Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ (58)

Συνέχεια από: Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥΣ.      
τού Enrico Berti.
                                                       Κεφάλαιο ΙΙ.
         
Αναγκαιότης τής αντιφάσεως και θεμελίωση τής νέας διαλεκτικής στον Χέγκελ.
          
1. Η πρώτη απο τις θέσεις που παρουσίασε ο Χέγκελ το 1801 στο Πανεπιστήμιο τής Ιένας, μαζί με την διδακτορική του διατριβή De orbitis planetarum, για να αποκτήσει την δυνατότητα διδασκαλίας στο πανεπιστήμιο, ακούγεται ώς εξής: "Η αντίφαση είναι κανόνας αληθείας, μή-αντίφαση, ψεύδους" (contradictio est regula veri, non contradictio falsi). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η νέα εννοιολόγηση, τυπικώς μοντέρνα, τής αντιφάσεως και τής διαλεκτικής-παρότι είχαν ήδη εμφανισθεί στα αποσπάσματά του, τα οποία δέν είχαν δημοσιευθεί, τού προηγούμενου χρόνου-εισέρχεται απο αυτή την στιγμή επισήμως στην ιστορία τής σκέψης. Για να κατανοήσουμε τί πράγμα ώθησε τον Χέγκελ να κηρύξει την αντίφαση, σε αντίθεση με όλη την προηγούμενη φιλοσοφία, κανόνα τού αληθούς, δηλαδή απαραίτητη συνθήκη τής αλήθειας, αρκεί να διαβάσουμε το πρώτο δημοσιευμένο του βιβλίο του 1801 επίσης! Το διάσημο "Διαφορά ανάμεσα στο φιλοσοφικό σύστημα τού Φίχτε και εκείνο τού Σέλλινγκ", όπου ο φιλόσοφος παίρνει ανοιχτά τις αποστάσεις του απο τον Φίχτε (και απο τον Κάντ), τοποθετούμενος στο πλευρό τού Σέλλινγκ (και για κάποιες όψεις και πέραν τού Σέλλινγκ).
          Ο Κάντ και ο Φίχτε υπολογίζονται εδώ σαν εκπρόσωποι τής "φιλοσοφίας τού διαλογισμού, τού αναστοχασμού", μιάς φιλοσοφίας δηλαδή η οποία είχε ήδη προχωρήσει στην ανακάλυψη τού ιδεαλισμού, δηλαδή τής ταυτότητος υποκειμένου και αντικειμένου, αλλά δέν είχε ακόμη κατορθώσει  να εκφράσει με συνέπεια αυτή την ταυτότητα διότι εμποδίστηκε απο την χρήση τής ενυπάρχουσας παλιάς λογικής, εκείνης την οποία ο Χέγκελ ονομάζει την λογική τής "νοήσεως" και η οποία αντιστοιχεί στην λογική τής σχολαστικής παραδόσεως και πάνω απ'όλα τής μοντέρνας ορθολογικής φιλοσοφίας (απο τον Καρτέσιο στον Wolff). Σ'αυτή την λογική ο Χέγκελ αντιπαραθέτει, σαν έκφραση τής μοντέρνας λογικής, η οποία στην συνέχεια θα ονομασθεί διαλεκτική, "the reason" , η νόηση, η έννοια! 

Η εξήγηση!
         
Η ασυνέπεια τής φιλοσοφίας τού αναστοχασμού φανερώνεται στις απορίες οι οποίες παράγονται όταν αυτή προσπαθεί να εκφράσει την αλήθεια η οποία για τον Χέγκελ είναι το ΟΛΟΝ, δηλαδή το ίδιο το Απόλυτο, σε μία υπέρτατη ή θεμελιώδη πρόταση! Η λογική φόρμα τής προτάσεως είναι η μοναδική πρόταση την οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αναστοχασμός, δηλαδή η διάνοια, αλλά ακριβώς αυτή η φόρμα, σύμωνα με τον Χέγκελ, αποκαλύπτει όλη την απορετική και την ανεπάρκεια τής διανοουμενίστικης λογικής στην έκφραση τής αλήθειας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η νέα λογική, η οποία εγκαινιάζεται απο τον Χέγκελ και η οποία συνίσταται στην επιβεβαίωση τής ανάγκης τής αντιφάσεως, βασίζεται πλήρως σ'αυτή την κριτική τής λογικής φόρμας τής προτάσεως! Η πρόταση καθότι συντίθεται απο υποκείμενο και κατηγορούμενο απο το ένα μέρος, σύμφωνα με τον Χέγκελ, θέτει δύο αφηρημένες έννοιες, δηλαδή ολότελα ξεχωρισμένες, ανεξάρτητες ή μία απο την άλλη ολοκληρωτικώς διαφορετικές "ανόμοιες", όπως το συνηθίζει η διάνοια, η οποία ακριβώς είναι η αφηρημένη σκέψη, η οποία απομονώνει τις έννοιες την μία απο την άλλη, τις σταθεροποιεί, τις ακινητοποιεί. Απο το άλλο μέρος αυτή δηλώνει μέσω τού συνδέσμου "Είναι", τήν ταυτότητα ή τήν ισότητα αυτών τών δύο εννοιών, αποκλείοντας κάθε διαφορά μεταξύ τους. Καθαυτή η πρόταση είναι ταυτοχρόνως αναλυτική και συνθετική, είναι δηλαδή μία αντίφαση ή όπως λέει επίσης ο Χέγκελ, μία αντινομία. Σαν παράδειγμα αντιφατικής προτάσεως ο Χέγκελ αναφέρει τον ορισμό τής ουσίας τού Σπινόζα τοποθετημένου σαν αυτοαίτιο σαν causasui στην αρχή τής Ηθικής, όπου η ουσία εξηγείται ταυτοχρόνως και σαν αιτία και σαν αποτέλσμα!
          Σ'αυτή την πρώτη διατύπωση τής κριτικής τής προτάσεως η οποία θα επαναληφθεί πολλές φορές απο τον Χέγκελ, ιδιαιτέρως στην Φαινομενολογία του Πνεύματος και στην Επιστήμη τής Λογικής, παρατηρούνται αμέσως δύο ιδιαιτερότητες. Απο το ένα μέρος η έννοια τής αφαιρέσεως σαν απολύτου διαχωρισμού, αποκλείουσα κάθε σχέση, η οποία ξανασυναντάται ίσως στην όψιμη σχολαστική φιλοσοφία και στον μοντέρνο ορθολογισμό, αλλά είναι απολύτως ξένη στην φιλοσοφία τού Πλάτωνος και τού Αριστοτέλη, η οποία αντιθέτως επιμένει συνεχώς στις αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στις έννοιες, και απο το άλλο την έννοια τής προτάσεως ή τής κρίσεως, σαν βεβαίωση τής πιό στενής ταυτότητος ανάμεσα στο υποκείμενο και το κατηγορούμενο, κάτι που ισχύει απο την οπτική γωνία τού Αριστοτέλη, μόνον για τα ουσιώδη κατηγορήματα, όπου δηλαδή το κατηγορούμενο εκφράζει την ουσία τού υποκειμένου (συνιστά τον ορισμό), όπου δηλαδή έχουμε μία ολοκληρωτική ταυτότητα, ή μία σημείωση, η οποία εμπεριέχεται σε μία τέτοια ουσία (π.χ. το γένος ή η ιδιαίτερη διαφορά) όπου σ'αυτή την περίπτωση έχουμε μία μερική ταυτότητα! Και αυτή η σύλληψη λοιπόν ξένη στην φιλοσοφία τού Πλάτωνος και τού Αριστοτέλη (αυτός ο τελευταίος θεωρεί το ουσιώδες κατηγόρημα σαν μία ιδιαίτερη περίπτωση κατηγορήσεως, δίπλα σ'αυτή τών ιδιοτήτων και τών συμβεβηκότων), είναι καθαρά παρούσα στην ορθολογική μοντέρνα φιλοσοφία (στην νοησιαρχία), όπου για παράδειγμα με τον Λάϊμπνιτς, ο κατηγορικός δεσμός ο οποίος εκφράζεται απο τον Αριστοτέλη μέσω του ρήματος υπάρχειν, το οποίο σημαίνει γενικώς "υφίσταται" ή "ανήκει" και απο τον σχολαστικισμό μέσω τού ρήματος inesse που σημαίνει γενικώς "προσχωρώ", κατανοείται κατά γράμμα σαν συμπερίληψη τού κατηγορήματος στην έννοια τού υποκειμένου, ένα esse in ένα "είναι μέσα", το οποίο ισχύει ακριβώς μόνον για τα ουσιώδη κατηγορήματα ή "αναγκαία" ή με Καντιανούς όρους, αναλυτικά, καταλήγοντα όλα στις ταυτόσημες έννοιες. Ο Χέγκελ λοιπόν προσλαμβάνει την πρόταση με την σημασία ακριβώς με την οποία είχε κατανοηθεί απο την νοησιαρχική μοντέρνα φιλοσοφία, συλλαμβάνει την αντίφαση και γι'αυτό κηρύττει την αναγκαιότητα της αντιφάσεως!
          Η συνέπεια αυτής της πράξεως είναι η κριτική τών λογικών αρχών οι οποίες στήριζαν εκείνη την φιλοσοφία, δηλαδή πάνω απ'όλα τής αρχής τής ταυτότητος, δηλαδή εκείνης τής αρχής ακριβώς την οποία ο Κάντ υπολόγισε σαν την πρώτη όλων τών αρχών, κατανοημένης με την ίδια σημασία με την οποία την είχε κατανοήσει ο Κάντ. "Στην Α=Α, σαν αρχή τής ταυτότητος- δηλώνει ο Χέγκελ-αντικατοπτρίζεται το Είναι-τοποθετημένο- σε σχέση . Και αυτή η σχεσιακότης, αυτό το Είναι Ένα, η ισότης, περιέχεται σ'αυτή την καθαρή ταυτότητα. Γίνεται αφαίρεση κάθε ανομοιότητος. Α=Α, έκφραση τής απολύτου σκέψης ή τής νοήσεως, για εκείνον τον τυπικό αναστοχασμό ο οποίος εκφράζεται με προτάσεις τής νοήσεως, έχει μόνον την σημασία τής διανοητικής ταυτότητος, τής απλής ενότητος, μιάς ενότητος δηλαδή τέτοιας ώστε σ'αυτή γίνεται αφαίρεση απο την αντίθεση! Ας σημειώσουμε ότι ο Χέγκελ δέν διστάζει να προστρέξει στην διατύπωση τής αρχής της ταυτότητος μέσω συμβόλων, κάτι που εγκαινίασε ο Λάϊμπνιτς και υιοθετήθηκε απο όλη την ορθολογιστική προ- Καντιανή φιλοσοφία (Wolff και Baumgarten) αλλά πάνω απ'όλα επαναχρησιμοποίησε ο Φίχτε, παρά την κριτική που κατεύθυνε εναντίον τού Κάντ. Απο τον ίδιον τον Φίχτε ο Χέγκελ προσλαμβάνει την ανταλλαγή, σ'αυτή, τού δεσμού "είναι" με την μαθηματική σημασία τής ισότητος, ώστε να δηλώσει ακόμη πιό καθαρά, ακριβώς με την γλώσσα τών μαθηματικών, την απόλυτη ταυτότητα, η οποία εκφράζεται με την εν λόγω αρχή!

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: