Σάββατο, 17 Απριλίου 2021

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (1)

ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΥΣΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟ ΔΟΥΛΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Εισαγωγή


Αν επρόκειτο να επιβραβεύουμε με χρήματα εκείνους που διακρίνονται στην αρετή, θα ήταν μικρός, όπως λέγει ό Σολομών, όλος ο κόσμος των χρημάτων για να εξισωθεί με την άρετή σου· διότι η χρωστούμενη χάρις στη σεμνότητα σου δεν μπορεί να εκτιμηθεί με χρήματα. Το άγιο Πάσχα όμως απαιτεί τη συνηθισμένη δωροφορία της αγάπης, την οποία προσφέρουμε, ω άνθρωπε του Θεού, στη μεγαλοφροσύνη σου· είναι δώρο μικρότερο βέβαια από ό,τι αξίζει να σου προσφερθεί, άλλα όχι ενδεέστερο της δυνάμεώς μας. Και είναι το δώρο ένας λόγος σαν ένα πενιχρό ιμάτιο που υφάνθηκε με κόπο από την πτωχή μας διάνοια.

Η υπόθεσις του λόγου θα μπορούσε να φανεί στους πολλούς ότι είναι τολμηρή, ενομίσαμε όμως ότι δεν είναι έξω από το πρέπον. Διότι ο μόνος που κατενόησε αξίως την κτίσι του Θεού είναι ο Βασίλειος, που πράγματι εκτίσθηκε κατά Θεόν κι’ εμορφώθηκε ψυχικά κατά την εικόνα του κτίστη, ο κοινός μας πατήρ και διδάσκαλος που την υψηλή διακόσμησιν του σύμπαντος έκαμε διά της θεωρίας του εύληπτη στους πολλούς και τον κόσμο που συστάθηκε με την αληθινή σοφία από τον Θεόν έκαμε γνώριμο σ’ εκείνους που προσάγονται στη θεωρία δια της συνέσεώς του.

Εμείς πάντως, αν και δεν είμαστε σε θέση ούτε να τον θαυμάζουμε επαρκώς, σκεφθήκαμε να προσθέσουμε ό,τι λείπει από τις θεωρίες του μεγάλου· όχι με σκοπό να νοθεύσουμε το πόνημα εκείνου δι’ υποβολής (διότι δεν είναι θεμιτό να καθυβρίζεται το υψηλό εκείνο στόμα, εκπροσωπούμενο από δικά μας λόγια), αλλά για να μη φαίνεται ελλιπής η δόξα του διδασκάλου ανάμεσα στους μαθητές του. Πράγματι, παρατηρούμε ότι η περί ανθρώπου θεωρία λείπει από την Εξαήμερο του Βασιλείου. Αν λοιπόν κανένας μαθητής του δεν φρόντιζε ν’ αναπληρώσει την έλλειψη, ευλόγως θα είχε λαβή η κατηγορία κατά της μεγάλης δόξας του, ότι δεν θέλησε να ενσταλάξει στους ακροατές του κάποια κατανοητική έξη. Τώρα όμως εμείς τολμήσαμε να επιδοθούμε στην εξήγηση του ελλείποντος κατά τη δύναμή μας. Αν κάτι από τα λόγια μας ευρεθεί να είναι αντάξιο προς τη διδασκαλία εκείνου, πρέπει ν’ αποδοθεί οπωσδήποτε στο διδάσκαλο· αν όμως ο λόγος μας δεν φθάνει στη μεγαλοφυή του θεωρία, αυτός θα είναι έξω από κάθε κατηγορία, ότι τάχα δεν ήθελε να αποκτήσουν κάτι αξιόλογο οι μαθητές, και θα διαφύγει τη μομφή, ενώ εμείς ευλόγως θα φανούμε στους φιλοκατήγορους υπεύθυνοι που στην μικροφυή καρδιά μας δεν χωρέσαμε τη σοφία του καθηγητού.

Δεν είναι δε μικρός ο αντικειμενικός σκοπός της θεωρίας ούτε έρχεται δεύτερος απέναντι σε οποιοδήποτε από τα θαύματα του κόσμου· ίσως μάλιστα είναι μεγαλύτερος από κάθε γνωστικό αντικείμενο, διότι κανένα άλλο από τα όντα δεν έχει ομοιωθεί με τον Θεό, εκτός από την κτίση του ανθρώπου. Έτσι οι συνετοί ακροατές προθύμως θα μας συγχωρήσουν, και αν ακόμη ο λόγος μας πέσει πολύ παρακάτω από την αξία του αντικειμένου. Πρέπει, νομίζω, να μη αφήσει τίποτε ανεξέταστο από όλα τα σχετικά με τον άνθρωπο, τόσο τα πιστευόμενα ότι έγιναν πρωτύτερα, όσο και τα αναμενόμενα να συμβούν αργότερα, καθώς και τα παρατηρούμενα τώρα. Διότι πράγματι η σπουδή θα αποδεικνυόταν κατώτερη της υποσχέσεως, αν στην περίπτωση που η θεωρία αναφέρεται στον άνθρωπο παραλειφθεί κάτι από τα συμβάλλοντα στην υπόθεση. Αλλά και όσα από τα σχετικά με τον άνθρωπο φαίνονται να είναι ενάντια μεταξύ τους, για το λόγο ότι τα τώρα παρατηρούμενα γύρω από τη φύση του δεν παρουσιάζονται τα ίδια με τα γενόμενα στην αρχή, πρέπει να τα συναρτήσει σε κάποια αναγκαία λογική ακολουθία με βάση τόσο τη γραφική διήγηση όσο και τα πορίσματα που ευρίσκονται από τους συλλογισμούς· έτσι όλη η διαπραγμάτευση θα διεξαχθεί με ειρμό και τάξη, καθώς οι φαινομενικές αντιθέσεις θα οδηγούνται προς ένα και το ίδιο τέλος· έτσι η θεία δύναμις εφευρίσκει ελπίδα των πέρα από ελπίδα και διέξοδο στα αδιέξοδα.

Για χάριν σαφήνειας θεώρησα καλό να σου παρουσιάσω τον λόγο με κεφάλαια στην αρχή, ώστε να μπόρεσης να γνωρίσεις την υπόθεση όλης της διαπραγματεύσεως με τη σύντομη περίληψη των επιμέρους επιχειρημάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο

Μερική φυσιολογία περί του κόσμου και αβροτέρα διήγησις περί των γεγονότων που προηγήθηκαν της γενέσεως του ανθρώπου

Αυτή είναι η βίβλος γενέσεως ουρανού και γης, λέγει η Γραφή. Τότε που ολοκληρώθηκαν όλα τα φαινόμενα πράγματα και κάθε όν, αφού ξεχωρίσθηκε, ανεχώρησε προς τη θέσιν του· τότε που το ουράνιο σώμα περιέβαλε τα πάντα από γύρω, ενώ τη μέση του παντός κατέλαβαν τα βαρέα και κατωφερή σώματα, η γη και το ύδωρ δηλαδή, συγκροτούμενα το ένα με το άλλο. Σαν σύνδεσμος και βεβαιότης των γενομένων αποτέθηκε στη φύση των όντων η θεία τέχνη και δύναμις, καθοδηγώντας τα πάντα με διπλές ενέργειες. Εμηχάνευσε τη γένεσιν των μη όvτων και την διατήρηση των όντων με στάση και κίνηση περιστρέφοντας την οξύτατη κυκλική κίνηση του πόλου (του ουράνιου θόλου) σαν τροχού γύρω από τον βαθύ και αμετάθετο όγκο της ακίνητης φύσεως, σαν γύρω από ένα πάγιο άξονα, και συντηρώντας με αυτά το αδιάλυτο και των δυό· δηλαδή η κυκλοφορουμένη ουσία δια της οξείας κινήσεως περισφίγγει κυκλικώς το πυκνό της γης, ενώ το στερεό και ανένδοτο δια της αμετάθετης παγιότητος επιτείνει αδιάκοπα την δίνηση των κινουμένων  γύρω απ’ αυτήν.

Στο κάθε μέρος από τα αντίθετα κατά τις ενέργειες εδόθηκε ίση ένταση, τόσο στην στάσιμη φύση όσο και στην άστατη περιφορά. Ούτε δηλαδή η γη δεν μετατίθεται από την βάση της ούτε ο ουρανός δεν χάνει ποτέ τη σφοδρότητα και δεν χαλαρώνει την κίνηση. Αυτά μάλιστα τα δύο κατασκευάσθηκαν πρώτα πριν από τα άλλα κτίσματα κατά την σοφία του ποιητού, σαν αρχή όλου του μηχανισμού. Νομίζω ότι ο μέγας Μωϋσης, λέγοντας ότι ο ουρανός και η γη έγιναν από τον θεό στην αρχή, ήθελε να δείξει ότι προϊόντα της κινήσεως και της στάσεως είναι τα φαινόμενα στην κτίση, που κατά το θειο θέλημα ήλθαν στη γένεσιν.

Αφού λοιπόν ο ουρανός και η γη είναι εκ διαμέτρου αντίθετα μεταξύ τους κατά την αντίθεση της ενεργείας, η ανάμεσα στα αντίθετα ευρισκομένη κτίσις, που μερικώς μετέχει των παρακειμένων, μεσιτεύει ανάμεσα στα άκρα η ίδια, ώστε να συντελεσθεί καταλλήλως η μεταξύ των συνάφεια των εναντίων δια του μέσου. Πράγματι ο αέρας μιμείται κάπως το αεικίνητο και λεπτό της πυρώδους ουσίας, με την ελαφρά του φύσιν και την ικανότητα του προς κίνησιν· δεν είναι όμως τέτοιος ώστε ν’ αποξενώνεται της συγγενείας προς τα στερεά, διότι ούτε πάντοτε ακίνητος μένει ούτε διαπαντός ρέει και σκορπίζεται, αλλά με την οικειότητα προς το καθένα τους γίνεται σαν είδος μεθορίου της εναντιότητος των ενεργειών, αναμιγνύοντας και συγχρόνως διαιρώντας τα διεστώτα μέσα στη φύση. Κατά τον ίδιο λόγο και η υγρά ουσία προσαρμόζεται προς το καθένα από τα εναντία με διπλές ποιότητες. Διότι με το ότι είναι βαρειά και κατωφερής, έχει πολλή συγγένεια προς το γήϊνο· με το ότι μετέχει κάποιος ρευστής και πορευτικής ενεργείας, δεν είναι τελείως αποξενωμένη από την κινουμένη φύσιν αλλά υπάρχει και δι’ αυτού του μέσου κάποια μίξις και συνδρομή των εναντίων, καθώς η βαρύτης μετατέθηκε σε κίνηση και η κίνησις δεν δέθηκε από το βάρος. Έτσι τα άκρως χωρισμένα κατά τη φύση συνέρχονται μεταξύ τους δια των μεσιτευόντων.

Μάλλον για να ακριβολογήσουμε, ούτε η ίδια η φύσις των αντιτιθέμενων πραγμάτων δεν είναι εντελώς άμικτη η μία με την άλλη κατά τα ιδιώματα· έτσι νομίζω ότι όλα τα φαινόμενα στον κόσμο κλίνουν προς άλληλα και συγκλίνει προς τον εαυτό της η κτίσις ευρισκόμενη μέσα στα ιδιώματα των αντιτιθεμένων. Πράγματι,  ενώ η κίνησις δεν νοείται μόνο κατά την τοπική μετάσταση αλλά παρατηρείται και σε τροπή και αλλοίωση, καθώς επίσης ενώ η αμετάθετη φύσις δεν δέχεται κίνησιν κατά την αλλοίωση, η σοφία του Θεού αλλάσσοντας τις ιδιότητες ενέβαλε στο μεν αεικίνητο το άτρεπτο, στο δε ακίνητο την τροπή, οικονομώντας αύτη την ενέργεια με κάποια πρόνοια, ώστε η ιδιότης της φύσεως, που είναι το άτρεπτο και αμετάθετο, σ’ ένα από τα βλεπόμενα στην κτίσιν, να μην επιτρέψει να νομίζεται το κτίσμα Θεός. Διότι δεν θα μπορούσε να αποκτήσει υπόληψη θεότητος ό,τι τύχει να κινείται και να αλλοιώνεται. Γι’ αυτό η μεν γη είναι στάσιμη και όχι άτρεπτη, ο δε ουρανός αντιθέτως μη έχοντας το τρεπτό δεν έχει ούτε το στάσιμο· έτσι η θεία δύναμις, συμπλέκοντας με τη στάσιμη φύση την τροπή και με την τρεπόμενη φύση την κίνηση, δια της εναλλαγής των ιδιωμάτων θα εξοικειώσει και τις δυο μεταξύ τους και θα τις αλλοτριώσει από την υπόληψη της θεότητος· διότι κανένα από αυτά τα δυό, όπως λέγεται, δεν μπορεί να νομισθεί ότι είναι ιδιότης της θείας φύσεως, ούτε το άστατο ούτε το αλλοιούμενο.

Τώρα λοιπόν έφθασαν όλα και προς το τέλος τους. Διότι, όπως λέγει ο Μωυσής, ολοκληρώθηκε ο ουρανός και η γη και όλα τα ενδιάμεσα και τα καθέκαστον διακοσμήθηκαν με το κατάλληλο κάλλος· ο ουρανός με τις λάμψεις των φωστήρων, η θάλασσα και ο αέρας με τα κολυμβητικά και τα εναέρια ζώα, η γη με τις πολυάριθμες ποικιλίες των φυτών και των ζώων, τα οποία εγέννησε όλα μαζεμένα συγχρόνως, αφού δυναμώθηκε από το θείο βούλημα. Γεμάτη από τα ωραία ήταν η γη, αφού μαζί με τα άνθη εβλάστησε και τους καρπούς· οι λειμώνες ήσαν γεμάτοι από τα φυτά που ταιριάζουν σ’ αυτούς. Όλες οι ράχες κι οι κορυφές, οι πλαγιές και οι πεδιάδες, καθώς και οι κοιλάδες, ήσαν στεφανωμένες με τη νεοφυτρωμένη χλόη και με την ποικίλη ομορφιά των δένδρων, που μόλις είχαν φυτρώσει από τη γη κι’ ευθύς αμέσως έφθασαν προς το τέλειο κάλλος τους. Όλα τα ζώα που ζωογονήθηκαν με το πρόσταγμα του Θεού ήσαν χαρούμενα, φυσικά, και χοροπηδούσαν, τρέχοντας στις λόχμες κατά αγέλες και κατά γένη. Οι ρεματιές και τα σύσκια όλα αντηχούσαν παντού από τις μελωδίες των ωδικών πτηνών. Παρόμοια ήταν βέβαια η θέα της θάλασσας, που στις συγκεντρώσεις των εσοχών είχε ησυχία και γαλήνη, όπου με τη θεία βούληση διαμορφώθηκαν στις ακτές αυτομάτως όρμοι και λιμένες που συμφιλίωναν τη θάλασσα με την ξηρά. Οι ήρεμες κινήσεις των κυμάτων παραλληλίζονταν με την ομορφιά των λειμώνων, καθώς κυμάτιζαν στην επιφάνειά τους από τις λεπτές και ήρεμες αύρες.

Και όλος ο πλούτος της κτίσεως, στη γη και στη θάλασσα, ήταν έτοιμος, αλλά δεν υπήρχε ο μέτοχός του.

(Συνεχίζεται)

ΣΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΝΑΥΑΓΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΕΙ ΚΑΙ Η ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΕΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΠΟΥ ΕΠΑΝΕΦΕΡΕ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ.

Το πρωτότυπο κείμενο

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.
Τῷ ἀδελφῷ δούλῳ Θεοῦ Πέτρῳ Γρηγόριος ἐπίσκοπος Νύσσης.


Εἰ ταῖς διὰ τῶν χρημάτων τιμαῖς ἔδει γεραίρειν τοὺς κατ' ἀρετὴν διαφέροντας, μικρὸς ἂν, καθώς φησιν ὁ Σολομὼν, ὅλος ὁ κόσμος τῶν χρημάτων ἐφάνη πρὸς τὸ γενέσθαι τῆς σῆς ἀρετῆς ἰσοστάσιος· ἐπειδὴ κρεῖττον ἢ κατὰ πλούτου τιμὴν ἡ χρεωστουμένη τῇ σεμνότητί σου χάρις ἐστίν. Ἀπαιτεῖ δὲ τὸ ἅγιον Πάσχα τὴν συνήθη τῆς ἀγάπης δωροφορίαν, ἢν προσ άγομέν σου τῇ μεγαλοφροσύνῃ, δῶρον, ὧν
ἄνθρωπε Θεοῦ, μικρότερον μὲν ἢ ὡς ἄξιον εἶναί σοι προσκομίζεσθαι, τῆς γε μὴν δυνάμεως ἡμῶν οὐκ ἐνδεέστερον. Τὸ δὲ δῶρον λόγος ἐστὶν, οἷον ἱμάτιόν τι πενιχρὸν ἐκ τῆς πτωχῆς ἡμῶν διανοίας οὐκ ἀπόνως ἐξυφα σμένον.

Ἡ δὲ τοῦ λόγου ὑπόθεσις τολμηρὰ μὲν ἴσως τοῖς πολλοῖς εἶναι δόξει, πλὴν οὐκ ἔξω τοῦ πρέποντος ἐνομίσθη. Μόνος γὰρ ἀξίως τὴν κτίσιν τοῦ Θεοῦ κατε νόησεν, ὁ κατὰ Θεὸν κτισθεὶς ὄντως, καὶ ἐν εἰκόνι τοῦ κτίσαντος τὴν ψυχὴν μεμορφωμένος Βασίλειος, ὁ κοι νὸς ἡμῶν πατὴρ καὶ διδάσκαλος, ὃς τὴν ὑψηλὴν τοῦ παντὸς διακόσμησιν εὔληπτον τοῖς πολλοῖς διὰ τῆς ἰδίας θεωρίας ἐποίησε, καὶ τὸν ἐν τῇ ἀληθινῇ σοφίᾳ παρὰ τοῦ Θεοῦ συστάντα κόσμον γνώριμον τοῖς διὰ τῆς συνέσεως αὐτοῦ τῇ θεωρίᾳ προσαγομένοις ποιήσας.

Ἡμεῖς δὲ καὶ τοῦ θαυμάζειν αὐτὸν κατ' ἀξίαν ἐνδεῶς ἔχοντες, ὁμοῦ τὸ λεῖπον τοῖς τεθεωρημένοις τῷ μεγάλῳ προσθεῖναι διενοήθημεν, οὐχ ὡς νο θεύοντες δι' ὑποβολῆς τὸν ἐκείνου πόνον (οὐδὲ γὰρ θέμις τὸ ὑψηλὸν ἐκεῖνο καθυβρισθῆναι στό μα τοῖς ἡμετέροις ἐπιφημιζόμενον λόγοις), ἀλλ' ὡς μὴ δοκεῖν ἐλλιπῆ τοῦ διδασκάλου τὴν δόξαν ἐν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶναι. Εἰ γὰρ λειπούσης τῆς Ἑξαημέρου τῆς εἰς τὸν ἄνθρωπον θεωρίας, μηδεὶς τῶν μαθητευσάντων αὐτῷ σπουδήν τινα πρὸς τὴν τοῦ λείποντος ἀναπλήρωσιν εἰσενέγκαιτο, ἔσχεν ἂν εἰ κότως κατὰ τῆς μεγάλης αὐτοῦ δόξης ὁ μῶμος λα βὴν, ὡς μὴ βουληθέντος ἕξιν τινὰ κατανοητικὴν τοῖς ἀκροαταῖς ἐνεργάσασθαι. Νυνὶ δὲ κατὰ δύναμιν ἡμῶν ἐπιτολμησάντων τῇ ἐξηγήσει τοῦ λείποντος, εἰ μέν τι τοιοῦτον ἐν τοῖς ἡμετέροις εὑρεθείη, οἷον τῆς ἐκείνου διδασκαλίας μὴ ἀνάξιον εἶναι, εἰς τὸν διδά σκαλον πάντως τὴν ἀναφορὰν ἕξει· εἰ δὲ μὴ καθ ίκοιτο τῆς μεγαλοφυοῦς θεωρίας ὁ ἡμέτερος λόγος, ὁ μὲν ἔξω τῆς τοιαύτης ἔσται κατηγορίας, τοῦ μὴ βούλεσθαι δοκεῖν τοῖς μαθηταῖς ἐγγενέσθαι τι δεξιὸν, ἐκφυγὼν τὴν μέμψιν, ἡμεῖς δ' ἂν εἰκότως ὑπεύθυνοι δόξωμεν τοῖς μωμοσκοποῦσιν, ὡς οὐ χωρήσαντες ἐν τῷ μικροφυεῖ τῆς καρδίας ἡμῶν τοῦ καθηγητοῦ τὴν σοφίαν. 

Ἔστι δ' οὐ μικρὸς ὁ προκείμενος ἡμῖν εἰς θεωρίαν σκοπὸς, οὐδέ τινος τῶν ἐν κόσμῳ θαυμάτων τὰ δεύτερα φερόμενος, τάχα δὲ καὶ μείζων ἑκάστου τῶν γιγνωσκομένων, διότι οὐδὲν ἕτερον Θεῷ ἐκ τῶν
ὄντων ὡμοίωται, πλὴν τῆς κατὰ τὸν ἄνθρωπον κτί σεως, ὥστε παρὰ τοῖς εὐγνώμοσι τῶν ἀκροατῶν πρό χειρον ἡμῖν τὴν ἐπὶ τοῖς λεγομένοις συγγνώμην εἶναι, κἂν πολὺ κατόπιν τῆς ἀξίας ὁ λόγος ἔλθοι. Δεῖ γὰρ, οἶμαι, τῶν περὶ τὸν ἄνθρωπον ἁπάντων, τῶν τε προ γεγενῆσθαι πεπιστευμένων, καὶ τῶν εἰσύστερον ἐκ βήσεσθαι προσδοκωμένων, καὶ τῶν νῦν θεωρουμένων μηδὲν παραλιπεῖν ἀνεξέταστον.
Ἦ γὰρ ἂν ἐλλιπεστέρα τοῦ ἐπαγγέλματος ἡ σπουδὴ διελέγχοιτο, εἰ τοῦ ἀνθρώπου προκειμένου τῇ θεωρίᾳ, παρεθείη τι τῶν συντεινόντων πρὸς τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ καὶ τὰ δοκοῦντα περὶ αὐτὸν ἐναντίως ἔχειν, διὰ τὸ μὴ τὰ αὐτὰ τοῖς ἐξ ἀρχῆς γεγενημένοις, καὶ νῦν περὶ τὴν φύσιν ὁρᾶσθαι διά τινος ἀναγκαίας ἀκολουθίας· ἔκ τε τῆς γραφικῆς ὑφηγήσεως καὶ ἐκ τῆς παρὰ τῶν λογισμῶν εὑρισκομένης ἐπινοίας συναρτῆσαι προσ ήκει, ὡς ἂν συμβαίνοι πᾶσα ἡ ὑπόθεσις εἱρμῷ καὶ τάξει τῶν ἐναντίως ἔχειν δοκούντων πρὸς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πέρας συμφερομένων, οὕτω καὶ τῆς θείας δυνά μεως ἐλπίδα τοῖς ὑπὲρ ἐλπίδα, καὶ πόρον τοῖς ἀμη χάνοις ἐφευρισκούσης. 

Σαφηνείας δὲ χάριν καλῶς ἔχειν ᾠήθην, ἐπὶ κεφαλαίων σοι προθεῖναι τὸν λόγον, ὡς ἂν ἔχοις πάσης τῆς πραγματείας ἐν ὀλίγῳ τῶν καθέκαστον ἐπιχειρημάτων εἰδέναι τὴν ὑπόθεσιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ.

Ἐν ᾧ τίς ἐστι μερικὴ περὶ τοῦ κόσμου φυσιολο γία, καί τις ἁβροτέρα διήγησις περὶ τῶν προγεγονότων τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως. 

Αὕτη ἡ βίβλος γενέσεως οὐρανοῦ καὶ γῆς, φησὶν ἡ Γραφή· ὅτε συνετελέσθη πᾶν τὸ φαινόμενον, καὶ πρὸς τὴν οἰκείαν θέσιν ἕκαστον τῶν ὄντων ἀποκριθὲν ἀν εχώρησεν· ὅτε περιέσχεν ἐν κύκλῳ τὰ πάντα τὸ οὐράνιον σῶμα, τὴν δὲ μέσην τοῦ παντὸς ἀπέλαβε χώραν τὰ βαρέα καὶ κατωφερῆ τῶν σωμάτων, γῆ τε καὶ ὕδωρ, ἐν ἀλλήλοις διακρατούμενα. Σύνδεσμος δέ τις καὶ βεβαιότης τῶν γεγενημένων ἡ θεία τέχνη καὶ δύ ναμις τῇ φύσει τῶν ὄντων ἐναπετέθη, διπλαῖς ἐνερ γείαις ἡνιοχοῦσα τὰ πάντα. Στάσει γὰρ καὶ κινήσει τὴν γένεσιν τοῖς μὴ οὖσι, καὶ τὴν διαμονὴν τοῖς οὖσιν ἐμηχανήσατο, περὶ τὸ βαρὺ καὶ ἀμετάθετον τῆς ἀκινήτου φύσεως, οἷον περί τινα πάγιον ἄξονα, τὴν ὀξυτάτην τοῦ πόλου κίνησιν τροχοῦ δίκην ἐν κύκλῳ περιελαύνουσα, καὶ δι' ἀλλήλων ἀμφοτέροις συντηροῦσα τὸ ἀδιάλυτον; τῆς τε κυκλοφορουμένης οὐσίας διὰ τῆς ὀξείας κινήσεως τὸ ναστὸν τῆς γῆς ἐν κύκλῳ περισφιγγούσης, τοῦ τε στεῤῥοῦ καὶ ἀνενδότου διὰ τῆς ἀμεταθέτου παγιότητος ἀδιαλείπτως ἐπιτείνοντος τῶν περὶ αὐτὴν κυκλουμένων τὴν δίνησιν. 

Ἴση δὲ καθ' ἑκάτερον τῶν ταῖς ἐνεργείαις διεστηκότων ἡ ὑπερβολὴ ἐναπειργάσθη, τῇ τε στασίμῳ φύσει καὶ τῇ ἀστάτῳ περιφορᾷ. Οὔτε γὰρ ἡ γῆ τῆς ἰδίας βάσεως μετατίθεται, οὔτε ὁ οὐρανός ποτε τὸ σφοδρὸν ἐνδί δωσι καὶ ὑποχαλᾷ τῆς κινήσεως. Ταῦτα δὲ καὶ πρῶτα κατὰ τὴν τοῦ πεποιηκότος σοφίαν, οἷόν τις ἀρχὴ τοῦ παντὸς μηχανήματος προκατεσκευάσθη τῶν ὄντων, δεικνύντος, οἶμαι, τοῦ μεγάλου Μωσέως διὰ τοῦ ἐν ἀρχῇ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν παρὰ τοῦ Θεοῦ γεγε νῆσθαι εἰπεῖν, ὅτι κινήσεώς τε καὶ στάσεως ἔκγονα τὰ ἐν τῇ κτίσει φαινόμενα πάντα, τὰ κατὰ τὸ θεῖον βούλημα παραχθέντα εἰς γένεσιν. 
Τοῦ τοίνυν οὐρα νοῦ καὶ τῆς γῆς ἐκ διαμέτρου πρὸς ἄλληλα κατὰ τὸ ἐναντίον τῆς ἐνεργείας διεστηκότων, ἡ μεταξὺ τῶν ἐναντίων κτίσις ἐν μέρει τῶν παρακειμένων μετ έχουσα. δι' ἑαυτῆς μεσιτεύει τοῖς ἄκροις, ὡς ἂν ἐπίδη λον γενέσθαι τὴν πρὸς ἄλληλα τῶν ἐναντίων διὰ τοῦ μέσου συνάφειαν. Τὸ γὰρ ἀεικίνητον καὶ λεπτὸν τῆς πυρώδους οὐσίας μιμεῖται μέν πως ὁ ἀήρ, ἔν τε τῷ κούφῳ τῆς φύσεως καὶ τῷ πρὸς τὴν κίνησιν ἐπιτη δείως ἔχειν. Οὐ μὴν τοιοῦτός ἐστιν, οἷος τῆς πρὸς τὰ πάγια συγγενείας ἀλλοτριοῦσθαι, οὔτε ἀεὶ μένων ἀκίνητος, οὔτε διαπαντὸς ῥέων καὶ σκεδαννύμενος· ἀλλὰ τῇ πρὸς ἕτερον οἰκειότητι οἷόν τι μεθόριον τῆς τῶν ἐνεργειῶν ἐναντιότητος γίνεται, μιγνὺς ἅμα καὶ διαιρῶν ἐν αὐτῷ τὰ διεστῶτα τῇ φύσει. Κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, καὶ ἡ ὑγρὰ οὐσία διπλαῖς ποιότησι πρὸς ἑκάτερον τῶν ἐναντίων ἁρμόζεται. Τῷ μὲν γὰρ βαρεῖά τε καὶ κατω φερὴς εἶναι, πολλὴν πρὸς τὸ γεῶδες τὴν συγγένειαν ἔχει. Τῷ δὲ μετέχειν ῥοώδους τινὸς καὶ πορευτικῆς ἐνεργείας, οὐ πάντη τῆς κινουμένης ἠλλοτρίωται φύσεως, ἀλλά τίς ἐστι καὶ διὰ τούτου μίξις τῶν ἐναντίων καὶ σύνοδος, τῆς τε βαρύτητος εἰς κίνησιν μετατεθείσης, καὶ τῆς κινήσεως ἐν τῷ βάρει μὴ πεδηθείσης, ὥστε συμβαίνειν πρὸς ἄλληλα τὰ κατὰ τὸ ἀκρότατον τῇ φύσει διεστηκότα διὰ τῶν μεσιτευόντων ἀλλήλοις ἑνούμενα. Μᾶλλον δὲ κατὰ τὸν ἀκριβῆ λόγον οὐδὲ αὐτὴ τῶν ἀντικειμένων ἡ φύσις ἀμίκτως πάντη πρὸς τὴν ἑτέραν τοῖς ἰδιώμασιν ἔχει, ὡς ἂν, οἶμαι, πάντα πρὸς ἄλληλα νεύοι τὰ κατὰ τὸν κόσμον φαινόμενα, καὶ συμπνέοι πρὸς ἑαυτὴν ἡ κτί σις ἐν τοῖς τῶν ἀντικειμένων ἰδιώμασιν εὑ ρισκομένη. Τῆς γὰρ κινήσεως οὐ μόνον κατὰ τὴν τοπικὴν μετάστασιν νοουμένης, ἀλλὰ καὶ ἐν τροπῇ καὶ ἀλλοιώσει θεωρουμένης· πάλιν δ' αὖ, τῆς ἀμεταθέτου φύσεως τὴν κατὰ τὸ ἀλλοιοῦσθαι κίνη σιν οὐ προσιεμένης· ἐναλλάξασα τὰς ἰδιότητας ἡ τοῦ Θεοῦ σοφία, τῷ μὲν ἀεικινήτῳ τὸ ἄτρεπτον, τῷ δὲ ἀκινήτῳ τὴν τροπὴν ἐνεποίησε, προμηθείᾳ τινὶ τάχα τὸ τοιοῦτον οἰκονομήσασα, ὡς ἂν μὴ τὸ τῆς φύσεως ἴδιον, ὅπερ ἐστὶ τὸ ἄτρεπτόν τε καὶ ἀμετά θετον, ἐπί τινος τῶν κατὰ τὴν κτίσιν βλεπομένων, Θεὸν νομίζεσθαι τὸ κτίσμα ποιήσειεν. Οὐ γὰρ ἔτι θεότητος ὑπόληψιν σχοίη, ὅπερ ἂν κινούμενον ἢ ἀλλοιούμενον τύχῃ. Διὰ τοῦτο ἡ μὲν γῆ στάσιμός ἐστι, καὶ οὐκ ἄτρεπτος· ὁ δὲ οὐρανὸς τοῦ ἐναντίου τὸ τρεπτὸν οὐκ ἔχων, οὐδὲ στάσιμον ἔχει, ἵνα τῇ μὲν φύσει ἑστώσῃ τὴν τροπὴν, τῇ δὲ μὴ τρεπομένῃ τὴν κίνησιν ἡ θεία συμπλέξασα δύναμις, καὶ ἀλλήλαις ἀμφοτέρας τῇ ἐναλλάξει τῶν ἰδιωμάτων προσοικειώσῃ, καὶ τῆς περὶ τὸ θεῖον ὑπολήψεως ἀλλοτριώσῃ. Οὐδέτερον γὰρ ἂν τούτων, καθὼς εἴρηται, τῆς θειοτέρας φύσεως νομισθείη· οὔτε τὸ ἄστατον, οὔτε τὸ ἀλλοιούμενον. 

Ἤδη τοίνυν τὰ πάντα πρὸς τὸ ἴδιον ἔφθασε τέλος. Συνετελέσθη γὰρ, καθώς φησι Μωϋ σῆς, ὅ τε οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ καὶ τὰ διὰ μέσου πάντα, καὶ τῷ καταλλήλῳ κάλλει τὰ καθέκαστον διεκοσμήθη· ὁ οὐρανὸς μὲν ταῖς τῶν φωστήρων αὐγαῖς, θάλαττα δὲ καὶ ἀὴρ τοῖς νηκτοῖς τε καὶ ἐναερίοις τῶν ζώων, γῆ δὲ ταῖς παντοίαις τῶν φυτῶν τε καὶ βοσκημάτων διαφοραῖς, ἅπερ ἀθρόως ἅπαντα θείῳ βουλήματι δυ ναμωθεῖσα κατὰ ταὐτὸν ἀπεκύησε. Καὶ πλήρης μὲν ἦν τῶν ὡραίων ἡ γῆ, ὁμοῦ τοῖς ἄνθεσι τοὺς καρποὺς ἐκβλαστήσασα· πλήρεις δὲ οἱ λειμῶνες τῶν, ὅσα τοὺς λειμῶνας ἐπέρχεται. Πᾶσαί τε ῥαχίαι καὶ ἀκρώρειαι, καὶ πᾶν ὅσον πλάγιόν τε καὶ ὕπτιον, καὶ ὅσον ἐν κοίλοις, τῇ νεοθαλεῖ πόᾳ καὶ τῇ ποικίλῃ τῶν δένδρων ὥρᾳ κατεστεφάνωτο, ἄρτι μὲν τῆς γῆς ἀνισχόντων, εὐθὺς δὲ πρὸς τὸ τέλειον κάλλος ἀναδραμόντων. Ἐγε γήθει δὲ πάντα κατὰ τὸ εἰκὸς, καὶ διεσκίρτα τὰ τῷ προστάγματι τοῦ Θεοῦ ζωογονηθέντα βοτὰ, κατ' ἀγέλας τε καὶ κατὰ γένη ταῖς λόχμαις ἐνδιαθέοντα. Ταῖς δὲ τῶν μουσικῶν ὀρνίθων ᾠδαῖς ἁπανταχῆ περι ηχεῖτο πᾶν, ὅσον κατηρεφές τε καὶ σύσκιον. Ἥ τε κατὰ θάλατταν ὄψις, ὡς εἰκὸς, ἄλλη τοιαύτη τις ἦν, ἄρτι πρὸς ἡσυχίαν τε καὶ γαλήνην ἐν ταῖς συναγω γαῖς τῶν κοίλων καθισταμένη, καθ' ἣν ὅρμοι καὶ λιμένες θείᾳ βουλήσει ταῖς ἀκταῖς αὐτομάτως ἐγκοι λανθέντες, προσημέρουν τῇ ἠπείρῳ τὴν θάλατταν. Αἵ τε ἠρεμαῖαι τῶν κυμάτων κινήσεις τῷ κάλλει τῶν λειμώνων ἀνθωραΐζοντο, ὑπὸ λεπταῖς καὶ ἀπή μοσιν αὔραις κατ' ἄκραν τὴν ἐπιφάνειαν γλαφυρῶς ἐπιφρίσσουσαι. 

Καὶ ἅπας ὁ κατὰ τὴν κτίσιν πλοῦ τος, κατὰ γῆν τε καὶ θάλατταν ἕτοιμος ἦν, ἀλλ' ὁ μετέχων οὐκ ἦν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: