Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Αγίου Γρηγορίου Νύσσης - Περί Διαφοράς ουσίας και υποστάσεως

Συνέχεια από Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012
Αγίου Γρηγορίου Νύσσης.
Περί Διαφοράς ουσίας και υποστάσεως

Κατά Ζηζιούλα.
«Η λέξη άνθρωπος, απ’όλα τα ονόματα, έχει την καθολικώτερη σημασία. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος γίνεται γνωστός δια του ονόματός του. Το ιδίως λεγόμενον τω της υποστάσεως δηλούσθαι ρήματι. Για παράδειγμα (Ιωβ 1,1): Ανθρωπος τις ήν εν χώρα τη Αυσίτιδι, ώ όνομα Ιώβ. Και ήν ο άνθρωπος εκείνος αληθινός, άμεμπτος, δίκαιος, Θεοσεβής, απεχόμενος από παντός πονηρού πράγματος». Παρασιωπήθηκε η περιγραφή της ουσίας, επειδή δεν θα απέφερε καμμία ωφέλεια. Γιατί θα δινόταν ο ίδιος ορισμός μ’αυτόν που θα δινόταν και σχετικά με τον Βαλδάδ, τον Σαυχίτη και τον Σοφάρ, στον καθένα από τους ανθρώπους που αναφέρονται στο βιβλίο του Ιώβ. [Τραγική ειρωνία των εκσυγχρονιστών της πίστεως, των χαμένων στην αντίφαση, είναι πως από το ένα μέρος καταργούν την ουσία στην Αγία Τριάδα, για να βάλουν στην θέση της την θέληση, την «ουσία» του προσώπου, από το άλλο ευνοούν την θρησκειολογία, η οποία εκλαμβάνει τον Κύριο σαν Διδάσκαλο, ίσον με τους Βούδες, και τους Κούδες των θρησκειών της γής, δηλ. δέχονται μία γενική ουσία, ισοπεδώνοντας τις Αρχές της θεολογίας τους.]

Αυτόν τον λόγο λοιπόν της διαφοράς ουσίας και υποστάσεως, ας τον μεταφέρουμε και στα θεία δόγματα. Ο,τιδήποτε και αν υποθέσει ο λογισμός σου (όποια έννοια και αν υποθέσεις) σχετικά με το Είναι (την ουσία) του Πατρός (διότι η ψυχή είναι πεισμένη πως ο Πατήρ είναι υπεράνω κάθε νοήματος, δεν μπορεί να υποταχθεί σε έννοιες), το ίδιο λοιπόν θα νοήσεις και σχετικά με τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα [Κορινθ. Β 10,5. Λογισμούς καθαιρούντες και αχμαλωτίζοντες παν νόημα εις την υπακοήν του Χριστού].
Ου γαρ το μεν μάλλον (περισσότερον )ακατάληπτον και άκτιστον, το δέ ήττον (λιγότερο). Όμως χρειάζεται να έχουμε επιπλέον τα ιδιάζοντα σημεία επί της Τριάδος, ασύγχυτον την διάκρισιν.

Μετά από αυτά ας αναζητήσουμε τα ιδιάζοντα της κάθε υποστάσεως στην Αγία Τριάδα, χωρίς να ασχοληθούμε με τα κοινά, δηλ. το άκτιστον, το ακατάληπτον κ.τ.λ. «Κάθε αγαθό, το οποίο έρχεται σε μας από την Θεία δύναμη, υποστηρίζουμε ότι είναι μία ενέργεια της χάριτος, τα πάντα εις πάσιν ενεργούσης», τα τρία ομοούσια πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είναι απολύτως ενωμένα ως προς τις ενέργειές τους. «Ταύτα δέ πάντα ενεργεί το έν και το αυτό πνεύμα διαιρούν ιδία εκάστω καθώς βούλεται».

Ίσως μερικοί εννοήσουν πως η δωρεά των αγαθών αυτών έρχεται από το Άγιο Πνεύμα στους άξιους, αφού υποστασιοποιηθεί, και μόνον. Αλλά από την Αγία Γραφή οδηγούμεθα στην πίστη, ότι αίτιος και αρχηγός της χορηγίας των αγαθών προς εμάς είναι ο Μονογενής Θεός. Διότι «όλα τα όντα δημιουργήθηκαν δι’αυτού και όλα από Αυτόν συγκρατούνται και κυβερνώνται» .
«Πάντα δι’αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ο γέγονεν» (Ιωάν. 1,13) και, «Τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε» (Κολ. 1,17).

Ο Υιός λοιπόν, αυτός που καθιστά το Άγιο Πνεύμα, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα, γνωστό δια του εαυτού του και μαζί με τον εαυτό του, είναι ενωμένος με το Άγιο Πνεύμα, με το οποίο κατανοείται πάντα μαζί και αχώριστα, ουδεμίαν κατά το ιδιάζον των γνωρισμάτων την κοινωνίαν έχει προς τον Πατέρα ή προς το Πνεύμα το Άγιον, παρότι δεν είναι δυνατόν να εννοηθεί ο Υιός (εν περινοία του Υιού γενέσθαι), αν προηγουμένως δεν καταυγασθεί απ’ το Άγιο Πνεύμα ο Νούς (μή προκαταυγασθέντα τω πνεύματι). Ακόμη και «ο επί πάντων Θεός» (Ρωμ 9,5) έχει σαν γνώρισμα της υποστάσεώς του το ότι είναι Πατέρας και εκ μηδεμιάς αιτίας έχει την υπόσταση. Από αυτό το σημείο και ο Πατήρ ιδιαζόντως επιγιγνώσκεται.
Γι’ αυτό στη μία και κοινή ουσία της θεότητας λέμε ότι είναι ανεξάρτητα (ασύμβατα) και ακοινώνητα τα υποστατικά χαρακτηριστικά (τη Τριάδι γνωρίσματα), τα επιθεωρούμενα. Και δεν υπάρχει κανένα διάλειμμα μεταξύ Πατρος και Υιού και Αγίου Πνεύματος, που μπορεί να επινοήσει η κενοβατούσα διάνοια (της διανοίας κενεμβατούσης).

Αυτός που φέρνει στον Νού του τον Πατέρα, τον νοεί Αυτόν καθ’εαυτόν, αλλά συγχρόνως συνεννοεί με Αυτόν και τον Υιό του. Αυτός πάλι που φέρνει στο νού του τον Υιό, δεν αποκόπτει απ’ τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, αλλά με καθορισμένη σειρά και τάξη, ομοούσια, εντυπώνει ταυτόχρονα στην διάνοια του την πίστη και των τριών προσώπων συνενωμένων.
Ακόμη και εκείνος που αναφέρει μόνον το πνεύμα, σ’αυτήν του την ομολογία συμπεριλαμβάνει και εκείνον τού οποίου είναι το πνεύμα. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (πνεύμα θεού οικεί εν υμίν, Ρωμ. 8,9), όπως και στην περίπτωση της αλυσσίδος, αυτός που έλκει το πνεύμα, έλκει μαζί του και τον Υιό και τον Πατέρα. Έτσι και εκείνος που έλαβε τον Πατέρα, έλαβε συγχρόνως μαζί του και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα ως πρός την ενέργεια (τη δυνάμει).

Διαπιστώνεται λοιπόν ότι υπάρχει στα θεία πρόσωπα κάποιος άρρητος και ακατανόητος τρόπος ενότητας και διακρίσεως, χωρίς να διασπά η διαφορά των υποστάσεών τους την συνέχεια της μίας ουσίας, ούτε η ταυτότητα της ουσίας τους να αφήνει να οδηγηθούν σε σύγχυση τα ιδιάζοντα υποστατικά τους ιδιώματα».
Ας σκεφτούμε λοιπόν τώρα, την ονομασία που έδωσε ο Ζηζιούλας στις υποστάσεις, καταργώντας την κοινή ουσία: Ετερότητες... Ιδρύοντας την θεολογία της ετερότητος, δηλ. του πολυπολιτισμικού μοντέλου και της αγάπης του ετέρου, που είναι η βάση για την ένωση των Εκκλησιών, εφόσον δογματική ένωση δεν είναι δυνατόν να επέλθει. Διότι δεν μπορεί να αλλάξει η ιστορία της Δύσεως, η οποία στηρίχθηκε στην αίρεση. Δυστυχώς αυτή είναι η αξία της ιστορίας. Και όμως ο Κύριος άλλαξε την ροή της Ιστορίας, νικώντας τον Φαρισαϊσμό που είχε επιβληθεί ιστορικά, και γι’αυτό δεν έχει και καμμία αξία η έρευνα της ιστορικότητος του Χριστού. Ο Κύριος άλλαξε την ιστορία και ξεκίνησε την ιστορία της Σωτηρίας. Με την ετερότητα λοιπόν και την κατάργηση της ουσίας, καταργεί και τις άκτιστες ενέργειες, την δύναμη του Πατρός. Είναι ο μεγαλύτερος δυνατός εχθρός του Γρηγορίου Παλαμά! Χωρίς ενέργειες η Αγία Τριάδα γίνεται θύμα της Λατινικής θεολογίας, η οποία ήδη διδάσκει το ανυπόστατο του Αγίου Πνεύματος, διότι είναι η αγάπη του Πατρός προς τον Υιό και του Υιού προς τον Πατέρα. Ελευθερώνοντας λοιπόν την αγάπη από τον Πατέρα (καταργώντας τήν δύναμη ή τήν ενέργεια τού Πατρός, πού είναι η κλήση καί η αγάπη τού Πατρός), μπορεί να την χρησιμοποιήσει στην κατηγορία της ετερότητος ή στην διαλεκτική κτιστού και ακτίστου. Ή στην ένωση των Εκκλησιών, χωρίς την ένωση του δόγματος.

Και ενώ ο Ζηζιούλας καταστρέφει ήσυχα την Αγία Τριάδα, εισάγοντας καινούργιο Θεό στην Εκκλησία, η Ορθοδοξία ασχολείται με την παράβαση των κανόνων.
(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Βοήθησέ με σε παρακαλώ να καταλάβω κάτι: Ο θεός είναι Αγαθός σύμφωνα με την Φύση Του και μόνον. Η ενότης του, δηλαδή, οφείλεται μόνο στην Ουσία Του ή και στην Θέλησή Του;

amethystos είπε...

Φύσις καί ουσία δέν ταυτίζονται. Η Αγαθότης ανήκει στήν Φύση. Είναι μονάς εν Τριάδι. Η Θέλησή Του αφορά τήν Δημιουργία καί τήν Οικονομία τής Σωτηρίας. Οπως καί η ενότης τής Θελήσεως.

Ανώνυμος είπε...

α) Ποια είναι η διαφορά ουσίας και φύσης:
β)Αυτό που θέλω να πω στο προηγούμενο σχόλιο είναι το εξής: Αν ο Θεός έχει Τριαδική Υπόσταση η θέλησή Του δεν έχει να κάνει με αυτήν; Δεν θέλει να είναι Αγαθός ως Πρόσωπο ο Θεός; Είναι αναγκασμένος από την Φύση Του να είναι έτσι;

amethystos είπε...

Δέν έχει τριαδική υπόσταση. Είναι εν Τριάδι. Η Αγαθότης είναι ιδιότης. Δέν χαρακτηρίζει τήν ουσία. Λέμε τό Πρόσωπο τού Χριστού. Αλλά τό Πρόσωπο δέν ταυτίζεται μέ τήν Υπόσταση τού Υιού. Η Αγαθότης, όπως καί η Αγάπη είναι άκτιστες ενέργειες. Μετέχονται αλλά δέν υποστασιάζουν.Είναι η Χάρις αλλά δέν είναι η δόξα. Καί οι ενέργειες είναι θελήσεις.Αλλά δέν είναι τό Πνεύμα τό Αγιο, ούτε τό Αγιο Πνεύμα. Τί σχέση μπορεί νά έχει η θέληση μέ τήν ανάγκη;.Η θέληση είναι απόφαση. Καί απόφαση σημαίνει ότι καί η αποφατική οδός. Αφήνω τά γνωστά γιά κάτι άγνωστο, καινούριο. Δέν είναι επιλογή. Γι' αυτό λέμε ότι ο Υιός εκένωσε εαυτόν καί ενανθρώπησε. Μέ τήν ανάγκη γεμίζεις,μέ τήν θέληση αδειάζεις. Τί λέτε;;