαρκτικής-οντολογικής σύστασης, προκύπτει πως «όλες οι θεμελιώδεις θεολογικές έννοιες» έχουν ένα χριστιανικό και ένα «προχριστιανικό, και για τον λόγο αυτό καθαρά διανοητικά συλλαμβανόμενο περιεχόμενο, το οποίο τις καθορίζει οντολογικά». Αυτό το «καθαρά διανοητικά» συλλαμβανόμενο περιεχόμενο, το οποίο δεν προέρχεται από την αποκάλυψη, είναι το υπαρκτικό-οντολογικό στοιχείο τής ύπαρξης, που καθορίζει οντολογικά το χριστιανικό περιεχόμενο των θεολογικών εννοιών. Ο Heidegger λέει συγκεκριμένα: «Όλες οι θεολογικές έννοιες κρύβουν (εμπεριέχουν) αναγκαστικά μια αντίληψη περί του Είναι, την οποία το ανθρώπινο Dasein έχει έτσι κι’ αλλιώς, εφόσον υπάρχει». Αυτή είναι η αντίληψη τού Είναι (Sein) ως υπάρξεως (Existenz), η στην φύση της δηλ. διεκπεραιωτική αντίληψη τής υπάρξεως στους υπαρκτικούς της τρόπους τού Είναι, που αποκαλύπτονται στην υπαρκτική οντολογία.
Ο Heidegger παραθέτει το παράδειγμα τής έννοιας τής αμαρτίας και τονίζει το διπλό περιεχόμενο τής έννοιας. Η αμαρτία είναι κατ’ αρχάς έννοια ενός φαινομένου που ανήκει καθαρά στον χώρο τής πίστεως, «που μόνο στην πίστη αποκαλύπτεται». Για την θεολογική-εννοιολογική ερμηνεία τής έννοιας τής αμαρτίας είναι αναγκαία «η επιστροφή στην έννοια τής ενοχής». Στο σημείο αυτό φαίνεται η αναφορά τής θεολογίας στην υπαρκτική οντολογία τού Dasein. Γιατί «η ενοχή είναι πρωτογενής οντολογικός υπαρκτικός καθορισμός τού Dasein». Σύμφωνα με το κεφάλαιο 58 τού «Είναι και Χρόνος», υπάρχει η τυπολογικά υπαρκτική ιδέα περί ενοχής και κατάστασης ενοχής μέσα «στο θεμελιώδες είναι για ένα από το δεν καθορισμένο Είναι», δηλαδή ως «θεμελιώδες Είναι τού τίποτα». Αυτός ο υπαρκτικός-οντολογικός καθορισμός της ενοχής ανήκει στην οντολογική θεμελιώδη κατάσταση του Dasein. Με τον τρόπο αυτό το θεολογικό περιεχόμενο τής αμαρτίας θεμελιώνεται μέσα στο υπαρκτικό περιεχόμενο της ενοχής (ως κατάστασης).
Η υπαρκτική έννοια τής ενοχής λειτουργεί ως οντολογικό «νήμα για την θεολογική εξήγηση της αμαρτίας». Ο Heidegger ονομάζει την οντολογική αυτή λειτουργία των υπαρκτικών εννοιών για τις θεολογικές θεμελιώδεις θεολογικές έννοιες με την κεντρική έννοια «Korrektion» (διόρθωση, βελτίωση, κανονισμός), που έχει την σημασία της «μετάδοσης μηνύματος». Η συμπληρωματική έννοια προς την έννοια Korrektion είναι η έννοια «Direktion» (κατεύθυνση). Η θεολογική έννοια τής αμαρτίας περιέχει μέσω τής υπαρκτικής έννοιας τής ενοχής εκείνη την διόρθωση, δηλαδή το μήνυμα, «που είναι αναγκαία γι’ αυτήν ως υπαρκτική έννοια όπως καθορίζεται από το προχριστιανικό περιεχόμενό της». Η θεολογική έννοια της αμαρτίας λαμβάνει επομένως το «μήνυμά» της, την διόρθωσή της, από την υπαρκτική οντολογία. Την «πρωταρχική κατεύθυνση» της όμως, δηλαδή την «παραγωγή» της, «την πηγή του χριστιανικού της περιεχομένου», την λαμβάνει αποκλειστικά από την πίστη. Ο Heidegger υπογραμμίζει, πως «η διορθωτική λειτουργία για την θεολογία» δεν ανήκει στην ουσία της οντολογίας του Dasein, αυτή όμως παραθέτει την «δυνατότητα», να χρησιμοποιηθεί από την θεολογία «με την σημασία εκείνου του χαρακτηριστικού διορθωτικού».
Όπως και στην σειρά μαθημάτων το 1921/22, έτσι και τώρα στο «Φαινομενολογία και Θεολογία», ο Heidegger χαρακτηρίζει την φιλοσοφία τής οντολογίας τού Dasein ως «το ελεύθερο ερωτάν από πλευράς τού Dasein το οποίο στηρίζεται μόνο στον εαυτό του». είναι λοιπόν ένα ερωτάν που διατηρείται ελεύθερο από την αποκάλυψη, που έχει το Dasein ως θέμα, στον βαθμό που αυτό (Dasein) μπορεί να τεθεί ερμηνευτικά-φαινομενολογικά προς επίδειξη και ερμηνεία, χωρίς την γνώση της αποκάλυψης. Από την προοπτική όμως αυτού του αυτοκαθορισμού τής φιλοσοφίας τού Dasein, προκύπτει ένας χαρακτηρισμός τών δυνατοτήτων ύπαρξης τής πίστεως, ο οποίος (χαρακτηρισμός) τρομάζει και δεν φαίνεται να προκύπτει λογικά από τις προηγούμενες τοποθετήσεις του Heidegger. Η πίστη, που «στον εσώτατο πυρήνα της είναι μια ειδική δυνατότητα ύπαρξης, είναι σε σχέση προς τήν «μορφή ύπαρξης» τής φιλοσοφίας ο «θανάσιμος εχθρός» τής φιλοσοφίας. Ας το πούμε αλλιώς: η υπαρκτική οντολογία, που εάν αυτοπροσδιορίζεται ως το ελεύθερο ερωτάν που διεξάγει το αυτόνομο Dasein, βρίσκει στην πίστη και στο πιστευόμενο τον «θανάσιμο εχθρό», καθώς η πίστη έχει την πηγή της στην αποκάλυψη. Και ναι μεν η αποκάλυψη λαμβάνει χώρα κινούμενη προς το εσωτερικό τού Dasein, με τρόπο ώστε το Dasein να ρίχνεται μέσα στο συμβάν τής αποκάλυψης. Αυτός ο από την πίστη πηγάζων χαρακτήρας τής ρίψης δεν επιδεικνύεται υπαρκτικά-οντολογικά σαν τον προχριστιανικό χαρακτήρα τής ρίψης τού Dasein, αλλά κατανοείται μόνο μέσα στην πίστη και από την πίστη. Ο Heidegger επιλέγει τον σκληρό χαρακτηρισμό «θανάσιμος εχθρός», για να κρατήσει την οντολογία τού Dasein μακριά από την πηγή τής αποκάλυψης. Η πίστη που προέρχεται από την πραγματικότητα τής αποκάλυψης βρίσκεται σε «υπαρκτική αντίθεση» προς την «ελεύθερη ανάληψη ολόκληρου τού Dasein». Ταυτόχρονα όμως, η υπαρκτική αυτή αντίθεση των δυο δυνατοτήτων ύπαρξης, «πρέπει να φέρει την πιθανή κοινότητα της θεολογίας και της φιλοσοφίας ως επιστήμης».
Καταλήγοντας, ο Heidegger εκφράζει την υπαρκτική αντίθεση μεταξύ πίστεως και θεολογίας από την μια, και της φιλοσοφίας ως ελεύθερης αυτοπρόσληψης ολόκληρου του Dasein από την άλλη, ως εξής: «Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα, η χριστιανική φιλοσοφία. Αυτό είναι ένα ξύλινο σίδερο», μια αυτό-αντίφαση δηλαδή.
Οι δυο αυτοί προσδιορισμοί: η πίστη ως «θανάσιμος εχθρός» της φιλοσοφίας του Dasein και μια χριστιανική φιλοσοφία του Dasein ως «ξύλινο σίδερο», πρέπει να υποβληθούν από μέρους μας σε κριτική ερώτηση και εξέταση. Το περί «θανάσιμου εχθρού» θέλει να πει, πως ο πυρήνας τής χριστιανικής πίστης είναι ο «εχθρός», ο οποίος έχει σκοπό τον «θάνατο», δηλαδή την άρνηση αυτού, που η οντολογία του Dasein αποκαλύπτει περί της ουσίας τού πεπερασμένου χαρακτήρα του Dasein. Όταν για παράδειγμα η υπαρκτική έννοια τού θανάτου ορίζει τον θάνατο ως την «δυνατότητα τής ύστατης (αληθινής) δυνατότητας τού Dasein», τότε φαίνεται πως αυτή η υπαρκτική επίδειξη καταστρέφεται από την «ανάσταση εκ νεκρών», που είναι περιεχόμενο τής αποκάλυψης. Φαίνεται πως η χριστιανική πίστη αρνείται αυτό που η φαινομενολογία του Dasein θεωρεί ως φαινομενολογική φανέρωση (Aufweis). Σε αυτό όμως που με την πρώτη ματιά φαίνεται, μπορούμε να αντιτάξουμε, πως το περιεχόμενο τής πίστεως, που υπόσχεται αιώνια ζωή, δεν στρέφεται κατά του φαινομενολογικού περιεχομένου του Είναι προς θάνατον. Αντιθέτως, η φαινομενολογική διείσδυση (αντίληψη) του θανάτου ως της αληθινής δυνατότητας του Dasein, παραμένει ανέγγιχτη από το περιεχόμενο της πίστεως. Γιατί το περιεχόμενο της αποκάλυψης, που αναφέρεται στην ανάσταση, στοχεύει σε αυτό, το οποίο στην αβυσσαλέα περίκλειστη φύση του, έτσι όπως ο θάνατος κατανοείται ως αληθινό είναι προς θάνατον, παραμένει κρυμμένο. Ταυτόχρονα ισχύει το αντίστροφο. Ο θάνατος, που παρουσιάζεται ως αληθινή δυνατότητα του Dasein, δεν είναι σε θέση να αμφισβητήσει το περιεχόμενο της πίστεως περί αιώνιας ζωής. Η αιώνιος ζωή δεν αναφέρεται στο Dasein και στον θάνατο που αναφέρεται στο Dasein. Δεν είναι ανάγκη να αρνηθούμε αυτό που περιλαμβάνει ο θάνατος στο Είναι προς θάνατον, για να είμαστε ελεύθεροι να δεχθούμε την αποκεκαλυμμένη ανάσταση. Αυτή (η ανάσταση) έχει ως συνιστώσα προϋπόθεση τον θάνατο που είναι η αληθινή δυνατότητα του Dasein. Όσο πιο ριζικά διεκπεραιώνεται η ερμηνευτική-φαινομενολογική πρόσβαση στο Dasein, τόσο περισσότερο αντιληπτή καθίσταται η κλήση από την αποκάλυψη προς την εξ εαυτού καθορισμένη ύπαρξη.  
Εφόσον η ερμηνευτική-φαινομενολογική αναλυτική τού Dasein παραμένει εντός των ορίων της, δηλαδή του καθαρά φαινομενολογικά επιδεικνύμενου και επομένως «διανοητικά» συλλαμβανόμενου, δεν υποπίπτει σε καμιά αντίφαση προς το περιεχόμενο τής αποκάλυψης των θεολογικών εννοιών. Με αυτή την αντίληψη για τον εαυτό της, η αναλυτική του Dasein, δεν είναι μια χριστιανική φιλοσοφία, αλλά δεν είναι και αντιχριστιανική. Από την άλλη, δεν αποκλείεται η δυνατότητα, μια ερμηνευτική-φαινομενολογική φιλοσοφία του Dasein-γνωρίζοντας σαφώς την διαφορά μεταξύ τού «διανοητικά» επιδεικνύμενου και της πηγής τής αποκάλυψης-να τοποθετηθεί, σε ένα δεύτερο βήμα, στο έδαφος τής γνώσης τής αποκαλύψεως. Στην περίπτωση αυτή προσλαμβάνει τον χαρακτήρα μιας «χριστιανικής» φιλοσοφίας, χωρίς να καταλήξει «ξύλινο σίδερο». Τον δρόμο αυτό ακολούθησε και ο Heidegger, ακόμα και στην σειρά μαθημάτων για την φαινομενολογία τής θρησκείας.
Αν και η οντολογία του Dasein στον αυτοπεριορισμό της δεν έχει ως θέμα το αποκεκαλυμμένο της αποκάλυψης, και με τον τρόπο αυτό δεν είναι χριστιανική φιλοσοφία, έχει όμως μια ουσιώδη αναφορά στην επιστήμη της χριστιανικής πίστης, που συνίσταται (η αναφορά...) στο ότι, παραθέτει τις διαπιστώσεις τής υπαρκτικής οντολογίας με τον τρόπο τής διόρθωσης (Korrektion) για τις θεολογικές θεμελιώδεις έννοιες. Η διόρθωση των θεμελιωδών θεολογικών εννοιών βάσει τής θεμελιακής οντολογίας καθορίζει την σχέση τής θεμελιακής οντολογίας προς το χριστιανικό περί Θεού ερώτημα.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...