Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK) (39)

Συνέχεια από Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019
                                          
                                   HANS URS VON BALTHASAR
                                     ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  (THEOLOGIK)
                                                 Τρίτος Τόμος
             ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  (DER GEIST DER WAHRHEIT)
        (Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der Welt), 2)    Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )
                                                      Johannes Verlag, 1987

                                                       4.  ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ

                      ΙV. O ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ
                                       1.  ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΣ

Είμαστε καλά ή τόχουμε χαμένο; 
     Ο λόγος για τα «δυό χέρια τού Πατρός» περιείχε δυό ειδών ‘διαπιστώσεις’: απ’ τη μια το αυτονόητο τής συμμετοχής τού Πνεύματος στο θεϊκό έργο τής σωτηρίας δίπλα στον Λόγο· αυτή η συμμετοχή φαινόταν (στον Ειρηναίο) τόσο σαφής μέσα από τη Γραφή, ώστε δεν χρειαζόταν να αποδειχθή ιδιαιτέρως η αναγκαιότητά της. Αλλά ‘διαπιστώθηκε’ εξίσου και η διαφορά τού έργου τού Πνεύματος απ’ το έργο τού Υιού, που θεωρήθηκε επίσης ως δεδομένη μέσα απ’ τη Γραφή, ώστε το ερώτημα, αν δεν θα είχε επαρκέσει ή δεν θα ήταν ικανός για την τελείωση του έργου ο Υιός, δεν ετέθη καν. Γιατί ποτέ δεν εμφανίστηκε μια ξεχωριστή δράση τού Υιού σε οποιοδήποτε στάδιο της ιστορίας τής σωτηρίας – Παλαιά Διαθήκη, Ενανθρώπηση, Δημόσιος Βίος, Πάθος και Ανάσταση. Ούτε κι εκεί, όπου φαινομενικά διαδέχεται το Πνεύμα το τετελειωμένο έργο τού Υιού και αρχίζει να επιδρά πολλαπλώς στην Εκκλησία: δεν το κάνει αυτό ούτε σ΄αυτήν την ‘εποχή’ μόνο του, αλλά μόνιμα με τη συμπαράσταση του Υιού, ο οποίος ‘αναπαριστά’ απ’ την πλευρά του τον Πατέρα.
    Καθίσταται έτσι για μας το ερώτημα για τη διαφορά τών λειτουργιών τους, παρ’ ότι είναι πραγματικά αδιάσπαστοι Υιός και Πνεύμα, παρ’ όλ’ αυτά επίκαιρο, ακριβώς μεταβαίνοντας  στο επόμενο κεφάλαιο, όπου και θα πραγματευθούμε τη σχέση ανάμεσα στο Πνεύμα και την Εκκλησία. Το ερώτημα δεν μπορεί να αφορά μόνο στην πολλαπλότητα τών εκδηλώσεων τού Πνεύματος στην ιστορία τής σωτηρίας και ιδιαιτέρως στην Εκκλησία, γιατί αυτό θα οδηγούσε σε έναν μόλις ανασυντιθέμενο διασκορπισμό· η οδός απ’ την πολλαπλότητα των ενεργειών ή χαρίσματα (Charismata) στην ενότητα Αυτού που τα χαρίζει προϋποθέτει ήδη μια γνώση αυτής τής ενότητας. Γνώση που μπορεί όμως να προκύψη μόνο ‘βλέποντας’  και ΄παρουσιάζοντας’ τη θέση τού Πνεύματος εντός τής τάξεως (taxis) της Αγίας Τριάδος. Πρέπει βέβαια τότε να αποφασίσουμε εκ των προτέρων, από ποιο τριαδικό ‘μοντέλλο’ ξεκινάμε: απ’ το ανατολικό ή απ’ το δυτικό   (( Σημ. τ. μετ.: Είναι φανερό, ότι δεν παραδέχονται οποιαδήποτε λατινική αίρεση και παρεκτροπή εκ της αληθείας· υπάρχουν απλώς δυό μοντέλλα ή πρότυπα και πάνω σ’ αυτό το ‘εφάμιλλο’ συντελείται οποιαδήποτε σκέψη και συλλογισμός… )) . Αυτή η απόφαση έχει όμως πρακτικά ληφθή στις σελίδες που προηγήθηκαν, όπου και επιχειρήσαμε να δείξουμε, ότι μόνο το Filioque  επιτρέπει τελικά να κατονομάσουμε τον Θεό με το βασικό κατηγορούμενο (ιδιότητα…) «αγάπη», όπως το κάνει η Γραφή, όπου και πρέπει φυσικά να διαφυλαχθή τόσο το αυγουστίνειο  principaliter (a Patre)  όσο και η καθοριζόμενη απ’ αυτό μορφή τού per (Filium). Αυτή η τροποποίηση ή μετριασμός δεν μπορεί να επεκταθή εν τούτοις τόσο πολύ, ώστε να περιορισθή καθ’ οιονδήποτε τρόπο το δώρο τής Θεότητας με την κυρίαρχη δύναμή της να γεννά, την οποίαν και επιτελεί-ποιεί ο Πατήρ γεννώντας  (generatio)  τον Υιό.
     Παρ’ όλ’ αυτά μοιάζει με την πρώτη ματιά σαφέστερη η ικανότητα του Υιού για το έργο τής δημιουργίας και της σωτηρίας απ’ ό,τι εκείνη τού Πνεύματος. Γιατί γεννώντας τον Υιό δεν εκφράζει ο Πατήρ μόνο τη δική του ατελεύτητα ισχυρή φύση-ουσία (Wesen), αλλά μ’ αυτό και όλα επίσης τα πιθανά μέσω τής θεϊκής δυνάμεως δημιουργήματα, έτσι ώστε να καθίσταται ο Υιός ως ο αιώνιος Λόγος άμεσα επίσης η παραδειγματική αιτία κάθε πιθανού και πραγματικά δημιουργηθέντος κόσμου, όπως το εξέθεσε  εκτεταμένα πρώτα απ’ όλους ο Bonaventura στο πρώτο Collatio  (παραβολή…)  τής ερμηνείας του στην Επταήμερο. Aν βλέπη ο Αυγουστίνος στη γέννηση του Υιού πρώτ’ απ’ όλα τον πραγματικά δημιουργούμενο κόσμο – και μαζί μ’ αυτό ήδη την πατρική ‘πρόταση’ στον Υιό, να εγγυηθή μέχρι τον Σταυρό γι’ αυτόν τον κόσμο, και την υιική ετοιμότητα, να εκπληρώση κάθε θέληση του Πατρός -, περιλαμβάνει ο Θωμάς (Ακινάτης…) σ’ αυτήν την πράξη τής γεννήσεως και κάθε δυνατό, ελεύθερα δημιουργούμενο κόσμο, στον οποίον ο Υιός θα έπρεπε να είναι αναντίρρητα εξίσου μια αρχική ιδέα (Uridee). H αυτο-έκφραση του Πατρός στον Υιό δεν είναι σίγουρα αδιάφορη, αλλά στον ύψιστο βαθμό αγαπητικά καταφατική. Η αγάπη υπάρχει όμως κατά τον Αυγουστίνο παντελώς ήδη στην generatio Verbi (γέννηση του Λόγου…), η οποία είναι cum amore notitia (γνωστή με την αγάπη…), έτσι ώστε να φαίνεται πως βρίσκεται σ’ αυτήν την πρώτη γέννηση στον Θεό ήδη ολόκληρη η circumincessio  (περιχώρηση;…) τής γνώσης και τής αγάπης – μέσα απ’ την οποία (περιχώρηση…) συντελείται και η αποστολή τού Υιού απ’ τον Πατέρα στον κόσμο;;;; εν αγάπη και πραγματοποιείται απ’ τον Υιό (πάλι…) εν αγάπη: κάτι που θα μπορούσε να παρουσιάση κατ’ αρχάς φαινομενικά ως περιττό τον ρόλο τού Πνεύματος. Η αλήθεια, που βρίσκεται στον Υιό, αγαπάται ήδη ως αλήθεια. Αν πρέπη να αποδειχθή όμως η λειτουργία τού Πνεύματος στο ‘παγκόσμιο’ έργο τού Θεού, τότε πρέπει να αναζητηθή πέρα απ’ την περιγραφείσα εδώ αγάπη τού Πατρός προς τον Υιό, ακόμα κι αν είναι Αυτός η παραδειγματική αιτία τού κόσμου· πέρα ίσως κι από τη φράση στον Ιωάννη 3, 16: «Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε εγκατέλειψε – θυσίασε τον μοναδικό του Υιό»   (( Γράφει ο Ιωάννης: «ούτω γάρ ηγάπησεν ο Θεός τόν κόσμον, ώστε τόν υιόν αυτού τόν μονογενή έδωκεν, ίνα πάς ο πιστεύων εις αυτόν μή απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον. ου γάρ απέστειλεν ο Θεός τόν υιόν αυτού εις τόν κόσμον ίνα κρίνη τόν κόσμον, αλλ’ ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού…» … )) .
      Μιαν άλλη δυσκολία, εντελώς βέβαια άλλου είδους, προξενούν οι κλασσικές πατερικές πραγματείες περί Πνεύματος (Αθανάσιος, Δίδυμος, οι Καππαδόκες). Γιατί το βασικό τους ενδιαφέρον δεν είναι να φανερώσουν την ειδική επίδραση τού Πνεύματος στο έργο τής σωτηρίας, αλλά να αποδείξουν τη θεότητά του. Έτσι το κέντρο βάρους βρίσκεται σ’ αυτούς στο να δείξουν, ότι η επίδρασή του αποδεικνύει την ουσιαστική του ομοιότητα με τον Πατέρα και τον Υιό: το Πνεύμα δεν θα μπορούσε να αγιάση (έναν άνθρωπο…), αν δεν ήταν το ίδιο η αγιότητα, δεν θα μπορούσε να θεώση, αν δεν ήταν Θεός, κ.ο.κ. Ο σκοπός αυτών τών συγγραμμάτων επετεύχθη ουσιαστικά με τον ορισμό τού πρώτου Συμβόλου τής Πίστεως. Εμάς μάς ενδιαφέρει κάτι άλλο: με προϋποτιθέμενη τη θεότητα τού Πνεύματος, να γνωρίσουμε τα χαρακτηριστικά του (idiotetes, proprietates). Τα οποία πρέπει να ριζώνουν στην ενδοτριαδική  ‘χλωμή’ έννοια της «εξαγωγής» (ekporeusis), που ‘χρωματίζεται’ κατ’ αρχάς με τα οικονομικά «γνωρίσματα» (notiones), που αφιερώνονται στο Πνεύμα μέσα στην Αγία Γραφή (notions sunt, quibus divinarum distinctio innotescit). Οφείλουμε άρα να μην εγκαταλείψουμε  στα επόμενα την ενδοτριαδική θέση τού Πνεύματος, απ’ την οποία και πρέπει να κατανοηθή η θέση του στο σωτηριώδες έργο τού Θεού, οφείλουμε όμως πολύ περισσότερο να συγκεκριμενοποιήσουμε απ’ την Οικονομία και μόνο, τί σημαίνει θετικά εκπόρευσις (ekporeusis).
       Αναζητώντας ‘ λέξεις-κλειδιά’ (Kennworte) με τις οποίες και δηλώνεται ο ζωντανός Θεός στον τρόπο ύπαρξής του ως Άγιο Πνεύμα, θα επιτρεπόταν να ‘επιβληθούν’ πρώτ’ απ’ όλα τρείς: δώρο ή χάρισμα, ελευθερία, εσωτερική και εξωτερική μαρτυρία.
       Το χάρισμα στην υψίστη έννοια μιας παράδοσης εκ μέρους τού Θεού στον άνθρωπο και μέσα σ’ αυτόν: «Η αγάπη τού Θεού έχει εκχυθή μέσα απ’ το Άγιο Πνεύμα που μας δόθηκε στις καρδιές μας (Ρωμ. 5, 5)  (( Γράφει ο απ. Παύλος: «Δικαιωθέντες ούν εκ πίστεως ειρήνην έχομεν πρός τόν Θεόν διά τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ού καί τήν προσαγωγήν εσχήκαμεν τή πίστει εις τήν χάριν ταύτην εν ή εστήκαμεν, καί καυχώμεθα επ’ ελπίδι τής δόξης τού Θεού. ου μόνον δέ, αλλά καί καυχώμεθα εν ταίς θλίψεσιν, ειδότες ότι η θλίψις υπομονήν κατεργάζεται, η δέ υπομονή δοκιμήν, η δέ δοκιμή ελπίδα, η δέ ελπίς ου καταισχύνει, ότι η αγάπη τού Θεού εκκέχυται εν ταίς καρδίαις ημών διά Πνεύματος Αγίου τού δοθέντος ημίν. έτι γάρ Χριστός όντων ημών ασθενών κατά καιρόν υπέρ ασεβών απέθανε…»  )) . Ο Θεός μάς «έδωσε ως προκαταβολή ή αρραβώνα το Πνεύμα στις καρδιές μας» (Β΄Κορ. 1, 22)   (( «…ο δε βεβαιών ημάς Θεός, ο καί σφραγισάμενος ημάς καί δούς τον αρραβώνα τού Πνεύματος εν ταίς καρδίαις ημών» )) , «και μ’ αυτό γνωρίζουμε, ότι (ο Θεός) μένει σε μας: με το Πνεύμα που μας έχει δώσει» (Α’ Ιωάν. 3, 24)   (( «…καί ο τηρών τάς εντολάς αυτού εν αυτώ μένει καί αυτός εν αυτώ. καί εν τούτω γινώσκομεν ότι μένει εν ημίν, εκ τού Πνεύματος ού ημίν έδωκεν» )) , «και δεν δίνει το Πνεύμα σε περιορισμένο βαθμό» (Ιωάν. 3, 24 ;). Η ελευθερία επίσης με το πιο περιεκτικό της νόημα: «Όπου είναι το Πνεύμα τού Κυρίου, εκεί είναι και η ελευθερία» (Β’ Κορ. 3, 17)  (( Γράφει ο απ. Παύλος: «…άχρι γάρ τής σήμερον τό αυτό κάλυμμα επί τή αναγνώσει τής παλαιάς διαθήκης μένει, μή ανακαλυπτόμενον ότι εν Χριστώ καταργείται, αλλ’ έως σήμερον, ηνίκα αναγινώσκεται Μωυσής, κάλυμμα επί τήν καρδίαν αυτών κείται· ηνίκα δ’ άν επιστρέψη πρός Κύριον, περιαιρείται τό κάλυμμα. ο δέ Κύριος τό Πνεύμά εστιν· ού δέ τό Πνέυμα Κυρίου , εκεί ελευθερία. ημείς δέ πάντες ανακεκαλυμμένω προσώπω τήν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τήν αυτήν εικόνα μεταμορφούμεθα από δόξης εις δόξαν, καθάπερ από Κυρίου Πνεύματος» )) . «Ο νόμος τού Πνεύματος της ζωής σε απελευθέρωσε εν Χριστώ Ιησού» (Ρωμ. 8, 2)  (( Γράφει ο απ. Παύλος: «Ουδέν άρα νύν κατάκριμα τοίς εν Χριστώ Ιησού μή κατά σάρκαν περιπατούσιν, αλλά κατά πνεύμα. ο γάρ νόμος τού πνεύματος τής ζωής εν Χριστώ Ιησού ηλευθέρωσέ με  από τού νόμου τής αμαρτίας καί τού θανάτου. το γάρ αδύνατον τού νόμου, εν ώ ησθένει διά τής σαρκός, ο Θεός τόν εαυτού υιόν πέμψας εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας καί περί αμαρτίας, κατέκρινεν τήν αμαρτίαν εν σαρκί, ίνα τό δικαίωμα τού νόμου πληρωθή εν ημίν τοίς μή κατά σάρκαν περιπατούσιν αλλά κατά πνεύμα· οι γάρ κατά σάρκαν όντες τά τής σαρκός φρονούσιν, οι δέ κατά πνεύμα τά τού πνεύματος. τό γάρ φρόνημα τής σαρκός θάνατος, τό δέ φρόνημα τού πνεύματος ζωή καί ειρήνη· διότι τό φρόνημα τής σαρκός έχθρα εις Θεόν· τώ γάρ νόμω τού Θεού ουχ υποτάσσεται· ουδέ γάρ δύναται· οι δέ εν σαρκί όντες Θεώ αρέσαι ου δύνανται. υμείς δέ ουκ εστέ εν σαρκί, αλλ’ εν πνεύματι, είπερ Πνεύμα Θεού οικεί εν υμίν. ει δέ τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ έστιν αυτού…» )) . «Το Πνεύμα πνέει όπου θέλει, ακούς  τον θόρυβό του, αλλά δεν ξεύρεις από πού έρχεται και προς τα πού πηγαίνει. Έτσι είναι και καθένας, που έχει γεννηθή απ’ το Πνεύμα» (Ιωάν. 3, 8)  (( Γράφει ο Ιωάννης: «…μή θαυμάσης ότι είπον σοι, δεί υμάς γεννηθήναι άνωθεν. το πνεύμα όπου θέλει πνεί, καί τήν φωνήν αυτού ακούεις, αλλ΄ουκ οίδας πόθεν έρχεται καί πού υπάγει· ούτως εστί πάς ο γεγεννημένος εκ τού Πνεύματος…» )) . «Παραλάβαμε το Πνεύμα απ’ τον Θεό, … ο προικισμένος με το Πνεύμα κρίνει όλους, αλλά δεν κρίνεται από κανέναν» (Α’ Κορ. 2, 12. 15)  (( Γράφει ο απ. Παύλος: «…τίς γάρ οίδεν ανθρώπων τά τού ανθρώπου ει μή τό πνεύμα τού ανθρώπου τό εν αυτώ; ούτω καί τά τού Θεού ουδείς οίδε ει μή τό Πνεύμα τού Θεού. ημείς δέ ου τό πνεύμα τού κόσμου ελάβομεν, αλλά τό Πνεύμα τό εκ τού Θεού, ίνα ειδώμεν τά υπό τού Θεού χαρισθέντα ημίν· ά καί λαλούμεν ουκ εν διδακτοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν διδακτοίς Πνεύματος Αγίου, πνευματικοίς πνευματικά συγκρίνοντες. ψυχικός δέ άνθρωπος ου δέχεται τά τού Πνεύματος τού Θεού· μωρία γάρ αυτώ εστι, καί ου δύναται γνώναι, ότι πνευματικώς ανακρίνεται. ο δέ πνευματικός ανακρίνει μέν πάντα, αυτός δέ υπ’ ουδενός ανακρίνεται. τίς γάρ έγνω νούν Κυρίου, ός συμβιβάσει αυτόν; ημείς δέ νούν Χριστού έχομεν» )) .
      Μαρτυρία δίνει το Πνεύμα εξωτερικά και εσωτερικά: ως «Πνεύμα τής αληθείας» καταθέτει «μαρτυρία» για τον Ιησού (Ιωάν. 15, 26)  ((«…όταν δέ έλθη ο παράκλητος όν εγώ πέμψω υμίν παρά τού Πατρός, τό Πνεύμα τής αληθείας ό παρά τού Πατρός εκπορεύεται, εκείνος μαρτυρήσει περί εμού· καί υμείς δέ μαρτυρείτε, ότι απ’ αρχής μετ’ εμού εστε» )) . Εξωτερικά μπροστά στον κόσμο πείθοντάς τον (Ιωάν.16, 8 κ.ε.)   (( «…εάν δέ πορευθώ, πέμψω αυτόν πρός υμάς· καί ελθών εκείνος ελέγξει τόν κόσμον περί αμαρτίας καί περί δικαιοσύνης καί περί κρίσεως, περί αμαρτίας μέν, ότι ου πιστεύουσιν εις εμέ· περί δικαιοσύνης δε, ότι πρός τόν πατέρα μου υπάγω καί μηκέτι θεωρείτέ με· περί δέ κρίσεως, ότι ο άρχων τού κόσμου τούτου κέκριται…» )) . Εσωτερικά: «Το ίδιο το Πνεύμα μαρτυρά στο πνεύμα μας, ότι είμαστε παιδιά τού Θεού» (Ρωμ. 8, 16)   (( «…ου γάρ ελάβετε Πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ’ ελάβετε Πνεύμα υιοθεσίας, εν ώ κράζομεν· αββά ο πατήρ. αυτό τό Πνεύμα συμμαρτυρεί τώ πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού. ει δέ τέκνα, καί κληρονόμοι, κληρονόμοι μέν Θεού, συγκληρονόμοι δέ Χριστού, είπερ συμπάσχομεν  ίνα καί συνδοξασθώμεν…» )) , «είναι το Πνεύμα, που καταθέτει μαρτυρία, γιατί το Πνεύμα είναι η αλήθεια» (Α’ Ιωάν.5, 6)  (( «…Ούτός εστιν ο ελθών δι’ ύδατος καί αίματος, Ιησούς Χριστός· ουκ εν τώ ύδατι μόνο, αλλ’ εν τώ ύδατι καί τώ αίματι· καί τό Πνεύμά εστι τό μαρτυρούν, ότι το Πνεύμά εστιν η αλήθεια. ότι τρείς εισιν οι μαρτυρούντες εν τώ ουρανώ, ο Πατήρ, ο Λόγος και το Άγιον Πνεύμα. καί ούτοι οι τρείς έν εισι…»  )) . Και οι τρεις έννοιες, ιδίως η τρίτη, αλλά και η δεύτερη και η πρώτη, συσχετίζονται επίσης με την επίδραση του Πατρός και του Υιού, κι ενώ σκοπεύουν στο Πνεύμα, το κάνουν πάντοτε συσχετιζόμενες με τη σωτηριολογική επίδραση του Υιού, στον οποίον και αποκαλύπτεται η αιώνια επίδραση του Πατρός (Ιωάν. 5, 17)  (( «Καί διά τούτο εδίωκον τόν Ιησούν οι Ιουδαίοι καί εζήτουν αυτόν αποκτείναι, ότι ταύτα εποίει εν σαββάτω. ο δε Ιησούς απεκρίνατο αυτοίς· ο πατήρ μου έως άρτι εργάζεται, καγώ εργάζομαι. δια τούτο μάλλον εζήτουν οι Ιουδαίοι αυτόν αποκτείναι, ότι ου μόνον έλυε τό σάββατον, αλλά καί πατέρα ίδιον έλεγε τόν Θεόν, ίσον εαυτώ ποιών τώ Θεώ. απεκρίνατο ούν ο Ιησούς καί είπεν αυτοίς· αμήν αμήν λέγω υμίν, ου δύναται ο υιός ποιείν αφ’ εαυτού ουδέν, εάν μή τι βλέπη τόν πατέτα ποιούντα· ά γαρ εκείνος ποιή, ταύτα καί ο υιός ομοίως ποιεί. ο γαρ πατήρ φιλεί τόν υιόν καί πάντα δείκνυσιν αυτώ ά αυτός ποείι, καί μείζονα τούτων δείξει αυτώ έργα, ίνα υμείς θαυμάζητε…»  )) . Παρ’ όλ’ αυτά αναφέρονται και οι τρεις ορισμοί ιδιαιτέρως στο Πνεύμα, και μάλιστα αδιαχώριστα, όπως θα φανή, ο ένας απ’ τον άλλον, στην αμφίδρομη βέβαια διείσδυσή τους. Κι αυτό θα εξηγηθή τώρα απ’ την ενδοτριαδική θέση τού Πνεύματος. Μερικά απ’ αυτά που ανήκουν εδώ, τα υπενθυμίσαμε ήδη προηγουμένως· εδώ οφείλουμε να αποδείξουμε τη συνάφεια των διαφόρων απόψεων.

      ( συνεχίζεται με το κεφάλαιο: «Τα χαρακτηριστικά ονόματα του Πνεύματος» )

Δεν υπάρχουν σχόλια: