Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ - Hans Urs von Balthasar (4)


ΠΩΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΗ ΛΟΓΙΚΗ;


είμαστε καλά ή τά παίξαμε εντελώς;
Επιστρέφοντας όμως από αυτά τα ειδικά θέματα στο κέντρο ξανά και υπολογίζοντας τον ρόλο τού Πνεύματος σαν εκθέτη και εξηγητή τής αλήθειας, έτσι ώστε να γίνει το κυρίως θέμα τής θεολογικής [ας προσέξουμε ότι δεν μιλάμε πλέον για θεολογία, αλλά για θεολογική. Όπως την διδάσκουν όλοι οι νεοορθόδοξοι], αναδύονται άλλοι επιπλέον καθορισμοί της δράσης του. Εάν λοιπόν η αλήθεια που εφανερώθη στον Χριστό είναι ήδη άπειρη, καθότι «σ’ αυτόν, είναι κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως»(Κολ. 2,3), τότε αυτή η αλήθεια που είναι παρούσα σ’ ένα χωροχρονικό φαινόμενο –«εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς»(Κολ. 2,9)– θα είναι χωρίς τέλος διαμέσου των χρόνων στην έκθεση και την εξήγησή του.

Και όλο αυτό όμως, χωρίς το νόημα, απολύτως, με το οποίο ξεκαθάρισαν τα κύρια σημεία (για παράδειγμα οι συνοδικοί ορισμοί) και είχε σαν συνέπεια την προέλευση πραγματειών και απόψεων όλο και πιο μερικών και αποσπασματικών, αλλά αντιθέτως με το νόημα με το οποίο ανοίγουν όλο και πιο νέες θεωρίες, ματιές δηλαδή στην άπειρη, αλλά όχι αόριστη αλλά στην καθορισμένη ολότητα, ματιές που μπορούν να γίνουν γνωστές και να βιωθούν πιο διανοητικά ή επίσης και πιο αγαπητικά, τρόποι του βλέπειν που, εάν το πνεύμα το επιθυμεί, φωτίζουν ξαφνικά πάντοτε νέες πλευρές και διαστάσεις της απείρου αλήθειας και τις καθιστούν συνειδητές, όψεις που παρέμεναν κατά κάποιο τρόπο απαρατήρητες από πάντοτε, στον πνευματικό ορίζοντα της πίστεως και οι οποίες ξαφνικά με το νέο φως που πέφτει, υψώνονται επιτέλους, ανυψώνονται, στην καθαρή συνείδηση.

Η διατύπωση η οποία επαναλαμβάνεται πολύ συχνά είναι αληθινή: στον Χριστό υπάρχει πολύ περισσότερη αλήθεια από όση υπάρχει στην πίστη της Εκκλησίας, και πολύ περισσότερη αλήθεια στην πίστη της Εκκλησίας, από όση στα καθορισμένα δόγματα. Μεγάλα χαρίσματα όπως εκείνα του Αυγουστίνου, του Φραγκίσκου, του Ιγνάτιου Λογιόλα, μπορούν να δεχθούν δωρισμένες από το πνεύμα, ματιές μέσα στο κέντρο της αποκαλύψεως, ματιές που πλουτίζουν την Εκκλησία μ’ έναν τρόπο τουλάχιστον απροσδόκητο και παρ’ όλα αυτά διαρκή. Είναι κάθε φορά χαρίσματα στα οποία η νόηση, η αγάπη και η μίμηση είναι αχώριστα. Και αναγνωρίζεται από εδώ πως το εξηγητικό πνεύμα είναι ταυτόχρονα θεία σοφία και θεία αγάπη και σε καμιά περίπτωση καθαρή θεωρία, αλλά πάντοτε και μια ζωντανή πράξη.

Ένα τελευταίο χαρακτηριστικό είναι τυπικό για το πνεύμα: Διαχέει την θεία πληρότητα στο άπειρο, αλλά μόνον με τέτοιο τρόπο ώστε να την ενώσει ξανά εξαρχής και πάλι από την αρχή. Αυτό δεν αποκαλύπτει καμμία ιδιαιτερότητα, λεπτομέρεια, χωρίς να φωτίσει ταυτόχρονα την ολότητα. Μια θεολογία που θα χανόταν στις λεπτομέρειες, μια πράξη που θα τόνιζε μονόπλευρα ένα μέρος του χριστιανισμού, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν να είναι ψυχωμένη από το πνεύμα. Η ταυτόχρονη εξάπλωση και συμπερίληψη των «κρυμμένων θησαυρών», στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, στον Χριστό, εξαρτάται από την ανεπανάληπτη πρωτοτυπία και την καθοριστικότητα της υποστατικής ενώσεως, από την οποία ο πλούτος μοιράζεται και στην οποία συγκεντρώνεται ξανά. [Ο βασικός νόμος της εξατομικεύσεως και της φιλοσοφίας του Πλωτίνου, ο οποίος εκφράζεται με τις έννοιες Μονή, πρόοδος, επιστροφή]. «Αυτός θα πάρει από το δικό μου» λέει ο Κύριος για το πνεύμα. Για τον ίδιο λόγο λοιπόν η Εκκλησία του Χριστού επεκτείνεται ιεραποστολικά «μέχρι τα σύνορα της γής»(Πράξεις 1,8), αλλά μπορεί να το πραγματοποιήσει με επάρκεια μόνο εάν ταυτόχρονα επανασυγκεντρώνεται  στα αγαθά που μοιράζονται. Αυτό ισχύει και για τα βάθη της χριστιανικής υπάρξεως, όπως και για την μορφή της θεολογίας για την οποία είναι υπεύθυνη η Εκκλησία. Και σ’ αυτό το χριστολογικό παράδοξο μπορούμε να δούμε εάν μια ύπαρξη και μια χριστιανική θεολογία εμπνέεται από το Άγιο πνεύμα ή όχι.

Επειδή λοιπόν το πνεύμα του θεού και του Χριστού είναι παρόν στην πράξη, μπορεί να κυριαρχεί μέσα στον χριστιανικό χώρο μόνο σε μια «σχετική εσχατολογία», ποτέ όμως σε μία «απόλυτη». Αυτή η δεύτερη είναι παρούσα σε όλες τις μορφές Ιουδαϊκού μεσσιανισμού, όπου η αλήθεια είναι μόνον μελλοντική και μόνο ουτοπικά ελπίζουμε σ’ αυτή καθότι πραγματοποιείται μέσω μεταλλάξεως της τωρινής καταστάσεως που είναι αποξενωμένη και δυστυχής. Η θεολογία της απελευθερώσεως έχει μια μοιραία τάση να κατευθύνεται προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτή η θεολογία πιο συγκεκριμένα, προέρχεται από τον Μαρξισμό, καθώς όλη η θεωρία περί αποξενώσεως και μελλοντικής λυτρώσεως ριζώνει στον Ιουδαϊσμό, διότι δικαιώνει όλες τις θυσίες που είναι απαραίτητες για την επίτευξη του μελλοντικού σκοπού.  Αυτή η θεωρία της απολύτου εσχατολογίας κινεί και τις σκέψεις του Μπλόχ αλλά και του Βάλτερ Μπέντζιαμιν ή του Λούκατς και φτάνει μέχρι την σχολή της Φρανκφούρτης, στον Χόρκχαϊμερ, τον Μαρκούζε και τον Αντόρνο.
Η σχετική εσχατολογία έχει σε σύγκριση μ’ αυτή, την δυναμική της ένταση προς τα μπρός, με την έννοια πως το βασικό γεγονός της σωτηρίας ήταν και είναι παρόν και η παρουσία του πνεύματος φέρει, ωθεί δυναμικά προς τα εμπρός τον κόσμο και την Ιστορία, προς το Έσχατον (Ρωμ. 8, όπου οι ανέκφραστοι στεναγμοί του πνεύματος, προσφέρουν επιτέλους στην ανεκπλήρωτη ακόμη ελπίδα όλη τους την δύναμη για την συνέχιση του αγώνος. Το πνεύμα και η νύμφη κραυγάζουν συνεχώς «έρχου»).

Εάν από μέρους του πνεύματος λέγεται πως Αυτός ο παράκλητος θα ανακοινώσει τα μελλοντικά πράγματα, μ’ αυτό υπονοείται η ολότης αυτού που σήμερα συλλαμβάνεται σαν καθρέφτης και αίνιγμα. Στην Κ.Δ. το Άγιο πνεύμα, σαν η Τρίτη θεία Υπόσταση η οποία μετέχεται από τους πιστούς, αναλαμβάνει το χρέος να οδηγήσει από την αλήθεια της πίστεως και της ελπίδος στην μελλοντική αλήθεια της Διαθήκης ανάμεσα στον θεό και τον κόσμο [Σαν νέος Μωυσής]!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...