Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Η κρίση της οικονομίας ως κρίση του ηγούμενου λόγου

Πηγή : Αντίφωνο

Γιώργος Καστρινάκης

«Έχουμε δείξει στην Ιστορία μας, οι Έλληνες, ότι στις δύσκολες καμπές ξαναβρίσκουμε το πρόσωπό μας, οπότε ξεπερνάμε τα προβλήματα.» Γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε, λοιπόν, αισιόδοξοι και για την τρέχουσα περίσταση ανάγκης;
Θα γινόταν, ας υποθέσουμε, νά ’ταν πράγματι έτσι.
Μεσολαβεί όμως, σήμερα, μια κομβική διαφορά εν σχέσει με όλες τις προηγούμενες δοκιμασίες: Τότε, η πνευματική ηγεσία τού τόπου υποδείκνυε τη λύση τού προβλήματος. Τώρα, ωστόσο, αυτό που πραγματικά εισηγείται είναι μόνο την αναπαραγωγή του – δια της δικαιώσεως, απλούστατα, των αιτίων τα οποία το προξένησαν.

Αν θελήσουμε να παρακολουθήσουμε τα γεγονότα στο πλαίσιο μιας λογικής αλληλουχίας κατανοήσεων, το πρώτο που οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε είναι τι ακριβώς ζητάμε να ερμηνεύσουμε: Αντικρύζουμε, άραγε, εμπρός μας μια κρίση οικονομική η διαβλέπουμε μια κρίση κοινωνική;
Δύσκολα θα βρεθεί συμπολίτης μας που να μην αναγνωρίζει το δεύτερο. Κι όμως: Οι ίδιοι ετούτοι πολίτες παραχωρούν τα πρωτεία σε έναν δημόσιο λόγο… καφετηριακών προδιαγραφών, ο οποίος (βέβαιος ότι οι «συνειδήσεις» διαπλάθονται από τις «δομές» – όχι το αντίθετο) δακτυλοδείχνει ως ένοχο το «κράτος» και μαίνεται εναντίον τών διαχειριστών του.
Από κοντά, ένας ολόκληρος λαός μέμφεται τους πολιτικούς εκπροσώπους του – μα γιατί επιτέλους; Λογικά, επειδή δεν έλαβαν εγκαίρως τα απαραίτητα (περιοριστικά) μέτρα. Για τα οποία, όμως, όποτε κάποιος υπεύθυνος ταγός αποτολμούσε να τά διανοηθεί, τον τ ρ ο μ ο κ ρ α τ ο ύ σ α ν – υπό την καθοδήγηση των δημοσιογράφων, και μέσω αυθημερόν διεκπεραιουμένων δημοσκοπήσεων – δια του καταλογισμού ενός ακαριαίου πολιτικού κόστους και τον υποχρέωναν εσπευσμένως να τα ανακαλέσει!
Με απλούστερες λέξεις, η κοινωνία μέμφεται (κι απαιτεί τιμωρία, για) τους διοικητικούς της εντολοδόχους επειδή εκείνοι πολιτεύονταν δημοκρατικά – όπως, εξ ίσου παράλογα, μέμφεται το κράτος της επειδή ακριβώς αυτό ενεργεί ως σάρκα εκ τής σαρκός της. Ακόμα χειρότερα: Το ιδιοτελέστερο (μα, συνάμα, κι εξαλλότερα διαμαρτυρόμενο) τμήμα της κοινωνίας καταγγέλλει το κράτος όταν, ακριβώς, αυτό επιζητεί μια δικαιότερη κατανομή των βαρών (η Εφορία, πχ, καθίσταται αντικείμενο… μίσους απλώς και μόνο επειδή… υφίσταται).

Θα ξεπεράσουμε, εν τέλει, το πρόβλημα! Αλλά μόνο εάν ο κ υ ρ ί α ρ χ ο ς λ ό γ ο ς α ρ θ ε ί π ά ν ω α π’ α υ τ ό και αρχίσει να εντοπίζει, πραγματικές, τις αιτίες του. Τι θα συμβεί, ωστόσο, εάν ο λόγος αυτός εξακολουθήσει να ενεργεί ως (όχι απλώς συστατικό τής κρίσης, αλλά ως) η καθοριστικότερη αιτία τού εν λόγω προβλήματος;
Πρόκειται, συγκεκριμένα για την εστία γ ύ ρ ω α π’ τ η ν ο π ο ί α εξακολουθούμε να π ε ρ ι δ ι ν ι ζ ό μ α σ τ ε σ ή μ ε ρ α.
Κι είναι δύσκολοι οι καιροί, ασφαλώς, για πολλούς από μας. Μα αξίζει να συνειδητοποιήσουμε (όσο και να αναδείξουμε) ότι είναι πολύ δυσκολότεροι, ειδικά, για τους φ ο ρ ε ί ς τού κ α θ η γ ο ύ μ ε ν ο υ λ ό γ ο υ. Διότι αυτό που εξελίσσεται ενώπιόν μας είναι η κατάρρευση ενός καθολικού Οράματος Κοινωνικής Ανάπτυξης, το οποίο θεμελιώθηκε σε αυτόν ακριβώς τον ηγούμενο λόγο.
Στην ουσία της, η εν Ελλάδι οικονομική κρίση δεν είναι παρά η κρίση εκείνης της νοοτροπίας η οποία είχε καταξιώσει ως «ζωή» τη «μαγκιά»: Της νοοτροπίας ότι προκύπτει απλό να γίνει ένα άτομο η μια κοινωνία οικονομικά επιτυχημένη – αρκεί μοναχά να καταστεί ηθικά… ασυνείδητη.
Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ένας κόσμος με τέτοια νοοτροπία έχει γίνει ο ρ α τ ό, πλέον, δ ι α γ υ μ ν ο ύ ο φ θ α λ μ ο ύ. Ως μόνη διαφυγή, οπότε, για την κυρίαρχη αντίληψη απομένει η αποκρυβή τού εξόφθαλμου: Εφ’ ώ και αρχίζει να επιδεικνύει ως αιτίες τα αποτελέσματα – δηλαδή να σπέρνει τη σύγχυση όσο και να διασφαλίζει την ανατροφοδοσία του αδιεξόδου.
Σε τελευταία εννόηση, η κατάρρευση της Ελλάδας του σήμερα δεν είναι παρά η κατάρρευση τής εσχάτως επιλεγόμενης «νέας» Ελλάδας (κατ’ επιδεικτικήν αντιδιαστολή προς την «παλαιά»). Της Ελλάδας του Νέου Ανθρώπου – η ανθρωποθεού. Δηλαδή της ελληνικής εκδοχής του ανθρωποειδώλου της Νεωτερικότητας.
Η οποία ελληνική εκδοχή, σημειωτέον, διόλου δεν υ π ο λ ε ί π ε τ α ι τής διεθνούς ομολόγου της. Όλως αντιθέτως, π ρ ω τ ο π ο ρ ε ί – καθώς ο παρ’ ημίν εκσυγχρονισμός προβαίνει εξτρεμιστικότερος τού αρχετύπου του: Μια εξ ίσου παράλογη κοινωνική κρίση όσο η ημεδαπή, ο λοιπός ανεπτυγμένος κόσμος (κατά τούτη την ανάγνωση) θα την βιώσει – απλώς – ελάχιστες δεκαετίες μεταγενέστερα.

Πόσο μάλλον όταν όλες οι οικονομετρικές «σταθερές» που επιλέγονται να «παγκοσμιοποιηθούν» είναι εκείνες που υπακούουν στην αντικοινωνικότερη λογική: Η ελληνική κρίση – ας διακρίνουμε – έχει πολύ ειδικότερες αιτίες από την ευρωπαϊκή. Ακόμα και χωρίς τήν ελλαδική τους επίταση, πάντως, οι προδιαγραφές της απο-συγκρότησης κείνται, αυτούσιες, ως οικονομικό «Σύνταγμα» της δυτικοευρωπαϊκής ενοποίησης – δηλαδή ως πνεύμα και γράμμα τής περιώνυμης Συνθήκης του Μάαστριχτ (1992).
Εκεί όπου τέθηκαν οι βάσεις για ένα οικοδόμημα που θα θυσιάζει την αξιοπρέπεια των ανθρώπων για χάρη της ευημερίας των αριθμών. Η νεοφιλελεύθερη, δηλαδή, συνταγή για την άρθρωση μιας κοινωνίας των «δύο τρίτων».
Ο «νεοφιλελευθερισμός» ετούτος εμπεριείχε κάτι περισσότερο από την αντιστροφή της έννοιας της ελευθερίας: Εμπεριείχε τον πυρήνα εκείνου τού αντι-ανθρωπισμού που επιφυλλάσσεται ως αθέατη εντελέχεια ενός πολιτισμού με εφαλτήριο ορόσημο τον αντι-θεανθρωπισμό.
Επιφανειακή προβολή μιας ενσυνείδητης (στις τάξεις των ιθυνόντων) προσχώρησης στον μύχιο δαιμονισμό της ανθρώπινης βούλησης.

Επίμετρο
Η γηγενής, τώρα, αφομοίωση αυτού του παροξυσμού, δεν είναι δύσκολο να δούμε ότι εκδηλώνεται ως απέλπιδα απόπειρα να καταδειχθεί το θύμα ως θύτης: Να περιπαιχθεί ως υπαίτια τής κατάρρευσης η πνευματική παράδοση τού χώρου της.
επιννοηθεί μια… πρωτοποριακότερη συνάφεια μεταξύ παραδεδομένου ήθους και… αντιδημιουργικότητας. Επιστρατεύεται, οπότε, η – προχριστιανική, παρά ταύτα! – κοινωνιολογία τής… ο ι κ ο γ ε ν ε ι ο κ ρ α τ ί α ς ω ς κ ι ν ο ύ σ α ς α ι τ ί α ς τ ή ς Ι σ τ ο ρ ί α ς ή περί ενός ι σ ο π ε δ ω τ ι κ ώ ν π ρ ο δ ι α γ ρ α φ ώ ν σ υ ν α ι σ θ ή μ α τ ο ς μήπως και, έστω έτσι, περιφρουρηθούν τά… προ-σχήματα.)
Η κρατούσα πρόταση ζωής, ας αναλογιστούμε, προσεταιριζόταν τον άνθρωπο τής εποχής μέσω μιας υπόσχεσης που εκμεταλλευόταν την αμφιθυμία του: Ξέρεις κι ο ίδιος ότι, διατρέχεις την ύπαρξη με τρόπο που αφήνει να αιμορραγεί η ποιότητα. Αποζημιώνεσαι ωστόσο, γενναιόδωρα, στο πεδίο της ποσότητας – τού υπαινισόταν σαρδόνια.
Κι είναι αυτή ακριβώς η έσχατη Αποπλάνηση, η οποία καταπίπτει τώρα με τον ίδιο πάταγο με τον οποίο είχε συντριβεί – σε επίπεδο εμπραγμάτων συμβόλων – το Νεολληνικό Χρηματιστήριο, μία μόλις δεκαετία νωρίτερα.
Από μια έντιμη φωνή, λοιπόν, που πειθόταν παλαιότερα ειλικρινά από τη φιλολογία του εκσυγχρονισμού, θα μπορούσαμε να περιμένουμε σήμερα, αν όχι τον συγκλονισμό – ενώπιον της ιστορικής διάψευσης – ένα αίσθημα τουλάχιστον εσωτερικής διερώτησης όσο και εξωτερικής επιφύλαξης.
Αυτό που, ορθολογικά, δεν θα περιμέναμε πάντως είναι, ο φορέας της, «σαν έτοιμος από καιρό», να μη χρονοτριβήσει, με την παραμικρή αμφιβολία, αλλά να τινάξει για μια ακόμη φορά το δάκτυλο κατεναντίον των φιμωμένων του διαλόγου – μέλος των οποίων ήταν κάποτε, ίσως, κι ο ίδιος – και να εκστομίσει κάτι που αυτός, καν, δεν πιστεύει: Ότι η ενοχή β α ρ α ί ν ε ι τό… π ε ρ ι θ ώ ρ ι ο (: Τη συναίσθηση ότι, ναι, με τον σταυρό μόνο στο χέρι θα πάμε μπροστά) της κρατούσας συνείδησης.

Το «σαν έτοιμος από καιρό», εν τούτοις, δεν είναι τυχαίο σχήμα του λόγου: Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν αιφνιδιάζεται από τις εξελίξεις, για τον απλό λόγο πως ο ίδιος ξέρει ότι ήταν το οικείο του Νόημα εκείνο που τίς κ υ ο φ ό ρ η σ ε.
Έχει, λοιπόν, έτοιμη την καινούργια Αντιστροφή, δια της οποίας θα περιγράψει τα πραττόμενα, επειδή η παραγωγή αντιστροφών είναι το μόνο «προϊόν» για το οποίο ο Πολιτισμός ακέραιος, τον οποίο μάς εισηγείται, ούτε απειλήθηκε ούτε πρόκειται να απειληθεί οποτεδήποτε από οιαδήποτε κρίση…
Το μέγεθος, όμως, τούτης τής εσχάτης του μυθοπλοκής, αντανακλά ζωηρά το εύρος τού ύστατου αδιεξόδου του.


Το κύριο τμήμα του κειμένου δημοσιεύθηκε στο αφιέρωμα «Οικονομία σε κρίση - Το έχειν και το είναι» (τχ 217, Ιούλιος 2010) του περιοδικού “Πειραϊκή Εκκλησία”. Έχει προστεθεί, εδώ, το «Επίμετρο».

Δεν υπάρχουν σχόλια: