Τρίτη, 26 Μαρτίου 2019

Η εν Καρθαγένη Σύνοδος και τα όρια της παπικής καί Πατριαρχικής εξουσίας.



χαλαρωσε είπε...


Οσα θα παραθεσουμε ειναι στο πνευμα της κατανοησης των τακτικων του Αρχοντωνη. ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΓΕΝΗΣ παραβιαζοντας πληρως το πνευμα της διοτι αυτο που η Καθαργενης διεβλεψε ειναι τα χουγια, πρωτεια, του Παπα. Ο Αρχοντωνης την προσεταιριζεται για να την απαξιωσει, ειναι δυστυχως πολυ πιο πονηρος. Επιπλεον δεν εχουμε κατι προσωπικο με τον Αρχοντωνη, αλλα μιας και ψευδεται ασυστολα εχει εκπεσει του επισκοπικου αξιωματος, ας δει τι λενε οι κανονες επ αυτου, ως εκ τουτου ευχομαστε να τον φωτισει και αυτον και εμας και ολους ο Κυριος για να τυχουμε ευμενους κρισης. Αλλα οφειλουμε να λεμε αυτο που βλεπουμε. Αν ειναι πατατα θα βοηθηθουμε κι εμεις απο την αντικρουση, αν ειναι χρυσος θα βοηθηθουμε ολοι.

Καναμε μια μικρη αναφορα συμπυκνωμενη αναφορα σε παραπανω σχολιο, αλλα οφειλουμε να διευκρινισουμε περαιτέρω. Δεν αφορουν επι προσωπικου, βεβαιως, και διαλαμβανουν τα της αληθειας των πραγματων. Απο κει και περα ο καθεις οπως εννοει.

1. Κανόνες Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου 451 μ.Χ.

Κανὼν Θ'
Εἴ τις κληρικὸς πρὸς κληρικὸν πρᾶγμα ἔχει, μὴ ἐγκαταλιμπανέτω τὸν οἰκεῖον ἐπίσκοπον, καὶ ἐπὶ κοσμικὰ δικαστήρια μὴ κατατρεχέτω, ἀλλὰ πρότερον τὴν ὑπόθεσιν γυμναζέτω παρὰ τῷ ἰδίῳ ἐπισκόπῳ, ἢ γοῦν, γνώμῃ αὐτοῦ τοῦ ἐπισκόπου, παρ' οἷς ἂν ἀμφότερα τὰ μέρη βούλωνται, τὰ τῆς δίκης συγκροτείσθω· εἰ δέ τις παρὰ ταῦτα ποιήσοι, κανονικοῖς ἐπιτιμίοις ὑποκείσθω. Εἰ δὲ κληρικὸς πρᾶγμα ἔχει πρὸς τὸν ἴδιον, ἢ καὶ πρὸς ἕτερον ἐπίσκοπον, παρὰ τῇ συνόδῳ τῆς ἐπαρχίας δικαζέσθω. Εἰ δὲ πρὸς τὸν τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας μητροπολίτην, ἐπίσκοπος, ἢ κληρικὸς ἀμφισβητοίη, καταλαμβανέτω τὸν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, ἢ τὸν τῆς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, καὶ ἐπ' αὐτῷ δικαζέσθω.
Κανὼν ΙΖ'
Τὰς καθ’ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἀγροικικὰς παροικίας, ἢ ἐγχωρίους, μένειν ἀπαρασαλεύτους παρὰ τοῖς κατέχουσιν αὐτὰς ἐπισκόποις, καὶ μάλιστα εἰ τριακονταετῆ χρόνον ταύτας ἀβιάστως διακατέχοντες ᾠκονόμησαν. Εἰ δὲ ἐντὸς τῶν τριάκοντα ἐτῶν γεγένηταί τις, ἢ γένοιτο περὶ αὐτῶν ἀμφισβήτησις, ἐξεῖναι τοῖς λέγουσιν ἠδικεῖσθαι, περὶ τούτων κινεῖν παρὰ τῇ συνόδῳ τῆς ἐπαρχίας. Εἰ δέ τις ἀδικοῖτο παρὰ τοῦ ἰδίου μητροπολίτου, παρὰ τῷ ἐξάρχῳ τῆς διοικήσεως, ἢ τῷ Κωνσταντινουπόλεως θρόνῳ δικαζέσθω, καθά προείρηται. Εἰ δὲ καί τις ἐκ βασιλικῆς ἐξουσίας ἐκαινίσθη πόλις, ἢ αὖθις καινισθείη, τοῖς πολιτικοῖς καὶ δημοσίοις τύποις, καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν παροικιῶν ἡ τάξις ἀκολουθείτω.
-----------
2. Κανόνες τῆς ἐν Σαρδικῇ Τοπικῆς Συνόδου
Συνεκλήθη ἐν Σαρδικῇ τῆς Ἰλλυρίας (343 ἢ 347 μ.Χ.)
Κανὼν Γ´
Ὅσιος ἐπίσκοπος εἶπεν· Καὶ τοῦτο προστεθῆναι ἀναγκαῖον, ἵνα μηδεὶς ἐπισκόπων ἀπὸ τῆς ἑαυτοῦ ἐπαρχίας εἰς ἑτέραν ἐπαρχίαν, ἐν ᾗ τυγχάνουσιν ὄντες ἐπίσκοποι, διαβαίνοι, εἰ μή τοι παρὰ τῶν ἀδελφῶν τῶν ἑαυτοῦ κληθείη· διὰ τὸ μὴ δοκεῖν ἡμᾶς τὰς τῆς ἀγάπης ἀποκλείειν πύλας. Καὶ τοῦτο δὲ ὡσαύτως προνοητέον, ὥστε, ἐὰν ἔν τινι ἐπαρχίᾳ ἐπισκόπων τις ἄντικρυς ἀδελφοῦ ἑαυτοῦ καὶ συνεπισκόπου πρᾶγμα σχοίη, μηδένα ἕτερον ἐκ τούτων ἀπὸ ἑτέρας ἐπαρχίας ἐπισκόπους ἐπιγνώμονας ἐπικαλεῖσθαι. Εἰ δὲ ἆρά τις ἐπισκόπων ἔν τινι πράγματι δόξῃ κατακρίνεσθαι, καὶ ὑπολαμβάνει ἑαυτὸν μὴ σαθρὸν ἀλλὰ καλὸν ἔχειν τὸ πρᾶγμα, ἵνα καὶ αὖθις ἡ κρίσις ἀνανεωθῇ, εἰ δοκεῖ ὑμῶν τῇ ἀγάπῃ, Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου τὴν μνήμην τιμήσωμεν, καὶ γραφῆναι παρὰ τούτων τῶν κρινάντων Ἰουλίῳ τῷ ἐπισκόπῳ Ῥώμης, ὥστε διὰ τῶν γειτνιώντων τῇ ἐπαρχίᾳ ἐπισκόπων, εἰ δέοι, ἀνανεωθῆναι τὸ δικαστήριον, καὶ ἐπιγνώμονας αὐτὸς παράσχοι. Εἰ δὲ μὴ συστῆναι δύναται τοιοῦτον αὐτοῦ εἶναι τὸ πρᾶγμα, ὡς παλινδικίας χρῄζειν, τὰ ἅπαξ κεκριμένα μὴ ἀναλύεσθαι, τὰ δὲ ὄντα, βέβαια τυγχάνειν.
Κανὼν Δ´
Γαυδέντιος ἐπίσκοπος εἶπεν· Ἐάν τις ἐπίσκοπος καθαιρεθῇ τῇ κρίσει τῶν ἐπισκόπων τῶν ἐν γειτνίᾳ τυγχανόντων, καὶ φάσκῃ πάλιν ἑαυτῷ ἀπολογίας πρᾶγμα ἐπιβάλλειν, μὴ πρότερον εἰς τὴν καθέδραν αὐτοῦ ἕτερον ὑποκαταστῆναι, ἐὰν μὴ ὁ τῆς Ῥώμης ἐπίσκοπος ἐπιγνούς, περὶ τούτου ὅρον ἐξενέγκῃ.
Κανὼν Ε´
Ὅσιος ἐπίσκοπος εἶπεν· Ἤρεσεν, ἵν᾽ εἴ τις ἐπίσκοπος καταγγελθείη, καὶ συναθροισθέντες οἱ ἐπίσκοποι τῆς ἐνορίας τῆς αὐτῆς, τοῦ βαθμοῦ αὐτὸν ἀποκινήσωσι, καὶ ὅς περ ἐκκαλεσάμενος καταφύγῃ ἐπὶ τὸν μακαριώτατον τῆς Ῥωμαίων ἐκκλησίας ἐπίσκοπον, καὶ βουληθείη αὐτοῦ διακοῦσαι, δίκαιόν τε εἶναι νομίσῃ ἀνανεώσασθαι αὐτοῦ τὴν ἐξέτασιν τοῦ πράγματος, γράφειν τούτοις τοῖς ἐπισκόποις καταξιώσῃ τοῖς ἀγχιστεύουσι τῇ ἐπαρχίᾳ, ἵνα αὐτοὶ ἐπιμελῶς καὶ μετὰ ἀκριβείας ἕκαστα διερευνήσωσι, καὶ κατὰ τὴν τῆς ἀληθείας πίστιν, ψῆφον περὶ τοῦ πράγματος ἐξενέγκωσιν. Εἰ δέ τις ἀξιῶν καὶ πάλιν αὐτοῦ τὸ πρᾶγμα ἀκουσθῆναι, καὶ τῇ δεήσει τῇ ἑαυτοῦ τὸν Ῥωμαίων ἐπίσκοπον κρίνειν δόξῃ, ἀπὸ τοῦ ἰδίου πλευροῦ πρεσβυτέρους ἀποστεῖλοι, ἵνα ᾖ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ αὐτοῦ τοῦ ἐπισκόπου, ὅπερ ἂν καλῶς ἔχειν δοκιμάσῃ καὶ ὁρίσῃ δεῖν, ἀποσταλῆναι τοὺς μετὰ τῶν ἐπισκόπων κρινοῦντας, ἔχοντάς τε τὴν αὐθεντίαν τούτου, παρ᾽ οὗ ἀπεστάλησαν· καὶ τοῦτο θετέον. Εἰ δὲ ἐξαρκεῖν νομίζοι πρὸς τὴν τοῦ πράγματος ἐπίγνωσιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ ἐπισκόπου, ποιήσει ὅπερ ἂν τῇ ἐμφρονεστάτῃ αὐτοῦ βουλῇ καλῶς ἔχειν δόξῃ. Ἀπεκρίναντο οἱ ἐπίσκοποι· τὰ λεχθέντα ἤρεσεν.
--------
Ο Αναστάσιος Βαβούσκος ΓΙΑ ΤΟ ένδικο μέσο του β΄ εκκλήτου.
Σημειωση: Αναφερεται και στο α εκκλητο, με βαση τον 5ο κανονα της Πρωτης Οικουμενικης Συνοδου αλλα αυτο δεν μας αφορα μιας και αναφερεται στην δυνατοτητα επανεξετασης της υποθεσης απο την συνοδο της επαρχιας,
Το β΄ έκκλητο είναι έκτακτο ένδικο μέσο, δια του οποίου διώκεται η αναίρεση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και ασκείται ενώπιον του Οικουμενικού Πατριάρχη, θεμελιούμενο κανονικώς στους κανόνες 9ο και 17ο της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου.
Αμφότεροι οι κανόνες, οι οποίοι είναι σχεδόν πανομοιότυποι, απασχόλησαν ιδιαιτέρως του ερμηνευτές, με κύριο αντικείμενο έρευνας την έννοια του όρου «Έξαρχος». Ο προσδιορισμός του εννοιολογικού περιεχομένου του όρου αυτού είναι απαραίτητος, προκειμένου να προσδιορισθεί και το εύρος της δικαστικής εξουσίας του Οικουμενικού Πατριάρχη και όχι να αμφισβητηθεί αυτή η ίδια η δικαστική εξουσία του.
Εφόσον, ως Έξαρχοι εννοηθούν οι Προκαθήμενοι των Εκκλησιών, οι οποίες αναβιβάσθηκαν αργότερα σε Πατριαρχεία, τότε ο Θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως αναγνωρίζεται πλέον διά των ανωτέρω κανόνων ως ο ανώτατος κριτής, έχων αρμοδιότητα να κρίνει και κληρικούς, που δεν υπάγονται στην κανονική του δικαιοδοσία αλλά σ΄ αυτήν των υπολοίπων Θρόνων (Την άποψη αυτή εκφράζει ο Α. Αριστηνός στο σχόλιό του υπό τον 9ο κανόνα (βλ. σε Σύνταγμα, ΙΙ, 240), συντάσσεται δε και ο Σάρδεων Μάξιμος (βλ. Μαξίμου Μητροπολίτου Σάρδεων, Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Θεολογίᾳ, εκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1973, 173 – 174).
Εάν, όμως, θεωρηθούν ως Έξαρχοι οι μητροπολίτες των επαρχιών, τότε περιορίζουμε το εύρος της απονεμομένης από τους 9ο και 27ο κανόνες δικαστικής εξουσίας του Οικουμενικού Πατριάρχη εντός των ορίων της κανονικής δικαιοδοσίας του, αποκλείοντας οποιαδήποτε αρμοδιότητα επί των κληρικών των υπολοίπων Θρόνων (βλ. Ι. Ζωναρά στο σχόλιό του υπό τον 17ο κανόνα, σε Σύνταγμα, ΙΙ, 259-260, αν και ο Μάξιμος Σάρδεων (βλ. ο.π.,171– 175, με πειστική επιχειρηματολογία αποδεικνύει ότι τελικώς η άποψη του Ι. Ζωναρά δεν απέχει πολύ από αυτή του Α. Αριστηνού)

Από μιά άλλη οπτική γωνία προσεγγίζει το ζήτημα του εύρους της δικαστικής εξουσίας του Οικουμενικού Πατριάρχη ο Θ. Βαλσαμών (βλ. το σχόλιο υπό τον 3ο της Σαρδικής σε Σύνταγμα, ΙΙΙ, 237), του οποίου το σκεπτικό βρίσκεται πιο κοντά στην πρώτη και ορθότερη άποψη, που διατυπώθηκε από τον Α. Αριστηνό, αφού υποστηρίζει, ότι η ευρεία δικαστική εξουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη κατά τους 9ο και 17ο κανόνες στηρίζεται στους κανόνες 3, 4 και 5 της Σαρδικής, οι οποίοι αποδίδουν ευρύτατη δικαστική εξουσία στον Επίσκοπο Ρώμης, και αποτελεί συνέπεια του 3ου κανόνα της Β΄ Οικουμενικής συνόδου, δια του οποίου παρέχονται στον Επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως τα ίσα πρεσβεία τιμής με αυτά του Ρώμης.
Αυτό, πάντως, που θα πρέπει να επισημανθεί, είναι ότι Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι, ανεξαρτήτως του καιρικού ή μη χαρακτήρα των κανόνων Γ΄, Δ΄ και Ε΄ της Σαρδικής και του πιθανώς εσφαλμένου της διαδικασίας, η οποία προβλέπεται για την επανάκριση μιας υποθέσεως, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι οι κανόνες αυτοί πράγματι προβλέπουν ευρεία δικαστική εξουσία στον επίσκοπο Ρώμης.
Το αναμφισβήτητο αυτό γεγονός φαίνεται ότι είχαν υπόψη τους οι Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου και χρησιμοποίησαν ως υπόδειγμα, βελτιωμένο όμως και σύμφωνο απολύτως με την αρχή της κανονικής δικαιοδοσίας (βλ. προαιρετική και όχι υποχρεωτική προσφυγή στον Οικουμενικό Πατριάρχη προς επανάκριση της υποθέσεως) για την προικοδότηση του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.
Αλλωστε, η συμφωνία του θεσμού του β΄ εκκλήτου προς τους κανόνες περί αρμοδιότητας εν γένει, προκύπτει και από τις διατάξεις περί συναινετικής επιλογής δικαστή, όπου σαφώς προβλέπεται και β΄ έκκλητο.
Την ορθότητα της ερμηνείας των 9ου και 17ου κανόνων ανεγνώρισε και η πολιτειακή εξουσία και κατοχύρωσε και δια νόμου την υπ’ αυτών ευρεία δικαστική εξουσία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, σε σημείο πλέον που να μην τίθεται αυτή υπό αμφισβήτηση καλυπτόμενη τόσο απο τον κανονικό νομοθέτη όσο και από τον πολιτειακό νομοθέτη (βλ. Επαναγωγή, Τιτλ. Γ΄, Κεφ. Θ΄ και Κεφ. Ι΄, εδ. 2).
Απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου του β΄ εκκλήτου είναι η τελεσιδικία της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση θα πρέπει είτε να έχει εκδοθεί από δευτεροβάθμιο κατόπιν ασκήσεως του ενδίκου μέσου του α’ εκκλήτου είτε να έχει τελεσιδικήσει άνευ δικαστικής κρίσεως, λόγω υπαγωγής της στις αποφάσεις, που δεν προσβάλλονται δι’ εκκλήτου.
Δικαίωμα προσφυγής δια της ασκήσεως του β΄ εκκλήτου ενώπιον του Οικουμενικού Πατριάρχη αναγνωρίζεται τόσο στους κληρικούς εν γένει (βλ. 9ο της Δ΄ Οικουμενικής) όσο και στους λαϊκούς (βλ. 17ο της Δ΄ Οικουμενικής), εφόσον έχουν λόγους να θεωρούν εσφαλμένη την εκδοθείσα κατ’ αυτών δικαστική απόφαση.
Κατά τα λοιπά, όσον αφορά στην αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του προσφεύγοντος και στο μεταβιβαστικό και στο επεκτατικό αποτέλεσμα, ισχύουν όσα έχουν ήδη ειπωθεί παραπάνω για το α΄ έκκλητο. Όσον αφορά όμως στο ανασταλτικό αποτέλεσμα, υπάρχει μια διαφοροποίηση. Επειδή:
α) το β΄ έκκλητο συνιστά έκτακτο και όχι τακτικό ένδικο μέσο,
β) δεν προβλέπεται προθεσμία, εντός της οποίας αυτό δύναται να ασκηθεί,
η ποινή που επιβλήθηκε σε πρώτο βαθμό και επικυρώθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκτελείται κανονικά, και εφόσον το β΄ έκκλητο γίνει δεκτό, η προσβαλλόμενη απόφαση εξαφανίζεται και αίρονται αναδρομικώς τα αποτελέσματα της επιβληθείσης ποινής.
Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω, θέλω να επισημάνω τα εξής:

Πρώτον, στα πλαίσια της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης οι ιεροί κανόνες καταρχήν προβλέπουν και δεν επιβάλλουν τον θεσμό της επανακρίσεως ενώπιον ανωτέρου εκκλησιαστικού δικαστηρίου. Συνεπώς, μιλούμε για δικαίωμα και όχι για υποχρέωση.
Δεύτερον, το δικαίωμα αυτό ασκείται, όποτε αποφασίσει περί αυτού ο καταδικασθείς, διότι δεν προβλέπεται από τους ιερούς κανόνες κάποια προθεσμία. Όπου τέτοια προθεσμία προβλέπεται, αυτή αναφέρεται σαφώς, όπως συμβαίνει με την περίπτωση της κτήσεως κανονικής δικαιοδοσίας επί εκκλησιαστικής περιφέρειας διά χρησικτησίας (17ος της Δ΄ Οικουμενικής, 25ος της Πενθέκτης).

Τρίτον, η άσκηση του εκκλήτου ενώπιον του Οικουμενικού Πατριάρχη:

μεταβίβασε την υπόθεση σε ανώτερο δικαστήριο, το οποίο έκρινε εντός του πλαισίου του αιτήματος, όπως αυτό περιελήφθη στο δικόγραφο του εκκλήτου. Αυτό σημαίνει, ότι η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν μπορούσε να αποφανθεί επί θεμάτων, που δεν περιελήφθησαν στο κατατεθέν έκκλητο κατ’ εφαρμογή της αρχής «τόσον εκδικάζεται όσον εκκαλείται». Συνεπώς, το έκκλητο θα πρέπει να είχε ως αίτημα την εξαφάνιση της αποφάσεως περί της επιβολής της ποινής της καθαιρέσεως και όχι και της αποφάσεως περί της επιβολή της ποινής της εκπτώσεως.
επεξέτεινε, εάν υποβλήθηκε μόνον από τον Φιλάρετο Ντενισένκο, τα αποτελέσματά του και επί των υπολοίπων, εάν και εφόσον και αυτοί είχαν δικαίωμα ασκήσεως εκκλήτου.
δεν επέφερε το ανασταλτικό αποτέλεσμα του, διότι και στην πράξη δεν ήταν αυτό δυνατό.

Τέταρτον, η αποδοχή του εκκλήτου συνεπάγεται την κατάργηση της ισχύος της ποινής, που είχε επιβληθεί από το κατώτερο δικαστήριο και την μεταφορά της καθολικής ισχύος στη νέα απόφαση, που εκδίδεται επί του εκκλήτου. Πλέον, καθολική ισχύ έχει η απόφαση που ανακαλεί την ποινή της καθαιρέσεως, η οποία είναι για τον λόγο αυτόν είναι δεσμευτική για όλη την Ορθοδοξία, όσοι δε αρνούνται να την εφαρμόσουν, διαπράττουν το παράπτωμα της παραβιάσεως δικαστικής αποφάσεως.

Ανακεφαλαιώνοντας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης και η περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδος ενήργησαν στην περίπτωση του Φιλάρετου Ντενισένκο και των «σύν αὐτῷ» συμφώνως προς τους ιερούς κανόνες.

Με βαση τα παραπανω, που ειναι και η γραμμη πανω κατω του Πατριαρχειου το πατριαρχειο εκινηθει ως εκινηθει.
ΕΙΝΑΙ ΟΜΩΣ ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΤΑ ΛΕΕΙ;


π. Άγγελος Αγγελακόπουλος.


ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΓΙΑ ΠΡΩΤΕΙΟ ΚΑΙ ΑΥΘΕΝΤΙΑ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

A) Περί πρεσβείων τιμής Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως


Σύμφωνα με τον στ΄ Κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, πρέπει να φυλάττονται τα παλαιά έθη των τριών Πατριαρχών, του Αλεξανδρείας μεν κυρίως και κατά πρώτο λόγο, του Αντιοχείας δε, κατά δεύτερο λόγο, και του Ρώμης συνεπτυγμένως και περιληπτικώς, (περί δε του Ιεροσολύμων ιδιαιτέρως και ξεχωριστά λέει η παρούσα Σύνοδος στον ζ΄ Κανόνα της και περί του Κωνσταντινουπόλεως λέει η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος στον γ΄ Κανόνα της), ώστε ο μεν Πατριάρχης (τον οποίο Επίσκοπο ονομάζει εδώ, επειδή δεν ήταν ακόμη συνήθεια να ονομάζεται κάποιος με το όνομα του Πατριάρχου) της Αλεξανδρείας να έχει την εξουσία των Επισκόπων και Μητροπολιτών της Αιγύπτου, Λιβύης και Πενταπόλεως. Καθώς και στον Πατριάρχη Ρώμης επικράτησε να έχει την εξουσία και προεδρία όλων των εσπερίων Επισκόπων και Πατριαρχών.
Στο σημειο αυτό ο Όσιος Νικόδημος μας πληροφορεί ότι οι ορμώμενοι από της Ρωμαϊκής Εκκλησίας δεν ερμηνεύουν ορθώς τον παρόντα Κανόνα. Ο Πάπας Φίληξ, έχοντας διαφορές προς τον Κωνσταντινουπόλεως Ακάκιο και αφού διέφθειρε τον παρόντα Κανόνα, είπε ότι ο Επίσκοπος Ρώμης έχει το κύρος σε κάθε σύνοδο, όπως θέλει ο παρών Κανόνας της εν Νικαία Συνόδου. Και πριν από αυτόν ο τοποτηρητής του Λέοντος Πασχασινός αντεστραμμένως προέφερε αυτόν τον Κανόνα στην Δ΄ Σύνοδο. Ο Όσιος, όμως, από αυτά τα ρήματα του Κανόνος βρίσκει αληθινό το νόημα αυτής της Συνόδου. Λέει, λοιπόν, ότι, επειδή ο Μελέτιος παρέτρεψε τα δίκαια του Επισκόπου Αλεξανδρείας, έδωσε αιτία στην σύνοδο αυτή να εκθέσουν τον παρόντα Κανόνα και να διορίσουν όχι κάποιο νέο, αλλά μόνο να επικυρώσουν τις τάξεις, που σώζονταν από παλαιά συνήθεια, όχι μόνο στους Πατριάρχες, αλλά και στους Μητροπολίτες και όχι μόνο στις χειροτονίες, τις οποίες ο Μελέτιος παρέτρεπε, αλλά και σε κάθε άλλο δικαίωμα, που ανήκει στους Πατριάρχες και τους Μητροπολίτες κατά τις Εκκλησίες, που υπόκεινται σ’αυτούς. Αφού, λοιπόν, έβαλε τα παραπάνω ως προϋποθέσεις, λέει ο Κανόνας˙ «Τα αρχαία έθη κρατείτω, τα εν Αιγύπτω και Λιβύη και Πενταπόλει, ώστε τον εν Αλεξανδρεία Επίσκοπον πάντων τούτων έχειν την εξουσίαν, επειδή και τω εν Ρώμη Επισκόπω τούτο σύνηθές εστι». Εδώ, σύμφωνα με τον Όσιο, πρέπει να σημειωθεί ότι η αντωνυμία «τούτο» δεν αναφέρεται σε άλλο, παρά στο έθος, που θα πει Κοινότερο. Καθώς και στον Επίσκοπο Ρώμης επικράτησε αυτή η συνήθεια. Ποια συνήθεια; Το να έχει την εξουσία όλων αυτών, που υπόκεινται σ’αυτόν. Καθώς έχει την ίδια συνήθεια ο Ρώμης με τον Αλεξανδρείας, έτσι έχει και την ίδια εξουσία μ’ εκείνον.
Ότι αυτό είναι το νόημα του Κανόνος, συμμαρτυρεί η Αραβική μετάφραση αυτών των Κανόνων, δηλαδή η Αλεξανδρινή έκδοση, ο Αιγύπτιος Ιωσήφ ο αρχαίος ερμηνευτής των Κανόνων αυτής της Συνόδου, η μετάφραση του Διονυσίου του μικρού στο Λατινικό, η έκδοση του Ισιδώρου Μερκάντορος και τέλος η μετάφραση του Ρουφίνου Πρεσβυτέρου Ακυληΐας. Επειδή, λοιπόν, έτσι έχει το αληθές και η διοίκηση της Ρώμης είναι περιορισμένη, όπως και του Αλεξανδρείας, μάτην φαντάζονται οι Ρωμάνοι από αυτόν τον Κανόνα ότι έχουν απεριόριστη εξουσία σε όλο τον κόσμο. Σημειώνει, τέλος, ο Όσιος ότι ο παρών Κανόνας δεν ανακαίνισε τα πρεσβεία της Ρώμης, επειδή ήταν ακέραια. Αν, όμως, δεν ήταν το ίδιο, που είπε περί του Αλεξανδρείας, θα έλεγε και για τον Ρώμης.
Ο γ΄ Κανόνας της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου διορίζει ιδιαιτέρως περί του Κωνσταντινουπόλεως και λέει ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως να έχει τα προνόμια της τιμής μετά τον Πάπα και Πατριάρχη της Ρώμης, επειδή και αυτή η Κωνσταντινούπολις δηλαδή είναι και ονομάζεται Νέα Ρώμη. Η πρόθεση «μετά» εδώ δεν δηλώνει το ύστερο του χρόνου, καθώς λένε μερικοί μαζί με τον Αριστηνό, αλλά ούτε υποβιβασμό και ελάττωση, καθώς λανθασμένα ερμηνεύει ο Ζωναράς (επειδή με το να είναι μετά τον Κωνσταντινουπόλεως ο Αλεξανδρείας, μετά τον Αλεξανδρείας ο Αντιοχείας και μετά τον Αντιοχείας ο Ιεροσολύμων, κατά τον λστ΄ της ΣΤ΄, υπάρχουν τέσσερα είδη υποβιβασμού τιμής και ακολούθως πέντε διάφορες τιμές η μία ανώτερη της άλλης, το οποίο είναι ενάντιο σε όλη την καθολική (Ορθόδοξη) Εκκλησία και δεκτό μόνο από τους Λατίνους και τους Λατινόφρονες), αλλά δηλώνει ισότητα τιμής και τάξη, κατά την οποία ο μεν είναι πρώτος, ο δε δεύτερος. Ισότητα μεν τιμής δηλώνει, επειδή και οι εν Χαλκηδόνι Πατέρες στον κη΄ Κανόνα λένε ότι οι ρν΄ αυτοί Επίσκοποι έδωσαν τα ίσα πρεσβεία της παλαιάς Ρώμης και στην νέα Ρώμη και οι εν Τρούλλω Πατέρες στον λστ΄ Κανόνα λένε ότι ο Κωνσταντινουπόλεως απολαμβάνει τα ίσια πρεσβεία με τον Ρώμης. Τάξη δε δηλώνει, επειδή και αυτοί και εκείνοι στους Κανόνες τους λένε δεύτερο τον Κωνσταντινουπόλεως μετά τον Ρώμης, όχι ως προς την τιμή, αλλά ως προς την τάξη της τιμής. Γιατί, κατά την φύση των πραγμάτων, είναι αδύνατο να βρεθούν δύο ίσα και να λέγονται πρώτα και δεύτερα μεταξύ τους χωρίς τάξη.

Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος, ανανεώνοντας με τον κη΄ Κανόνα της τον γ΄ της Β΄, έδωσε στον Κωνσταντινουπόλεως και τα ίσα προνόμια της τιμής του Ρώμης, τα οποία είναι οι χειροτονίες των τριών διοικήσεων των Μητροπολιτών Ασίας, Πόντου και Θράκης, οι οποίες επικυρώθησαν και με Κανόνα και όχι μόνο με έθος, επειδή είναι γύρω από την Κωνσταντινούπολη. Γιατί, όπως ο Ρώμης έχει τα πρεσβεία τιμής και εξουσίας, δηλαδή το Πατριαρχικό αξίωμα και το άρχειν της ιδίας ενορίας των Εσπερίων, έτσι και ο Κωνσταντινουπόλεως έχει τα ίδια πρεσβεία, δηλαδή το Πατριαρχικό αξίωμα, και το άρχειν των ανωτέρω Μητροπολιτών, επειδή είναι από την ίδια ενορία. Αυτά είναι τα εκκλησιαστικά πράγματα, που αναφέρει εδώ ο Κανόνας, στα οποία, καθώς μεγαλύνεται ο Ρώμης, έτσι μεγαλύνεται και ο Κωνσταντινουπόλεως, χωρίς καμμία διαφορά, εκτός από την εξής: ότι ο μεν Ρώμης είναι πρώτος ως προς την τάξη, ο δε Κωνσταντινουπόλεως δεύτερος ως προς την τάξη. Αυτά τα προνόμια του Κωνσταντινουπόλεως επεκύρωσαν και επεσφράγισαν όχι μόνο οι Πατέρες της Συνόδου, αλλά και όλη η Σύγκλητος των αρχόντων, αν και οι λεγάτοι του Πάπα, βλέποντας να πλατύνονται τα όρια του Κωνσταντινουπόλεως, σχεδόν λιποθύμησαν, έναντιούμενοι σ’αυτά. Γι’αυτό προφανώς ψεύδονται οι παπολάτρες, λέγοντας ότι τα πρωτεία και πρεσβεία του Ρώμης και το να μεγαλύνεται στα εκκλησιαστικά πράγματα προσμαρτυρούν σ’αυτόν ειδικό προνόμιο εξουσίας στην καθόλου Εκκλησία, δηλαδή μοναρχικό και αναμάρτητο αξίωμα. Αν τα πράγματα φανέρωναν κάτι τέτοιο, αυτό επρεπε να έχει και ο Κωνσταντινουπόλεως, επειδή ο Κωνσταντινουπόλεως, κατά τους Κανόνες, είναι ίσο και απαράλλακτο μέτρο της τιμής της εξουσίας και του μεγαλείου της Ρώμης. Αλλά, αφού ποτέ δεν έλαβε κάτι τέτοιο ο Κωνσταντινουπόλεως από τους Κανόνες, άρα ούτε ο Ρώμης.

Αλλά ούτε τα πρεσβεία του Ρώμης είναι αυτά, που δόθηκαν από το θρυλλούμενο θέσπισμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου προς τον Σίλβεστρο Ρώμης, όπως αυτοί λένε, δηλαδή το να περπατά με τα παράσημα της βασιλικής μεγαλειότητος, κατά μίμηση του βασιλέως, το να έχει στο κεφάλι του, αντί στεφάνου, υπέρλαμπρο λώρο, το να φορά Βασιλικό ωμοφόριο, πορφυρά χλαμύδα και κόκκινο χιτώνα, το να έχει τον ίππο του στρωμένο βασιλικώς με όλα τα βασιλικά σημεία, το να κρατά ο Βασιλεύς, σαν στράτωρ, το χαλινάρι του ίππου του και το να μεγαλύνεται ο Κλήρος της Εκκλησίας του, καθώς και η Σύγκλητος, τόσο στα φορέματα, όσο και στα υποδήματα και στην καββαλαρία. Δέν είναι αυτές οι εξωτερικές λαμπρότητες και περιφάνειες τα πρεσβεία και αξιώματα, που δόθηκαν από τους Κανόνες στον Ρώμης, Α΄ γιατί, αν ήταν, έπρεπε να δοθούν παρομοίως και ίσως και στον Κωνσταντινουπόλεως και Β΄ γιατί, κατά τον ιστ΄ της Ζ΄ και τον κζ΄ της ΣΤ΄, οι λαμπρές και περιφανείς εσθήτες και κάθε βλακεία και καλλωπισμός του σώματος είναι αλλότρια των Κληρικών και της ιερατικής τάξεως και γιατί ο καπνώδης τύφος της κοσμικής εξουσίας πρέπει να είναι μακρυά από τους ιερείς του Θεού, κατά την επιστολή της εν Καρθαγένη Συνόδου προς τον Πάπα Κελεστίνο. Ο πγ΄ αποστολικός καθαίρει εκείνους, που θέλουν να έχουν και Ρωμαϊκή αρχή και ιερατική διοίκηση. Και ο Κύριος στα Ευαγγέλια προστάζει να φυλαγόμασθε από εκείνους, που θέλουν να περπατούν εν στολαίς. Γι’ αυτό, το μάτην θρυλλούμενο θέσπισμα κρίνεται νόθο και πεπλασμένο. Αν καθ’ υπόθεσιν συγχωρήσουμε ότι είναι αληθές, αλλ’ όμως, επειδή και έναντιώνεται προφανώς στους ιερούς Κανόνες, είναι αργό και άκυρο. Οι πραγματικοί τύποι, που έναντιώνονται στους Κανόνες, είναι άκυροι. Πρεσβεία, λοιπόν, και πρωτεία του Ρώμης είναι το να έχει την εξουσία όλων των Επισκόπων και Μητροπολιτών στην Διοίκηση της Ρώμης, ώστε να τους χειροτονεί μαζί με τους Επισκόπους της Διοικήσεως, και το να είναι πρώτος ως προς την τάξη των υπολοίπων Πατριαρχών. Αυτά τα προνόμια τα έλαβε όχι επειδή η Ρώμη είναι καθέδρα του Αποστόλου Πέτρου, όχι επειδή ο Ρώμης είναι βικάριος του Χριστού, καθώς ματαιολογούν οι Παπιστές, αλλά προκαταρκτικώς μεν επειδή η Ρώμη ήταν τιμημένη με βασιλεία. Ο κη΄ Κανών της Δ΄ λέει˙ «Τω θρόνω της πρεσβυτέρας Ρώμης, διά το βασιλεύειν την πόλιν εκείνην, εικότως οι Πατέρες αποδεδώκασι τα πρεσβεία». Επομένως δε και για το αρχαίο έθος, που ακολούθησε, καθώς ήταν πρωτεύουσα πόλη η Ρώμη, έτσι να είναι πρώτος και ο Επίσκοπός της. Συνεπομένως δε, επειδή οι Κανόνες του έδωσαν αυτό το προνόμιο, καθώς παρομοίως το ίδιο προνόμιο δόθηκε στον Κωνσταντινουπόλεως, γιατί η Κωνσταντινούπολη στάθηκε Βασιλεύουσα και νέα Ρώμη, έγινε αρχαίο έθος να χειροτονεί τους Επισκόπους στην Ασία, τον Πόντο και την Θράκη, και επειδή έγινε έθος, εξεδόθηκαν οι Κανόνες και επισφράγισαν το αρχαίο έθος.

Ο λστ΄ Κανόνας της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου ανακαινίζει τον γ΄ Κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου και τον κη΄ της Δ΄, που αναφέρονται στα προνόμια του Κωνσταντινουπόλεως, ορίζοντας ότι αυτός να απολαμβάνει τα ίσα και τα αυτά προνόμια με τον Ρώμης και να μεγαλύνεται στα Εκκλησιαστικά πράγματα παρομοίως καθώς εκείνος, δεύτερος υπάρχοντας κατά τάξιν μετά από εκείνον, τρίτος δε ο Αλεξανδρείας, τέταρτος ο Αντιοχείας και πέμπτος ο Ιεροσολύμων μόνο κατά την τάξη της προαριθμήσεως και αριθμήσεως.
Ας σκεφτούμε ότι όντως κάποιος αδικείται από το Πατριαρχείο στο οποίο ανήκει.
Είναι σωστό να μην μπορεί να υπάρξει κάποιος άλλος τρόπος, να βρει το δίκιο του;
Υπάρχει αλάθητο σε κανένα; Υπάρχει αυθεντία; Δεν έχουν καθαιρεθεί ή αφοριστεί δίκαιοι άνθρωποι, ακόμα και άγιοι; [Η Καρθαγένη απαιτεί Αγίους, μόνος σου το είπες.]
Με αυτό το σκεπτικό, στην Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας, δόθηκε αυτή η δυνατότητα της καταφυγής και αλλού, που τροποποίησε την απόφαση της Καρθαγένης.
Παρατηρεί ο Όσιος ότι, επειδή τα προνόμια του Κωνσταντινουπόλεως είναι επίφθονα, αθετήθηκαν από πολλούς κατά καιρούς, και επειδή είναι και κανονικά, ανακαινίσθηκαν από πολλούς κατά διαφόρους καιρούς. Π.χ. ο Διόσκορος έταξε τον Κωνσταντινουπόλεως πέμπτο, αθετώντας τον γ΄ Κανόνα της Β΄, αλλά πάλι τον ανεκαίνησε η Δ΄. Έπειτα, ο τύραννος Βασιλίσκος τα αθέτησε με Χρυσόβουλλο, αλλά ο Ιουστινιανός τα ανεκαίνισε, (αν και ο ίδιος ο Βασιλίσκος τα διόρθωσε με αντεγκύκλια γράμματα). Μετά, ο τύραννος Φωκάς έδωσε πρωτείο στον Ρώμης, (το οποίο αν και ο Ηράκλειος ανέτρεψε), αλλά η εν Τρούλλω Σύνοδος, έχοντας αξίωμα Οικουμενικής Συνόδου, πάλι τα ανεκαίνισε. Δεν αμάρτησε η Σύνοδος, κάνοντας αυτό, όπως φλυαρούν από φθόνο οι Παπιστές, γιατί δεν το έκανε αφ’ εαυτής, αλλά ακολουθώντας τις προ αυτής Συνόδους.
Σχολιάζοντας ο Όσιος Νικόδημος τον α΄ Κανόνα της εν τη αγία Σοφία συνόδου, διευκρινίζει ότι τα προνόμια της Ρωμαίων Εκκλησίας και του Πάπα της Ρώμης, δηλαδή το να είναι πρώτος ως προς την τάξη της τιμής από τους υπόλοιπους τέσσερεις Πατριάρχες, ίσχυαν τότε, όταν η Εκκλησία των Ρωμαίων ούτε έσφαλλε στην πίστη, ούτε είχε διαφορές μ’εμάς τους Γραικούς (Ρωμιούς). Τώρα, όμως, εμείς δεν έχουμε καμμία ένωση και κοινωνία μ’αυτήν, εξαιτίας των αιρετικών δογμάτων, στα οποία αυτή υπέπεσε.

Β) Περί κοσμικής και πνευματικής εξουσίας Πάπα

Σύμφωνα με τον πγ΄ Αποστολικό Κανόνα, οι Θείοι Απόστολοι εμποδίζουν τους ιερωμένους να διοικούν τα δημόσια πράγματα και να δέχονται κοσμικές φροντίδες. Γι’ αυτό λένε ότι όποιος Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος καταγίνεται σε στρατεία, δηλαδή όχι σε μεταχείρηση όπλων και πολέμων, αλλά σε διοίκηση στρατιωτικών πραγμάτων, όπως διανομή στρατιωτικών σιτηρεσίων, υποδοχή αυτών των τροφών και άλλες τέτοιες κυβερνήσεις, τις οποίες οι πολιτικοί ονομάζουν στρατείες˙ όποιος, λοιπόν, καταγίνεται σε τέτοια και θέλει να έχει και τα δύο και εξουσία Ρωμαϊκή βασιλική και διοίκηση ιερατική και Εκκλησιαστική, δηλαδή εξουσία εξωτερική και εσωτερική, αυτός, αν δεν παύσει από αυτά, ας καθαίρεται, διότι τα πράγματα και οι εξουσίες του Καίσαρος και βασιλέως, στον Καίσαρα πρέπει να δίνονται, δηλαδή σε ανθρώπους εξωτερικούς και βασιλικούς. Τα δε πράγματα και οι εξουσίες του Θεού, στον Θεό παρομοίως πρέπει να δίδονται, δηλαδή σε ανθρώπους θείους και εσωτερικούς, οι οποίοι είναι οι Επίσκοποι, οι Πρεσβύτεροι και οι Διάκονοι.
Σημειώνει ο Όσιος Νικόδημος ότι η εξουσία και η αρχή διαιρείται σε δύο. Άλλη μεν είναι κοσμική, την οποία εμπιστεύθηκε ο Θεός στους Βασιλείς και τους άρχοντες, άλλη δε είναι πνευματική, την οποία ενεχείρισε ο Θεός στους Αρχιερείς και τους οικονόμους των ψυχών. Η μία είναι ενάντια στην άλλη. Γιατί, η μεν είναι επίγειος, η δε Ουράνιος. Η μεν φορεί μάχαιρα και θανατώνει, η δε πράως συγχωρεί και ζωοποιεί. Γι’ αυτό και ο ιερός Χρυσόστομος λέει˙ «άλλοι όροι βασιλείας και άλλοι όροι ιερωσύνης. Ο βασιλεύς τα ενταύθα πεπίστευται, εγώ τα Ουράνια˙ (εγώ όταν είπω, τον ιερέα λέγω)˙ ο βασιλεύς σώματα εμπιστεύεται, ο δε ιερεύς ψυχήν. Ο βασιλεύς λοιπάδας χρημάτων αφίησιν, ο δε ιερεύς λοιπάδας αμαρτημάτων. Εκείνος αναγκάζει, ούτος παρακαλεί. Εκείνος όπλα έχει αισθητά, ούτος όπλα Πνευματικά». Το ίδιο άτοπο ακολουθεί ανίσως ή ο βασιλεύς τολμήσει να επιβαίνει του βήματος ή ο Αρχιερεύς να βασιλεύει και να ζώννυται μάχαιρα, καθώς το έπαθε ο Δίκερως Γίγας της Ρώμης, ο Πάπας, ο οποίος εκτός του ότι είναι εσωτερικός και κατά πνεύμα Αρχιερεύς, θέλει να είναι εξωτερικός και κατά σώμα βασιλεύς˙ να ευλογεί και να θανατώνει, να κρατά την ποιμαντική βακτηρία και μάχαιρα την φονευτρία. Μίξις άμικτος και τέρας αλλόκοτον! αναφωνεί ο Όσιος Νικόδημος. Ας δει, λοιπόν, ότι βρίσκεται παραβάτης του παρόντος πγ΄ Αποστολικού Κανόνος και υπόκειται σε καθαίρεση, θέλοντας να έχει και τα δύο και Ρωμαϊκή αρχή και ιερατική διοίκηση. Χρησιμώτατα είναι τα λόγια του Οσίου Επισκόπου Κουδρούβης προς τον Μεγάλο Κωνσταντίνο˙ «Σοι βασιλείαν ο Θεός ενεχείρισεν, ημίν τα της Εκκλησίας επίστευσε˙ και ώσπερ ο την σην αρχήν υποκλέπτων, αντιλέγει τω διαταξαμένω Θεώ, ούτω φοβήθητι μη και συ τα της Εκκλησίας εις σεαυτόν έλκων, υπεύθυνος εγκλήματι μεγάλω γένη. Απόδοτε, γέγραπται, τα του Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ. Ούτε τοίνυν ημίν άρχειν επί της γης έξεστι, (τι αν είποι προς ταύτα ο διαρχών Πάπας;) ούτε συ του θυμιάν εξουσίαν έχεις ω Βασιλεύ».

Γ) Περί Πάπα ως εσχάτου κριτή της Εκκλησίας


Σύμφωνα με τον Όσιο Νικόδημο τέσσερα είναι τα χαρακτηριστικά ιδιώματα των Οικουμενικών Συνόδων. Πρώτο ιδίωμα όλων των Οικουμενικών είναι το να συναθροίζονται με προσταγές, όχι του Πάπα ή του δείνος Πατριάρχου, αλλά με βασιλικές προσταγές. Δεύτερο, το να γίνεται συζήτηση περί πίστεως και ακολούθως να εκτίθεται απόφαση και όρος δογματικός σε κάθε μία από τις Οικουμενικές. Τρίτο, το να είναι όλα τα δόγματα και οι Κανόνες, που εκτίθενται απ’αυτές, ορθόδοξα, ευσεβή και σύμφωνα με τις θείες Γραφές ή τις προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους. Τέταρτο και τελευταίο, το να συμφωνήσουν και να αποδεχθούν τα διορισθέντα και κανονισθέντα από τις Οικουμενικές Συνόδους όλοι οι ορθόδοξοι Πατριάρχες και Αρχιερείς της καθολικής (Ορθόδοξης) Εκκλησίας, είτε με της αυτοπροσώπου παρουσίας τους, είτε με τοποτηρητές τους ή με γράμματά τους. Αυτή η συμφωνία των Πατριαρχών και Αρχιερέων της Οικουμένης είναι ο συστατικός και διακριτικός χαρακτήρας των Οικουμενικών συνόδων. Η συμφωνία και η αποδοχή όλων των Πατριαρχών συνιστά τις Οικουμενικές συνόδους και όχι μόνο η αυτοπρόσωπη παρουσία τους ή η διά τοποτηρητών. Γιατί, σε όλες τις επτά Οικουμενικές συνόδους, κανένας Πάπας δεν ήταν παρών αυτοπροσώπως. Στην δε Β΄ και Ε΄ οι Πάπες Δάμασος και Βιγίλιος δεν ήταν παρόντες ούτε αυτοπροσώπως ούτε διά τοποτηρητών, αλλά οι Οικουμενικές παρέμειναν Οικουμενικές, διότι οι Πάπες συμφώνησαν με αυτά, που είχαν ορισθεί, και τα αποδέχθηκαν με γράμματα και υπογραφές.
Κατά τον Όσιο Νικόδημο, η Οικουμενική Σύνοδος ανακηρύττεται ο έσχατος κριτής των Εκκλησιαστικών υποθέσεων, κατά τον στ΄ Κανόνα της Β΄, και όχι η θεία Γραφή, καθώς λένε οι Λουθηροκαλβίνοι, ή ο Πάπας, καθώς λένε οι Λατίνοι. Επειδή η αγία Γραφή σε πολλά μέρη μιλά ασαφώς και καθένας αιρετικός μπορεί να διαστρεβλώσει το ασαφές νόημα των Γραφών προς την αίρεσή του, γι’ αυτό χρειάζεται ερμηνεία για να εξηγήσει το αληθές νόημά της, ο οποίος δεν είναι άλλος από την Οικουμενική σύνοδο. Επίσης, επειδή οι αιρετικοί μαζί με τα γνήσια και καθολικά βιβλία της Γραφής τόλμησαν να επιγράψουν ως Κανονικά και τα νόθα και αιρετικά βιβλία τους, γι’αυτό η Οικουμενική σύνοδος εγκρίνει μεν τα γνήσια, αποβάλλει δε τα νόθα και απόκρυφα, όπως έκανε η ΣΤ΄ για τις Αποστολικές διαταγές και η Α΄. Γι’ αυτό και ο ιερός Αυγουστίνος, γνωρίζοντας αυτό, κομψώς γνωμάτευσε˙ «Εις το Ευαγγέλιον δεν ήθελα πιστεύση, αν δεν με έπειθεν η αξιοπιστία της Εκκλησίας». Άρα συμπεραίνεται από αυτά, που ειπώθηκαν, ότι κανείς δεν μπορεί να έναντιωθεί στις Οικουμενικές συνόδους, μένοντας ευσεβής και ορθόδοξος, αλλά απλώς και αδιορίστως ο καθένας χρωστά να πείθεται σ’αυτές. Γιατί, αυτός, που αντιφέρεται και αντιπίπτει σ’αυτές, αντιφέρεται και αντιπίπτει στο ίδιο το άγιο Πνεύμα, που λαλεί μέσω των Οικουμενικών συνόδων και γίνεται αιρετικός και αναθεματισμένος, καθώς και ο Πάπας Δάμασος αναθεματίζει εκείνους, που δεν πείθονται στις Οικουμενικές συνόδους. Αλλά και αυτές οι ίδιες οι σύνοδοι αναθεματίζουν αυτούς, που δεν πείθονται σ’αυτές. Οχι μόνο ως αιρετικός, αλλά ως εθνικός και ασεβής λογίζεται αυτός, που παρακούει της Εκκλησίας, το πρόσωπο της οποίας επέχει η Οικουμενική σύνοδος. Κατά τον ιερό Αυγουστίνο, ο Κύριος λέει «εάν και της Εκκλησίας παρακούση, έστω σοι ώσπερ ο εθνικός και ο τελώνης», επειδή η ύστατη ψήφος και κρίση της Εκκλησίας είναι η Οικουμενική σύνοδος. Αυτό το ίδιο είναι και εκείνο, που πρόσταξε ο Θεός να φυλάττεται και στη σύνοδο των ιερέων του παλαιού Νόμου.
Στα προλεγόμενα της εν Καρθαγένη τοπικής αγίας Συνόδου, ο Όσιος Νικόδημος παρατηρεί ότι παρ’ όλο που στην Σύνοδο αυτή ήταν παρόντες οι τοποτηρητές του Πάπα, εντούτοις πάλι η τοπική έμεινε τοπική και δεν έγινε Οικουμενική, επειδή δεν ήταν παρόντες ή αυτοί ή οι τοποτηρητές τους και οι Πατριάρχες της Ανατολής. Ώστε και ο Πάπας είναι μόνο μέρος των Οικουμενικών Συνόδων, όπως και οι υπόλοιποι Πατριάρχες και όχι πάνω από τις Συνόδους, όπως φαντάζονται οι σημερινοί ποντίφηκες της Ρώμης.

Δ) Περί αυθεντίας Παπών

Στα προλεγόμενα της Β΄ αγίας και Οικουμενικής Συνόδου ο Όσιος Νικόδημος σημειώνει το εξής αξιόλογο, που ακολούθησε σ’αυτή τη Σύνοδο, επειδή είναι αναιρετικό του φανταστικού προνομίου των σημερινών Παπών της Ρώμης, ότι δηλαδή οι Πάπες αθροίζουν αυθεντικώς τις οικουμενικές Συνόδους. Την παρούσα Β΄ Οικουμενική Σύνοδο όχι μόνο δεν ήθροισε ο Πάπας Δάμασος, αλλά ήταν τελείως απών και δεν εκπροσωπούταν ούτε αυτοπροσώπως, ούτε με τοποτηρητές, ούτε με την συνήθη συνοδική επιστολή, παρ’ όλο που όλοι οι Δυτικοί και τότε συνομολόγησαν και τώρα συνομολογούν αυτή ως αληθώς

Ε) Περί μοναρχικού αξιώματος, εκκλήτου και αναμαρτησίας Πάπα

Αναφερόμενος ο Όσιος Νικόδημος στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο και συγκεκριμένα στον Τόμο του Λέοντος, λέει ότι την επιστολή αυτή έστειλε ο άγιος Λέων (του οποίου η Εκκλησία εορτάζει την μνήμη του στις 18 Φεβρουαρίου) προς τον άγιο Φλαυϊανό Κωνσταντινουπόλεως κατά των Μονοφυσιτών. Λένε ότι, αφού την έγραψε, την έβαλε στον τάφο του αγίου Αποστόλου Πέτρου και με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή τον παρακαλούσε, αν έχει κάποιο λάθος, να την διορθώσει. Η περικοπή, που ακριβώς και υψηλώς θεολογεί για τις δύο φύσεις του Χριστού και την μία υπόσταση, έχει επί λέξει ως εξής˙ « Ενεργεί γαρ εκατέρα μορφή μετά της θατέρου κοινωνίας, όπερ ίδιον έσχηκε, του μεν Λόγου, του δε σώματος εκτελούντος, όπερ εστί του σώματος. Και το μεν αυτών, διαλάμπει τοις θαύμασι, το δε, ταις ύβρεσι υποπέπτωκε. Και καθάπερ ο Λόγος από της Πατρός δόξης εστίν αχώριστος, ούτω το σώμα την φύσιν του ημετέρου γένους ουκ απολέλοιπεν. Εις γαρ και ο αυτός αληθώς τε Υιός Θεού και αληθώς υιός ανθρώπου τυγχάνει. Θεός μεν κατά τούτο, καθ’ο εν αρχη ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος, ανθρωπος δε κατά τούτο, καθ’ ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Αφού, λοιπόν, αναγνώσθηκε η επιστολή στην παρούσα σύνοδο, οι Πατέρες βόησαν˙ «Αύτη η Πίστις των Πατέρων. Αύτη η Πίστις των Αποστόλων. Πέτρος διά Λέοντος ταύτα εφώνησε». Γι’ αυτό και ονομάσθηκε αυτή η επιστολή Στήλη της ορθοδοξίας. Ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων γράφει γι’αυτή την επιστολή ότι ο Θεόδωρος Επίσκοπος Λιβύης, που ήταν Κουβικουλάριος του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Ευλογίου, είδε στον ύπνο του ένα ψηλό άνθρωπο, άξιο πολλής τιμής και ευλαβείας, και του είπε να μηνύσει στον Πατριάρχη Ευλόγιο ότι ήλθε ο Πάπας της Ρώμης Λέων για να τον ανταμώσει. Ο Θεόδωρος έδραμε παρευθύς στον Πατριάρχη και του είπε τα ρηθέντα. Και, λοιπόν, αφού ανταμώθηκαν, χαιρέτισαν ο ένας τον άλλο και μετά από λίγο είπε ο Λέων στον Ευλόγιο˙ «Ξέρεις γιατί ήλθα; Ήλθα για να σε ευχαριστήσω, επειδή εννόησες πολύ καλά την επιστολή μου. Να ξέρεις ότι έκανες μεγάλη χάρη, όχι μόνο σ’εμένα, αλλά και στον κορυφαίο Πέτρο». Αφού είπε αυτά, έγινε άφαντος. Το πρωί ο Θεόδωρος το διηγήθηκε στον Ευλόγιο κι εκείνος, κλαίγοντας, ευχαρίστησε τον Θεό, που τον έκανε κήρυκα της αληθείας. Αυτός ο Ευλόγιος ήταν επί Μαυρικίου βασιλέως.
Επειδή οι Παπιστές κακώς συμπεραίνουν από αυτή την επιστολή ότι ο Πάπας είναι μονάρχης της οικουμένης και πάνω από τις Συνόδους, αποκρίνεται ο Όσιος Νικόδημος, λέγοντας˙ πρώτον, ότι, αν και η επιστολή αυτή είναι στ’αλήθεια ορθοδοξότατη, δεν έγινε δεκτή από την Σύνοδο απλώς και ως έτυχε, αλλά εξετάσθηκε πρώτον αν είναι σύμφωνη με το Σύμβολο της Α΄ και Β΄ Συνόδου και με τα πραχθέντα επί αγίου Κυρίλλου από την Γ΄ Σύνοδο, και έτσι, αφού βρέθηκε σύμφωνη, υπογράφθηκε από τους Αρχιερείς στην δ΄ πράξη της Δ΄ Συνόδου. Δεύτερον, ότι, καθώς η επιστολή αυτή ονομάσθηκε Στήλη της ορθοδοξίας στην Δ΄ Σύνοδο, έτσι και στην Ζ΄ Σύνοδο τα μεν γράμματα, που στάλθηκαν από τους Αρχιερείς της Ανατολής προς τον αγιο Ταράσιο, ονομάσθηκαν Στύλος ευσεβείας, η δε επιστολή του αγίου Ταρασίου προς τους ανατολικούς ονομάσθηκε Όρος ορθοδοξίας˙ στήλη δε ορθοδοξίας, στύλος ευσεβείας και όρος ορθοδοξίας τα ίδια είναι. Η μεν επιστολή του αγίου Λέοντος δεν ονομάσθηκε στήλη απλώς, αλλά κάποια στήλη της ορθοδοξίας, επειδή είναι κι άλλες στήλες της ορθοδοξίας. Η δε επιστολή του αγίου Ταρασίου απλώς όρος της ορθοδοξίας και τα γράμματα των ανατολικών απλώς στύλος της ευσεβείας ονομάσθηκαν. Τρίτον, ότι, καθώς, μετά την ανάγνωση της επιστολής του Λέοντος, η Σύνοδος είπε˙ «Αύτη η Πίστις των Πατέρων», έτσι και μετά την ανάγνωση των πρακτικών της Α΄ και Β΄ βόησε˙ «Αύτη η πίστις των ορθοδόξων, ούτω πιστεύομεν πάντες». Και όταν αναγνώσθηκε η επιστολή του αγίου Κυρίλλου, η Σύνοδος είπε˙ «Λέων και Ανατόλιος ούτω πιστεύουσι και ημείς ούτω πιστεύομεν. Κύριλλος ούτω πιστεύει, αιωνία η μνήμη Κυρίλλου». Προσθέτει ο Όσιος Νικόδημος ότι, μετά την ανάγνωση της επιστολής του Λέοντος, η Σύνοδος πρόσθεσε και τα εξής˙ «Κύριλλος ούτω επίστευσεν. Ο Πάπας ούτως ηρμήνευσε». Και πάλι˙ «Λέων εδίδαξε. Κύριλλος ούτως εδίδαξε. Λέων και Κύριλλος όμοια εδίδαξαν». Τέταρτον και τελευταίο, ότι η μεν Γ΄ Σύνοδος έκανε την επιστολή του αγίου Κυρίλλου προς τον Νεστόριο ίδιο όρο. Η δε Δ΄ Σύνοδος δεν έκανε ίδιο όρο την επιστολή του Λέοντος, παρ’όλο που πάσχισαν πολύ γι’αυτό οι τοποτηρητές του Ρώμης, αλλά είπε ότι άλλος όρος δεν γίνεται. Ο όρος βεβαίωσε την επιστολή. Από την επιστολή μόνο αυτό τέθηκε στον όρο, ότι δηλαδή οι δύο φύσεις είναι ενωμένες αμερίστως και ασυγχύτως στον Χριστό. Γι’ αυτό απ’ ολ’ αυτά κατακρημνίζεται το φανταστικό μοναρχικό αξίωμα του Πάπα και αποδεικνύεται ότι και ο Πάπας, και όταν φρονεί ορθόδοξα, κρίνεται και εξετάζεται από την Οικουμενική Σύνοδο, η οποία είναι ο έσχατος Κριτής στην Εκκλησία. 
Σύμφωνα με τον λστ΄ Κανόνα της εν Καρθαγένη Συνόδου, οι Πρεσβύτεροι και οι Διάκονοι και όλοι οι κατώτεροι Κληρικοί να θεωρούν τις κρίσεις τους στον ίδιο τους Επίσκοπο. Αν μέμφονται την κρίση και απόφαση του Επισκόπου τους, πρέπει να προσκαλούν τους πλησιοχώρους και γείτονες Επισκόπους, ώστε αυτοί και ο Επίσκοπος, που τους έκρινε, να θεωρήσουν τις διαφορές τους. Αν δεν στέρξουν ούτε στην κρίση των πλησιοχώρων και προσκαλεσθέντων Επισκόπων, να αναβιβάζουν και να εκκαλούν την κρίση τους στον Μητροπολίτη της επαρχίας τους. Όσοι εκκαλέσουν την κρίση στα κριτήρια, που βρίσκονται πέρα από την θάλασσα, δηλαδή στα κριτήρια της Ιταλίας και του Ρώμης, και γενικά σε μακρυνά και υπερόρια κριτήρια, αυτοί να γίνονται ακοινώνητοι από όλους τους Επισκόπους της Αφρικής.
Σύμφωνα με τον Όσιο Νικόδημο, από τον παρόντα Κανόνα α΄. μεν καταβάλλεται από τα θεμέλια η οφρύς και το γαυρίαμα της μοναρχίας του Πάπα, ο οποίος καυχάται και φαντάζεται ότι δόθηκαν σ’αυτόν όλες οι έκκλητες των Εκκλησιών της οικουμένης. Διότι, ανίσως ο παρών Κανόνας εμποδίζει το να εκκαλούνται οι Επίσκοποι της Αφρικής στα αντίπερα της θαλάσσης και σχεδόν γειτονικά της Ιταλίας και του Ρώμης κριτήρια, πόσο μάλλον εμποδίζει να εκκαλούνται στον Ρώμης αυτοί, που βρίσκονται σε μακρυνότερους τόπους; β΄. Αποδεικνύεται φανερώς ότι οι γ΄, δ΄, και ε΄ Κανόνες της εν Σαρδική, που διαλαμβάνουν περί της εκκλήτου του Ρώμης, δεν ενοούνται για τους Επισκόπους, που δεν υπόκεινται στον Ρώμης, αλλά μόνο γι’αυτούς, που υπόκεινται σ’αυτόν. Και γ΄. ότι ο Κανόνας, που διαλαμβάνει για την έκκλητο του Ρώμης, τον οποίο προέβαλαν στις αρχές της εν Καρθαγένη Συνόδου οι λεγάτοι του Πάπα, ήταν ψευδεπίπλαστος και όχι της Α΄ εν Νικαία Συνόδου, καθώς εκείνοι ψεύδονταν, όπως απέδειξαν και τα αυθεντικά ίσα του Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας. Γιατί, αν ήταν της Α΄ Συνόδου, αναγκαίως έπρεπε να τον φυλάξει και η εν Καρθαγένη Σύνοδος, καθώς υπόσχεται στον α΄ Κανόνα της.
Η εν Καρθαγένη Σύνοδος έστειλε δύο επιστολές, μία προς τον Βονιφάτιο τον Επίσκοπο της Εκκλησίας των Ρωμαίων και μία προς τον Πάπα Κελεστίνο. Αιτία και των δύο αυτών επιστολών στάθηκε ο Πρεσβύτερος Σίκκης Απιάριος. Σύμφωνα με τον Όσιο Νικόδημο, η υπόθεση του Απιαρίου οικονομικώς ακολούθησε, ώστε να στηλιτευθούν από την παρούσα Σύνοδο τα υπερήφανα νεωτερίσματα, που επρόκειτο να επινοήσουν οι Πάπες της Ρώμης. Δηλαδή η αναμαρτησία, η μοναρχία, η θρυλλουμένη έκκλητος και η νοθεία και διαφθορά μεν, την οποία από τότε επιχείρησαν να κάνουν οι Δυτικοί στα βιβλία των ιερών Συνόδων και των κατά μέρος Πατέρων, εκ του έναντίου δε, η ανόθευτη φύλαξη από τους Γραικούς (Ρωμιούς) και τους Ανατολικούς αυτών των βιβλίων, τα οποία αποδεικνύονται από τις δύο αυτές επιστολές της παρούσης Συνόδου.
Σχολιάζοντας ο Όσιος Νικόδημος την πρώτη επιστολή, λέει ότι αυτός ο Πρεσβύτερος Απιάριος, ο οποίος ανήκε στην Επισκοπή της Σίκκης της Αφρικής, αφού ελέγχθηκε συνοδικώς για κανονικά εγκλήματα, που έκανε, χωρίσθηκε από την κοινωνία των συμπρεσβυτέρων του και των Επισκόπων και Κληρικών. Αφού πήγε δύο φορές στη Ρώμη, και στον καιρό του Ζωσίμου και στον καιρό του Κελεστίνου, όχι μόνο έγινε δεκτός σε κοινωνία απ’αυτούς, αλλά και, αφού εφοδιάσθηκε με συστατικά γράμματα απ’ αυτούς, επέστρεψε στην Αφρική με τον Επίσκοπο Φαυστινο, τον τοποτηρητή αυτών των Παπών, ο οποίος, παρ’ όλο που έβαλε όλες του τις δυνάμεις για ν’ αθωώσει τον Απιάριο από τα κανονικά εγκλήματά του, γενόμενος προστάτης μάλλον παρά κριτής και έκδικος παρά διαγνώστης, εις μάτην εκοπίασε. Διότι, ο Απιάριος, ελεγχόμενος από την συνείδησή του, ομολόγησε φανερά ότι αληθώς ήταν υπόδικος στα εγκλήματα, για τα οποία κατηγορούνταν, όπως αυτό αποδεικνύεται από την δεύτερη επιστολή προς τον Κελεστίνο, η οποία φαίνεται να στηλιτεύει την αναμαρτησία του Πάπα. 
Γιατί, δύο Πάπες και ο τοποτηρητής τους τρεις, φάνηκαν να συγκοινωνούν παρανόμως με τον ακοινώνητο και ακολούθως να αμαρτάνουν. Η Σύνοδος ελέγχει τον Κελεστίνο, λέγοντας ότι κανείς δεν πιστεύει ότι ο Θεός μπορεί να δώσει όλη την δικαιοκρισία σε ένα μόνο Επίσκοπο, τον Ρώμης δηλαδή και όχι σε τόσους Επισκόπους, που συναθροίζονται σε Σύνοδο. «Ουδείς εστιν, όστις πιστεύσει ενί ω τινι δήποτε δύνασθαι τον Θεόν ημών εμπνεύσαι την δικαιοσύνην, τοις δε αναριθμήτοις εις Σύνοδον συνηθροισμένοις Ιερεύσιν, αρνείσθαι». Να που η μοναρχία του Πάπα κατακριμνίζεται. Ο Πάπας Ζώσιμος δίνει κομμονιτώριο γράμμα, δηλαδή ενταλτήριο και προστακτήριο, στον Φαυστίνο τον τοποτηρητή, μέσα στο οποίο γράφει τον ε΄ Κανόνα της Σαρδικής, ο οποίος διορίζει ότι, εάν κατηγορηθεί ένας Επίσκοπος και τον κρίνουν οι Επίσκοποι της επαρχίας, αυτός να εγκαλεί την κρίση του στον Ρώμης, ο οποίος να στέλνει κριτές από το μέρος του για να κρίνουν τον Επίσκοπο. Ομοίως γράφει και τον ιδ΄ της Σαρδικής, ο οποίος διορίζει ότι οι Πρεσβύτεροι και οι Διάκονοι, που θα αφορισθούν από οργίλο Επίσκοπο, να έχουν την εξουσία να πηγαίνουν στους πλησιοχώρους για να κρίνονται. Και τους δύο αυτούς Κανόνες επιγράφει ψευδώς ότι είναι της εν Νικαία Συνόδου. Αλλά αυτή η Σύνοδος, και με τα αντίγραφα ίσα των Κανόνων, τα οποία έφερε πρώτον ο Καικιλιανός, και με τα αυθεντικά και αληθέστατα ίσα των αυτών Κανόνων της εν Νικαία, που στάλθηκαν ύστερα τόσο από τον Αττικό Κωνσταντινουπόλεως, όσο και από τον Κύριλλο Αλεξανδρείας, με τον Πρεσβύτερο Ιννοκέντιο και τον Υποδιάκονο Μάρκελλο (διά μέσου των οποίων στάλησαν τα αυτά και στον Βονιφάτιο Ρώμης από αυτή την Σύνοδο), παραβάλλοντας αυτούς τους δύο Κανόνες και μη βρίσκοντας κάτι τέτοιο να διορίζουν οι Κανόνες της εν Νικαία, απέδειξε ψευδόμενο τον Ζώσιμο και ακολούθως ψευδεπίπλαστη την έκκλητο, που ζητούσε, των Επισκόπων, Πρεσβυτέρων και Διακόνων, που δεν υπόκεινταν σ’αυτόν. Γι’ αυτό, για να αποβάλλει κατά κράτος εις το εξής αυτή την έκκλητο στον Ρώμης, όχι μόνο επίτηδες εξέδωσε τους δύο Κανόνες, τον λστ΄ και το ρλδ΄, αλλά και στον Κελεστίνο γράφει προστακτικώς˙ «Εκβιαστάς τοίνυν Κληρικούς υμών, τινών αιτούντων μη θέλετε αποστέλλειν, μήτε παραχωρείν, ίνα μη τον καπνώδη τύφον του κόσμου δόξωμεν εισάγειν τη του Χριστού Εκκλησία, ήτις το φως της απλότητος και της ταπεινοφροσύνης την ημέραν, τοις τον Θεόν ιδείν επιθυμούσι προσφέρει». Και πάλι˙ «Τους εντεύθεν παραγινομένους ευχερώς μη προσδέχεσθε, μηδέ τους παρ’ ημών αποκοινωνητέους εις κοινωνίαν του λοιπού θελήσετε δέξασθαι». Περί του Απιαρίου γράφει ότι, αν και ο Πάπας θέλει να τον αθωώσει, όμως η Αφρική δεν τον υπομένει στο εξής, αλλά θα τον καταφρονήσει ως παράνομο. Επίσης, η παρούσα Σύνοδος απέδειξε τους Δυτικούς και διαφθορείς των βιβλίων, τους δε Ανατολικούς αληθείς. Γιατί, στην επιστολή προς τον Βονιφάτιο λέει˙ «Τις γαρ αμφιβάλλει τα ίσα αληθέστατα είναι εν Γραικοίς (Ρωμιοίς), της εν Νικαία συναθροισθείσης Συνόδου; άτινα από ούτω διαφόρων τόπων και επισήμων Γραικών (Ρωμιών) προσενεχθέντα και συγκριθέντα, ομονοούσιν».
Επίσης, από την κανονική και εγκύλιο επιστολή του αγίου Γενναδίου Κωνσταντινουπόλεως και της συν αυτώ Συνόδου προς άπαντας τους Οσιωτάτους Μητροπολίτες και προς τον Πάπα Ρώμης, αποδεικνύεται πως η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως διορθώνει και βοηθά την Εκκλησία της Ρώμης, που ενεργούσε την σιμωνία. Η μία αδελφή διορθώνει και βοηθά την άλλη όμοια αδελφή της. Πού είναι, λοιπόν, η τωρινή φανταζομένη μοναρχία του Ρώμης επί των Συνόδων; ρωτάει ο Όσιος Νικόδημος.
Η εν Σαρδική σύνοδος, αν και ονομάσθηκε τόσο από τον Σωκράτη όσο και από τον Μ. Αθανάσιο Οικουμενική, ονομάσθηκε έτσι μόνο κατά το κάλεσμα, κατά την άθροιση και κατά την αρχή. Κατά δε την απόβαση και το τέλος της, μόνο τοπική είναι τη αληθεία. Διότι, οι ανατολικοί και δυτικοί Επίσκοποι, που συνήλθαν, σχίσθηκαν σε δύο μέρη και αφόριζαν αλλήλους. Ο Σωζόμενος λέει˙ «Μετά δε ταύτην την Σύνοδον ουκ έτι αλλήλοις ως ορθοδόξοις επεμίγνυντο ουδέ εκοινώνουν». Και πάλι˙ «Τα δε των Εκκλησιών, ως εικός, διχονοίαις συγκέχυτο και εν διαβολαίς ην». (Γιατί, η συμφωνία των απανταχού Επισκόπων είναι ο χαρακτήρας και η συστατική διαφορά των Οικουμενικών Συνόδων). Επειδή, λοιπόν, οι ανατολικοί δεν συμφώνησαν με τους δυτικούς, γι’ αυτό η Β΄ Οικουμενική στον ε΄ Κανόνα της την περί πίστεως βεβαίωση αυτή της Συνόδου ονόμασε τόμο μόνο των δυτικών. Γι’αυτό και ο Μάξιμος ο Μαργούνιος στον Αντιρρητικό περί του αγίου Μάρκου Εφέσου λέει γι’αυτήν˙ «Τοπική εστί και ουκ Οικουμενική, η εν Σαρδική αγία Σύνοδος˙ διότι, αν ήτο Οικουμενική, πώς η εν Κωνσταντινουπόλει πρώτη Σύνοδος ωνομάσθη και είναι Δευτέρα Οικουμενική, εις καιρόν όπου η εν Σαρδική αύτη έπρεπεν έτσι να ονομασθή;». Ως τοπική την δέχθηκαν και όλοι οι εξηγητές των Κανόνων και όλη η καθολική (Ορθόδοξος) Εκκλησία. Αλλά ούτε αυτή η Σύνοδος είναι ένα με την εν Νικαία πρώτη, ούτε συναριθμείται με την εν Νικαία, όπως φλυαρούν οι Ιησουΐτες, θέλοντας να αποδείξουν ότι η παρούσα Σύνοδος είναι ίση με την εν Νικαία και ακολούθως ότι η έκκλητος, που δίνει στον Πάπα, κατά τον γ΄, δ΄ και ε΄ Κανόνα της, είναι καθολική και Οικουμενική κατά πάσης Εκκλησίας. α΄. Η παρούσα σύνοδος δεν είναι η ίδια με την εν Νικαία, γιατί και ο χρόνος και ο τόπος και οι Επίσκοποι, που συνάχθηκαν, και η υπόθεση και ο σκοπός και όλα τα περιστατικά, που συνέβησαν σ’αυτή και την εν Νικαία είναι τελείως διαφορετικά και όχι τα ίδια. β΄. Ότι η παρούσα Σύνοδος δεν είναι η ίδια με την εν Νικαία αποδεικνύει η φιλονεικία, που ακολούθησε μεταξύ των Πατέρων της εν Καρθαγένη Συνόδου και των παπών της Ρώμης Ζωσίμου, Βονιφατίου και Κελεστίνου σχετικά με τους Κανόνες αυτής της Συνόδου. Και γ΄. γιατί, αν η παρούσα ήταν η ίδια με την εν Νικαία, έπρεπε να την θυμηθούν οι μετέπειτα Οικουμενικές Σύνοδοι στους ιδίους όρους τους, καθώς αναφέρουν και την εν Νικαία, και οι εξηγητές των Κανόνων και οι ιστορικοί έπρεπε να την αναφέρουν σε κάποιο μέρος. Επειδή, λοιπόν, ολ’ αυτά αντίκεινται στην γνώμη των Ιησουϊτών, άρα είναι ψεύδος ότι η Σύνοδος αυτή είναι ίδια με την εν Νικαία. 
Οι Πάπες της Ρώμης και παλαιά και τώρα σπουδάζουν να αποδείξουν από τους γ΄, δ΄, ε΄ και ιδ΄ Κανόνες της εν Σαρδική ότι σ’αυτούς δόθηκε η καθ’ όλου έκκλητος απάσης της Εκκλησίας, δηλαδή όσοι Επίσκοποι, Πρεσβύτεροι και Διάκονοι από όλα τα μέρη της οικουμένης έχουν κρίση να αναβιβάζουν αυτή την κρίση στον Πάπα. Για να κερδίσουν αυτή την πολυθρύλλητη έκκλητο, τι δεν μεταχειρίσθηκαν και ποια ψεύδη δεν έπλασαν; Όσα έκαναν στην εν Καρθαγένη τα διηγηθήκαμε παραπάνω. Αλλά και μέχρι σήμερα δεν παύουν οι Παπιστές να προβάλλουν ότι ο γ΄, δ΄ και μάλιστα ο ε΄ Κανόνας της εν Σαρδική διορίζουν για την καθόλου έκκλητο του Πάπα. Ότι δε οι ανωτέρω Κανόνες διορίζουν για την έκκλητο μόνο αυτών, που υπόκεινται στον Ρώμης, είναι φανερό από τα ακόλουθα επιχειρήματα. α΄. Επειδή ο υπερφυής Ιωάννης ο Ζωναράς, εξηγώντας τον ε΄ Κανόνα, λέει ότι αυτόν τον Κανόνα προβάλλουν οι Ρωμάνοι για την έκκλητό τους, ελέγχθηκε όμως στην εν Καρθαγένη Σύνοδο ότι δεν είναι της εν Νικαία, αλλά ούτε αναθέτει στον Ρώμης όλες τις εκκλήτους των Επισκόπων, αλλά μόνο αυτών, που υπόκεινται σ’αυτόν. Αυτό το ίδιο λέει και ο Βαλσαμών. β΄. Επειδή το παλαιό σχόλιο, που βρίσκεται σ’αυτούς τους Κανόνες, λέει˙ «Βλέπε πώς όλοι σχεδόν οι Κανόνες της εν Σαρδική ταύτης Συνόδου μερικάς και όχι καθολικάς κανονίζουσι πράξεις και μόνας εκείνας όπου ανήκουσιν εις την ενορίαν του θρόνου της Ρώμης. Ώστε όποιος θέλει να σώζωνται και να τιμώνται οι Κανόνες ούτοι, δεν θέλει τους βιάσει να τους κάμη καθολικούς και οικουμενικούς, διά τι ουδέ αυτά τα πράγματα συγχωρούσι τούτο να γένη. Αλλά καθώς περί του Ρώμης οι Κανόνες ούτοι διορίζουσιν, έτσι παρομοίως και περί των άλλων τεσσάρων Πατριαρχών και ο καθείς εξ αυτών ημπορεί να τους μεταχειρισθή διά τα ανήκοντα πράγματα και τας εκκλήτους των υποκειμένων εις την εδικήν του Πατριαρχίαν, επειδή οι Κανόνες ούτοι δεν αναφέρουσιν όλας τας εκκλήτους και διοικήσεις των Εκκλησιών εις τον Ρωμαϊκόν θρόνον˙ τούτο γαρ είναι πράγμα και αδύνατον και αλλότριον της Εκκλησίας». γ΄. Διότι και η εν Βενεθαλία τοπική Σύνοδος απαραλλάκτως κατά το ανωτέρω σχόλιο εννόησε αυτόν τον Κανόνα της εν Σαρδική, ώστε δηλαδή οι μεν Επίσκοποι, Πρεσβύτεροι και Διάκονοι, που υπόκεινται στον Ρώμης, να υποτάσσονται στις ψήφους και την κρίση του Ρώμης, αυτοί δε, που υπόκεινται στον Αλεξανδρείας και στους άλλους Πατριάρχες, να υποτάσσονται στις κρίσεις και αποφάσεις εκείνων, καθώς μαρτυρεί ο Αέων Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας περί της εν Βενεθαλία Συνόδου, στους Κανόνες της οποίας βρίσκεται και το ρηθέν σχόλιο. δ΄. Επειδή, αν οι Κανόνες αυτοί εννοηθούν ότι δίδουν στον Ρώμης τις εκκλήτους όλης της Εκκλησίας, φανερώς βρίσκονται ενάντιοι όχι μόνο με τους ιβ΄, ιστ΄ και λβ΄ Αποστολικούς, αλλά και με τον ε΄ Κανόνα της εν Νικαία, με την οποία σπουδάζουν οι παπιστές να αποδείξουν ίση την εν Σαρδική και στο όνομα της οποίας ψευδώς επιγράφουν τους Κανόνες της εν Σαρδική. Πώς, λοιπόν, κατ’αυτούς μπορεί η εν Σαρδική να είναι μία και η αυτή με την εν Νικαία, αφού οι Κανόνες της, όπως εννοούνται κατ’αυτούς, είναι εναντιώτατοι με τους Κανόνες της εν Νικαία; ε΄. Επειδή η φιλονεικία, που ακολούθησε μεταξύ των Πατέρων της εν Καρθαγένη και των παπών, απέδειξε βεβαιότατα ότι οι παρόντες Κανόνες δίδουν στον Ρώμης την έκκλητο μόνο στην ενορία και επαρχία του. Οι θείοι εκείνοι Πατέρες λένε στην προς Κελεστίνον επιστολή ότι δεν απαγορεύεται στην Εκκλησία της Αφρικής με κάποιον όρο των Πατέρων να ζητά κανείς να μεταθεωρεί τις κρίσεις των εν Αφρική, δηλαδή παρ’ ενορίαν. Και πάλι, «περί γαρ του τινάς ωσανεί εκ του πλευρού της σης αγιωσύνης πέμπεσθαι εν ουδεμία των Πατέρων Συνόδω ορισθέν ευρίσκομεν».
Οι εν Καρθαγένη Πατέρες είπαν αυτά τα λόγια, όχι επειδή δεν ήξεραν τελείως την εν Σαρδική Σύνοδο (γιατί πώς ήταν δυνατόν να μην την ξέρουν, αφού 36 Επίσκοποι, κατά τον Δοσίθεο, από την Αφρική ήταν παρόντες στην εν Σαρδική;), όχι επειδή δεν ήξεραν ότι το να αποστέλλονται κριτές από την πλευρά του Ρώμης είναι λόγια του ε΄ Κανόνος της εν Σαρδική (γιατί είναι απίθανο οι Αφρικανοί Επίσκοποι να μην πήραν μαζί τους τους Κανόνες της στην Αφρική), αλλά τα είπαν αυτά, γιατί αυτοί οι Κανόνες δεν εννοούνται γι’αυτούς, που δεν υπόκεινται στον Ρώμης, καθώς τους εννοούν οι Πάπες, αλλά μόνο γι’αυτούς, που υπόκεινται σ’αυτόν. Η Σύνοδος λέει ότι αυτό κανένας όρος ή Κανόνας των Πατέρων δεν διορίζει, ούτε βρίσκεται σε καμμία Σύνοδο των Πατέρων (άλλοι δε είπαν ότι το «εν ουδεμία των Πατέρων Συνόδω ορισθέν ευρίσκομεν» εννοείται αντί του σε καμμία συνέλευση των Πατέρων της Α΄ Συνόδου δεν βρίσκεται. Γιατί, η εν Καρθαγένη Σύνοδος συνηθίζει να ονομάζει Συνόδους τις συνελεύσεις και τις πράξεις των Πατέρων των Συνόδων. Ή εννοείται ότι σε καμμιά Οικουμενική Σύνοδο δεν βρίσκεται. Ο δε Δοσίθεος λέει ότι με το να ήταν οι Κανόνες της εν Σαρδική μερικοί και τοπικοί, δεν τους γνώριζαν οι εν Καρθαγένη, επειδή δεν ήταν ευθύς παραδεδομένοι σε όλη την Εκκλησία).

Αυτό είναι το αληθές νόημα των Κανόνων αυτών και ψευδής, λοιπόν, είναι η ζητουμένη έκκλητος του Πάπα και εδώ φάνηκε τελείως ανίσχυρη. Αν και οι Λατίνοι προβάλλουν τον Αρμενόπουλο, επειδή δέχεται την καθολική έκκλητο του Πάπα, πρέπει να λεχθεί ότι ο λόγος του Αρμενόπουλου και άλλων ομοίων λογίζεται σαν ένα τίποτα μπροστά σε τόσο και τέτοιο νέφος μαρτύρων, που ανέφερε ο Όσιος Νικόδημος. Ούτε πάλι οι ανωτέρω Κανόνες της εν Σαρδική ανανεώνουν και βεβαιώνουν την έκκλητο, που δόθηκε στον Πάπα από την εν Νικαία Σύνοδο. Γιατί, γίνεται φανερό ότι δεν ανανεώνουν, αλλά δίνουν στον Ρώμης αυτή την έκκλητο, η οποία δεν υπήρχε εξ αρχής, από αγάπη και σχέση, που είχε ο Όσιος προς τον Ρώμης, ως τοποτηρητής του. Γι’ αυτό και η Σύνοδος δεν αποκρίθηκε τίποτα προς μεν τον γ΄ και δ΄ Κανόνα, μόνο δε στον ε΄ είπε ότι αρέσκεται.
ΣΤ) Περί Πάπα ως άκρου Αρχιερέως

Προς αναίρεση της αλαζονίας και του τύφου διορίζει ο μστ΄ Κανόνας της εν Καρθαγένη συνόδου ότι ο πρώτος Επίσκοπος της καθέδρας να μην ονομάζεται Έξαρχος των Ιερέων ή άκρος Ιερεύς ή με κάποιο άλλο παρόμοιο υψηλό και υπερήφανο όνομα, γιατί αυτό είναι αλλότριο των Επισκόπων, που είναι μαθητές του ταπεινού στην καρδιά Ιησού. Αλλά, να ονομάζεται μόνο Επίσκοπος της πρώτης καθέδρας. Ας αισχυνθεί από τον παρόντα Κανόνα, επισημαίνει ο Όσιος Νικόδημος, ο Ποντίφηξ της Ρώμης, ο οποίος θέλει να ονομάζεται άκρος Αρχιερεύς και άλλα υπερήφανα και ισόθεα ονόματα, και ας γνωρίζει ότι εναντιώνεται σ’αυτή την Σύνοδο, στην οποία ήταν παρόντες και οι τοποτηρητές του. Δηλαδή ας γνωρίζει ότι αυτός εναντιώνεται στον εαυτό του.
..
Επίλογος
Πάγια θέση του Οσίου Νικοδήμου, όσον αφορά το πρωτείο εξουσίας του Πάπα, αποτελεί ότι τα πρεσβεία και πρωτεία του Ρώμης, όταν αυτός ήταν ορθόδοξος και δεν είχε αποκοπεί από την Εκκλησία, είναι δύο πράγματα: α) το να έχει την εξουσία όλων των Επισκόπων και Μητροπολιτών στη διοίκηση της Ρώμης, ώστε να τους χειροτονεί μαζί με τους επισκόπους της διοικήσεως, και β) το να είναι πρώτος ως προς την τάξη των υπολοίπων Πατριαρχών. Αυτά τα προνόμια τα έλαβε, όχι επειδή η Ρώμη είναι καθέδρα του Αποστόλου Πέτρου, ούτε επειδή ο Ρώμης είναι βικάριος του Χριστού, καθώς ματαιολογούν οι Παπιστές, ούτε εξαιτίας της ψευδοκωνσταντίνειας δωρεάς, αλλά προκαταρκτικώς μεν επειδή η Ρώμη ήταν τιμημένη με βασιλεία, επομένως δε εξαιτίας του αρχαίου έθους, που ακολούθησε, ότι δηλαδή καθώς η Ρώμη ήταν πρωτεύουσα, έτσι να ήταν πρώτος και ο Επίσκοπός της.
Από τα παραπάνω συμπεραίνεται ότι η διοίκηση του Ρώμης είναι περιορισμένη, όπως και των άλλων Πατριαρχών. Γι’αυτό μάτην φαντάζονται οι Παπολάτρες ότι έχουν απεριόριστη εξουσία σε όλο τον κόσμο και ψεύδονται, λέγοντας ότι τα πρεσβεία και πρωτεία του Ρώμης και το να μεγαλύνεται στα εκκλησιαστικά πράγματα, προσμαρτυρούν σ’αυτόν ειδικό προνόμια εξουσίας στην καθόλου Εκκλησία, δηλαδή μοναρχικό και αναμάρτητο αξίωμα. Αν τα πράγματα φανέρωναν κάτι τέτοιο, θα έπρεπε και ο Κων/λεως να έχει αυτό το προνόμιο εξουσίας και το αξίωμα, επειδή ο Κων/λεως, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, είναι ίσο και απαράλλακτο μέτρο τιμής, εξουσίας και μεγαλείου του Ρώμης. Αλλά, αφού ποτέ δεν έλαβε κάτι τέτοιο ο Κων/λεως από τους Ιερούς Κανόνες, άρα ούτε και ο Ρώμης.
Σχετικά με το θέμα της αυθεντίας, κατά τον Όσιο Νικόδημο, έσχατος κριτής των εκκλησιαστικών υποθέσεων και αυθεντία της Εκκλησίας δεν είναι η θεία Γραφή, καθώς λένε οι Λουθηροκαλβίνοι, ούτε ο Πάπας, καθώς λένε οι Λατίνοι, αλλά η Οικουμενική Σύνοδος. Αυτή είναι η ύστατη ψήφος και κρίση της Εκκλησίας. Γιατί, αυτός, που αντιφέρεται και αντιπίπτει σ’ αυτές, αντιφέρεται και αντιπίπτει στο ίδιο το Άγιο Πνεύμα, που λαλεί μέσω των Οικουμενικών Συνόδων και γίνεται αιρετικός, αναθεματισμένος, εθνικός και ασεβής.
..
ΑΡΑ ΔΕΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΝΕΝΑΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΓΕΝΗΣ.
ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΓΙΑ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ. ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΙ ΤΑ ΕΞΗΣ.
Κατ’ εξαίρεση, δεν προσβάλλονται με έκκλητο:

α) οι οριστικές αποφάσεις, οι οποίες εκδίδονται κατόπιν ομοφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι στη σύνθεση του δικαστηρίου συμμετείχαν όλοι οι επίσκοποι της επαρχίας (βλ. 15ο της Αντιοχείας).
β) οι οριστικές αποφάσεις, οι οποίες καθίστανται τέτοιες λόγω επιγενόμενης συμπεριφοράς του καταδικασθέντος. Ως τέτοια συμπεριφορά νοείται η παραβίαση της αποφάσεως από τον καταδικασθέντα (βλ. 4ο της Αντιοχείας), η προσφυγή του πρωτοβαθμίως καταδικασθέντος ενώπιον της πολιτειακής εξουσίας και όχι ενώπιον των εκκλησιαστικών δικαστηρίων (12ος της Αντιοχείας).
γ) οι οριστικές αποφάσεις, που εκδίδονται από όργανο, του οποίου η θέση στην κλίμακα της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης δεν επιτρέπει το εκκλητό τους. Τέτοιες αποφάσεις είναι οι αποφάσεις, που λαμβάνονται:
από μια Οικουμενική σύνοδο, καθόσον αυτή αποτελεί το ανώτατο όργανο διοικητικό, δικαστικό και νομοθετικό της Εκκλησίας, με άμεση συνέπεια οι αποφάσεις της να είναι ταυτοχρόνως οριστικές, τελεσίδικες και αμετάκλητες,
από την Πατριαρχική σύνοδο
δ) οι αποφάσεις των κατά συναίνεση επιλεγέντων εκκλησιαστικών δικαστών (βλ. 15ο της Καρθαγένης).
Απο ολα αυτα συναγεται οτι αυτο που λεει ο Γκοτσοπουλος δεν υφισταται διοτι απλα τετοιο δικαιωμα δεν εχει ουτε ο Φιλαρετος ουτε ο αλλος ο καμικαζι αυτοχειρο-ουνιτονητος. Ως εκ τουτου δεν ειναι δυνατον και το πατριαρχειο να παρανομησει διοτι δεν εχει αυτο το δικαιωμα. Αλλα απεναντιας κανοντας αυτον τον ισχυρισμο ο Γκοτσοπουλος, που χτυπιεται με τους κανονες,
«Σε ποια καταδικαστική απόφαση άσκησε έκκλητο προσφυγή ο Μακάριος;
Πότε καταδικάστηκε; Από ποιον καταδικάστηκε;
Ποια καταδίκη ακύρωσε ο Οικουμενικός αποδεχόμενος-αποφαινόμενος επί της εκκλήτου προσφυγής;
Αν δεν υπάρχει καταδίκη, τι έκκλητος ασκείται;»
θα επρεπε πριν να δει τι λεει και ο Αγγελακοπουλος, που ομοιως ενδιατριβει. ΑΠΟΔΙΔΕΙ δηλαδη ΣΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΑΤΙ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΝΑ ΠΑΡΑΝΟΜΕΙ. Το Πατριαρχειο παρανομει ασκωντας εκκλητο και όχι διοτι ο Μασκαριος δεν καταδικασθηκε και αρα δεν υφισταται εκκλητος. Σε αυτή την περιπτωση βεβαια ισχυει ότι αποδοχη της εκκλητου του Φιλαρετου εφαρμοζεται και στον Μασκαριο. Αλλα ειπαμε: Δεν εχει καμια δουλεια το Πατριαρχειο σε αλλη δικαιοδοσια. Δεν υφισταται παγκοσμια εκκλητος. Αυτο μονο μια πανορθοδοξη μπορει να το διευθετησει μιας και ειναι οτι πιο αυτθεντικο στην διατυπωση. ΜΕΤΑ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ.

Γιωργος Μπορας

2 σχόλια:

χαλαρωσε είπε...

θα ηθελα να σημειωσω οτι πηρα την υποθεση που αναφερεται στον Γκοτσοπουλο και εκανα την υποθεση μου. Λογω του προχωρημενου της ωρας ξεχασα να το σημειωσω. Νομιζω οτι ο π. Αναστασιος, τον οποιο σεβομαι για την φιλαληθεια του και τον ακαματο κοπο του στα κανονικα ζητηματα της πιστεως, δεν αναγνωριζει τετοια εκκλητο. Οποτε δεν ειναι πρεπον να του αποδωσω οτι δεν γνωριζει τι λεει ο π. Αγγελος. Συγνωμη απο τον π. Αναστασιο αν του απεδωσα κατι που δεν ισχυει.

Ειρήνη Κοντογιάννη είπε...

Βάζω κι εδώ το σχόλιο, συμπληρωμένο ως προς τον π. Γκοτσόπουλο (για να διευκρινιστούν όσα είπα γι αυτόν).

Αγαπητέ Χαλάρωσε, Θα μελετήσω με υπομονή μόλις μπορέσω όσα έγραψες. Από το λίγο που είδα, υπάρχουν Κανόνες στους οποίους ως προς το γράμμα στηρίζεται ο Π. Βαρθολομαίος, αλλά ο τρόπος και το πνεύμα με το οποίο γράφτηκαν, δεν δικαιολογεί το δικό του σκεπτικό, 'του τελευταίου λόγου' που θέλει να έχει, κατά την εικόνα του 'παπικού Πρωτείου'.
Ευχαριστώ για τον κόπο που έκανες, και πραγματικά θα μελετήσω όσα έγραψες.

Θέλω όμως και πάλι να τονίσω τον πυρήνα όσων είπα στα προηγούμενα σχόλια.
Πάντοτε προσπαθώ να δω το πνεύμα των πραγμάτων και όχι το γράμμα.
Έγραψα και στην παρένθεση δίπλα στο σχόλιο του π. Α.Γκοτσόπουλου, ότι 'το τυπικό της υπόθεσης' με το οποίο θα προσπαθήσουν να αντικρούσουν όσα έκανε ο Πατριάρχης,
[εφόσον εδώ τώρα έχουν βγει τα 'κανόνια' των Κανόνων, με τα οποία αντικρούει ο ένας τον άλλο (οικουμενιστές και αντι-οικουμενιστές)],
είναι αυτό που έγραψε ο π. Γκοτσόπουλος για την προσφυγή του Μακάριου, ενώ η ουσία των πραγμάτων είναι όλο το σύνολο των γεγονότων, και όπως εξελίχθηκαν, και όπως θα καταλήξουν, και επιπλέον ότι η εκκλησιαστική ηγεσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας αντιγράφει το παπικό πνεύμα, και προσπαθεί να δώσει στους Κανόνες της δική της χροιά.

Το κεντρικό σημείο όμως της διαφωνίας μου με το άρθρο, από την αρχή (γιατί τα υπόλοιπα τα έγραψα στην πορεία ως επιπλέον στοιχεία της υπόθεσης), είναι αυτό που έγραψα στο σχ. 3.53 (24-3-2019) και θέλω να το επαναλάβω:


Γράφει το κείμενο:
1.«Παραθέτοντας από αυτήν την επιστολή, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος μας προσκαλεί να την εξετάσουμε συνολικά, καθώς και να ελέγξουμε τους Kανόνες της Συνόδου που παρήγαγαν αυτήν την επιστολή.»
Ρωτώ λοιπόν, γιατί να μας προσκαλεί να κάνουμε κάτι τέτοιο; Είναι εκτεθειμένος παντού με όσα έκανε, κανείς Προκαθήμενος δεν αναγνώρισε τον Επιφάνιο, ο Αναστάσιος ζητάει Πανορθόδοξη, και ο Βαρθολομαίος, «θα έβγαζε μόνος του τα μάτια του», θα επιβάρυνε τη θέση του με την αναφορά της Καρθαγένης;
Ακριβώς το αντίθετο προσπαθεί να κάνει σε όλη του την Επιστολή.Προσπαθεί συνεχώς να αποδείξει ότι είναι εντός των Κανόνων, παραθέτοντας τις μεταγενέστερες της Καρθαγένης αποφάσεις, και πλήθος παραδειγμάτων.
Την Καρθαγένη την αναφέρει για ένα και μόνο λόγο. Για να αναιρέσει τον Αναστάσιο. Για να του πει ότι οι ανησυχίες που εκφράζει, ήταν οι ίδιες με της Καρθαγένης, που οι Πατέρες έκριναν ότι δεν πρέπει να υπάρχει απολυτότητα ως προς την προσφυγή τοπικών θεμάτων.
Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω το σκεπτικό του κειμένου.


Η διαφωνία μου λοιπόν με το κείμενο, είναι τα ΚΙΝΗΤΡΑ του Βαρθολομαίου.
Θεωρώ ότι θέλει να ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΘΕΙ, και όχι να ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ επιβαρύνοντας και άλλο τη θέση του (ακόμα περισσότερο από ότι έχει ήδη κάνει), όπως λέει το κείμενο.

Άσχετα αν κινείται πονηρά ή όχι με την αναφορά της Καρθαγένης, το κάνει για να καλυφθεί, και να ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΣΕΙ την υποτιθέμενη εξουσία του για όσα έκανε, απέναντι στον Αναστάσιο, και όχι για να ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ, ότι δηλ. γνωρίζει τι πρέπει να κάνει αλλά έχει τη μαγκιά και την προκλητικότητα να μην το κάνει όπως λέει το κείμενο.
Ελπίζω να κατανοήθηκαν αυτά που είπα.


Να συμπληρώσω ως προς τον π. Γκοτσόπουλο ότι δεν γνωρίζω την συνολική θέση του, και που εντοπίζει τα μεγαλύτερη 'προβληματικότητα' όσων έγιναν, αλλά βλέποντας το σχόλιό του, το παρέθεσα για να φανεί το σημείο με το οποίο 'ως προς το τυπικό' θα επικεντρωθούν μάλλον, για να αντικρούσουν τον Πατριάρχη, αφού τα υπόλοιπα που έγραψες ως προς το πνεύμα των Κανόνων, ακόμα και όσοι τα κατανοούν, μάλλον είναι δύσκολο να τα χρησιμοποιήσουν ως επιχειρήματα, όταν οι περισσότεροι βαδίζουν με το γράμμα τους.