Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ (15)

ΣΤΟΝ ΑΙΡΕΣΙΩΤΗ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ ΤΟΥ ΒΑΡΛΑΑΜ ΠΟΥ ΣΥΝΕΓΡΑΨΕ ΥΠΕΡ ΑΥΤΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΦΥΓΗ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΕΚΕΙΝΟΥ


Συνέχεια από:  Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15
Έκθεσις της κατά του θειοτάτου φωτός επομένης ρήσεως του Ακίνδυνου και σαφής απόδειξις εκ του ελέγχου της, ότι ξεσηκώνει την θεόπνευστη Γραφή εναντίον εαυτής και ότι δεν δέχεται αυτός καμιά θεότητα.

65. Αυτά τα πράγματα λέγαμε και προτείναμε εμείς, και προσθέταμε ότι έτσι και ο πρωταγωνιστής των μαρτύρων Στέφανος την ώρα της αγωνίας του όντας πλήρης Πνεύματος, ατένισε και είδε την υπερουράνια δόξα, και ότι στον Πέτρο και στους υιούς της βροντής που επήραν επάνω στο Όρος την χάριν του μέλλοντος αιώνος ο ίδιος ο Χριστός παρουσίασε τη δόξα της θεότητός του. Ο Ακίνδυνος όμως λέγει γι’ αυτά, «αλλά τα λόγια αυτά καταλύουν τη διακήρυξη του ευαγγελιστού Ιωάννου του μεγάλου θεολόγου και το άγιο σύμβολο της πίστεως. Διότι ο μεν Ιωάννης λέγει, "κανείς ποτέ δεν είδε τον Θεόν", κι αυτό όχι ο ευαγγελιστής αλλά ο ίδιος ο μονογενής Υιός που είναι στον κόλπο του Πατρός, το δε σύμβολο λέγει, "πιστεύω σ’ ένα Θεό, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητή ουρανού και γής, όλων των ορατών και αοράτων". Πώς λοιπόν μπορεί να είναι ευσεβές να λέγουμε οπωσδήποτε ορατόν καθ’ εαυτόν και κυριολεκτικώς τον ποιητή όλων των ορατών και αοράτων;».

66. Πάλι ενδύεται την απάτη, πάλι επισείει φόβους, πάλι μιμείται τον αρχέκακον όφιν, ο οποίος για την ελπίδα της θεώσεως απομακρύνει με δόλο τον άνθρωπο από τον Θεό. Διότι και τούτος (ο Ακίνδυνος) με την ελπίδα της τηρήσεως των ευαγγελικών κηρυγμάτων και του συμβόλου της πίστεως προσπαθεί να υφαρπάξει όλους στην άρνηση και απιστία του Θεού και στην αναίρεση του συμβόλου της ευσεβούς ομολογίας. Καινός (είναι) αυτός ο τρόπος και κοινός τόπος εναντίον παντός είδους της ευσεβείας, με την πρόφαση της συνηγορίας προς το σύμβολο της πίστεως να ακυρώνει το ίδιο το σύμβολο της πίστεως, και προτείνοντας την από όλους αναγνωρισμένη έκθεση της ευσεβείας με απόκρυφο και βαθύ δόλο να καθαιρεί την από όλους αναγνωρισμένη ευσέβεια. Αυτά είναι πράγματι τα βαθιά μηχανεύματα του Σατανά· ώστε εγώ, σκεπτόμενος τούτη την κρυψίνοια και το μέγεθος της υποδηλουμένης ασέβειας, αυτόν βλέπω τον πρώτο αποστάτη εκείνον να εκχύνει τώρα το δηλητήριο με ανθρώπινη γλώσσα, όπως στην αρχή ομιλούσε δια του όφεως προς την Εύα.

67. Αλλά έτσι ενεργεί ο πράγματι αρχέκακος φθόνος· όταν ενσκήψει στην ψυχή, τυφλώνοντας όλα τα άλλα, κάμει τον φθονούμενο να μη βλέπει τίποτε άλλο παρά τί κακό να πει και να πράξει. Και όποιος κυριευθεί τελείως απ’ αυτήν τη μανία και μετάσχει στη φοβερή λύσσα του από τον φθόνο αρχεκάκου σκύλου, αποφεύγει το γλυκύ ποτό της αγάπης, θεωρεί εχθρικό προς τον εαυτό του το πνευματικό νερό της χάριτος, αθετεί και ιερούς ακόμη λόγους, προχωρεί ακόμη στα βάραθρα, δεν λυπάται τον εαυτό του, είναι αναίσθητος στις πληγές και τα τραύματά του, των οποίων πρόξενος έγινε ο ίδιος προσκόπτοντας συχνά από τη μανία του. Αλλά ξαναγύρισε κάποτε στον εαυτό σου, άνθρωπε, λάβε κάποια συναίσθηση των κακών σου, κατάλαβε σε ποιους κρημνούς φέρεσαι και πώς, αλλοίμονο, κατρακύλισες στο βυθό της ασεβείας και κτυπώντας στο έδαφος έσπασες την κεφαλή σου, 
εκτραχηλίσθηκες, έχασες την αληθινή ζωή και αυτό που λαλείς, δεν είναι δικό σου πλέον, αλλά του πεσόντος από τον ουρανό που επιδιώκει πάντοτε να κατεβάσει τον άνθρωπο χαμηλά.

68. Πράγματι τί είναι αυτό που ισχυρίζεσαι και ποιά γνώμη μας φέρεις; Θέλεις να μας πείσεις να δεχθούμε κτίσμα την θεότητα που παρουσιάσθηκε επάνω στο Όρος και το συνδεόμενο με αυτή απόρρητο φώς, τη δόξα του Θεού, την ίδια τη βασιλεία που ήλθε τότε εν δυνάμει κατά τη φωνή του Κυρίου, δηλαδή την επιφανείσα δύναμιν που παρασχέθηκε στους βλέποντες να δουν τα αθέατα; Θέλεις να μας πείσεις να την δεχθούμε ως κτίσμα, για τον λόγο ότι φάνηκε απορρήτως στον Πέτρο και τους συνοδούς του και τους μετέπειτα από αυτόν,  στον Στέφανο και στον Παύλο και αργότερα στους ομοίους ; Κι’ αυτό για να μην δεχόμαστε δύο θεότητες εμείς, λέγοντάς την άκτιστη ενώ έγινε ορατή, ή (για να μην πρεσβεύουμε) μια θεότητα σύνθετη, συνάπτοντας στη μια και άκτιστη και αόρατη θεότητα αυτήν που οπωσδήποτε έγινε ορατή, και για να μην αθετήσουμε τη φωνή του ευαγγελίου, που κηρύττει σε όλους τον Θεό αόρατο, και για να μην αναιρέσουμε το σύμβολο της πίστεως που λέγει ότι ο Θεός είναι ποιητής όλων των ορατών; Για εκείνο πάλι τί λέγεις; Δεν είναι του Ευαγγελίου, ότι η δόξα και βασιλεία του Πατρός και του Υιού είναι εκείνο το φώς; Πώς λοιπόν η βασιλεία του Πατρός και του Υιού θα είναι δούλη και κτιστή; Πώς η ανωτάτη δόξα θα είναι άδοξη;

69. Άραγε λοιπόν και τα δυο θ’ αναιρέσουμε δι’ αλλήλων, και δια μεν του συμβόλου της πίστεως, που κηρύττει τον Θεό ποιητή όλων των ορατών, θα αποδείξουμε τη βασιλεία του Θεού κτιστή (διότι τότε έγινε ορατή επάνω στο όρος, και κατά τον μέλλοντα αιώνα θα είναι ακαταλήκτως ορατή από τους υιούς του μέλλοντος αιώνος), δια δε του ακτίστου και αϊδίου της θείας βασιλείας πάλι θα αθετήσουμε το σύμβολο της πίστεως, αφού αυτό λέγει ότι ο Θεός είναι ποιητής πάντων των ορατών; Ή, αφού δεχθούμε το ένα, θα απορρίψουμε το άλλο; Αν πρόκειται να δεχθούμε το ένα, όπως εσύ είναι φανερό ότι διδάσκεις φρενοβλεβώς, και μάλιστα με βασιλικό πήχη όπως λέγουν, πρέπει να προτιμηθεί το Ευαγγέλιο. Η βασιλεία του Θεού πάλι πώς θα ηττόταν από κάτι; Διότι μόνο αυτή περισσότερο από κάθε άλλο είναι αβασίλευτη και αήττητη και πέρα από κάθε χρόνο και αιώνα. Διότι, λέγει, «δεν είναι επιτρεπτό να πούμε ότι η βασιλεία του Θεού έχει αρχίσει ή ότι φθάνεται από τους αιώνες· πιστεύομε δε ότι αυτή είναι η κληρονομιά των σωζομένων», η οποία «είναι κατά χάριν μετάδοσις των φυσικώς προσόντων στο Θεό», και «αυτό τούτο το είδος της θεϊκής ωραιότητος».

70. Έπειτα, τί λέγει το άγιο σύμβολο; «Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα, ποιητήν ορατών τε πάντων και αοράτων». Επομένως κατά τα επιχειρήματα και τους συλλογισμούς και τις σοφές σκέψεις σου, κτιστή είναι και η μία και αόρατη θεότης, υπέρ της οποίας αγωνίζεσαι εσύ τούτον τον καλόν, όπως βλέπεις, αγώνα· διότι και των αοράτων ποιητής είναι ο Θεός. Αν δε αυτή η μία, κατά σένα δε και αόρατη, θεότης είναι άκτιστη αναιρείται το άγιο σύμβολο που λέγει τον Θεό ποιητή όλων (πάντων) των αοράτων.

71. Βλέπεις σαφώς πώς εγλίστρησες στην αθεΐα και παρασύρεις και τους άλλους σ’ αυτήν; Διότι κατά σένα και τη διδασκαλία σου, όπως βλέπεις, δεν υπάρχει μία θεότης, αλλά καμμία. Επειδή δηλαδή, σαν άγευστος της θείας θεωρίας του Θεού που είσαι δεν επίστευσες στους ομιλούντες εκ πείρας  -και όχι μόνο τούτο- αλλά και ξεσηκώθηκες εναντίον τους μανιωδώς, σου αφαιρέθηκε και η πίστις προς τον Θεό που ενόμιζες ότι είχες. Και γνώριζε καλά, διχοτομήθηκες πριν από εκείνη την ημέρα, ετέθης μαζί με τους άπιστους και θα μείνεις με αυτούς οπωσδήποτε, αν δεν μεταμεληθείς και σπεύσεις και ξαναδιδαχθείς την ευσέβεια. 
Πες πράγματι, δεν είναι κι’ αυτό το άγιο Πνεύμα αόρατο και άκτιστο; Θα συμφωνήσεις πάντως. Άραγε λοιπόν αναιρείται το άγιο σύμβολο που λέγει τον Θεό ποιητή όλων των αοράτων; Και τί αναφέρω τα άλλα; Διότι εσύ προέβαλες εδώ την ευαγγελική φωνή, που μαρτυρείται από τον ευρισκόμενο στον κόλπο του Πατρός, ότι «κανείς δεν έχει δει ποτέ τον Θεό». Θα πεις λοιπόν ότι αναιρείται η ομολογία της πίστεως, αν εμείς χαρακτηρίσουμε και άκτιστο τον αόρατο Θεό; Ή θα τον αποδείξεις και θα τον διδάξεις ως κτιστόν, για να παραμείνουν σ’ εμάς ασφαλή και ακράδαντα τα στοιχεία της ομολογίας σου, που τάχα τοποθετούν καλώς μαζί με τα κτιστά τον άκτιστο, και διασπούν μεν την κτίση και την σπρώχνουν να προχωρήσει προς το μη όν, επειδή δεν χωρεί την απειρία της θεότητος, καθυβρίζουν δε και καθαιρούν τον Θεό, ως συντασσόμενο με τα κτίσματα;

72. Αυτά είναι όσα διδάσκεις εσύ, στους γύρω σου μεν προφορικά και στους απόντες γραπτά, αφού τελευταία βρήκες κατάλληλη ευκαιρία με την υποβοήθηση της εμφύλιας στάσεως, όπως είναι εύλογο. Κι’ επειδή θέλεις να είσαι νομοδιδάσκαλος εξετράπης από την ανυπόκριτη πίστη, χωρίς να ξέρεις ούτε τι λέγεις ούτε τι πιστεύεις, με λόγια και γράμματα. Εγώ όμως «πιστεύω σ’ ένα Θεό, ποιητή ουρανού και γής, όλων των ορατών και αοράτων», δηλαδή όλων των αισθητών και νοητών.

(Συνεχίζεται)


 οὐ γὰρ ἑαυτοὺς κηρύσσομεν, ἀλλὰ Χριστὸν Ἰησοῦν Κύριον, ἑαυτοὺς δὲ δούλους ὑμῶν διὰ Ἰησοῦν.
Β Κορ. 4,5                Διότι ημείς δεν κηρύσσομεν και δεν διαφημίζομεν τον εαυτόν μας, αλλά κηρύττομεν τον Χριστόν Ιησούν, τον Κυριον, που είναι ο μόνος ένδοξος· τους εαυτούς μας δε τους παρουσιάζομεν ως δούλους και υπηρέτας ιδικούς σας δια την δόξαν του Ιησού.
Β Κορ. 4,6          ὅτι ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Β Κορ. 4,6                Και τούτο, διότι ο Θεός, ο οποίος κατά τους χρόνους της δημιουργίας διέταξε να λάμψη φως αντί του σκότους που υπήρχε τότε, αυτός έλαμψεν εις τας καρδίας μας και τας εφώτισεν, όχι μόνον δια να γνωρίσωμεν ημείς, αλλά δια να μεταδώσωμεν και στους άλλους φωτεινήν και καθαράν την γνώσιν της δόξης του Θεού, η οποία δόξα εφανερώθη δια του Ιησού Χριστού.
Β Κορ. 4,7          Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν,

Β Κορ. 4,7                Εχομεν δε αυτόν τον ανεκτίμητον θησαυρόν της ενδόξου γνώσεως μέσα εις τα σώματα μας, τα αδύνατα και εύθραστα σαν όστρακα, δια να φαίνεται έτσι καθαρά ότι ο υπεράφθονος πλούτος της δυνάμεως είναι και προέρχεται από τον Θεόν και όχι από ημάς.

ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ.ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΠΑΝ. ΧΡΗΣΤΟΥ, ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ.

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια: