Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ (17)

Συνεχίζεται από :Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

 Ο ΗΘΙΚΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
Του Pierre Aubenque

Η νόμιμη, η νομική δικαιοσύνη.
          
 Ο Αριστοτέλης εξετάζει κατ'αρχάς λοιπόν αυτή την μορφή δικαιοσύνης, η οποία συνίσταται στην συμμόρφωση τών πράξεών  μας με τον νόμο, όπως θα λέγαμε, μέ τήν νομιμότητα. Θα μπορούσαμε να απορήσουμε από αυτή την εξίσωση ανάμεσα στην δικαιοσύνη και την νομιμότητα! Δέν μπορούν να υπάρξουν άδικοι νόμοι; Οπωσδήποτε, αλλά με τον όρο ότι θα προσλάβουμε την λέξη "δίκαιο" με μία διαφορετική σημασία απο την πρώτη της. Μ' αυτή την πρώτη έννοια "δίκαιο" είναι αυτό που διατάζει ο νόμος. Όπως έχει παρατηρηθεί πολύ συχνά, η έννοια καλύπτει με ακρίβεια αυτό που εμείς σήμερα ορίζουμε σαν "δικαίωμα" [οι Ρωμαίοι επεξεργάστηκαν μία θεωρία αυτόνομη περί τού δικαίου, που προήγαγε την νομική σκέψη, ανεξάρτητη απο την ηθική επεξεργασία τής αρετής τής δικαιοσύνης].
          Ο Αριστοτέλης αφιερώνει σ'αυτή την μορφή τής δικαιοσύνης ένα εξαιρετικό εγκώμιο, αλλά παρ' όλα αυτά αρκετά διφορούμενο. Αυτή η δικαιοσύνη είναι μία πλήρης ή ολοκληρωμένη αρετή, διότι κανένα πεδίο δράσης δέν διαφεύγει απο την  νομοθεσία της. Το δίκαιο μάς ωθεί να πραγματοποιήσουμε τις πράξεις τού ενάρετου ανθρώπου και να αποφύγουμε εκείνες του ανθρώπου του πάθους. Δηλαδή προκειμένου για την ηθική, ο νόμος είναι πάνω απ' όλα απαγορευτικός και έτσι καταδικάζει για παράδειγμα, την μοιχεία, την λιποταξία, τα χτυπήματα και τις πληγές. Υποχρεώνει τοιουτοτρόπως τους ανθρώπους  να ενεργήσουν σαν να ήταν γεμάτοι κουράγιο, μετρημένοι και μετριόφρονες και μ'αυτή την έννοια η επέκταση του συμπίπτει με την έκταση του συνόλου των αρετών.
          Είναι φανερό λοιπόν ότι η νομική δικαιοσύνη, παρότι ασκεί έναν χρήσιμο εξαναγκασμό, δέν μπορεί να αντικαταστήσει την λανθασμένη πρόθεση, ή την κακή πρόθεση, και ακόμη λιγότερο την ευχαρίστηση που συνοδεύει, την συνήθη ενάρετη πράξη. Είναι κάτι λιγότερο απο αρετή, είναι η αποκατάσταση μίας αδύναμης αρετής, μίας αδυναμίας. Η οποία έχει ανάγκη την δύναμη του νόμου μόνον επειδή αυτή η ίδια δέν είναι αρκετά δυνατή.
          Τρία πράγματα καθιστούν όμως απαραίτητη την νομική ή νόμιμη δικαιοσύνη και τής χαρίζουν μία θέση στο σύστημα τής ηθικής: η χρήσις της αρετής (1129 b 31), διότι καθιστώντας υποχρεωτική την άσκησή της, αποφεύγει να παραμείνη η αρετή στο στάδιο τής καθαρής προθέσεως, την υποχρεώνει να βγεί απο την εσωτερικότητά της για να εισέλθει στην σφαίρα της αντικειμενικής ηθικής. Εξάλλου αυτή η αντικειμενική ηθική είναι ουσιωδώς κοινωνική. Η νομιμότης αντιπροσωπεύει τον εξωστρεφή χαρακτήρα, τον αλτρουϊστικό (αλλότριον) της αρετής (1130 α 4) και μ'αυτή την έννοια, η δικαιοσύνη είναι η αρετή της σχέσεως με τον άλλον. Τέλος η δικαιοσύνη του νόμου θεσμοποιεί τήν ηθική παιδεία μεταμορφώνοντάς την σε μία λαϊκή παιδεία, δημόσια, η οποία προορίζεται να μπολιάσει στον μελλοντικό πολίτη "τα απαραίτητα δεδομένα για την παραγωγή τής πλήρους ηθικής (1130 b 25).
         
 Η δικαιοσύνη, αρετή της ισότητος και της ταυτότητος! 

Τον Αριστοτέλη όμως τον ενδιαφέρει περισσότερο η άλλη μορφή τής δικαιοσύνης, η "ειδική" δικαιοσύνη ή η συγκεκριμένη η οποία συσχετίζεται με την ισότητα. Επειδή δέ είναι ένα μέρος τού όλου της δικαιοσύνης, ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο απο τις άλλες αρετές καλύτερα να καθορίσουμε πιό συγκεκριμένα τα πράγματα. Η αρετή της δικαιοσύνης με την στενή έννοια στοχεύει στην ισότητα των ανθρώπων στο μοίρασμα των αγαθών. Τα αγαθά που εννοούνται, αντιστοιχούν στο σύνολο των εξωτερικών αγαθών στον άνθρωπο, χρήμα, εξουσία, τιμή, ασφάλεια, ακεραιότης του προσώπου (ΗΘ. Νικομ 1130 b 2).
Ίσως ξαφνιαστούμε απο το γεγονός ότι τα εξωτερικά αγαθά καταλαμβάνουν μία τέτοια θέση στόν ορισμό μίας ηθικής αρετής. Αλλά τά αγαθά της ψυχής-και η ίδια η αρετή-είναι προσωπικά και δέν είναι αλλοτριώσιμα. Ξεφεύγουν απο κάθε μεταβίβαση, απο κάθε συμβόλαιο και δέν εισέρχονται στο σύμπαν της σχέσεως με τους άλλους. Η μεγάλη αξία του Αριστοτέλη βρίσκεται στο γεγονός ότι αναγνώρισε πρώτος ότι η σχέση με τους άλλους, είναι σύμφωνα με τον Μάρξ, μία " σχέση ανάμεσα σε πρόσωπα, μεσολαβημένη απο τα πράγματα" και ότι δέν είναι δυνατόν να παρακάμψουμε τα πράγματα όταν πρόκειται να εξασφαλίσουμε, να διατηρήσουμε ή να επαναθέσουμε την ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους.
          Μετά το έργο του John Ravils, Μία θεωρία της δικαιοσύνης ( 1971), το πρόβλημα τής δικαιοσύνης ξανάγινε ένα βασικό πρόβλημα στον ηθικό διάλογο της εποχής μας. Και ξανάγινε τέτοιο με τους ίδιους όρους που έθεσε για πρώτη φορά ο Αριστοτέλης, παρά το ότι οι λύσεις που γίνονται αποδεκτές μπορεί να είναι πολύ διαφορετικές. Το πρόβλημα της δικαιοσύνης είναι ένα πρόβλημα κατανομής. Η ποσότης των εξωτερικών αγαθών καθώς είναι εξ' ορισμού περιορισμένη, η αρετή τής δικαιοσύνης επιβλέπει και επιβάλλει την ίση κατανομή (δηλαδή εξίσου) ανάμεσα στους ανθρώπους. Αλλά σε τί συνίσταται εδώ η ισότης ; Θα μπορούσαμε να πούμε-και θα είναι η θέση τού Rawls-ότι κάθε πρόσωπο έχει ίσο δικαίωμα σε έναν συγκεκριμένο αριθμό πρώτων αγαθών: Ελευθερία, την δυνατότητα πρόσβασης στα λειτουργήματα και στις υπηρεσίες, το ελάχιστο εισόδημα, υγεία και θεμελιωμένο τον σεβασμό του εαυτού (την αξιοπρέπεια). Ο Αριστοτέλης θα αντέτασσε σ'αυτή την εννοιολόγηση ότι σχετικά με το μεγαλύτερο μέρος των αγαθών (θα δούμε ότι υπάρχουν εξιοσημείωτες εξαιρέσεις), τα πρόσωπα δέν είναι ίσα μεταξύ τους (1131 α 22). Αυτή η ενδεχόμενη ανισότης των προσώπων καθορίζει και άνισες απαιτήσεις. Η ικανοποίηση με ισότητα αυτών των άνισων απαιτήσεων θα ήταν τόσο άδικη όσο και η ικανοποίηση με άνισο τρόπο ίσων απαιτήσεων (1131 α 22-23). Η ικανοποίηση των άνισων απαιτήσεων με άνισο τρόπο, αλλά σύμμετρο στην ποιότητά τους (και τήν νομιμότητα) είναι το μόνο μέσον για να επανασυσταθεί η ισότης: η οποία οπωσδήποτε δέν είναι αριθμητική αλλά-όπως έλεγαν οι Έλληνες-γεωμετρική, καθότι είναι μία ισότης σχέσεων. Εάν ονομάσω τά άνισα άτομα, ή καλύτερα τις ουσίες τους, α και β και ονομάσω α' και β' τα μέρη που τους αντιστοιχούν, η δικαιοσύνη πρέπει να εφαρμοστεί με τρόπο ώστε να έχουμε α/α'=β/β' (ή επίσης α/β=α'/β). Εμείς ονομάζουμε συμμετρία αυτή την ισότητα σε τέσσερις όρους, ενώ οι Έλληνες την ονόμαζαν αναλογία !
          Ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται ότι υπάρχει σ'αυτό μία απαίτηση καθολικώς αναγνωρισμένη. Όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι η δικαιοσύνη στο μοίρασμα πρέπει να βασισθεί σε κάποια αξία κάποιου "τύπου", αλλά προσθέτει επίσης ότι ο ορισμός αυτής τής αξίας διαφέρει αναλόγως τού πολιτεύματος. "Οι δημοκρατικοί αναγνωρίζουν την αξία σε μία ελεύθερη συνθήκη, οι θιασώτες της ολιγαρχίας τόσο στον πλούτο όσο και στην αριστοκρατική καταγωγή και οι υποστηρικτές τής αριστοκρατίας στην αρετή" ( 1131 α 25-29). Ο Αριστοτέλης δέν εκφράζεται εδώ, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι η προτίμησή του πάει στην αριστοκρατική έννοια της αξίας. Τέλος πάντων όμως τοποθετείται έξοχα στην περίπτωσή μας αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει "επιμεριστική δικαιοσύνη", διανεμητική.
          Θα μάς ήταν έυκολο να αντικρούσουμε τον Αριστοτέλη για κάποια αριστοκρατική προτίμηση και τέλος πάντων η αρχή τής άνισης διανομής ανάμεσα σε άνισους, δηλαδή εμμέσως ίσης, δέν συγκίνησε και δέν απέφερε πολλές συμφωνίες ούτε και αναμεσα στους διαδόχους του. Μερικοί σύγχρονοι φαντάστηκαν πιό δίκαιη μία διανομή αμέσως ίση (αυτό επιβάλλει η αρχή της σοσιαλιστικής ουτοπίας του ΧΙΧ αιώνος : σε καθέναν σύμφωνα με την ανάγκη του. Οι οποίες προϋποτίθενται ίσες αναφορικά με ανθρώπους συγκρινόμενους φυσικά. Αυτή παραμένει ακόμη η θέση του Rawls σχετικά με τα πρωταρχικά αγαθά). Άλλοι, στην αντίστροφη θέση απο τον Αριστοτέλη, κατευθύνονται σήμερα πρός μία διανομή εμμέσως ανάλογης τής κοινωνικής σπουδαιότητος των προσώπων που υπολογίζονται.
          Αυτή η τελευταία θέση η οποία υποστηρίζεται σήμερα απο τους υπερασπιστές τών δικαιωμάτων των μειονοτήτων, ξεχωρισμένων δικαιωμάτων, απο τα  δικαιώματα του ανθρώπου εν γένει, συνίσταται στην δικαίωση μίας διανομής,η οποία θα ευνοεί τους πιό άτυχους, ώστε να καλυφθεί το αρχικό τους μειονέκτημα.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...