Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (87)

Συνέχεια από Δευτέρα,21 Μαΐου 2018
                                     
                                      PAUL FRIEDLȀNDER
                                                ΠΛΑΤΩΝ
                                           ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ

                                   ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
                              ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

                                 ΔΕΥΤΕΡΗ, ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

                               ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ (Πέμπτη συνέχεια)

      Με τον Σωκράτη επικρατεί πλέον η διαλογική δύναμη, που μόνο μετά δυσκολίας μπορούσε να ‘τιθασευτή’ στο προηγούμενο ‘ενδιάμεσο’ μέρος (Intermezzo). Εκεί όπου επιζητεί και τα δυό μαζί ο Σωκράτης, να δείξη δηλ. ότι μένουν αθεμελίωτοι όλοι οι προηγούμενοι λόγοι, αλλά και να θεμελιώση τον δικό του λόγο, δεν έχει άλλη δυνατότητα να εκφραστή παρά διαλεκτικά. Μετά θα χρησιμοποιήση κι αυτός τον νόμο τού Συμποσίου περί (ατομικού…) λόγου, ο οποίος θα διαμορφωθή όμως σχεδόν αμέσως σε διάλογο.
      Τρία πράγματα διαπιστώνει διαλεγόμενος με τον Αγάθωνα ο Σωκράτης. Πρώτον, ότι δεν υπάρχει γενικώς έρως, αλλά μόνον «έρως προς κάποιον ή προς κάτι». Έχει σκοπό ο έρως. Αυτή τη γνώση – μια γνήσια σωκρατικο-πλατωνική ‘παρατήρηση’ τής πραγματικότητας, ένα ‘κομμάτι’ φαινομενολογίας (Phänomenologie), αντίστοιχο με την ‘παρατήρηση’ ότι δεν υπάρχει γενικώς «λόγος», αλλά μόνο «λόγος για κάτι» (λόγος τινός, Σοφιστής 262 Ε 5) – την είχε παρουσιάσει ήδη, σε παρόμοια μορφή, ο «Λύσις» (218 D): υπάρχει «προς χάριν κάποιου πράγματος» η φιλία. Κι όπως είχαμε ‘ανέλθει’ στο «ύψιστα φιλικό» (πρώτον φίλον), στο να δούμε για πρώτη φορά το είδος (Eidos) από εκεί, έτσι θεμελιώνονται σ’ αυτήν τη νηφάλια διαπίστωση και όλα τα περαιτέρω, μέχρι και τη θέα τού Καθ’ αυτό Ωραίου, στο «Συμπόσιο».
     Διαπιστώνεται κατά δεύτερον, ότι ο έρως είναι επιθυμία για κάτι, το οποίο δεν έχουμε, και μας λείπει (ού ενδεής εστι, 200 Ε). Το συναντήσαμε δε αυτό και στον «Λύσι» με τη ‘μορφή’, ότι είναι επιθυμία για κάτι που μας λείπει (ού άν ενδεής ή, 221 D) και η φιλία. Όπου και φτάσαμε μέχρι την ‘παρατήρηση’, πως απευθύνεται στο «οικείον» ο έρως ή η φιλία. Για να τοποθετηθή όμως εδώ ακόμα υψηλότερα ο σκοπός. Καθώς παραλαμβάνει κατά τρίτον απ’ τον λόγο τού Αγάθωνα την ακόμα και για τον ίδιον αναμφισβήτητα σωστή φράση ο Σωκράτης: είναι έρως τής ωραιότητας ο έρως. Και να συνδεθή κατόπιν με τις δυό προηγούμενες ‘τοποθετήσεις’ αυτή η φράση, ότι είναι δηλ. εκείνο το «κάτι» η ωραιότητα, προς το οποίο και αναφέρεται αναγκαίως, και το οποίο επιθυμεί αιώνια, και άρα δεν το διαθέτει ο Έρως. «Ωραίο» και «καλό» είναι όμως σχεδόν (και συχνά εντελώς), δυό ονόματα μόνο για το ίδιο πράγμα. Και τέθηκαν έτσι τα πιο σημαντικά σημεία στον ‘διάλογο’: εδώ ο έρως, κι εκεί η ωραιότης (και το καλόν ή αγαθόν), κι ότι στερείται καθώς και επιθυμεί την ωραιότητα (και το Καλό) ο έρως. Όπου και συναινεί, ότι δεν κατάλαβε τίποτα απ’ όσα ο ίδιος είπε ο Αγάθων. Κατέστησαν πράγματι αβέβαια στη θεμελίωσή τους όλα τα προηγούμενα μ’ αυτές τις απλές διαπιστώσεις. Κάτι που δεν εμποδίζει απ’ την άλλη να αποκτήσουν το γνήσιό τους νόημα κάποια απ’ τα προηγούμενα τώρα, όπως η σχεδόν ‘τυχαία’ σύνδεση του έρωτα με την ωραιότητα εκ μέρους τού Αγάθωνα.
     Ξεκινά λοιπόν τον πραγματικό του λόγο ο Σωκράτης, και υπάρχει αμέσως ένας διάλογος πάλι, ανάμεσα σ’ αυτόν και τη Διοτίμα όταν ήταν ο ίδιος νέος. Και όλα αυτά τα οποία παρουσίασε ήδη στον προ-διάλογο με τον Αγάθωνα, του τα είχε φανερώσει η Διοτίμα, απ’ το οποίο και συμπεραίνουμε ότι ανήκουν όλα σε μιαν ενιαία συζήτηση, και εμφανίζονται ήδη εκείνες οι βασικές αρχές  στον προ-διάλογο. Αρχές στις οποίες και οικοδομείται όλη η συνέχεια. – Καθίσταται αντιληπτή μια περιοχή «ανάμεσα» στο ωραίο και το άσχημο, το καλό και το κακό, το σοφό και το ανόητο. Και σ’ αυτήν την περιοχή εντάσσεται και ο Έρως, εφ’ όσον δεν κατέχει κάτι αλλά το επιθυμεί. Και δεν πρόκειται παρά για μιαν άλλη, μυθικήν έκφραση για το ίδιο πράγμα, όταν αντιπαρατίθεται ως «μεγάλος δαίμων» ο Έρως απέναντι στον θεό, στον οποίον και ταιριάζει η ευδαιμονία. ‘Υποβαθμίζεται’ λοιπόν με τον Σωκράτη ο Έρως, μόνο και μόνον όμως για να φανερωθή κάτι τα υψηλότερο, στο οποίο και αναφέρεται αναγκαστικά ο Έρως, και με το οποίο λαμβάνει και την ιδιαίτερή του αξία ανάμεσα σε όλα τα άλλα «ενδιάμεσα». Δεν ήταν δυνατόν να διανοηθή κανείς ριζικά το «Αγαθό», όσο ονομαζόταν ωραίος και καλός και ένας θεός ο Έρως.  
      Αφού έγινε έτσι αντιληπτή η ουσία τού Έρωτα, αναπαρίσταται και μυθικά: εκείνο το ‘ενδιάμεσο’ γίνεται προέλευση απ’ το αντιθετικό ζεύγος τών γονέων, την ‘κυρία’ Πενία και τον ‘κύριο’ Πλούτο· η δε αναγκαία αναφορά στο Ωραίο γίνεται γέννηση στη γιορτή τής ωραίας Αφροδίτης. Σ’ αυτόν τον Έρωτα, που είναι ένας εραστής τού Ωραίου, προστίθενται τώρα όλο και πιο ισχυρά τα χαρακτηριστικά που τον καθιστούν ταυτόχρονα έναν εραστή τής σοφίας, και έναν φιλόσοφο, ενώ αποκτά την ίδια στιγμή και τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά τού Σωκράτη, όπως έφερε και ο έρως τού Αγάθωνα τα χαρακτηριστικά εκείνου τού ομιλητή. Λέει δε η ίδια η Διοτίμα, ότι πήρε τα χρώματα για την εικόνα της απ’ τον εραστή, αντί να τα πάρη απ’ τον ερώμενον, όπως ο Αγάθων. Και το καταλαβαίνουμε τότε αυτό εξ ολοκλήρου, όταν δούμε τον ίδιον τον Σωκράτη ως τον εραστή. Το ανδροπρεπές, συναρπαστικό, πολεμικό και ‘κυνηγητικό’ αυτού τού έρωτα βρίσκεται σε φανερή αντίθεση προς την ‘απαλότητα’, που ακουγόταν στα λόγια και τους ρυθμούς τού Αγάθωνα. Και αντιλαμβανόμαστε έτσι εκ νέου, μέσα από ποιαν αντίθεση τον κατέστησε ακριβώς σ’ έναν προπομπό τού Σωκράτη ο Πλάτων.
     Αφού αποσαφηνίστηκε η φύση και η ουσία τού έρωτα και του αντικειμένου του, τίθεται το ερώτημα για την επίδρασή του στους ανθρώπους. Ο έρως θέλει να συμμετάσχη στο Ωραίο και Αγαθό. Σκοπεύει άρα τελικά στην «ευδαιμονία» η επιθυμία του, όπου και ‘παραλαμβάνεται’ το τέλος απ’ τον λόγο τού Αριστοφάνη. Γίνεται βέβαια αντιληπτός με μιαν πολύ ευρείαν έννοια εδώ ο έρως, και πρέπει να περιοριστή μέσα σ’ αυτήν την ευρύτητα αυτό που ονομάζουμε με μιαν ακριβέστερην έννοια έρωτα. Παραμένει ωστόσο και στην πιο περιορισμένη, ανθρώπινη περιοχή σε ισχύ εκείνος ο γενικός νόμος: απευθύνεται μόνον τότε στο «έτερον ήμισυ» ο έρως, και είναι μόνον τότε «επιθυμία για το όλον», όταν είναι ταυτόχρονα ένα «αγαθό» αυτό το «όλον», - με το οποίο δεν ‘καταστρέφεται’ τόσο ο βασικός συλλογισμός τού Αριστοφάνη, αλλά συμπληρώνεται μάλλον. Κατευθύνεται προς την κατοχή τού Αγαθού λοιπόν ο Έρως, στην παντοτινή του μάλιστα κατοχή, άρα στην αιωνιότητα, και τελικά στον τόκο εν καλώ, που σημαίνει την κατά το δυνατόν συμμετοχή τής ανθρώπινης ύπαρξης στην αιωνιότητα ή την αθανασία. Η αναγκαία συνύπαρξη του έρωτα, της θεότητας και της επιθυμίας για γέννηση με το ωραίο, και το ασύνδετό τους με την ασχήμια και το ανάρμοστο, δηλώνει και την ‘παραλαβή’ τού αληθινού περιεχομένου απ’ τον λόγο τού Αγάθωνα, ότι υπάρχει δηλ. πάντοτε πόλεμος ανάμεσα στην ασχημοσύνη και τον έρωτα, κι ότι δεν παραμένει στο άσχημο ο έρως (196 ΑΒ. 197 Β). Αυτό όλο βασίζεται όμως τώρα σε κείνην τη γνώση που ‘βεβαίωσε’ ο Σωκράτης στον προ-διάλογο με τον Αγάθωνα, και συνδέεται με τον καινούργιον συλλογισμό τής αθανασίας, και της ‘ξενικότητας’ του θανάτου.
       ‘Ο,τι ειπώθηκε μέχρι τώρα ήταν μια γενική βάση. «Αυτό μού δίδασκε, όσες φορές μιλούσαμε για τα πράγματα του έρωτα» (207 Α). Πέρα απ’ αυτά ανυψώνονται όμως τώρα, ως δεύτερη και τρίτη βαθμίδα, η υψηλότερη, ανώτερη γνώση κι η ανώτερη αφοσίωση. Στη δεύτερη βαθμίδα («με ρώτησε κάποια φορά») επεκτείνεται κατ’ αρχάς η ματιά σε όλα τα ζώα. Πρόκειται για κείνην τη «φυσική» αντίληψη, που εκφράστηκε κυρίως στον Ερυξίμαχο, και εξυπηρετεί εδώ στο να διευρυνθή τρόπον τινά η ‘βάση’ (Basis) και άρα η σταθερότητα. Προς την παντοτινή ύπαρξη, τη διατήρηση (της ζωής…) και την αθανασία, προς τα εκεί τείνουν όλα, η ζωή ενός γένους και η ζωή τού καθενός, η σωματική κι η πνευματική ζωή, μέχρι τις ύψιστες πνευματικές δραστηριότητες. Κι αποκτούν έτσι κι ο θυσιαστικός θάνατος από αγάπη, και τα μυθικά του παραδείγματα, που απαρίθμησε στον λόγο του ο Φαίδρος, ένα καινούργιο νόημα. Γίνεται δε εκ νέου αντιληπτή η ‘ένταση’ που υπάρχει ανάμεσα στον έρωτα και τον θάνατο. Ανυψώνεται όμως εδώ, μέσα απ’ την «αθανασία», ο ηρωїκός εκείνος θάνατος: δεν χάνεται η μνήμη τών ηρώων (Heroen), δεν χάνεται η αρετή τους (Arete), και κατευθύνεται προς την αφθαρσία ο αγαπητικός τους, ερωτικός πόθος. Και αποκτά έτσι στον μέγιστον βαθμό το νέο της νόημα η παιδαγωγία, εμφανιζόμενη ως γέννηση στο πνευματικό. Απέδωσε ‘παιχνιδιάρικα’ και τις «τέσσερις αρετές» στον έρωτα ο λόγος τού Αγάθωνα, ενώ μίλησαν ήδη ακόμα πιο σοβαρά για την απαραίτητη αναφορά τού έρωτα στην αρετή ο Φαίδρος κι ο Παυσανίας, ‘αγγίζοντας’ έτσι αναγκαίως και το πολιτικό ‘πεδίο’. Καταγράφεται όμως τώρα κάτι το καινούργιο απ’ τον Σωκράτη και τη Διοτίμα: είναι πνευματικός πόθος γεννήσεως, πόθος διαιώνισης ο έρως, που σκοπεύει στη μόρφωση του αγαπώμενου ανθρώπου, μόρφωση για την κοινότητα, και για την πόλη. «Η απίστευτα ανώτερη και ωραιότερη λογική σκέψη είναι εκείνη που σκοπεύει στην τάξη τής πόλης και της οικογένειας. Της ταιριάζει το όνομα: μέτρο και δικαιοσύνη» (209 Α). Τα ποιήματα του Ομήρου και του Ησίοδου, οι νόμοι τού Λυκούργου και του Σόλωνα, αλλά και οι μη Έλληνες νομοθέτες: όλα αυτά αποτελούν τέτοιες ‘διαιωνίσεις’  (σκοπεύουν στην αιωνιότητα…). – (Και θα ήταν άραγες αντίθετο στη θέληση του Πλάτωνα το να σκεφτούμε, πως είναι κι ίδιος στοχαστής και ποιητής, και πως ξεκίνησε τουλάχιστον να γίνη ιδρυτής πόλεως;)
      Στο τέλος και στον ύψιστον βαθμό φανερώνει η Διοτίμα την ανάβαση απ’ την πρώτη βαθμίδα τού έρωτα μέχρι τη θέα τού Καθαυτό Ωραίου. Αυτό είναι το τέλειο μυστήριο (Mysterium), για το οποίο και υπάρχουν όλα τα προηγούμενα (210 Α). Αυτό έλειπε μέχρι τώρα απ’ τον λόγο τού Σωκράτη, και πολύ περισσότερο βέβαια απ’ τους υπόλοιπους λόγους. Κι αν ξαναδιαβάσουμε υπό αυτήν την ύψιστη οπτική αυτούς τούς λόγους, ξεχωρίζουν το γνήσιο απ’ το μη γνήσιο, και το σωστό απ’ το λάθος. Ενώ αποκτά κι ό,τι απομένει ένα καινούργιο νόημα: η ‘ερωτική κοινότητα’, για την οποίαν και μίλησαν ο Φαίδρος κι ο Παυσανίας· η άνοδος μέσα απ’ όλα τα βασίλεια μέχρι τη θεότητα, όπως την περιέγραψε ο Ερυξίμαχος· η «ολότητα», που υπήρχε στην αρχή τού μύθου τού Αριστοφάνη, και κατακτάται πάλι στο τέλος· και η ‘κοινότητα’ ωραιότητας και έρωτα, για την οποίαν και ‘τραγούδησε’ ο Αγάθων. Και βασίζεται έτσι όλη η αξία τών προηγουμένων ομιλιών στην προσέγγισή τους στον υποδεικνυόμενον απ’ τον Σωκράτη και τη Διοτίμα στόχο. Όχι πως υπήρξε βέβαια μια κλίμακα που οδηγούσε προς τα εκεί σε κείνους τούς λόγους. Αποτελούν όμως, αν τους δούμε όλους μαζί, μια βαθμίδα ψηλά πάνω από κείνον τον ‘κοινό’, τον συνήθη ή και συγκεχυμένον κόσμο, που ‘φτάνει’ ως τό πεδίο τής απόκτησης χρημάτων στον ‘πρόλογο’, και ως σύγχυση της μέθης μέχρι και την πραγματική γιορτή, βαθειά όμως ‘κάτω’ απ’ τον κόσμο τού Σωκράτη και της Διοτίμας, και λαμβάνοντας από εκεί κατ’ αρχάς την (πραγματική…) αξία του.

      ( συνεχίζεται )

ΙΣΩΣ ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΧΑΝΕΤΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, Η ΔΙΑΔΟΧΗ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ, ΚΑΙ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΗΣ ΞΕΝΟΜΑΝΙΑΣ, ΙΣΩΣ ΤΩΡΑ, ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΘΟΥΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...