Τρίτη, 26 Μαρτίου 2019

Ο απών Θεός (5)

Συνέχεια από: Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019 

Ο απών Θεός
The Absent God
Susan Anima Taubes, Journal of Religion, 1955

Vα
Ήταν οπωσδήποτε μια έντονη εμπειρία τού βάθους τού αλύτρωτου βασανισμού τών ανθρώπων τού σύγχρονου κόσμου συνδυασμένη με ένα αμείλικτο ρεαλισμό που αφορά στις επιπτώσεις τής ασθένειας τής ανθρώπινης ψυχής, αυτή που οδήγησε την Simone Weil στην διαπίστωση, πως κάθε προσπάθεια ανάστασης ενός νεκρού Θεού είναι καταδικασμένη να παραμείνει ρομαντική ρητορική. Η ενόρασή της, πως ο Θεός πεθαίνει στις ψυχές τών ανθρώπων που υπέστησαν ακραία βασανιστήρια και ταπεινώσεις, την οδήγησε στο να επινοήσει την θρησκεία τού νεκρού Θεού: όχι ενός Θεού που δεν είναι τόσο ανεκδήλωτος, καθώς είναι η πρωταρχική και αστείρευτη πηγή όλων όσα εκδηλώνονται, ενός Θεού που δεν είναι τόσο υπερβατικός, καθώς είναι πέραν των περιορισμών τού χρόνου, τού χώρου και τής ανάγκης, αλλά ενός Θεού που δεν υπάρχει, που κένωσε τον εαυτό του μέσα στον κόσμο, που μεταμόρφωσε την ουσία του σε ένα τυφλό μηχανισμό τού κόσμου, ενός Θεού που πεθαίνει στα απαρηγόρητα βάθη τής ανθρώπινης ασθένειας. Ο Θεός είναι εν τέλει πιο ξένος για το ζωντανό πρόσωπο και την οραματική ζωή του πνεύματος, από ότι είναι ο τυφλός μηχανισμός της φύσης. Γιατί η φύση μπορεί να περιορίζει και να βάζει την ζωή σε κίνδυνο, ο Θεός όμως ζητά από τον άνθρωπο να αρνηθεί εξολοκλήρου τον δεσμό του προς τήν ζωή.
Η Simone Weil ερμηνεύει δια τής αρνητικής θεοδικίας, την πλήρη απουσία δικαιοσύνης, ελέους και καλού στον κόσμο, ως σημάδι τής θείας δικαιοσύνης και αγαθότητας. Υπερασπίζεται την θεία δικαιοσύνη, καταστρέφοντας όμως την δυνατότητα τής ανθρώπινης δικαιοσύνης. Η αρνητική θεοδικία προσλαμβάνει την πιο ισχυρή της διατύπωση στην εικόνα τού εσταυρωμένου Θεού. Γιατί στην σάρκα και την ψυχή κάθε ασθενούντος πλάσματος, είναι ο ίδιος ο Θεός που υποφέρει. «Ο Θεός είναι ταυτόχρονα θύμα και παντοδύναμος εξουσιαστής». Η θεολογική λύση, που παρουσιάζει τον δολοφόνο και το θύμα του, μέσα στο ένα πρόσωπο του Θεού, απλώς συσκοτίζει το γεγονός, πως στην πραγματικότητα δύο είναι οι δολοφόνοι. Αυτοί οι δυο βρίσκονται αντιμέτωποι ο ένας προς τον άλλο, χωρισμένοι από ένα κόλπο που διαχωρίζει τους ζωντανούς από τους πεθαμένους, και που μεγεθύνει το ανθρώπινο δίλημμα σε κοσμικές διαστάσεις.
Δεν υπάρχει απάντηση στον πόνο των αβοήθητων, στα βασανιστήρια τών στρατοπέδων συγκέντρωσης, στον αργό θάνατο λόγω χειρωνακτικής εργασίας. «Το να εξηγήσεις τον πόνο», γράφει η Simone Weil, «σημαίνει να τον παρηγορήσεις», δεν πρέπει επομένως να εξηγηθεί. Και πάλι, βρίσκοντας θεολογικές χρήσεις του πόνου, προσπάθησε, με κάποιο άδικο και περίεργο τρόπο, να δικαιολογήσει και εκλογικεύσει τον πόνο. Το να πει κανείς πως ο θρήνος τών ασθενών δοξάζει τον Θεό, η υπερφυσική χάρις γεμίζει το κενό τών αναπήρων και ταπεινωμένων, είναι εν τέλει το ίδιο σοβαρή προσβολή για την κόλαση του ανθρώπινου πόνου, όπως και το να ειπωθεί πως ο βασανισμός τών αθώων θα βραβευθεί στον ουρανό ή πως εξυπηρετεί τον τελικό σκοπό του Θεού. Δεν υπάρχει σύγχυση με τον ανθρώπινο πόνο, και η Simone Weil το γνώριζε. Ο πόνος τον οποίο είχε υπ’ όψιν είναι η απόλυτη κόλαση που μειώνει τον άνθρωπο σε μια μάζα σάρκας που ουρλιάζει και κατόπιν τόν μειώνει σε αδρανή ύλη, που αφαιρεί από τους ανθρώπους την δυνατότητα να αισθάνονται και να δρουν ως άνθρωποι. Η Simone Weil κατάλαβε πως δεν υπάρχει απάντηση για αυτό το είδος βασανισμού. Οι πιο διεισδυτικές της διαπιστώσεις είναι εκείνες που αποκαλύπτουν πως η άκρα ασθένεια βυθίζει την ψυχή πέρα από το επίπεδο τής λύτρωσης, και που δείχνουν πως στην πραγματικότητα ο πόνος επιφέρει την κατάρα, και όχι η αμαρτία. Παρόλο που διαπίστωσε πως η ψυχή πεθαίνει στα αποτρόπαια βάθη τής ασθένειας, αρνήθηκε να το δεχθεί-η δίψα για λύτρωση είναι ικανή απόδειξη για την πραγματικότητά της (τής ψυχής). Προσπάθησε λοιπόν, με μια σειρά πνευματικών πειραματισμών, να βρει ένα τρόπο ενδυνάμωσης, εξάσκησης και προετοιμασίας ενός μέρους της ψυχής, για την χείριστη ασθένεια.
Όταν η Simone Weil θέτει το ερώτημα τής πραγματικότητας τού Θεού, σκοπό έχει να εξετάσει την επιβίωση τής ψυχής τού ανθρώπου. Να εξετάσει την ικανότητα τού ανθρώπου για αγάπη, συμπόνια, ευγνωμοσύνη, συγχωρητικότητα και την χαρά μέσα στην πραγματικότητα, έστω και αν τελεί υπό σκλαβιά, αποδόμηση, ανικανότητα-αδυναμία, εξορία και πόνο, ακόμα και στα πιο φρικτά βασανιστήρια. Της φάνηκε πως αξίζει να θυσιάσει κανείς την ίδια τη ζωή και όλους τους δεσμούς με τον κόσμο αυτό, αν έστω και μια σπίθα αγάπης μπορούσε να μπει στην πετρωμένη ψυχή των ασθενών παθούντων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Άρχισε να ρωτάει: «πως μπορεί να σηκώσει κανείς τον σταυρό αυτό;» Και κατάληξε στην εξύψωση του σταυρού ως της μόνης ενότητας με τον Θεό και το τέλος του πνευματικού αγώνα.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: