Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK)(3)-----Η ΝΕΑ ΑΙΡΕΣΗ.

Συνέχεια από Kυριακή 8 Ιανουαρίου 2017


                                   HANS URS VON BALTHASAR
                                     ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  (THEOLOGIK)
                                                   Τρίτος Τόμος
             ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  (DER GEIST DER WAHRHEIT)
(Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου(Wahrheit der Welt), 2) Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )
                                               Johannes Verlag, 1987

                           3.  ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ;

Image result for hans urs von balthasar      Πρέπει να προσδιορίσουμε αμέσως λίγο περισσότερο αυτό το ερώτημα (που θα το διαπραγματευτούμε στο 3ο μέρος θεματικά), αν θέλουμε να έχουμε μιαν πολυσήμαντη απάντηση στα πλαίσια μιας δογματικής θεολογίας. Δεν μπορεί να πρόκειται βέβαια για κάτι που θέτει υπό ερώτηση την Χριστολογία καθεαυτή, ή που θα έπρεπε να μεταβάλη έστω τούς βασικούς της όρους, αλλά μόνο για το αν θα μπορούσε, ή θα έπρεπε κιόλας, να ενταχθή στο περιεκτικό πλαίσιο μιας Πνευματολογίας. Αν ξεκινά η αποκάλυψη της τριαδικής φύσεως του Θεού με τον Πατέρα στην ιερά ιστορία, για να ολοκληρωθή αντικειμενικά  (( ! ))  στην Ενσάρκωση του Υιού, ΄τερματίζεται’ ωστόσο με την έκχυση (επιφοίτηση…) κατ’ αρχάς τού Πνεύματος αυτή η αποκάλυψη, που διαμοιράζει (εκθέτει, εξηγεί, ερμηνεύει…) την αντικειμενική επαγγελία στα υποκείμενα όλων τών χρόνων και χώρων. Δεν είναι όμως αναγκαίως το “ultimum in executione” “primum in intentione” (το «τελευταίο στην εκτέλεση» «πρώτο στην πρόθεση ή τον σκοπό»…); Στον πολυσχολιασμένο επίλογο μιας εκλογής τού έργου τού Schleiermacher, γνωστοποίησε ο ηλικιωμένος πλέον Karl Barth, ύστερα από μιαν ολόκληρη ζωή βασικού ‘ξεκαθαρίσματος’ με τον άνθρωπο, του οποίου το διαμέτρημα δεν το φτάνουν ούτε κι από απόσταση οι επίγονοί του, τη «βασανισμένη απορία» απέναντί του, αν θα μπορούσε να κατανοηθή ίσως κι απ’ την πλευρά μιας περιεκτικής «θεολογίας τού 3ου ‘άρθρου’ (Artikel)», του Αγίου Πνεύματος, το έργο του, κι αν θα μπορούσε να έχη εκπονήσει, χωρίς να παραιτηθή απ’ την ίδια του την τοποθέτηση, κι ο Barth απ’ τη μεριά τού Πνεύματος το δικό του έργο: «θα φανερώνονταν τότε και θα φωτίζονταν όλα όσα μπορούμε να πιστέψουμε, να σκεφτούμε και να πούμε για τον Θεό-Πατέρα και τον Θεό-Υιό κατανοώντας το 1ο και το 2ο ‘άρθρο’… θεμελιωμένα μέσω τού Θεού-Αγίου Πνεύματος, το vinculum pacis inter Patrem et Filium (τον δεσμό τής ειρήνης ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό). Kαι θα μπορούσε να γίνη (τότε…) ορατό ολόκληρο το έργο τού Θεού για το πλάσμα του, για τον άνθρωπο και στον άνθρωπο και με τον άνθρωπο, στη μιαν και αποκλείουσα κάθε τυχαιότητα  τελεολογία (Teleologie)  τού Δημιουργού… Δεν θα μπορούσε και δεν θα έπρεπε να έχη όμως ήδη τεθή κάτω απ’ αυτό το ‘σύμβολο’  (( ! ))  η απολογία, ο αγιασμός και η κλήση; Κι ας μη μιλήσουμε για τη Δημιουργία ως το ‘κύριο έργο’ (opus proprium) τού Πατρός. Δεν θα μπορούσε άραγες να φωτισθή και η παντοκυρίαρχη Χριστολογία (conceptus de Spiritu Sancto! – ‘σύλληψη’, δια της διανοίας, του Αγίου Πνεύματος…) από εκεί;» Και τελειώνει με μιαν προειδοποίηση ο Barth: «θα χρησιμεύσουν μόνον πολύ καλλιεργημένοι πνευματικά και διανοητικά άνθρωποι για τον σχεδιασμό  (( ! ))  και την ανάπτυξη μιας θεολογίας τού 3ου ‘προσώπου’».  Θα φανή στη συνέχεια, πως ανέλαβε ένας τουλάχιστον πράγματι γνώστης, στη μακρά σειρά τών αρνητών, αυτό το έργο, αλλά απέτυχε κι αυτός. Και μόνο ‘θραύσματα’ μαζεύονται σιγά-σιγά μετά απ’ αυτόν, που θα μπορούσαν να ονομαστούν ως μια ‘καθολική’ (katholisch) Πνευματική Χριστολογία. Που δεν θα μπορούσε να αμφισβητήση βέβαια κατά κανέναν τρόπο την κεντρική θέση τής Ενσάρκωσης του Λόγου, αλλά να μελετήση (έστω…) σε συνδυασμό με το (αναφερθέν ακριβώς απ’ τον Barth) “conceptus de Spiritus Sancto”, μήπως δεν επενέργησε μόνον την Ενανθρώπηση το Πνεύμα, αλλά ήταν επίσης αυτός που επενεργεί ήδη πριν την Ενσάρκωση στην Παλαιά Διαθήκη – qui locutus est per prophetas, που μιλάει μέσα απ’ τους Προφήτες… - , και είναι ο Πρώτος (και…) στον σχεδιασμό τής Ενσάρκωσης. Θα έπρεπε δε να ξανασκεφτούμε εδώ στη συνέχεια, την ισχύ, τις προϋποθέσεις και τις συνέπειες της «τριαδικής αντιστροφής», την οποία και συζητήσαμε στη ‘Θεοδραματική’ (Theodramatik) του 2ου τόμου  (σ.σ.: Πρβλ. και τα εξής που λέει ο Μπουλγκάκοφ: «Η τάξη τών ενεργειών τών υποστάσεων στον κόσμο, είναι το αντίστροφο της τάξεώς τους: η δράση τής Τρίτης υπόστασης προηγείται τής καθόδου τής Δευτέρας… Η Πεντηκοστή τής Μητέρας τού Θεού προηγείται τής Ενσαρκώσεως… Είναι μόνο χάρη σ’ αυτήν την κάθοδο του Πνεύματος που φανερώθηκε η έλευση του Λόγου.»)
      Tρία βασικά θέματα πρέπει να συζητηθούν εδώ, αν και θα προσεγγίσουμε το δεύτερο μόνον απ’ αυτά στο παρόν κεφάλαιο· το πρώτο θα το πραγματευτούμε σε συνάρτηση με τις παρατηρήσεις μας για τη Γραφή, ενώ το δύσκολο τρίτο σ’ ένα ιδιαίτερο μέρος, που θα αφορά στη σχέση Λόγου και Πνεύματος κατά τη διαμόρφωση της υποστατικής ένωσης.
      Δεν πρέπει να ξεχνάμε κατ’ αρχάς, ότι ήταν τριαδική απ’ την αρχή η συνολική δωρεά τού Θεού προς τον κόσμο – βλέποντάς την μέσα απ’ την Καινή Διαθήκη. Κάτι που υποδηλώνεται ήδη αμυδρά   (( ! ))   στον πρώτο στίχο τής Βίβλου, που λέει πως δημιουργεί ο Θεός (ο Πατήρ) με τον Λόγο του (τον Υιό) τον κόσμο, καθώς ‘τακτοποιεί’, ‘επωάζοντας’ πάνω απ’ το χάος (Chaos), το ασχημάτιστο ΄κενό’ το Πνεύμα. Το ότι δεν δημιουργεί δε μόνο, αλλά και κυβερνά και τελικά λυτρώνει «με τα δυό του χέρια» (Λόγος και Πνεύμα: Ειρηναίος) τον κόσμο ο Θεός, αυτό γίνεται όλο και σαφέστερο απ’ την Παλαιά προς την Καινή Διαθήκη: συνενεργούν, αχώριστα μεταξύ τους, έστω κι αν δεν γνωρίζονται ακόμα ως «πρόσωπα», στην Παλαιά Διαθήκη τα δύο (χέρια!...), κι αχώριστα επίσης, διακρινόμενα όμως πια το ένα απ’ το άλλο, στην Καινή. Aν θα ονομασθή όμως «Άγιο Πνεύμα», ως «δώρο, χάρισμα» ή «παράδοση, εγκατάλειψη, θυσία, κένωση», στην τελευταία της πραγματικότητα  (( ! ))  η «αυτο-παράδοση» του Θεού   (( Σημ. τ. μετ.: Ό,τι θέλουμε λέμε, ό,τι θέλουμε ονομάζουμε… Καταλαβαίνουμε άραγες σε τί σπείρα θανάτου περιερχόμαστε, σ’ Ανατολή και Δύση, αδιαφορώντας παντελώς για τις εμπειρίες τών Αγίων, όπου και φανερώνεται, όπως είναι ποτέ δυνατόν να φανερωθή σε ανθρώπους, ο ίδιος ο φιλάνθρωπος Θεός;… )) , τότε πρέπει να έχη εργασθή, παρ’ όλην την τριαδική ‘περιοδικότητα’ (Periodisierung) της Ιεράς Ιστορίας, απ’ την αρχή, στη Δημιουργία και στη σύναψη των Διαθηκών αυτό το Πνεύμα.
      Δεύτερο προς διαπραγμάτευση είναι το ονομαζόμενο ως «τριαδική αναστροφή» θέμα. Το οποίο και εν πολλοίς δηλώνει, ότι πλαισιώνεται από μιαν εξίσου προϋπάρχουσα όσο και ακολουθούσα Πνευματολογία το χριστολογικό κέντρο τής Οικονομίας (Oekonomie). Αναπτύσσονται εδώ μερικές απλοϊκές κατ’ αρχάς, πρώιμα χριστιανικές «πνευματικές χριστολογίες» (ή: «Χριστολογίες τού Πνεύματος»! …) και τα ανάλογα ‘θεολογούμενα’ (Theologumena), πριν αναληφθή η μεγάλη προσπάθεια της πνευματικής χριστολογίας τού Χέγκελ, για να διαπιστώση κι αυτή τα όριά της μέσα στο μεγαλείο της. Πρέπει να εκτιμηθούν δε εν τέλει και οι πνευματικές συνιστώσες, τις οποίες και απαιτεί κατηγορηματικά η ‘καθολική’ θεολογία στη Χριστολογία, χωρίς να αντιπαραθέτη μονόπλευρα μια ‘Χριστολογία τού Πνεύματος’ σε μια ‘Χριστολογία τού Λόγου’. Και είναι αυτό το δεύτερο θέμα που θα επεξεργαστούμε διεξοδικώτερα στο παρόν κεφάλαιο.
      Ένα τρίτο θέμα απασχόλησε τις χριστολογικές πραγματείες απ’ την εποχή τού Μεσαίωνα: η υποστατική ένωση μιας ανθρωπίνης φύσεως  (( ! ))  με το θεϊκό «πρόσωπο» (“Person”) του Λόγου μοιάζει να αφορά από μιαν πρώτην άποψη (ακόμα κι αν συλλογιστούμε  πως συνεργούν σ’ αυτήν ο Πατέρας και το Πνεύμα) τόσο πολύ στον Υιό και μόνον, ώστε να φαίνεται πως αποκλείεται μια άμεση συμμετοχή τού Πνεύματος (που δεν γίνεται βέβαια άνθρωπος). Εφ’ όσον πρέπει όμως να κατέχη ταυτόχρονα κάθε αγιότητα και να είναι η πηγή κάθε αγιασμού τής ανθρωπότητας, ενωμένη με τον θεϊκό Λόγο η ανθρωπότητα του Χριστού, δεν μπορούμε και να αποκλείσουμε τον ‘εφοδιασμό’ της με τα χαρίσματα του Πνεύματος   (( Δεν έχουν τον Θεό τους, ούτε πιστεύουν τίποτα… )) . Τo ερώτημα θα είναι άρα, αν περικλείη ήδη κάθε μεταγενέστερο (‘συμπληρωματικό’…) τυχόντα αγιασμό μέσω τού Πνεύματος ο αγιασμός τής ανθρωπότητας του Χριστού (ως «υποκειμενική αγιότητα») στην υποστατική ένωση, ή αν χρειαζόταν ένας απαραίτητος, επενεργούμενος απ’ το Πνεύμα αγιασμός (“gratia creata”) για την αποστολή τού Χριστού. Όπου σχετίζεται βέβαια με τον δεύτερο κύκλο ερωτήσεων αυτός ο προβληματισμός, εφ’ όσον φαίνεται να προϋποθέτη, πως «λαμβάνει» ο ίδιος την ανθρώπινή του φύση – όπως λένε κάποιοι απ’ τους Πατέρες και το επαναλαμβάνουν και κάποιο σύγχρονοι (‘μοντέρνοι’…) θεολόγοι (Scheeben) – ο Λόγος, κάτι που δεν μπορεί να ταιριάξη πλήρως με τη ‘δήλωση’   (( ναι, ναι, δήλωση! … ))  “conceptus a Spiritu Sancto”  («σύλληψη, αντίληψη, σχέδιο με το Άγιο Πνεύμα»…). Θα την αναβάλουμε ωστόσο για αργότερα αυτήν την τρίτη ερώτηση.
     Θα στραφούμε αποκλειστικά στο δεύτερο σύμπλεγμα ερωτημάτων εδώ, όπου και υφίσταται με το ακριβές του νόημα ο όρος «Χριστολογία τού Πνεύματος ή πνευματική Χριστολογία», υποδιαιρώντας το σε τέσσερα μέρη: 1. Στην πιθανολογούμενη «πνευματική Χριστολογία» τών αποστολικών Πατέρων. 2. Στην «πνευματική Χριστολογία» τού Χέγκελ   (( ! )) . 3. Στον ρόλο τού Πνεύματος κατά την Ενανθρώπηση του Λόγου σύμφωνα με τη Γραφή και την ομολογία τής πίστεως. Και 4. Στα θεολογικά αιτήματα  (( ! ))  για μιαν πνευματική Χριστολογία σήμερα.
                               
                   α)  Πρωτοχριστιανική  ‘πνευματική Χριστολογία’

     Oι αποστολικοί Πατέρες ‘στέκονται’ μπροστά στη βιβλική έννοια του Πνεύματος, απ’ τη μια μεριά με την ‘παρρησία’ (‘αμεροληψία’!...), που το βλέπει ως θεϊκή ολότητα: ως την παλαιοδιαθηκική “ruah Jahwe” («δόξα τού Θεού»;…) στους ποικίλους τρόπους αποκάλυψής της, που ανάμεσά τους είναι ιδιαιτέρως σαφής και σημαντικός ο λόγος τών προφητών, αλλά και ως την τονισμένη στο βιβλίο τής σοφίας ενότητα ανάμεσα στο πνεύμα (Pneuma) και τη σοφία· ‘στέκονται’ όμως απ’ την άλλη μεριά και μπροστά στα λόγια τού Ιωάννη, ότι είναι πνεύμα ο Θεός (Ιωάν. 4, 24), μπροστά στα λόγια τού Παύλου, ότι «είναι Πνεύμα» ο αναστημένος «Κύριος (ο Χριστός)» (Β’ Κορ. 3, 17), «πνεύμα ζωοποιούν» (Α’ Κορ. 15, 45 – «…σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν. έστι σώμα ψυχικόν, και έστι σώμα πνευματικόν. ούτω και γέγραπται· εγένετο ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ εις ψυχήν ζώσαν· ο έσχατος Αδάμ εις πνεύμα ζωοποιούν. αλλ’ ου πρώτον το πνευματικόν, αλλά το ψυχικόν, έπειτα το πνευματικόν. ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού. οίος ο χοϊκός, τοιούτοι και οι χοϊκοί, και οίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι· και καθώς εφορέσαμεν την εικόνα τού χοϊκού, φορέσομεν και την εικόνα τού επουρανίου…»), αλλά και μπροστά στα λόγια τού Λουκά, ότι θα κατέλθη το «Άγιο Πνεύμα» στη Μαρία, για να επενεργήση την ενανθρώπιση (Λουκ. 1, 35 – «…και αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή· Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σέ και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι· διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού…»), όπου και ο άνθρωπος που γεννιέται ονομάζεται «σάρκα» (sarx) απ’ τον Ιωάννη. Δεν είναι έτσι αξιοθαύμαστο, ότι η θεϊκή σφαίρα, απ’ την οποίαν κατάγεται ο Ιησούς, ονομάζεται «Πνεύμα», ενώ η ανθρώπινη «σάρκα»   (( Προέρχεται από δυό ‘σφαίρες’ ο Χριστός, λόγω που δεν τιμούν και δεν πιστεύουν στη Θεοτόκο!... )) , χωρίς να ‘αντανακλά’ ωστόσο αυτό ακόμα μια διαφορά ανάμεσα στο Πνεύμα και τον Λόγο στον Θεό. Είναι σαφώς (όμως…) «Πνεύμα» για τον Κλήμεντα (Β’ Κλήμ. 9, 5) η θεϊκή ‘σφαίρα’ (Sphre) τόσο τού Χριστού όσο και της Εκκλησίας  , παρ’ όλο που χαρακτηρίζονται ταυτόχρονα ο μεν Χριστός ως «Πνεύμα», η δε Εκκλησία ως «σάρκα» («σώμα»…), η οποία Εκκλησία «φανερώθηκε ωστόσο στη σάρκα τού Χριστού, για να μας αναγγείλη, ότι όποιος από εμάς τη φυλάξη και δεν την ατιμάση στη ‘σάρκα’, θα μεθέξη σ’ αυτήν εν Αγίω Πνεύματι· γιατί απεικονίζει το Πνεύμα αυτή η ‘σάρκα’, αλλά δεν θα μεθέξη κανείς, αν ατιμάση το ομοίωμα, στο πρωτότυπο» (ό.π. 14, 2 κ.ε.). Διασταυρώνονται πολλές βιβλικές ‘ιδέες’  (( ! ))  εδώ, ενώ μάς εμποδίζει να ξεγλιστρίσουμε στον γνωστικισμό η τελευταία έκφραση περί αναλογίας (Analogie) σάρκας – ομοιώματος – πνεύματος – αρχετύπου. Εξίσου ‘απροκατάληπτα’ μιλούν και ο Ιγνάτιος Αντιοχείας («αδιαίρετο Πνεύμα, το οποίο είναι εκεί ο Ιησούς Χριστός», Μαγν. 15), ο Μελίτων Σάρδεων («με την επιδεκτική τού πάθους σάρκα του περάτωσε τα πάθη τής σαρκός, και με το αθάνατο πνεύμα του θανάτωσε τον βροτοκτόνο θάνατο»), αλλά και η επιστολή τού Βαρνάβα (που χαρακτηρίζει ως «δοχείο τού πνεύματος» το σώμα: 7, 3 – 11, 9). Ενώ ‘ταυτίζει’ και ο Θεόφιλος Αντιοχείας με το πνεύμα Του, τη σοφία και τη δύναμή Του τον Λόγο τού Θεού   (( Είναι λοιπόν σαφές, ότι δεν πρόκειται για το Άγιο Πνεύμα, την υπόσταση της Αγίας Τριάδος… ))  (σ.σ.: … Στον Ειρηναίο, είναι προπάντων η δύναμη – Dynamis – του Θεού το Πνεύμα, με την οποία – εν τη οποία – και επιτέλεσε ολόκληρο το έργο του της σωτηρίας ο Χριστός, και την οποία μπορεί και ο πνευματικός άνθρωπος να ‘επισκοπήση’. Γίνεται δε αναπόφευκτος από εδώ και πέρα ο δρόμος προς το ομοούσιο – ομοουσιότητα, Homoousie – του Πνεύματος, αλλά και προς  μιαν αναλογία (!) ανάμεσα στη χριστολογική δήλωση-μαρτυρία «τής Χαλκηδόνας και τη δήλωση της αδιαίρετης και ασύγχυτης εγκατοίκησης του Πνεύματος στους πιστούς»…). Δεν γίνεται βέβαια εδώ πουθενά μια αναφορά σε ‘Αντοπτιανισμό’  (( Αίρεση, που λέει πως υιοθετήθηκε απ’ τον Πατέρα κατά τη Βάπτισή Του ο Υιός… )) .  Δυσκολώτερα γίνονται όμως τα πράγματα στη συγκεχυμένη Χριστολογία τού πάστορα Hermae, όπου και γίνεται κατ’ αρχάς για έναν «δούλο» ο λόγος, που χαρακτηρίζεται ως ο «Υιός» (στο Sim V 5)· εισάγεται ωστόσο ένα «σώμα» («πρόσωπο», «άτομο»…) στο Sim V 6, 5-7, που κατορθώνει με τον καλό του ‘τρόπο ζωής’ να το «εκλέξη ως σύντροφο του Αγίου Πνεύματος» ο Θεός· αλλά ‘προσπερνά’ το Sim IX 12, 1 κ.ε. προς την κατεύθυνση μιας ορθόδοξης Χριστολογίας αυτήν την κατασκευή: υπάρχει αιώνια ο Υιός, αποκαλυπτόμενος όμως στους έσχατους καιρούς ως η θύρα, διαμέσου τής οποίας μπορεί να εισέλθη ο καθένας για να φθάση στο βασίλειο του Θεού.
     Έχει παρατηρήσει ο W. Pannenberg, ότι περιπίπτει μη μπορώντας να υπερβή την ποιοτική διαφορά μεταξύ ενός προφήτη και του Χριστού, αναπόφευκτα στον ‘Αντοπτιανισμό’ κάθε Χριστολογία που ξεκινά με την παρουσία τού Πνεύματος στον Χριστό. Κάτι που δεν ισχύει προφανώς ακόμα για την «απλοϊκή» ‘Χριστολογία τού Πνεύματος’ των αποστολικών Πατέρων, φανερώνεται ωστόσο ήδη στα αναφερθέντα χωρία τού πάστορα Hermae. Το οποίο και μετέβαλε όπως αντιλαμβανόμαστε, ταχύτατα κατόπιν απ’ το ‘σχήμα’ Πνεύμα-Σάρξ (Pneuma-Sarx) στο σχήμα Λόγος-Σάρξ (Logos-Sarx) την εκκλησιαστική Χριστολογία· μπορούν δε να βρεθούν απηχήσεις μιας συνειδητής ‘πνευματικής Χριστολογίας’ στον ετερόδοξο ιουδαιο-χριστιανικό ‘Εβιωνισμό’  ((  Εβιωναίοι: ‘καθαροί’ χριστιανο-Εβραίοι  )) , για τον οποίον και δεν είναι πλέον ένας πνευματικά φωτισμένος προφήτης ο Ιησούς  (σ.σ.: Βλ. J. Danielou, Theologie du Judeo-Christianisme…)· δεν ανήκει ωστόσο εδώ, ξεκινώντας με τον παλαιότερο και τον νεώτερο Θεόδοτο και συνεχιζόμενος απ’ τον Αρτέμωνα στη Ρώμη, ο όψιμος ‘Αντοπτιανισμός’, καθώς δεν ‘αποτελείται’ πια από Πνεύμα και Σάρκα γι’ αυτούς ο Χριστός. Κάτι που ισχύει φυσικά εξίσου για τον ‘σκληρό’ μοναρχιανό Παύλο Σαμοσατέα, ενώ περιήλθαν, ως καλοί Νικαείς, στο ‘ρεύμα’ μιας (κορυφούμενης στον Νεστόριο) «διαχωριστικής Χριστολογίας» οι μεγάλοι Αντιοχείς.
      Η θεολογία τού Αγίου Πνεύματος διατυπώθηκε ως γνωστόν τελικά, ανάμεσα στη σύνοδο της Νικαίας, όπου και επικράτησε οριστικά, χωρίς υπόταξη ή εξάρτηση (Subordinationismus), η Χριστολογία τού Λόγου, και την πρώτη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, παρ’ όλο που είχαν ήδη από καιρό επικρατήσει ο βαπτισματικός τύπος (κανόνας…) τού Ματθαίου και η τριαδική λειτουργική προσευχή. Ένας λόγος δε γι’ αυτήν την όψιμη θεολογική εξέλιξη μπορεί να βρίσκεται σε κείνο που ειπώθηκε παραπάνω, σχετικά με την μη-αντικειμενικότητα του Πνεύματος και τον φόβο, να ‘αποκαλυφθή’ το μυστικό του   (( ! )) . «Δεν πρέπει να θέλης να εξερευνάς με περιέργεια τη φύση και την ουσία τού Πνεύματος», λέει ο (άγιος…) Κύριλλος Ιεροσολύμων. «Και δεν θέλουμε να τολμούμε να μιλάμε για κείνα που δεν είναι γραμμένα» (Κατηχ. XVI, 2 – Όλο το απόσπασμα: «Αυτής ούν άν είη τής Ιησού Χριστού Χάριτος έργον τό παρασχείν καί ημίν αλείπτως ειπείν καί υμίν εν συνέσει ακούειν. Χρεία γάρ συνέσεως ου μόνον τοίς λέγουσιν αλλά καί τοίς ακούουσιν, ίνα μή άλλα ακούοντες άλλα παρεκδέχωνται εν διανοία. Λεγέσθω τοίνυν υφ’ ημών περί Αγίου Πνεύματος μόνα τά γεγραμμένα. Ει δέ τι μή γέγραπται μή πολυπραγμονώμεν. Αυτό τό Πνεύμα τό Άγιον ελάλησε τάς Γραφάς. Αυτό καί περί εαυτού είρηκεν όσα εβούλετο ή όσα εχωρούμεν. Λεγέσθω ούν, ά είρηκεν· όσα γάρ ουκ είρηκεν, ημείς ου τολμώμεν». ). Κι όταν ερωτάται, αν λατρεύουμε το Πνεύμα, απαντά ως εξής ο (άγιος…) Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (ο Θεολόγος…): «Είναι εκείνο, στο οποίο και δια του οποίου λατρεύουμε, το Άγιο Πνεύμα. Και δεν σημαίνει άρα παρά το να προσφέρουμε σ’ αυτό το ίδιο και μέσω αυτού τού ίδιου προσευχή και λατρεία, το να προσευχόμαστε και να λατρεύουμε το Πνεύμα» (5ος θεολ. Λόγος, 12 – Όλο το απόσπασμα, όπου απαντά ο άγ. Γρηγόριος σε όποιον ρωτά: «Αλλά τίς προσεκύνησε τώ Πνεύματι, φησίν; Τίς ή τών παλαιών, ή τών νέων; Τίς δέ προσηύξατο; Πού δαί τό χρήναι προσκυνείν ή προσεύχεσθαι γέγραπται; καί πόθεν τούτο λαβών έχεις;». Και απαντά ο άγ. Γρηγόριος: «τό Πνεύμά εστιν, εν ώ προσκυνούμεν, καί δι’ ού προσευχόμεθα. Πνεύμα γάρ, φησίν, ο Θεός, καί τούς προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι καί αληθεία δεί προσκυνείν. καί πάλιν· Τό γάρ τί προσευξόμεθα, καθ’ ό δεί, ουκ οίδαμεν, αλλ’ αυτό τό Πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις. καί Προσεύξομαι τώ Πνεύματι, προσεύξομαι δέ καί τώ νοΐ, τούτ’ έστιν, εν νοΐ καί Πνεύματι. τό ούν προσκυνείν τώ Πνεύματι, ή προσεύχεσθαι, ουδέν άλλο είναί μοι φαίνεται, ή αυτό εαυτώ τήν ευχήν προσάγειν καί τήν προσκύνησιν. ό τίς ουκ άν επαινέσειε τών ενθέων, καί τών εύ ειδότων ότι καί η τού ενός προσκύνησις τών τριών εστι προσκύνησις, διά τό εν τοίς τρισίν ομότιμον τής αξίας καί τής Θεότητος;…»).  (( Σημ. τ. μετ.: Είναι φανερό, ότι διαβάζοντας ακριβώς τα πρωτότυπα κείμενα και λόγους τών Πατέρων, δεν μπορούμε να βγάλουμε, παρά μόνον παραβιάζοντάς τα με την αλαζονική μας θέληση και ‘λογική’, διαστρεβλωμένα κατά το δοκούν ‘συμπεράσματα’. Δεν είναι ‘εργαλεία’ τών δικών μας απόψεων τα κείμενα των Πατέρων, αλλά διδασκαλία για μας και κατήχηση… )) .


     ( συνεχίζεται )

ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΑΓΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΕΙΨΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΑΓΙΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ. Η ΙΔΙΑ ΤΑΥΤΙΣΗ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Μπορείς να εξηγήσεις λίγο το σχόλιό σου Αμέθυστε;

Ανώνυμος είπε...

Να εξηγήσει;Δεν βλέπεις αυτά που γράφει;;Υπάρχει και Πνεύμα Χριστού ΚΑΙ Πνεύμα Άγιο( δηλαδή δυο Πνεύματα,ένα του Χριστού και ένα του Θεού Πατέρα)!Δηλαδή ο Θεός έχει δυο Πνεύματα!!Εξυπνάδες.

amethystos είπε...

Ο Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς λέει ότι όταν ο Κύριος ενεφύσησεν πνεύμα Αγιο στούς μαθητές δέν εννοείται βεβαίως τό Αγιο Πνεύμα, διότι θά ήταν σάν νά λέγαμε ότι η αναπνοή τού Χριστού ήταν τό Αγιο Πνεύμα.
Καί βεβαίως θά ήταν τότε λογικό καί τό Φιλιόκβε.
Καί στήν Πεντηκοστή δέν θά ξέραμε τί μάς έγινε.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...