Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος Λόγος Δεύτερος (16)

ΠΕΡΙ ΕΚΠΟΡΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ


Συνέχεια από: Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017 


Ας επιχειρήσουμε όμως να αναδείξουμε ομόδοξες προς αυτές τις έννοιες (της ορθόδοξης ευσεβείας) εκείνες τις πατερικές φωνές που οι Λατίνοι προτείνουν υπέρ των απόψεών τους. Και αν μεν επιτύχουμε να διαλύσουμε επαρκώς την φαινομενική αντίθεση, αυτό θα συμβεί χάρη στον Θεό, ο οποίος  παρέσχε γνώση συνήγορον περί της εις αυτόν αληθείας και σε εμάς που βρισκόμαστε στα έσχατα άκρα της άγνοιας απομακρυσμένοι από την απαθή ζωή. Εάν όμως δεν μπορέσουμε να αποδώσουμε τον λόγον τούτον κατά πάντα, όποιος είναι τέλειος και σοφός κατά τα θεία και πνευματικά εν Χριστώ, αφού αποδεχθεί την προαίρεση μας, έχοντες ένθερμο ζήλο ως μαθητές, ας μας διδάξει αυτός ο ίδιος τον καλύτερον λόγον και αναπληρώνοντας την αδυναμία μας ας κατανικήσει με τελειότερο τρόπο αυτούς που προσπαθούν να συναγάγουν από τις πατερικές φωνές τα αντίθετα προς την ευσέβεια.

Πες λοιπόν, ποιοι είναι οι θεολόγοι και ποια τα λεχθέντα από εκείνους. Διότι είναι από τα αδύνατα να μη συμφωνούν μεταξύ των όλοι οι θεοφόροι και με τον Χριστόν τον Θεό των θεοφόρων, ενώ μία είναι σε αυτούς η επίπνοια εκ του ενός Πνεύματος του Χριστού. Εκτός δε τούτου ο Δαμασκηνός είναι έπειτα από όλους σχεδόν εκείνους και εδιδάχθη από όλους εκείνους και μαρτυρεί ο ίδιος την συμφωνία με εκείνους με το να σημειώνει όχι "λέγω" αλλά "λέγομεν" και δι’ εαυτού παριστάνει σε εμάς να μη λέγουν και εκείνοι πουθενά εκ του Υιού το Πνεύμα καθ’ ύπαρξιν. Σεις δε μου φαίνεται ότι, μη φθάνοντες στο ύψος της μεγαλονοίας των, σκέπτεσθε περί αυτών τοιαύτα. Βεβαίως και πρώτον αίτιον λέγεται ο Πατήρ από όλους, αλλ’ άκουσες πως λέγεται˙ και ο μέγας Αθανάσιος είπε ότι το άγιο Πνεύμα εκλάμπει παρά του Λόγου, αλλ’ άκουσες πως είπε˙ και εικόνα του μεν Πατρός τον Υιόν, του δε Υιού το Πνεύμα, λέγομεν, αλλ’ ακουσες πως λέγομεν˙ και πολλά άλλα καθαρώς εξέφρασαν, φαινομενικά υπέρ των απόψεών σας, αλλά συμφωνούντα σαφώς με εμάς και όχι με σάς. Θα δώσει δε το Πνεύμα λόγον και στα εξής δι' ανοίξεως του στόματός μας.

Αλλά ποιός είναι αυτός που λέει πως υπάρχει και στον Υιό το εκπορεύειν; Ο ίδιος ο Γρηγόριος, λέγουν, ο όποιος έχει επωνυμία το θεολογείν˙ διότι λέγει, «πάντα τα του Πατρός έχει ο Υιός, πλην της αγεννησίας». Επειδή λοιπόν έχει όλα τα του Πατρός πλην μόνης της αγεννησίας, πώς δεν θα έχει και το εκπορεύειν;
Όντως δεν είναι αυτοί (οι Λατίνοι) του Πνεύματος το όποιο ομιλεί σε αυτόν- τον Γρηγόριο˙ διότι αν ήταν, δεν θα απέδιδαν τέτοια ψεύδη στον άγιο, ο όποιος λέγει «και όσα ταπεινότερα λέγονται περί του Αγίου Πνεύματος παρά του Υιού λέγονται αναγόμενα κι αυτά στην πρώτη αιτία, για να δειχθεί από ποιον προέρχονται (το ἐξ οὗ)». Ποίος είναι λοιπόν η πρώτη αιτία; Δεν είναι μόνος ο Πατήρ; «Γιατί τα έχει όλα ο Υιός τα του Πατρός», λέει, «χωρίς την αιτία, το να είναι αίτιος δηλ. κι Αυτός (ο Υιός) της θεότητος». Γιατί κηρύττει πάντοτε ένα αίτιο και μιαν αρχή στον Θεό, τον αγέννητο Πατέρα, και Αυτόν γνωρίζει ως τον μοναδικό θεϊκό.

ΕΔΩ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΔΥΣΚΟΛΙΑ.

ἡμῖν εἷς Θεός, ὅτι πρός ἕν αἴτιον τά ἐξ αὐτοῦ τήν ἀναφοράν ἔχει», οὐ τό ἐξ αὐτῶν λέγων ἐκ Θεοῦ τόν Υἱόν, καί Θεόν ἐκ Θεοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Διά μέσου δέ Θεοῦ ἐκ τοῦ Θεοῦ, οὐ Θεόν ὑφιστάμενον δοξάζει, ἄπαγε τῆς βλασφημίας, ἀλλά τά κτιστά˙

ΑΣ ΔΟΥΜΕ ΜΕΡΙΚΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ.

α) Και για αυτό λέγει, «για εμάς εις Θεός, διότι τα εξ αυτού έχουν την αναφορά προς εν αίτιον», δεν λέγει το εξ αυτών εκ Θεού τον Υιόν, και Θεόν εκ Θεού το Πνεύμα το Άγιον. Διά μέσου δε Θεού εκ του Θεού δεν δέχεται Θεόν υφιστάμενον -απαγε της βλασφημίας- αλλά τα κτιστά. Καθ’ όμοιον τρόπον τοποθετεί ως πρώτον αίτιον τον Πατέρα λέγων στον δεύτερον Ειρηνικό λόγο του ότι «όσον πολυτιμότερος των κτισμάτων είναι ο Θεός, τόσον μεγαλοπρεπέστερο είναι εις την πρώτη αιτία να είναι αρχή θεότητος παρά κτισμάτων και διά μέσης θεότητος να έρχεται εις τα κτίσματα».

β) Γι' αυτό και λέει, «ένας Θεός υπάρχει σε μας, γιατί σε ένα αίτιο αναφέρονται αυτά που προέρχονται απ' Αυτόν (τα εξ αυτού)», και δεν λέει μέ τό εξ αυτών ότι είναι απ' τον Θεό ο Υιός,[ αλλά από έν αίτιον] ούτε πως είναι Θεός εκ Θεού το Πνεύμα το άγιον. Πιστεύει (δοξάζει) δε, όχι έναν Θεό που υφίσταται δια μέσου ενός Θεού απ' τον Θεό, μακριά από μάς αυτή η βλασφημία, αλλά ότι υφίστανται τα κτιστά μ' αυτόν τον τρόπο˙ γι' αυτό και ονομάζει πρώτον αίτιον (και όχι πρώτον Θεό) τον Πατέρα, λέγοντας και στο δεύτερο απ' τα Ειρηνικά ότι, «όσο είναι τιμιώτερος ο Θεός απ' τα κτίσματα, τόσο είναι και μεγαλοπρεπέστερο να είναι αρχή της θεότητας και όχι των κτισμάτων η πρώτη αιτία, και να φθάνη μέσα απ' τη θεότητα στα κτίσματα».

Μετάφραση Μερετάκης: [Και για αυτό λέγει, «για εμάς εις είναι Θεός, διότι τα εξ αυτού έχουν την αναφορά προς εν αίτιον», δεν λέγει το εξ αυτών ούτε ότι το εν αναφέρεται εις τα δύο, λέγει το Πνεύμα δεύτερον από τον Πατέρα, όπως και τον Υιόν, επίσης δε τον Υιόν Θεόν εκ Θεού και το άγιο Πνεύμα Θεόν εκ Θεού...].

Συ δε -οποία βλασφημία- ο λατινόφρων λέγεις ότι διά μέσου του Υιού, δηλαδή διά μέσου της θεότητος του Υιού, ήλθε ο Πατήρ εις την εκφορά (προενεγκεῖν) του Αγίου Πνεύματος˙ και η καινοφωνία σου δεν σταματά ούτε σε αυτό το σημείο, αλλά λέγεις ότι το Πνεύμα προέρχεται και εκ του Υιού και ότι το εκπορεύειν είναι κοινό Πατρός και Υιού, για τον λόγο ότι ο θεολόγος αυτός λέγει στο "προς τούς καταπλεύσαντας από την Αίγυπτον" ότι ο Υιός έχει όλα τα του Πατρός χωρίς μόνην την αγεννησίαν. Εδώ βεβαίως πρέπει να δεχθείς το "μόνης", ακόμη και αν δεν συνεκφωνήται, και για αυτό σου το προσθέτω και εγώ φανερώς.

Αλλά πες μου δεν επιπροσθέτει αυτός ο ίδιος θεολόγος γράφων, «όλα δε όσα είναι του Υιού είναι και του Πνεύματος, πλην της υιότητος»; Εάν λοιπόν ήταν και του Υιού το εκπορεύειν, αυτό θα είναι και του Πνεύματος˙ διότι το εκπορεύειν δεν είναι στοιχειό υιότητος˙ διαφορετικά θα ήταν Υιός και ο Πατήρ, επειδή έχει και το εκπορεύειν. Ο ίδιος δε (ο Γρηγόριος) και στον "Περί του Αγίου Πνεύματος" λόγο του λέγει και για το Αγιο Πνέομαι «Τί δεν δύναται να ενεργήσει εκ των μεγάλων και ὧν Θεός; Τί δεν του απονέμεται όντας Θεός, πλην της αγεννησίας και της γεννήσεως;». Επομένως και προβολέα θα ονομάσουμε το Πνεύμα. Και το εκπορεύειν δε κατά σε έχει ομοίως με τον Υιόν, γι' αυτό δε και διπλάσιο από εκείνον˙ διότι θα έχει όχι μόνον το του Πατρός, αλλά και το του Υιού κατά την περί του Υιού δόξαν. Βλέπεις σε πόσα άτοπα περιπίπτει εκείνος ο όποιος ακούει ότι ο Υιός έχει όλα τα του Πατρός και μη εννοών μόνα τα της φύσεως, αλλ’ ενίοτε αναμιγνύοντας και μερικά από τα υποστατικά εις τα φυσικά;

Δεν είναι βεβαίως αναγκαίο να προωθήσουμε περισσότερο τον περί τούτου λόγον, αφού έχεις ελεγχθεί εσύ, αλλά χάριν του καλού και για να μην αποδώσει κανείς μομφή εις τον άψογον, θα δείξουμε στην συνέχεια ότι η ρήση του αγίου έχει καλώς, εξ αγνοίας δε των λατινοφρόνων εκλαμβάνεται κακώς. Νομίζω δε ότι ο λόγος δεν θα συντελέσει ολίγον στην αποσαφήνιση του θέματος μας. Πρέπει να δοθεί μεγάλη προσοχή.

Επί του Θεού είναι το αυτό να λέγουμε αγέννητον και αναίτιον˙  για αυτό, και αν άνοιξης όλα τα θεολογικά βιβλία, δεν θα βρεις πουθενά να λέγεται αγέννητο το Άγιον Πνεύμα, και μάλιστα μολονότι δεν είναι γεννητό. Ο δε θεοφόρος Δαμασκηνός, λέγοντας στο όγδοο κεφάλαιο των Δογματικών ότι, «όλα όσα έχει ό Πατήρ είναι και του Πνεύματος, πλην της αγεννησίας», δείχνει ότι επί του Θεού όχι μόνον το αγέννητον είναι το ίδιο με το αναίτιον, αλλά και το αναίτιον είναι το ίδιο με το αίτιον. Διότι επί του Θεού το αίτιον συμβαδίζει με το αναίτιον, εννοώ δε αίτιον της θεότητος του Υιού και του Πνεύματος. Θέλοντας λοιπόν να πει ότι το Πνεύμα έχει όλα τα του Πατρός πλην της καταστάσεως του αναίτιου και του αιτίου, κατά το γένναν δηλαδή και εκπορεύειν, είπε πλην της αγεννησίας μόνης, με την ιδέα ότι αυτή περικλείει όλα όσα είναι ίδια του Πατρός.

Ο Θεός λοιπόν είναι αγέννητος και αναίτιος˙ ο δε αναίτιος Θεός είναι αίτιος της θεότητος. Υπάρχων δε έτσι αίτιος εμφύτου πλούτου, ενώ ο ίδιος δεν στερείται τίποτε, θα ήταν ο ίδιος αυτεπίβουλος, υπάρχοντας αίτιος ενός και μόνου και έτσι θα μετέτρεπε δι' εαυτόν τον πλούτο σε πενία. Εκτός δε τούτου το κατά πάντα τρόπον και πάντως εν είναι ατελές˙ γι' αυτό ήταν και καταληπτό στους ατελείς προς θεογνωσία Ιουδαίους. Αλλά ούτε, υπάρχων επίσης αίτιος της ομοουσίου δυάδος και γεννών το ένα, εκπορεύων δε το άλλο, θα απεκαλύπτετο περισσότερο, ούτως ειπείν, και μάλιστα περιορίζων όλο το άπειρο εις εαυτόν και εις τους προερχομένους εξ αυτού. Επιπλέον δεν υπάρχει καν άλλος τρόπος εμφύτου υπάρξεως˙ διότι και τα υπεράνω τούτων δεν είναι θεότης, αλλά έκπτωσις θεότητος˙ αυτά λοιπόν είναι και η πολυθεΐα των αθέων Ελλήνων.

Αλλ’ όμως, όταν η μονάς κινηθεί προς δυάδα και δεν προχωρήσει παραπέρα, δηλαδή ο παντουργός Θεός Πατήρ προς γέννησιν και πρόοδον του Υιού, δημιουργού των πάντων και τα πάντα τελεσιουργούντος, ούτε ο Υιός προέρχεται εκ του Πνεύματος (διότι θα ήταν ατελής εκ του Πατρός, αν εγεννατο διά μέσου του τελεσιουργούντος Πνεύματος) ούτε το Πνεύμα δια του Υιού. Διότι το Πνεύμα, πλην του ότι θα ήταν ατελές εκ Πατρός, και μάλιστα αυτό το όποιο τα πάντα τελεοί, θα ήταν εν και εκ των δημιουργημάτων, αφού αυτά μεν έγιναν δι' εκείνου, το δε Πνεύμα εγνώσθη διά του Υιού. Και ἐν φωτί τῷ Πνεύματι βλέπομε τον Υιόν φώς προφητικώς μαζί καί πατρικώς ούτος ειπείν, ώστε να κατανοήσουμε όχι μόνον ότι αυτά προέρχονται από μίαν αρχή, αλλά και ότι δεν αποχωρίζονται αλλήλων και ενυπάρχουν εις άλληλα και δεικνύουν άλληλα και δι' αλλήλων προβάλλονται, αλλά δεν είναι δι' άλλήλων ή και εξ αλλήλων ή αλλήλων' διότι το εξ ου είναι έν.[ Δέν είναι δηλ. σχέσεις]


 (Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Το αρχαίο κείμενο:

Φέρε δ᾿ ὅμως ὀρθοδόξους ἀναδεῖξαι πρός αὐτάς ἐπιχειρήσωμεν τάς ὑπό Λατίνων ὑπέρ τῶν δοκούντων σφίσι προτεινομένας πατερικάς φωνάς. Κἄν μέν διαρκῶς διαλῦσαι σχῶμεν τήν πρός τό φαινόμενον ἀντίθεσιν, τῷ Θεῷ χάρις τῷ καί τοῖς ἐν ἐσχατιαῖς ἡμῖν κειμένοις τῆς ἀγνοίας καί τῆς ἀπαθοῦς ζωῆς ἀπῳκισμένοις γνῶσιν συνήγορον τῆς ἐν (σελ. 254) τῷ ἀληθείας παρασχόντι. Εἰ δ᾿ ἄρα μή τοιοῦτον ἀποδοῦναι κατά πάντα σχοίημεν τόν λόγον, εἴ τις ἐν Χριστῷ τέλειος καί σοφός τά θεῖα καί πνευματικά, τῆς προαιρέσεως ἡμᾶς ἀποδεξάμενος, αὐτός παρ᾿ ἑαυτοῦ τόν κρείττω λόγον διδασκέτω, ποθοῦντας καί μαθητιῶντας ὅτι μάλιστα καί τό ἐνδέον ἡμῶν ἀναπληρῶν ἐντρεπέτω λεγεώτερον τούς τἀναντία τῇ εὐσεβείᾳ συνάγειν ἐκ τούτων πειρωμένους.
Εἰπέ δη, τίνες καί τί τά παρ᾿ ἐκείνων εἰρημένα˙ τῶν γάρ ἀδυνάτων ἐστί μή ὁμολογεῖν ἀλλήλοις ἅπαντας τούς θεοφόρους καί Χριστῷ τῷ Θεῷ τῶν θεοφόρων, μιᾶς αὐτοῖς ἐκ τοῦ ἑνός Πνεύματος τοῦ Χριστοῦ τῆς ἐπιπνοίας οὔσης˙ πρός δέ τούτῳ καί μετ᾿ ἐκείνους σχεδόν ἅπαντας οὗτος ὁ Δαμασκηνός ἐστι καί ὑπ᾿ ἐκείνων ἁπάντων ἐδιδάχθη καί αὐτός ἑαυτῷ μαρτυρεῖ τήν πρός ἐκείνους συμφωνίαν, οὐ “λέγω” λέγων, ἀλλά “λέγομεν”, καί δι᾿ ἑαυτοῦ κἀκείνους παρίστησιν ἡμῖν οὐδαμοῦ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα λέγοντας καθ᾿ ὕπαρξιν. Ὑμεῖς δ᾿ ἐοίκατέ μοι τοῦ τῆς αὐτῶν μεγαλονοίας ὕφους μή ἐφικνούμενοι τοιαῦτ᾿ εἴεσθαι περί αὐτῶν. Καί γάρ καί πρῶτον αἴτιον λέγεται παρά πάντων ὁ Πατήρ, ἀλλ᾿ ἤκουσας ὡς λέγεται˙ καί ὁ μέγας Ἀθανάσιος παρά τοῦ Λόγου τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἐκλάμπειν εἶπεν, ἀλλ᾿ ἤκουσας ὡς εἶπε˙ καί εἰκόνα Πατρός μέν Υἱόν, Υἱοῦ δέ τό Πνεῦμα λέγομεν, ἀλλ᾿ ἤκουσας ὡς λέγομεν˙ καί πλεῖσθ᾿ ἕτερα, δοκοῦντα πρός ὑμῶν, ἡμῖν ἀλλ᾿ οὐχ ὑμῖν συμβαίνοντα καθαρῶς ἀναπεφήνασι. Δώσει δέ τό Πνεῦμα κἀν τοῖς ἑξῆς λόγον ἐν ἀνοίξει τοῦ στόματος ἡμῶν.
Ἀλλά τίς ὁ λέγων ὡς καί τοῦ Υἱοῦ τό ἐκπορεύειν ἔνι; Αὐτός, φασί, Γρηγόριος ὁ τό θεολογεῖν ἐπωνυμίαν ἔχων˙ «πάντα γάρ», φησίν, «ἔχει ὁ Υἱός τά τοῦ Πατρός, πλήν τῆς ἀγεννησίας». Ἐπεί τοίνυν χωρίς μόνης τῆς ἀγεννησίας ἔχει ἅπαντα τά τοῦ Πατρός, πῶς οὐκ ἄν ἔχοι καί τό ἐκπορεύειν; Ὄντως οὐκ εἰσι τοῦ Πνεύματος τοῦ ἐν αὐτῷ (σελ. 256) λαλοῦντος˙ εἰ γάρ ἦσαν, οὐκ ἄν τοῦ ἁγίου τοιαῦτα κατεψεύδοντο, ὅς «καί ὅσα περί τοῦ ἁγίου Πνεύματος», φησί, «ταπεινότερα παρά τοῦ Υἱοῦ λέγεται ἐπί τήν πρώτην αἰτίαν ἀνακτέον, ἵνα τό ἐξ οὗ δειχθῇ». Τίς οὖν ἡ πρώτη αἰτία; Οὐχί μόνος ὁ Πατήρ; «Ἀλλά καί πάντα ἔχειν τόν Υἱόν τά τοῦ Πατρός φησίν ἄνευ τῆς αἰτίας, τοῦ αἴτιον εἶναι δηλονότι καί αὐτόν θεότητος». Ἕν γάρ οὗτος αἴτιον ἐπί Θεοῦ καί μίαν ἀρχήν ἀεί κηρύττει, τόν ἀγέννητον Πατέρα, καί θεϊκόν οἶδε τόν μοναδικόν. Καί διά τοῦτό φησιν, «ἡμῖν εἷς Θεός, ὅτι πρός ἕν αἴτιον τά ἐξ αὐτοῦ τήν ἀναφοράν ἔχει», οὐ τό ἐξ αὐτῶν λέγων ἐκ Θεοῦ τόν Υἱόν, καί Θεόν ἐκ Θεοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Διά μέσου δέ Θεοῦ ἐκ τοῦ Θεοῦ, οὐ Θεόν ὑφιστάμενον δοξάζει, ἄπαγε τῆς βλασφημίας, ἀλλά τά κτιστά˙ καθ᾿ ὅ καί πρῶτον αἴτιον τίθεται τόν Πατέρα λέγων ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν Εἰρηνικῶν ὡς, «ὅσῳ τιμιώτερον Θεός κτισμάτων, τοσούτῳ μεγαλοπρεπέστερον τῇ πρώτῃ αἰτίᾳ θεότητος εἶναι ἀρχήν ἤ κτισμάτων καί διά θεότητος μέσης ἐλθεῖν ἐπί τά κτίσματα».
Σύ δέ, ὤ τῆς βλασφημίας, ὁ λατινικῶς φρονῶν διά μέσου τοῦ Υἱοῦ, ταὐτό δ᾿ εἰπεῖν διά μέσης τῆς τοῦ Υἱοῦ θεότητος, ἐλθεῖν φῄς τόν Πατέρα ἐπί τό προενεγκεῖν τό Πνεῦμα τό ἅγιον, καί οὐδέ μέχρι τούτου σοι τά τῆς καινοφωνίας ἵσταται, ἀλλά καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα λέγεις κοινόν εἶναι Πατρός καί Υἱοῦ τό ἐκπορεύειν, διά τό τοῦ τουτονί τόν θεολόγον λέγειν πρός τούς ἀπ᾿ Αἰγύπτου καταπλεύσαντας ἔχειν τόν Υἱόν ἅπαντα τά τοῦ Πατρός ἄνευ τῆς ἀγεννησίας μόνης. Ἐνταῦτα γάρ δεκτέον σοι τό «μόνης», κἄν μή συνεκφωνῆται˙ καί διά τοῦτό σοι κἀγώ τοῦτο προγράφω φανερῶς.
Ἀλλ᾿ εἰπέ μοι, οὐκ αὐτός οὗτος ὁ θεολόγος προσεπάγει γράφων, «πάντα δέ ὅσα τοῦ Υἱοῦ, καί τοῦ Πνεύματος, πλήν τῆς υἱότητος»; Εἴπερ οὖν καί τοῦ Υἱοῦ τό ἐκπορεύειν, ἔσται (σελ. 258) τοῦτο καί τοῦ Πνεύματος˙ οὐ γάρ υἱότητος τό ἐκπορεύειν˙ ἦν γάρ ἄν Υἱός καί Πατήρ, ἐπεί καί τό ἐκπορεύειν ἔχει. Ὁ αὐτός δέ κἄν τῷ Περί τοῦ ἁγίου Πνεύματος οἰκείῳ λόγῳ καί περί τοῦ ἁγίου Πνεύματος αὐτοῦ φησι˙ «τί οὐ δύναται τῶν μεγάλων καί ὧν Θεός; Τί δέ οὐ προσηγόρευται ὧν Θεός, πλήν ἀγεννησίας καί γεννήσεως»; Οὐκοῦν καί προβολέα ὀνομάσομεν τό Πνεῦμα. Καί τό ἐκπορεύειν δέ κατά σέ ὁμοίως ἔχει τῷ Υἱῷ κἀντεῦθεν καί διπλασίως ἤ ἐκεῖνος˙ ἕξει γάρ οὐ τό τοῦ Πατρός μόνον, ἀλλά καί τό τοῦ Υἱοῦ κατά τήν περί τοῦ Υἱοῦ δόξαν. Ὁρᾷς ὅσοις ἀτόποις περιπίπτει ὁ πάντα ἔχειν τόν Υἱόν τά τοῦ Πατρός ἀκούων καί μή μόνα τά τῆς φύσεως νοῶν, ἀλλ᾿ ἔστιν ἅ καί τῶν ὑποστατικῶν τοῖς φυσικοῖς συνείρων;
Προάγειν μέν οὖν τόν περί τούτου λόγον περαιτέρω οὐκ ἐπάναγκες, σοῦ γε ἐξεληλεγμένου, ἀλλά τοῦ καλοῦ γε ἕνεκα καί ἵνα μή προστρίψαιτό τις μέμψιν τῷ ἀμωμήτῳ, δείξομεν ἑξῆς ὡς ἔχειν μέν καλῶς ἡ τοῦ ἁγίου ρῆσις, ἀγνοίᾳ δέ τῶν λατινικῶς φρονούντων  ἐκλαμβάνεται κακῶς. Συντελέσει δ᾿ οἶμαι καί πρός αὐτό τό προκείμενον ὁ λόγος οὐκ ἐλάχιστα. Προσεκτέον δ᾿ ὅτι μάλιστα τόν νοῦν.
Ταὐτόν εἰπεῖν ἐπί Θεοῦ ἀγέννητον καί ἀναίτιον˙ διό κἄν πάσας ἐναλίξῃς τάς θεολογούσας βίβλους, οὐδαμοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἀγέννητον εὑρήσεις εἰρημένον καί ταῦτ᾿ ὄν τοῦ γεννητόν. Δαμασκηνός δέ ὁ θεοφόρος εἰπών ἐν ὀγδόῳ τῶν Δογματικῶν ὅτι,«πάντα ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ καί αὐτοῦ τοῦ Πνεύματος εἰσι, πλήν τῆς ἀγεννησίας», ἔδειξεν ὡς οὐ μόνον τό ἀγέννητον τῷ ἀναιτίῳ ταὐτόν, ἀλλά καί τό ἀναίτιον τῷ αἰτίῳ ταὐτόν ἐστιν ἐπί Θεοῦ˙ συντρέχει γάρ τῷ ἀναιτίῳ τό αἴτιον ἐπί Θεοῦ, αἴτιον δέ φημι θεότητος Υἱοῦ καί Πνεύματος. Θέλων οὖν εἰπεῖν ὅτι τό Πνεῦμα πάντα τά τοῦ Πατρός ἔχει πλήν τοῦ ἀναιτίου εἶναι καί τοῦ αἴτιον εἶναι, (σελ. 260) κατά τό γεννᾶν δηλαδή καί ἐκπορεύειν, χωρίς μόνης τῆς ἀγεννησίας εἶπεν, ὡς αὐτῆς πάντα συμπεριβαλλούσης, ὅσα τοῦ Πατρός ἐστιν ἴδια.
Θεός οὖν ἀγέννητος καί ἀναίτιος˙ Θεός δέ ἀναίτιος θεότητος αἴτιος. Οὕτω δέ ὤν αἴτιος ἐμφύτου πλούτου, ἑαυτοῦ κατά μηδέν ἀποδέοντος, αὐτεπίβουλος ἄν ἦν, ἑνός καί μόνου ὑπάρχων  αἴτιος καί οὕτω πενίαν ἑαυτῷ τόν πλοῦτον ποιούμενος. Πρό δέ τούτῳ καί ἀτελές τό πάντῃ καί πάντως ἕν˙ διό καί χωρητόν τοῖς πρός θεογνωσίαν ἀτελέσιν Ἰουδαίοις ἐγένετο. Ἀλλ᾿ οὐδέ ὁμοουσίου δυάδος ὑπάρχων αἴτιος καί τό μέν γεννῶν, τό δέ ἐκπορευτῶς προβαλλόμενος, ἀπειροκάλως, ἵν᾿ οὕτως εἴπω, ἐπί πλεῖον ἐξενεχθείη, καί ταῦτ᾿ ἐν ἑαυτῷ τε καί τοῖς ἐξ αὐτοῦ πᾶσαν ἀπειρίαν περιορίζων. Πρός δέ τούτοις οὐδέ τρόπος ἕτερος ἐμφύτου ὑπάρξεως˙ διό καί τό ὑπέρ ταῦτα οὐ θεότης, ἀλλά θεότητος ἔκπτωσις˙ ταῦτ᾿ ἄρα καί τῶν ἀθέων Ἑλλήνων ἡ πολυθεΐα ἐστίν.
Ἀλλά μήν μονάδος πρός δυάδα κεκινημένης καί περαιτέρω μή προηγμένης, δηλαδή παντουργοῦ Θεοῦ Πατρός πρός γέννησίν τε καί πρόοδον Υἱοῦ δημιουργοῦ τῶν πάντων καί τά πάντα τελεσιουργοῦντος, οὔθ᾿ ὁ Υἱός διά τοῦ Πνεύματος (ἀτελής γάρ ἦν ἐκ τοῦ Πατρός, εἰ διά τοῦ τελεσιουργοῦντος ἐγεννᾶτο Πνεύματος) οὔτε τό Πνεῦμα δι᾿ Υἱοῦ˙ πρός γάρ τῷ ἀτελές εἶναι ἐκ Πατρός, καί ταῦτα τό πάντα τελειοῦν, καί τῶν δεδημιουργημένων ἦν ἄν ἕν˙ τά γάρ δι᾿ ἐκείνου γέγονε, δι᾿ Υἱοῦ δέ τό Πνεῦμα ἔγνωσται. Καί ἐν φωτί τῷ Πνεύματι φῶς ὁρῶμεν τόν Υἱόν προφητικῶς ὁμοῦ καί πατρικῶς εἰπεῖν˙ ὡς ἄν εἰδῶμεν μή μόνον ἐκ μιᾶς ὑπάρχοντα ἀρχῆς, ἀλλά καί ἀδιαστάτως ἔχοντα πρός ἄλληλα καί ἐνυπάρχοντα ἀλλήλοις καί ἄλληλα (σελ. 262) δεικνύντα καί δι᾿ ἀλλήλων προφαινόμενα, ἀλλ᾿ οὐ δι᾿ ἀλλήλων ἤ καί ἐξ ἀλλήλων ἤ ἀλλήλων ὄντα˙ ἕν γάρ τό ἐξ οὗ.

ΣΧΟΛΙΟ:  Περιέργως στήν μετάφραση τού Μερετάκη εμφανίζεται αρίθμηση. Η αρίθμηση διά τής οποίας ο Ζηζιούλας ονόμασε τόν Υιό δεύτερο Θεό καί αρνήθηκε τήν ταυτόχρονη ύπαρξη τών Προσώπων τής Αγίας Τριάδος ταυτίζοντας τήν Υπόσταση τού Πατρός μέ τόν Θεό. Στήν επιμέλεια τής εκδόσεως τού λόγου από τίς εκδόσεις Μερετάκη  βρίσκουμε τόν Χρήστου καί τόν Ζήση. Τόν γνωστό Ζήση ο οποίος δέχεται τήν αναλογία ανάμεσα στήν Ιεραρχία τής Αγίας Τριάδος καί τήν ιεραρχία τού κλήρου, δηλ. δέχεται τήν αρίθμηση στήν Αγία Τριάδα. 
Καί γιατί συμβαίνει αυτός ο Τραγέλαφος πού διαλύει τήν πίστη μας;  Διότι αυτά τά παλληκάρια νομίζουν ότι τό ΕΝ είναι αριθμός. Καί δέν είναι . Είναι ΑΡΧΗ. Ο πρώτος ιδανικός αριθμός είναι τό ΔΥΟ. Στό δόγμα δέν υφίστανται τά μαθηματικά. Αγνοώντας λοιπόν βασικά πράγματα τά παλληκάρια αυτά, όπως δείχνει καί η ιστορία τους, προσπαθούν νά αναρριχηθούν στό ΕΝ. Καί πέφτουν στόν γκρεμό.

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...