Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΙ Ο ΘΩΜΑΣ ΑΚΙΝΑΤΗΣ (2)


του FRANZ COURTH

2. Τριάδα: Το μυστήριο της πίστεως


Ο Ακινάτης κατέχει ένα πόστο μεγάλης περιωπής στην ιστορία της φιλοσοφίας διότι προσέλαβε και συγχώνευσε στην σκέψη του την γνωσιολογία και την οντολογία του Αριστοτέλη. Ανάμεσα στις συνέπειες αυτής της εργασίας είναι και η ικανότητα ορισμού διακρίσεων και δεσμών ταυτοχρόνως ανάμεσα στην γνώση και την πίστη, την φιλοσοφία και την θεολογία, με έναν πιο ξεκάθαρο και πιο διαφοροποιημένο τρόπο από τον νεοπλατωνισμό του Αυγουστίνου.
Για τον Ακινάτη η φιλοσοφία, λόγω των απολύτων λογικών αρχών που την χαρακτηρίζουν, έχει ένα καθεστώς πολύ πιο αυτόνομο από ότι για τον Μποναβεντούρα. Στα θεολογικά του έργα διαφαίνεται καθαρά πόσο τον ενδιαφέρει μια φιλοσοφία επιστημολογικά αυτόνομη και ανοιχτή ταυτοχρόνως σε μια εμβάθυνση και σε μια θεολογική ανάπτυξη. Και πράγματι για τον Ακινάτη η πρόσβαση στην θεολογία αντιστοιχεί στην αριστοτελική αρχή σύμφωνα με την οποία κάθε μας γνώση πρέπει να ξεκινήσει από την σφαίρα της εμπειρίας. Η γνώση του θεού την οποία απέκτησε με τις πέντε οδούς του, δεν είναι μια ομολογία πίστεως, αλλά το λογικό υπόβαθρο.
Επιπλέον, όταν κατευθύνει το βλέμμα του στον πεπερασμένο κόσμο περνώντας μέσα απ’ αυτόν στην πηγή του όντος, δεν αναπτύσσει τα επιχειρήματά του με μια μεταφυσική και κοσμολογική σημασία και μόνον, αλλά το ενδιαφέρον του είναι βαθύτατα ανθρωπολογικό. Δεν χάνει από τα μάτια του τον πόθο για ευτυχία του ανθρώπου, έναν πόθο που κατευθύνεται στον θεό, και στηριζόμενος σε αυτόν τον πόθο φέρνει στην επιφάνεια το σημείο ενώσεως ανάμεσα στην εμπειρία του στοχασμού και της υπερφυσικής πίστεως.
Και πράγματι, σύμφωνα με την θεμελιώδη αρχή του θωμισμού, της αρμονίας ανάμεσα στην Φύση και την Χάρη, η φυσική γνώση εμβαθύνεται και αυξάνει περαιτέρω από την αποκάλυψη. Επιπλέον δε η πίστη ενεργεί αποτελεσματικά ενάντια στον κίνδυνο του λάθους και της προκαταλήψεως, της αλαζονείας και προετοιμάζει τον άνθρωπο για την πληρότητα της ευτυχίας στο υπερφυσικό όραμα του θεού. Εξίσου όμως και στην αντίθετη σημασία, μέσω της φιλοσοφίας κατέστη δυνατή η παρεμβολή της θεολογίας στον ορίζοντα της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά σ’ έναν τόσο διευρυμένο ορίζοντα ώστε να είναι ανοιχτός στην υπερφυσική αποκάλυψη. [Αυτό είναι το κλειδί της ανθρωπολογίας. Σημαίνει αμέσως ότι δεν υπάρχει η εμπειρία της πίστεως, όπως την γνωρίζει η παράδοση των Αγίων μας. Η εμπειρία στην οποία αναφέρεται, η ανθρωπολογία, είναι νοησιαρχική].
Ο Ακινάτης αισθάνθηκε την υποχρέωση να τονίσει πως η τριαδική πίστη, με τον ίδιο τρόπο της ενσαρκώσεως, βρίσκεται πέραν της φυσικής γνώσεως του θεού, ξεπερνώντας τοιουτοτρόπως το πλαίσιο της φιλοσοφικής θεολογίας. Σ’ αυτό το θέμα αφιέρωσε ένα ολόκληρο κεφάλαιο της δικής του Summa (S. Theol. I, q.32, a.1).
Είναι αδύνατον να κατανοήσουμε την Τριάδα μόνον με το μέσον της λογικής, διότι η γνώση η οποία οικοδομείται μόνον στο κτιστό μπορεί να μας φέρει μόνον στον θεό, σαν την τελευταία αιτία του πάντος. Ο θεός αναγνωρίζεται μέσω φυσικών οδών μόνον σαν η αγέννητος Αρχή κάθε υπαρκτού. Η Τριαδική του ζωή δεν μπορεί να γνωσθεί, να κατανοηθεί, απ’ αυτή την οδό, καθότι η δημιουργός δύναμις ανήκει σε όλη την Τριάδα, ανήκει στην ενότητα της Ουσίας της και στην διάκριση των προσώπων. Γι’ αυτόν τον λόγο φυσική νόηση μπορεί να αναγνωρίσει τον θεό μόνον στην ενότητα της ουσίας του.
Οι rationes necessaries (οι αναγκαίοι λόγοι) που υιοθετήθηκαν από τον Ρικάρντο του San Vittore για την γνώση της Τριάδος μπορούν, σύμφωνα με τον Ακινάτη, να θεωρηθούν ότι ισχύουν μόνον με την προϋπόθεση της αποκεκαλυμένης Τριάδος και κατά δεύτερο λόγο να συμμετάσχουμε στον διαφωτισμό αυτού του μυστηρίου «αλλ’ όμως αυτοί οι λόγοι δεν δείχνουν αρκετά πειστικά πως τα πρόσωπα είναι τρία».
Γι’ αυτόν τον λόγο οι φιλόσοφοι δεν μπόρεσαν ποτέ τους να εισχωρήσουν μέχρι τα τρία πρόσωπα με τα χαρακτηριστικά τους (Πατρότητα, Υιότητα, Εκπόρευση), παρότι κατόρθωσαν να θεωρήσουν μερικές από τις ιδιότητες του θείου, του ενός ή του άλλου προσώπου: την παντοδυναμία του Πατρός, την σοφία του Υιού, την αγαθότητα του πνεύματος.
Το γεγονός πως οι φιλόσοφοι δεν κατόρθωσαν να φθάσουν ποτέ τους στην τριαδική πίστη αποδεικνύει πως είναι αδύνατον, λόγω Αρχής, να ξεκαθαρίσουν οι διαφορές ανάμεσα στα πρόσωπα ξεκινώντας από λογικές αιτίες ή από τριάδες που αντλούνται από την κτίση. Και ο Ακινάτης απευθύνεται ακριβώς στον Αυγουστίνο σαν τον εγγυητή του γεγονότος πως «φθάνουμε στην γνώση μέσω της πίστης και όχι αντιστρόφως».
Αφού λοιπόν σταθεροποίησε αυτά τα όρια, τα οποία θεώρησε γενικώς ισχύοντα, ο Ακινάτης δεν ξεχνά να ονομάσει δύο λόγους για τους οποίους η αποκάλυψη της Τριάδος θα έπρεπε να είναι κατανοητή και μάλιστα απαραίτητη.
Διότι πρώτα απ’ όλα από το δόγμα της Τριάδος συνεπάγεται πως η δημιουργία δεν έγινε από ανάγκη, αλλά από μια κίνηση αγάπης και ελευθερίας.
Κατά δεύτερον η τριαδική αποκάλυψη υπήρξε αναγκαία για να μπορέσουμε να «διαλογισθούμε γύρω από την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, η οποία επιτυγχάνεται δια μέσου του Υιού που έγινε άνθρωπος και με το δώρο του Αγίου Πνεύματος».
Με αυτό λοιπόν διαθέτουμε τις συντεταγμένες που θεμελιώνουν την τριαδική σκέψη του Ακινάτη: η φιλοσοφική προσέγγιση που βρίσκεται στο ξεκίνημα είναι η μεταφυσική αναζήτηση του τελευταίου θεμελίου της πραγματικότητος. Αυτό το θέμα συνοδεύει η πρόθεση, ανθρωπολογικού χαρακτήρος, να δείξει στον θεό το αντικείμενο του φυσικού πόθου του ανθρώπου στην Ευτυχία. Αυτή η ανθρωπολογική προσέγγιση πραγματοποιείται μόνον από την πίστη στην αποκάλυψη της Τριάδος, η οποία το αναπτύσσει περαιτέρω από την θεολογική άποψη της δημιουργίας και της ενσαρκώσεως. Δια τον Ακινάτη λοιπόν η σωτηριολογική συζήτηση είναι απαραίτητη, παρότι φαίνεται να αφιερώνεται κυρίως σε θέματα εμμένειας, οντολογικής Τριαδολογίας.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...