Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ (29)

Συνέχεια από Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Η ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ όπως αναπτύχθηκε από τον C.G.Jung.

Της Barbara Hannah
Κεφάλαιο 7ο (συνέχεια)

ANNA MARJULA : Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΕΠΊΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΣΕ ΜΙΑΝ ΕΙΔΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΕΥΡΩΣΗΣ

{S.O. S. Το κεφάλαιο πού ακολουθεί περιέχει ένα από τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά της γυναικείας ψυχής και ταυτόχρονα και τη μεγαλύτερη ασθένειά της.}

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΗΣ BARBARA HANNAH

ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΕΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΜΕΓΆΛΟ ΠΝΈΥΜΑ

Αφού τελείωσε η Anna τις συζητήσεις της με τη Μεγάλη Μητέρα, ασχολήθηκε για δύο ή τρία χρόνια με την ερμηνεία των σχεδίων που είχε κάνει πολλά χρόνια πριν, στην αρχή της ανάλυσής της με την Toni Wolff (Σημ.: Πέντε από αυτά τα σχέδια, μαζί με άλλα τέσσερα συμπληρωματικά, καθώς και η ερμηνεία της ίδιας της Anna γι’ αυτά, περιλαμβάνονται σαν δεύτερο μέρος στο βιβλίο που τυπώθηκε ιδιωτικά με τον τίτλο “Anna Marjula”). Όπως αναφέραμε πιο πριν, ο Jung συνήθιζε να αποτρέπη την ερμηνεία της ενεργητικής φαντασίας  τ ό τ ε  που εμφανιζόταν, για να αποφευχθή η επίδραση που θα μπορούσε να έχη στην εξέλιξή της.

Επιπλέον, η Anna δεν ήταν με κανέναν τρόπο έτοιμη να καταλάβη τα σχέδιά της εκείνον τον καιρό. Ήταν επίσης πολύ καλύτερο και πιο πειστικό η ερμηνεία να έλθη – όπως πραγματικά έγινε – από το ίδιο της το ασυνείδητο. Ο Jung έλεγε συχνά, ότι αν και οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για τις ερμηνείες των αναλυτών τους, ποτέ δεν ενσωματώνουν  π ρ α γ μ α τ ι κ ά  αυτές τις ερμηνείες στην εξωτερική τους ζωή, μέχρι το ασυνείδητό τους να τους δώση τη  δ ι κ ή  τ ο υ  εκδοχή. Ο αναλυτής θα είναι πάντως ανόητος, αν ενοχληθή από αυτό το γεγονός, επειδή το μόνο πράγμα που έχει σημασία είναι να επηρεασθή πραγματικά από το υπάρχον νόημα ο αναλυόμενος.

Αφού τελείωσε αυτήν τη δουλειά, η Anna ασχολήθηκε με την προετοιμασία του κειμένου του βιβλίου «Anna Marjula», για την ιδιωτική του έκδοση. Πρέπει να τονίσω ότι μόνη της έκανε την αρκετά μεγάλη ποσότητα εργασίας που ήταν απαραίτητη, επειδή οι συζητήσεις, όπως έγιναν στην αρχή, ήταν πάρα πολύ μεγάλες, και ήταν αδύνατον να δημοσιευθούν ολόκληρες. Η δική μου ανάμειξη ήταν να διαβάζω το χειρόγραφό της από καιρό σε καιρό, και να της κάνω μερικές προτάσεις.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Anna αισθανόταν πολύ καλύτερα από ό,τι πριν από τις συζητήσεις της με τη Μεγάλη Μητέρα· στην πραγματικότητα, αισθανόταν ήδη εντελώς θεραπευμένη, πράγμα που ήταν ο στόχος της για τόσον καιρό. Εξακολουθούσε την ανάλυσή της, αλλά όχι πια επειδή ένοιωθε πως ήταν απαραίτητη για την υγεία της, όχι για να θεραπεύση το αίσθημα κατωτερότητας που την έκανε προηγουμένως ψυχικά ανάπηρη, αλλά μόνο για να αυξήση τη συνειδητότητά της. Είχε πλήρως πεισθή, ότι η αύξηση της συνειδητότητας ήταν η πιο επείγουσα ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου (Σύγκρινε: B. Hannah, Jung: «Η ζωή και το έργο του», σ.σ. 171 κ.ε.). Εντούτοις, η εμπειρία της στην παιδική ηλικία και στην εφηβεία με τον εξαιρετικά ασυνείδητο πατέρα της την είχε πληγώσει πολύ πιο βαθειά και μοιραία από ό,τι είχε συνειδητοποιήσει, και υπήρχε ακόμη μια περιοχή στην όλη σχέση της με τους άνδρες και με τον animus, από όπου μπορούσε πάλι να ξεπηδήση κάποιο πρόβλημα και να καταστρέψη όλα όσα είχε κερδίσει. Στο κείμενο είδαμε ότι ο πατέρας της είχε παραμείνει εντελώς ασυνείδητος, και επομένως εντελώς αμετανόητος, ακόμη και στο κρεββάτι του θανάτου του, για αυτό που είχε κάνει και που ακόμη ήθελε να κάνη στην άτυχη κόρη του.

Η κόρη ενός τέτοιου πατέρα ταυτίζει τη σεξουαλικότητα με την αιμομιξία, και επομένως το ισχυρό παραδοσιακό ταμπού ενάντια στην αιμομιξία λειτουργεί κατακλύζοντάς την, μόλις ο χώρος της σεξουαλικότητας ή οποιασδήποτε στενής σχέσης με τους άνδρες θιχτή. Γι’ αυτόν τον λόγο, μια τέτοια περιοχή θα αντισταθή και θα παραμείνη αμετάβλητη, ακόμη και μετά από μιαν τέτοιαν ολοκληρωτική μεταμόρφωση, σαν αυτή που δοκίμασε και μας περιγράφει η Anna στο βιβλίο της.

Πραγματικά, για μερικά χρόνια αυτή η αλλαγή ήταν αρκετή για να κάνη την Anna ήρεμη και ευτυχισμένη, έτσι ώστε να μπορή να αφοσιωθή στην ερμηνεία των εικόνων της και στην προετοιμασία του «Anna Marjula». Αλλά όταν όλη αυτή η εργασία ολοκληρώθηκε, η περιοχή του ταμπού άρχισε να της δημιουργή προβλήματα, και έκανε την οδυνηρή διαπίστωση ότι ήταν αναγκαία περισσότερη δουλειά στον χώρο της ενεργητικής φαντασίας, για να ελευθερωθή και να προετοιμασθή για μιαn ύπαρξη είδους «βροχοποιού», η οποία δίνει σημασία ακόμη και στην πιο προχωρημένη γεροντική ηλικία.

Είχε πλήρη συνείδηση αυτού του πράγματος και ήδη συζητούσαμε από πού να αρχίση, όταν είδε ένα όνειρο, που ήρθε σε βοήθειά της. Το περιγράφει ως εξής:

«Είμαι σε ένα εστιατόριο, όπου συνηθίζεται η αυτοεξυπηρέτηση (self-service ή “Self”- service: υπηρεσία του Ταυτού!). Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ο καθηγητής Jung. Κάθεται στο τραπέζι μου και μιλάει μαζί μου. Έπειτα η σκηνή αλλάζει: εγώ κάθομαι, αλλά ο καθηγητής Jung στέκεται τώρα στα δεξιά μου και μιλάει με έναν άνδρα. Δεν μπορώ να παρακολουθήσω τη συζήτηση, επειδή μιλάνε ο ένας στον άλλον σαν ίσοι, και το θέμα τους είναι πάνω από τις διανοητικές μου ικανότητες. Αλλά σε όλο το διάστημα που μιλάνε, ο Jung με κρύβει προστατευτικά πίσω από τη φαρδειά του πλάτη, και κρατάει συνέχεια το χέρι μου. Μέσα από αυτό το άγγιγμα νοιώθv ένα ρεύμα καινούργιας ζωής να μπαίνη μέσα μου».

Ο παράξενος άνδρας είναι προφανώς μια μορφή του animus που δεν την είχε συναντήσει ακόμη, και πραγματικά, η εργασία της επάνω στον animus στο υλικό του βιβλίου «Anna Marjula» περιοριζόταν κυρίως στην αρνητική πλευρά του. Το γεγονός ότι αυτή η μορφή μπορούσε να μιλήση στον Dr Jung σαν ίσος του, επάνω «σε θέματα που ξεπερνούσαν τις διανοητικές της ικανότητες», δείχνει ότι αυτός ο άνδρας προερχόταν από ένα θετικό επίπεδο του animus της, το οποίο τ;hς ήταν ακόμη τελείως άγνωστo. Μου φάνηκε, λοιπόν, ότι αυτή η μορφή ήταν το αντίστοιχο της Μεγάλης Μητέρας στην αρσενική πλευρά, και ότι, αν ήταν πρόθυμος να της μιλήση, θα μπορούσε να την οδηγήση τόσο μακριά στην περιοχή του λόγου, όσο η Μεγάλη Μητέρα την είχε οδηγήσει στην περιοχή του έρωτα. Εξάλλου, η μετάβαση στο πρόσωπο του Jung είχε πάντοτε διαταραχθή από τη συμπεριφορά του πατέρα της, και βρισκόταν πολύ συχνά στα χέρια του αρνητικού της animus. Αυτή η μορφή στο όνειρο φαινόταν να προσφέρη επομένως μιαν ευκαιρία μεγάλης βελτίωσης σ’ αυτόν τον τομέα, και αυτή η ελπίδα επαληθεύθηκε στη συνέχεια πλήρως.

Παρ’ όλα αυτά, ήταν φανερό στο όνειρο, ότι αυτό το εγχείρημα θα μπορούσε να είναι κάπως επικίνδυνο, αλλοιώς γιατί την κρύβει προασταυτικά ο Dr Jung και κρατάει το χέρι της σε όλη τη διάρκεια του ονείρου; Αλλά το γεγονός ότι καινούργια δύναμη την πλημμύριζε μέσα από αυτήν την επαφή, έκανε το εγχείρημα προφανώς κάτι σπουδαίο. Πολύ σοφά, η Anna κράτησε ανοιχτή την επαφή της με τη Μεγάλη Μητέρα, και θέλησε από την αρχή να σιγουρευτή για την πλήρη έγκρισή της σχετικά με το εγχείρημα. Πραγματικά, η Μεγάλη Μητέρα επενέβη αρκετές φορές όταν τα πράγματα ήταν δύσκολα, σώζοντας έτσι την κατάσταση.

Αυτές οι συζητήσεις με το «Μεγάλο Πνεύμα», όπως το ονόμασε η Anna, ήταν ακριβώς τόσο μακριές και άβολες για δημοσίευση, όπως η αρχική μορφή των συζητήσεων με τη Μεγάλη Μητέρα, και χρειάζονταν προφανώς μεγάλη σύντμηση πριν μπορέσουν να περιληφθούν σ’ αυτό το βιβλίο. Τις είχε διαμορφώσει υπό τον τύπο ομιλιών, σαν συνέχεια στο κείμενο του «Anna Μarjula». Αλλά αυτήν την εποχή πλησίαζε ήδη τα ενενήντα της χρόνια, και το Μεγάλο Πνεύμα την ενέπνεε να γράφη επιπλέον ποιήματα στη μητρική της γλώσσα. Γι’ αυτόν το λόγο μού ζήτησε να κάνω εγώ τη συντόμευση, και μου έδωσε πλήρη άδεια να κάνω ό,τι νομίζω καλύτερο σχετικά με το υλικό.

Δεν μου φάνηκε ταιριαστό να το κρατήσω στο πρώτο πρόσωπο ή στη μορφή φανταστικών ομιλιών· εξάλλου, ο αναγνώστης γνώρισε ήδη αυτήν τη μορφή στις συζητήσεις της Anna με τη Μεγάλη Μητέρα. Αποφάσισα έτσι να διαλέξω τα πιο σπουδαία σημεία και να συντομεύσω το υπόλοιπο υλικό, όπως έχω κάνει και σε άλλες περιπτώσεις.

Πρώτη σειρά συζητήσεων

Η Anna είχε μεγάλη δυσκολία στο να αρχίση αυτές τις συζητήσεις, επειδή η μοναδική της εμπειρία του animus ήταν μέχρι εκείνην τη στιγμή, αυτή μιας προσωπικής, αρνητικής μορφής, που η άτυχη εμπειρία της με τον πατέρα της είχε τυπώσει μέσα της. Εντούτοις ο πατέρας, αν και τόσο τυφλά ασυνείδητος όσον αφορά στις κόρες του, ήταν επίσης ένας πολύ έξυπνος και διακεκριμένος άνθρωπος. Επομένως, ο προσωπικός της animus είχε μιαν πιο θετική πλευρά, που η Anna δεν είχε δει ποτέ, και πίσω απ’ αυτήν βρισκόταν η αρχετυπική εικόνα του Μεγάλου Πνεύματος. Αλλά όλες αυτές οι όψεις ήταν απελπιστικά μπερδεμένες και μολυσμένες η μια από την άλλη όταν άρχισε αυτές τις συζητήσεις, και έτσι φυσικά το πρώτο μέρος το καταλάμβανε ολοκληρωτικά το ξεμπέρδεμά τους και η αφαίρεση της προβολής του animus της Anna.

Η Anna προσπαθεί να μιλήση στην αρχετυπική εικόνα αμέσως, αν και παραδέχεται ότι τη βλέπει πολύ θαμπά, και λέει ότι ο αρνητικός της animus βρίσκεται ανάμεσά τους. Το Μεγάλο Πνεύμα απαντάει ότι, δεδομένου ότι η μορφή του αρνητικού animus είναι πολύ μικρότερη από αυτό, αυτό που λέει μπορεί να είναι αλήθεια μόνον εάν η Anna στέκεται τόσο κοντά στην αρνητική μορφή, ώστε να μπορή να σβήνη αυτή την πολύ μεγαλύτερη μορφή του Μεγάλου Πνεύματος. Παραπονείται επίσης ότι η Anna φοβάται πάρα πολύ αυτήν τη μικρότερη μορφή, ενώ το ύφος της είναι πολύ τολμηρό, όταν μιλάη στο Μεγάλο Πνεύμα.

Την επόμενη μέρα, του λέει πόσο πολύ τη βοήθησε αυτή η συζήτηση, κι ότι αισθάνεται πως έχει αλλάξει ένα μέρος του φόβου της σε ευλάβεια γι’ αυτόν. Αλλά το Μεγάλο Πνεύμα λέει, ότι αυτό θα έπρεπε να το πη αντίθετα: άλλαξε την επιθετική της στάση απέναντί του σε μιαν πιο ταπεινή στάση, εξουδετερώνοντας έτσι λίγο από τον φόβο της για τον «μικρό αδελφό», όπως αποκαλεί τον προσωπικό της animus.

Η Anna είχε διαβάσει πολύ τον Meister Eckhart και ήταν πολύ σίγουρη στο ότι θα πρέπη να εγκαταλείψουμε το δικό μας θέλημα για το θέλημα του Θεού, ή σε ψυχολογική γλώσσα, ότι το εγώ θα πρέπη να παραιτηθή για χάρη του Ταυτού. Γι’ αυτόν τον λόγο ρωτάει το Μεγάλο Πνεύμα, εάν μπορή να τη βοηθήση να συμμορφωθή πρόθυμα με το θέλημα του Θεού. Το Μεγάλο Πνεύμα απαντάει ότι το «πρόθυμα» είναι απόλυτα δική της δουλειά, αλλά γενικά, μπορεί να την πληροφορήση τί επιθυμεί ο Θεός από αυτήν. Αλλά, προσθέτει, αυτό είναι ακριβώς που  δ ε ν  θέλει να ξέρη· φοβάται πάρα πολύ το να της ζητηθή να σηκώση τον σταυρό της, ας το πούμε έτσι. Προτιμάει, επομένως, να κατέχεται από τον μικρό αδελφό του. Το θεωρεί αυτό αβλαβές, μπροστά σε ό,τι θα μπορούσε να επιθυμή ο Θεός από αυτήν. Η Anna παραπονείται τότε ότι, αν και το Μεγάλο Πνεύμα τη θεραπεύει από τον φόβο της για τον μικρό του αδελφό, αυτή φοβάται πολύ περισσότερο το Μεγάλο Πνεύμα από όσο φοβόταν τότε τον αρνητικό της animus!

 Στην επόμενη  συζήτηση, η Anna κατηγορεί τον εαυτό της για διόγκωση. Η αναφορά του σταυρού την έκανε να ταυτισθή με τον Χριστό, και είδε, για μιαν ακόμη φορά, τον εαυτό της σαν κάτι πολύ μεγαλύτερο από ό,τι είναι πραγματικά. ( Ο αναγνώστης θα θυμάται ότι πολλές από τις συζητήσεις της με τη Μεγάλη Μητέρα διαταράσσονταν από την καυτή επιθυμία της Anna να γίνη μια «σπουδαία γυναίκα».) Το Μεγάλο Πνεύμα της υπενθυμίζει ότι όχι αυτός, αλλά αυτή η ίδια άρχισε συζήτηση, θέλοντας να μάθη την επιθυμία του Θεού σχετικά με αυτήν.

Πρέπει να επισημάνω ότι, εξ αιτίας του εμποτισμού του Μεγάλου Πνεύματος με ιδιότητες του θετικού της animus, η Anna αποδίδει όλες τις απαντήσεις που παίρνει στο πρώτο. Αυτό το γεγονός είναι αρκετό από μόνο του για να προκαλέση διόγκωση, και μας δείχνει γιατί είναι τόσο απαραίτητο στην ενεργητική φαντασία να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στα ατομικά και τα συλλογικά στοιχεία. Ακριβώς όπως όταν μια γυναίκα αρχίζει να βλέπη τον αρνητικό της animus, τον θεωρεί σαν τον ίδιον τον Σατανά, έτσι μπορεί να μπερδέψη και στη θετική πλευρά, το ατομικό της ασυνείδητο πνεύμα με το Μεγάλο Πνεύμα καθ’ εαυτό.

Η Anna παρατηρεί στην επόμενη συζήτησή της, ότι αυτή η ίδια μιλάει την περισσότερη ώρα, πράγμα που θεωρεί πολύ ανόητο, εάν θέλη να μάθη κάτι από το Μεγάλο Πνεύμα. Όπως σημείωσα στα σχόλιά μου για τον Hugh de St. Victor, αυτό είναι ένα λάθος που η Anna έχει κοινό με πολλές – τις περισσότερες στην πραγματικότητα – μεσαιωνικές περιγραφές τέτοιων συζητήσεων που διαθέτουμε: ο επονομαζόμενος διάλογος είναι στην πραγματικότητα ένας μονόλογος του ίδιου του συγγραφέα. Αλλά η Anna έχει λιγότερες δικαιολογίες για τέτοιου είδους σφάλματα, επειδή ανήκει στην τεχνική της συζήτησης στην ενεργητική φαντασία, πρώτα να μιλάη κανείς ή να απευθύνη ένα ερώτημα στον εαυτό του, και έπειτα να αφήνη το μυαλό του εντελώς κενό, ώστε να μπορέση να ακούση την απάντηση. Όπως έλεγε το Βα 4.000 χρόνια πριν: «Πρόσεξε, είναι καλό να ακούν οι άνθρωποι» - μια συμβουλή που μόνο λίγοι από εμάς έχουν μάθει να ακολουθούν ακόμη και σήμερα. Ο κόσμος  θα ήταν ίσως πολύ διαφορετικός, εάν είχαν μάθει περισσότεροι άνθρωποι  αυτό το μάθημα.

Το Μεγάλο Πνεύμα, ή μάλλον το ασυνείδητο δημιουργικό πνεύμα της Anna, της λέει έπειτα ότι, αν και δεν έχει αντίρρηση για τις ερωτήσεις της σχετικά με την προσωπική της ζωή, η Anna πρέπει να καταλάβη ότι, εάν τη χρειάζεται για ένα δημιουργικό έργο – ένα ποίημα ή, καλύτερα, για τη μουσική –, θα την αναγκάση απλώς να υπακούση, όπως έχει κάνει σε όλη της την ζωή. Η Anna λέει έπειτα, ότι είναι πολύ γι’ αυτήν «να τον κουβαλάει στους ώμους της», πράγμα που τον κάνει να της πη, να μη λέη τέτοιες ανοησίες! Δεν μπορεί να τον κουβαλήση και δεν το κάνει· μπορεί μόνο να γονιμοποιηθή με την έμπνευσή του, σύμφωνα με τον γυναικείο τρόπο. Εάν αυτός διαλέξη μια γυναίκα για να φέρη την έμπνευσή του στην πραγματικότητα, αυτή δεν πρέπει να γίνη ξαφνικά ένας άνδρας δεύτερη κατηγορίας: Πρέπει να πρσπαθήση να αδειάση τον εαυτό της, ιδιαίτερα από τις ιδέες του μικρού αδελφού του, του animus. Τότε αυτός μπορεί να δημιουργήση μέσα απ’ αυτήν. Αυτή είναι ακριβώς η τεχνική που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να ακούσουμε το ασυνείδητο: να αδειάσουμε τον εαυτό μας και να ακούσουμε.

Αλλά η Anna δε αρκείται ακόμη στο να ακούη, και αρχίζει να παίζη, σαν τον «κουρασμένο από την ζωή άνθρωπο», με την ιδέα της αυτοκτονίας. Την ονομάζει, χρησιμοποίηση της φιλοδοξίας της προς όφελος της αυτοθυσίας. Λέει: «Με μια, λοιπόν, μονάχα κίνηση, θα μπορούσε να ανακουφίση η αυτοκτονία τα υποσυνείδητα αισθήματα ενοχής που έχω (με την αυτοτιμωρία), και να ικανοποιήση τη μεγαλομανία ή τη φιλοδοξία μου να γίνω σπουδαία, και μάλιστα εάν έπαιρνε η αυτοκτονία τη μορφή μιας εκστατικής αυτοθυσίας».

Το Μεγάλο Πνεύμα, όπως και το Βα, αντικρούει αμέσως αυτήν την ιδέα. Λέει ότι πέρασε για τα καλά ο καιρός που μπορούσε να ακολουθήση το παράδειγμα της αδελφής της, επειδή κατέχει τώρα «λιγάκι περισσότερη συνείδηση της σκιάς της … Και – πράγμα ακόμη πιο σπουδαίο – λίγη περισσότερη συνείδηση του Θεού σαν ζωντανού όντος».

Ομολογώντας ότι μπερδεύει συχνά ακόμη τις επιθυμίες του Θεού και τις γνώμες του animus, η Anna παραδέχεται επίσης ότι όσο δεν είναι τρελλή και μπορεί να χρησιμοποιήση την κοινή της λογική, δεν θα διαπράξη ποτέ αυτοκτονία. Αλλά φοβάται πολύ μια «θρησκευτική έκταση», που θα μπορούσε να τη σαρώση. Εάν μπορούσε να αλλάξη μόνον αυτό το αίσθημα με τον βιβλικό φόβο του Θεού …Το Μεγάλο Πνεύμα απαντάει λέγοντάς της, ότι θα πρέπη να δεχθή πρώτα τους περιορισμούς της και να αντιμετωπίση το γεγονός, ότι δεν είναι, απλώς, μια σπουδαία γυναίκα.

Βλέπουμε εδώ σχεδόν ακριβώς αυτό που λέει ο Jung στο τέλος του κεφαλαίου με τίτλο «Σχετικά με τη μεταθανάτια ζωή», στο «Αναμνήσεις, Σκέψεις, Όνειρα». Λέει εκεί ο Jung:

«Η αποφασιστική ερώτηση για τον άνθρωπο είναι: συνδέεται με κάτι άπειρο ή όχι; Αυτό είναι το καίριο ερώτημα της ζωής του. Μόνον εάν ξεύρουμε ότι αυτό που έχει πραγματικά σημασία είναι το άπειρο, μπορούμε να αποφύγουμε τον εντοπισμό του ενδιαφέροντός μας σε ματαιότητες, και σε όλα τα είδη των στόχων που δεν έχουν πραγματική σημασία.

Το αίσθημα του απείρου μπορεί όμως να επιτευχθή, εάν είμαστε περιορισμένοι στο έπακρο. Και ο μεγαλύτερος περιορισμός του ανθρώπου είναι ο εαυτός του· εκφράζεται δε με την εμπειρία, ότι « Είμαι μόνον αυτό!». Μόνον η συνείδηση του στενού μας περιορισμού στον εαυτό μας δημιουργεί τον δεσμό με την απειρία του ασυνειδήτου. Με μιαν τέτοια συνειδητότητα, βιώνουμε τον εαυτό μας σαν κάτι περιορισμένο και αιώνιο την ίδια στιγμή, σαν να είμαστε και το ένα και το άλλο ταυτόχρονα. Γνωρίζοντας ότι είμαστε κάτι μοναδικό στον προσωπικό μας συνδυασμό – ότι είμαστε δηλ. στο έπακρο περιορισμένοι – , έχουμε επίσης τη δυνατότητα να αποκτήσουμε συνείδηση του απείρου. Αλλά μόνον τότε!» (Jung: «Αναμνήσεις, Σκέψεις, Όνειρα», σελ. 325).

Αλλά η Anna δεν είναι ακόμη έτοιμη να θυσιάση τον αγαπημένο της στόχο, να γίνη μια σπουδαία γυναίκα. Λέει στο Μεγάλο Πνεύμα, ότι βλέπει σαν καθήκον της να δεχθή το «Μεγάλο Όχι» από τα χέρια του Θεού: όχι σύζυγος, όχι παιδιά, όχι αγαπημένος, όχι μια μεγάλη συνθέτης ή ποιήτρια. Γιατί αυτή είναι η σημερινή της γυναικεία αξιοπρέπεια. Αλλά το Μεγάλο Πνεύμα είναι ο μεγάλος αποπλανητής της· γι’ αυτό πρέπει τώρα να τον αφήση. Της έδινε ικανοποίηση από καιρό σε καιρό όταν την ενέπνεε, και μπορεί ακόμη να το κάνη, εάν αυτός δεχθή τον δευτερεύοντα ρόλο του στην ζωή της, που την καταλαμβάνει τώρα εντελώς το Μεγάλο Όχι.

Αυτός παρατηρεί ότι η απόλυση και ο περιορισμός «σε ένα πιθανό στολίδι της ζωής της» δεν θα του ταίριαζαν καθόλου, αλλά αυτή δεν τον ακούει ούτε στο ελάχιστο. Δεν βλέπει τίποτε άλλο από το Μεγάλο της Όχι. Ο Θεός την έχει τώρα αποπλανήσει, και το Μεγάλο Πνεύμα είναι πολύ πιο κάτω από αυτόν. Ισχυρίζεται ακόμη, ότι το «Μεγάλο της Όχι» δεν είναι τίποτε λιγώτερο από την ένωση των αντιθέτων, όπως την δοκίμασε ο Λούθηρος ( Σημ.: Ο Λούθηρος ήταν, σαν νέος μοναχός, πολύ νευρωτικός· ίσως ακόμη και τρελλός. Έκανε ό,τι μπορούσε για να ξεπεράση την αρρώστια του. Εξομολογιόταν πέντε φορές την ημέρα, αυτομαστιγωνόταν, νήστευε. Τίποτε δεν τον βοηθούσε. Σε τέλεια απελπισία, είπε στον εαυτό του: «Εντάξει, ο Θεός με έχει καταραστή. Ανήκω στην κόλαση. Από τώρα θα είμαι πρόθυμος να υποταχθώ στον Θεό, να δεχθώ το να είμαι καταραμένος και χωρισμένος από τον Θεό». Γενικά ένας άνδρας πολεμάει τη μοίρα του, ενώ μια γυναίκα υποφέρει τη μοίρα της. Αλλά στην ακραία απελπισία του, ο Λούθηρος διάλεξε τη θηλυκή στάση, και αυτή η στάση τού έφερε τη θεραπεία). Αυτός έγινε έτσι ένας σπουδαίος άνθρωπος, ακριβώς όπως και αυτή περιμένει να γίνη σπουδαία, αν και παραδέχεται ότι η δική της μεγαλωσύνη θα είναι λιγώτερο ορατή, επειδή είναι γυναίκα. Εάν μπορέση το Μεγάλο Πνεύμα  να αναγνωρίση τον ρόλο του και να στολίση απλώς την ζωή της, θα μπορούσε ακόμη και να ευχαριστήση τον Θεό!

(συνεχίζεται)
Aμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια: