Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Cornelia de Vogel: ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ (7)

Συνέχεια από Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

IV) Η στάση των αρχαίων χριστιανών απέναντι στην ελληνική φιλοσοφία
1. Οι διαφορετικές τοποθετήσεις

Χωρίς αμφιβολία, αυτή η σχέση των πρώτων χριστιανών με την Ελληνική φιλοσοφία και με τον Ελληνο-ρωμαϊκό πολιτισμό, δεν υπήρξε χωρίς προβλήματα, στο σύνολό της. Παρ’ όλα αυτά, το θέμα της στάσεως απέναντι στην φιλοσοφία δεν αποτελούσε πρόβλημα για όσους είχαν αποκτήσει υψηλή μόρφωση. Διότι η φιλοσοφία αποτελούσε μέρος του προγράμματος των σπουδών των μεγάλων σχολών. Φυσικά δε, δεν ενδιαφερόντουσαν όλοι οι μορφωμένοι χριστιανοί για την φιλοσοφία, ή γι’ αυτόν τον τύπο σκέψεως. Από εδώ ξεκινά μια ποικιλία τοποθετήσεων που μπορούμε να διακρίνουμε σε πέντε βασικούς τύπους:
1) μια στάση απολύτου αρνήσεως και εχθρότητος.
2) ένα μεγάλο νοητικό άνοιγμα και μια αφομοίωση των μορφών της φιλοσοφικής σκέψης.
3) μια στάση, ιδιαιτέρως κριτική, η οποία δεν απέκλειε όμως την αποδοχή ορισμένων στοιχείων.
4) μια μεγάλη αποδοχή των μορφών αυτών της φιλοσοφικής σκέψης, τις περισσότερες φορές σε ένα πνεύμα συγκρητισμού.
5) μια αποδοχή συνδυασμένη με μια μεταμόρφωση.
Πέραν των στοιχείων που αναφέραμε, το μέτρο με το οποίο ένας συγγραφέας χρησιμοποιούσε μορφές της φιλοσοφικής σκέψης εξαρτάτο σε μεγάλο βαθμό από το περιβάλλον του. Δεν είναι τυχαίο πως η κυρίαρχη μορφή του 2ου τύπου, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, γεννήθηκε και μορφώθηκε σε ένα μεγάλο κέντρο της Ελληνιστικής κουλτούρας, το οποίο υπήρξε επίσης και ο τόπος του Φίλωνος. Από το άλλο μέρος, ο μοναδικός αντιπρόσωπος που μπορεί να μνημονευθεί σαν τύπος α, ο Τατιανός, ήταν Σύρος, και δεν έζησε σε κάποιο μεγάλο κέντρο πολιτισμού. Ο Θεόφιλος, ο έκτος Επίσκοπος της Αντιόχειας της Συρίας, υπήρξε μέτοχος της μορφώσεως στην Ελληνιστική καλλιέργεια, με μια κάποια γνώση της Ελληνικής φιλοσοφίας επιπλέον. Και όμως δεν βρήκε καμμιάν αιτία για να δώσει μεγαλύτερη προσοχή σ’ αυτήν την πλευρά της μορφώσεως. Πολεμά με μεγάλη δύναμη τους θεούς της επίσημης θρησκείας των Ελλήνων και εναντίον, επίσης, των ιστοριών που διηγούνται γύρω από τους θεούς οι δύο κλασσικοί συγγραφείς της Ελληνικής γραμματείας, ο Όμηρος και ο Ησίοδος. Συνολικά, επιμένει και τονίζει την ηθική υπεροχή του Χριστιανισμού και μιλά ιδιαιτέρως για εκείνα τα σημεία της χριστιανικής πίστεως που ήταν πέρα του φιλοσοφικού στοχασμού, για την τριαδικότητα του θεού και την Ανάσταση του σώματος. Ο Θεόφιλος χρησιμοποιεί πλούσια τα γραπτά της Καινής Διαθήκης. Στην εποχή του υπήρξε ο πρώτος που θεωρούσε τα Ευαγγέλια και τις Επιστολές του Απ. Παύλου εμπνευσμένες από το ίδιο Άγιο Πνεύμα που είχε εμπνεύσει και τους προφήτες. Παρ’ όλα αυτά οι σύγχρονοί του δεν θεώρησαν εκπληκτικό τον τρόπο σκέψης του. Ξεχωριστός αντιθέτως, ήταν στα μάτια τους, ο τρόπος του Τατιανού του Σύρου. Ο οποίος σπούδασε στην σχολή του Ιουστίνου στη Ρώμη, αλλά διαφοροποιείτο ακραίως σχεδόν από αυτόν τον τρόπο σκέψης. Ο Ιουστίνος τόνιζε το κοινό έδαφος της Ελληνικής φιλοσοφίας και της χριστιανικής πίστης, ενώ ο Τατιανός μισούσε ο,τιδήποτε άνηκε στον Ελληνικό πολιτισμό. Υπήρξε ακραίος. Γύρω στο 172 επέστρεψε στην Συρία και ίδρυε μια σέκτα πολύ ασκητική, τους Εγκρατείς.


2. Ο Ιουστίνος ο Μάρτυς

Πολλοί χριστιανοί συγγραφείς υπήρξαν υπερβολικά κριτικοί απέναντι στην Ελληνική φιλοφοφία, αλλά σχεδόν όλοι δέχθηκαν ορισμένες μορφές της φιλοσοφικής σκέψης και τις ενσωμάτωσαν στην δική τους σύλληψη του θεού και του ανθρώπου. Έτσι λοιπόν στον τρίτο τύπο υπάρχουν πάρα πολλά διακεκριμένα ονόματα, από το μέσον του δευτέρου αιώνος μέχρι τον πέμπτο. Και ο Ιουστίνος ο Μάρτυς ανήκει σ’ αυτή την ομάδα. Δεν είχε σε πολύ μεγάλη υπόληψη την Ελληνική φιλοσοφία στο σύνολό της, αλλά πίστευε πως μερικοί Έλληνες φιλόσοφοι είχαν δει τουλάχιστον κάτι από την αλήθεια. Και πίστευε πως αυτό ήταν μεγαλειώδες. Αποδείκνυε γι’ αυτόν, αυτό το γεγονός, πως ο Λόγος του Θεού, όχι μόνον είχε μιλήσει στο Ισραήλ, αλλά και άλλου, και μάλιστα ιδιαιτέρως ανάμεσα στους Έλληνες φιλοσόφους. Είχε φωτίσει με έναν ιδιαίτερο τρόπο τον νου αυτών που τον αναζητούσαν.
Ο Ιουστίνος ξεκίνησε από τον Πλάτωνα και στην πλατωνική σχολή αισθάνθηκε να βρίσκεται στον σωστό δρόμο. Ο Χριστιανισμός του ήλθε σαν μια ολοκλήρωση. Και ακριβώς σ’ αυτή την στιγμή αισθάνθηκε φιλόσοφος αληθινός, διότι αυτή η θρησκεία, έλεγε, είναι η αληθινή φιλοσοφία. Για τον Ιουστίνο, η πλατωνική μεταφυσική ήταν ενσωματωμένη στον χριστιανισμό. Δεν υπήρχε αντιπαλότης. Οπωσδήποτε έπρεπε να γίνουν ορισμένες διορθώσεις, αλλά το ουσιώδες ήταν ότι πάνω στην βάση των νέων γεγονότων που του είχαν ανακοινώσει – ο θεός που μιλά στον Μωυσή και στους προφήτες του Ισραήλ, και ο θεός που γίνεται άνθρωπος, πραγματοποιεί ότι είχε αναγγείλει – δέχθηκε ένα νέο φως και μια νέα βεβαιότητα της αμέσου παρουσίας του θεού γεννήθηκε στο πνεύμα του. Γι’ αυτό και ο Ιουστίνος βεβαιώνει: «Τώρα είμαι αληθινά ένας φιλόσοφος».
Αυτό φαίνεται για μας πολύ δύσκολα κατανοητό, παρόλα αυτά όμως είναι η βεβαίωση του Ιουστίνου. Δεν υπήρξε βεβαίως ο πρώτος που πέρασε από την Ελληνική φιλοσοφία στον Χριστιανισμό. Πριν από αυτόν βρίσκουμε τον Αθηναίο φιλόσοφο Αριστείδη, ο οποίος είχε παρουσιάσει στον αυτοκράτορα Ανδριανό μια απολογία υπέρ των Χριστιανών. Επίσης και ο Αθηναγόρας, ο οποίος είχε απευθύνει στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο και στον γιο του Κόμμοδο μια «Ικεσία για τους Χριστιανούς», ήταν γνωστός σαν «ένας χριστιανός φιλόσοφος της Αθήνας». Αυτοί οι συγγραφείς εστοχάζοντο με φιλοσοφικούς όρους την ενότητα του θεού και την τάξη του κόσμου, τον θείο κόσμο σαν αιωνίως παρόντα στον θεό, και στο προφητικό πνεύμα που κατέρχεται από Αυτόν. Και ο Ιουστίνος και ο Αθηναγόρας υμνούν την καθαρότητα του βίου των Χριστιανών, την αυστηρότητα της σεξουαλικής των ηθικής και τον απόλυτο σεβασμό τους στην ανθρώπινη ζωή, συμπεριλαμβανομένης και της ζωής που δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Ο Αθηναγόρας υπερασπίστηκε επίσης και την ανάσταση του σώματος πάνω σε λογικές βάσεις.
Αυτοί οι απολογητές του δευτέρου αιώνος, λοιπόν, ανήκουν όλοι τους στον τύπο που καθορίσαμε σαν c. Στην ίδια ομάδα θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε τον Ωριγένη, τους Καππαδόκες και τον Αυγουστίνο. Ο τελευταίος αντιπροσωπεύει οπωσδήποτε μια ιδιαίτερη περίπτωση, καθότι υπήρξε ένας πραγματικός φιλόσοφος εκ φύσεως, περισσότερο από κάθε άλλον. Δεν υπήρξε ο μόνος, όπως ισχυρίζεται ο Dörrie, που κατόρθωσε μια σωστή διάκριση ανάμεσα στον πλατωνισμό και τον χριστιανισμό. Αυτή η διάκριση είχε ήδη επιτευχθεί πολύ πριν από τον Αυγουστίνο, από τον Ιουστίνο, στον δεύτερο αιώνα. Μ’ έναν τρόπο όμοιο με του Αυγουστίνου, αυτός ο απλός άνθρωπος της Παλαιστίνης είχε συλλάβει την «διαφορετικότητα» της Χριστιανικής πίστης σαν ένα νέο δώρο «Σωτηρίας»: αυτή η πίστη πραγματοποιούσε αυτό που από πολύ καιρό οι άνθρωποι αναζητούσαν, αλλά δεν εύρισκαν. Και αυτό ακριβώς εξέφρασε στα γραπτά του.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια: