Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

MARIE-DOMINIQUE RICHARD: Η ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ (11)

 Συνέχεια από Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017
                 
Μια νέα ερμηνεία του πλατωνισμού
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2Ο : ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΜΜΕΣΗΣ ΜΕΤΑΔΟΣΗΣ
     
Image result for πλατωναςΑντικείμενο αυτού του κεφαλαίου είναι η μελέτη των μαρτυριών στις οποίες εξετάζεται το πρόβλημα της απόδοσης των δογμάτων καθώς και της πιστότητας των εισηγητών στις θεωρίες που μας μεταφέρουν. Είναι αλήθεια ότι σε ορισμένες μαρτυρίες, οι καθαυτό πλατωνικές σκέψεις έχουν υποστεί κάποιες αλλοιώσεις: άλλοτε συνοψίζονται, άλλοτε αναμειγνύονται μεταξύ τους, κάποτε ευτελίζονται ή παρανοούνται, παραποιούνται  ηθελημένα, ή υπόκεινται σε νεολογισμούς.
     Κατά την ανάλυσή μας θα ερμηνεύσουμε τις αιτίες απόκλισης των απόψεων μεταξύ εσωτεριστών και αντι-εσωτεριστών. Με γνώμονα αυτή την αντιπαράθεση, θα εκφράσουμε την άποψή μας σχετικά με το ερώτημα αν οι μαρτυρίες αξίζουν την εμπιστοσύνη που τους αποδίδουν οι πρώτοι, και θα τοποθετηθούμε ως προς το εάν, για την κατανόηση της φιλοσοφίας του Πλάτωνα, στοιχειοθετείται η προσφυγή στην έμμεση μετάδοση της διδασκαλίας του.
Α. Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
     Υπενθυμίζουμε ότι τα περισσότερα υπομνήματα των μαθητών και των σχολιαστών του εξαρτώνται από τον Αριστοτέλη. Αλλά ο Αριστοτέλης, όχι μόνο παραμελεί συχνά την σαφή διάκριση των δογμάτων που εκθέτει, αλλά και οι ίδιες οι μαρτυρίες του δεν είναι πάντοτε αμερόληπτες. Μελετώντας τα αριστοτελικά κείμενα θα πρέπει επομένως να απαντούμε κάθε φορά στα εξής δύο ερωτήματα: οι απόψεις που εκθέτει ο Αριστοτέλης αναφέρονται στον ίδιο τον Πλάτωνα ή στους μαθητές του Πλάτωνα; Και δεύτερον, αυτά τα κείμενα είναι πιστά;
Ι. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΩΝ
     Σε απάντηση στο πρώτο ερώτημα θα μελετήσουμε  τα αποσπάσματα Ν 3, 1090b 13 – 1091 5 και Ζ 11, 1036b 12-17 των Μεταφυσικών, Ι 2, 404b 16-30 της πραγματείας Περί Ψυχής, και Ι 8, 1218a 15-32 των Ηθικών Ευδημίων. Αυτά τα κείμενα έχουν αποτελέσει αντικείμενο έντονης διαμάχης για το κατά πόσο ανήκουν στην πλατωνική φιλοσοφία καθώς αυτή δεν αναδεικνύεται σαφώς από το περιεχόμενό τους.
1. Το απόσπασμα Ν 3, 1090b 13 – 1091a 5
     Η διάκριση ανάμεσα στις θεωρίες που εκτίθενται σε αυτό το απόσπασμα αποτελεί ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα. Δεν είναι επομένως παράξενο το ότι οι σύγχρονοι ερευνητές δεν συμφωνούν σχετικά με την πατρότητα αυτών των θεωριών. Έτσι, ενώ για τον Η. Cherniss, το απόσπασμα για την κατασκευή των Μεγεθών (1090b 20 κ.επ.) παραπέμπει μόνο στον Ξενοκράτη, για τον H.D. Saffrey,  ο Αριστοτέλης είχε υπόψη του μόνο την άποψη των ορθόδοξων πλατωνικών. Ο W. Burkert  και αργότερα ο K. Gaiser  προσπάθησαν να αποδείξουν ότι η θεωρία που εκτίθεται εδώ ανατρέχει στον Πλάτωνα, όπως και στον Ξενοκράτη. Στο κείμενο υπάρχουν πάντως ορισμένα σημεία τα οποία βρίσκουν σύμφωνους όλους τους ερμηνευτές. Δεν υπάρχει αμφιβολία, για παράδειγμα ότι το απόσπασμα 1090b 16-20 αφορά αποκλειστικά στον Σπεύσιππο, ο οποίος όπως γνωρίζουμε απορρίπτει τις Ιδέες και συλλαμβάνει το σύμπαν σαν ένα «συμβεβηκός»· σε ένα τέτοιο σύμπαν η ύπαρξη των Μεγεθών είναι εντελώς ανεξάρτητη από αυτή την Αριθμών, και τα αισθητά Πράγματα υπάρχουν επομένως εντελώς ανεξάρτητα από τα Μεγέθη. Όλοι επίσης συμφωνούν ότι το απόσπασμα 1090b 28-32 απευθύνεται στον Ξενοκράτη. Διότι πράγματι αυτός είναι ο φιλόσοφος που «αφομοιώνει τα μαθηματικά Πράγματα στις Ιδέες». Τέλος δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μετά από την παράγραφο 1090b 32 το κείμενο αφορά αποκλειστικά στον Πλάτωνα, διότι αυτός είναι όντως που διακρίνει τα δύο είδη των Αριθμών, τον ιδανικό Αριθμό και τον μαθηματικό Αριθμό. Μένει να προσδιορίσουμε σε ποιούς αναφέρεται ο Αριστοτέλης, όταν στο απόσπασμα 1090b 20 δηλώνει: «Αυτοί που αναγνωρίζουν την ύπαρξη των Ιδεών…». Θα πρέπει επομένως να αναλύσουμε το περιεχόμενο αυτού του αποσπάσματος.
     Κατ’ αρχήν ο Αριστοτέλης αντιπαραθέτει όπως φαίνεται στην αντίληψη του Σπευσίππου για το σύμπαν, την αντίληψη ενός σύμπαντος σε απόλυτη τάξη, που είναι αποτέλεσμα μιας συνεχούς μείωσης, ξεκινώντας από τις αρχές. Πρόκειται για το στάδιο κατασκευής των γεωμετρικών Μεγεθών. Μας πληροφορεί ότι τα γεωμετρικά Μεγέθη προέρχονται από την ύλη και τον ιδανικό Αριθμό: η γραμμή από την Δυάδα, η επιφάνεια από την Τριάδα, το στερεό από την Τετράδα. Ακολουθούν αμέσως οι αντιρρήσεις του Αριστοτέλη: αυτά τα Μεγέθη όμως είναι Ιδέες; Σε ποιο γένος όντων ανήκουν; Πώς μπορούν να θεμελιώσουν την ύπαρξη αισθητών Πραγμάτων; Και ο Αριστοτέλης καταλήγει: τόσο τα μαθηματικά Πράγματα όσο και τα Μεγέθη δεν μπορούν να συστήσουν την ύπαρξη αισθητών Πραγμάτων, και ούτε μπορούμε να αντιληφθούμε τα Μεγέθη με μαθηματικούς όρους. Στη συνέχεια, όπως φαίνεται, δηλαδή μετά τον στίχο 1090b 26, παρατηρείται μια μετάθεση από το κύριο ερώτημα, που είναι η σχέση ανάμεσα στα Μεγέθη και τα αισθητά Πράγματα, στο παράπλευρο ερώτημα, την σχέση ανάμεσα στους ιδανικούς Αριθμούς (και τα Μεγέθη) και τους μαθηματικούς Αριθμούς. Εξ αυτού ο K. Gaiser συμπεραίνει ότι η σύνθεση που υποδεικνύει ο H. Cherniss (1090b 16-20 Σπεύσιππος, 1090b 20-32 Ξενοκράτης, 1090b 32 κ.επ. Πλάτων), είναι ανακριβής: ασφαλώς ο Αριστοτέλης, σε ότι αφορά στο ουσιαστικό αντικείμενο του υπό εξέταση θέματος, δεν στηρίζεται στην άποψη του Πλάτωνα. Δεν μπορούμε όμως να υποστηρίξουμε, όπως ο H.D. Saffrey, ότι στο στόχαστρο των επιθέσεων του Αριστοτέλη βρίσκονται οι ορθόδοξοι πλατωνικοί φιλόσοφοι. Το επιχείρημα του H.D. Saffrey είναι το ακόλουθο: το ζήτημα της σύστασης  των Μεγεθών (είναι ή δεν είναι Ιδέες;) δεν μπορεί να απευθύνεται στον Ξενοκράτη, αφού αυτός ταυτίζει τις μαθηματικές πραγματικότητες με τις Ιδέες. Ανατρέποντας αυτή την επιχειρηματολογία, ο W. Burkert  ισχυρίζεται ότι ο Ξενοκράτης θεωρούσε τα Μεγέθη ως παράγωγα (ἐχόμενα), και επομένως ταύτιζε με τις Ιδέες μόνο του μαθηματικούς Αριθμούς. Δεν υπάρχει επομένως επαρκής λόγος για να απορρίψουμε ότι ο Αριστοτέλης έχει εδώ υπόψη του τον Ξενοκράτη. Αντιθέτως, εκτός από την δομή του κειμένου υπάρχουν ενδείξεις ότι ο Αριστοτέλης δεν εξαιρεί από την κριτική του τον πρώτο εκφραστή της θεωρίας των Ιδεών.
     Σε σχέση με το καθεστώς των Μεγεθών, υπάρχει ένα παράλληλο κείμενο των Μεταφυσικών, με αντίστοιχες αντιρρήσεις. Εκεί ο Αριστοτέλης διακρίνει προσεκτικά τα Μεγέθη από τα τρία γένη των όντων που αποτελούν τις Ιδέες, τα μαθηματικά Πράγματα και τα αισθητά Πράγματα. Και είναι γνωστό ότι ούτε ο Σπεύσιππος ούτε ο Ξενοκράτης θεώρησαν τα μαθηματικά Πράγματα σαν ένα γένος ενδιάμεσου όντος, μεταξύ των Ιδεών και των αισθητών Πραγμάτων. Μόνο επομένως ο Πλάτων μπορεί να ενέχεται σε αυτό το απόσπασμα των Μεταφυσικών. Εξ άλλου, στο στίχο 1090b 24 αφήνει να εννοηθεί ότι το ερώτημα της σύστασης των Μεγεθών εκ των Αριθμών επιδέχονταν πολλές απαντήσεις και ότι είχε αποτελέσει αντικείμενο διαμάχης στους κόλπους της Ακαδημίας. Για παράδειγμα στο έργο του Πλάτωνα Επινομίς η ανάπτυξη των Μεγεθών πραγματοποιείται δια των αριθμών 1-2-4-8. Σύμφωνα με τον K. Gaiser,  δημιουργός αυτής της θεωρίας θα μπορούσε να είναι ο Ξενοκράτης, του οποίου η επίδραση στο έργο Επινομίς γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από την χρήση του όρου εμείς και την αναφορά στην θεωρία των Δαιμόνων. Εξ ‘ άλλου η θεωρία της ανάπτυξης των Μεγεθών μπορεί να χαρακτηριστεί αρχαιότερη, διότι, στην θεωρία του Πυθαγόρα, η Τετρακτύς των αριθμών 1-2-3-4 έχει το ίδιο νόημα. Οποιαδήποτε όμως και αν είναι η κατάληξη αυτής της ενδεχόμενης παραλλαγής των θεωριών του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, το παράλληλο κείμενο των Μεταφυσικών Α 9, 992b 13-18, μας δίνει το δικαίωμα να υποστηρίξουμε ότι ο στίχος 1090b 20 του Αριστοτέλη αναφέρεται στον Πλάτωνα και τον Ξενοκράτη. Επομένως ο Πλάτων είναι αυτός που είχε όντως αναπτύξει κατά την προφορική του φιλοσοφία την θεωρία της κατασκευής των ιδανικών Μεγεθών.
2. Το απόσπασμα Ζ 11, 1036 b 12-17
     Με διαμετρικά αντίθετο τρόπο ερμηνεύουν οι οπαδοί του πλατωνικού εσωτερισμού και οι αντι-εσωτεριστές το απόσπασμα αυτό στο οποίο ο Αριστοτέλης λέει:
«… και ανάγουν όλες τις μαθηματικές έννοιες στους Αριθμούς, και λένε ότι ο λόγος της γραμμής είναι ο λόγος του δύο (Σπεύσιππος). Και ανάμεσα σ’ αυτούς που αναφέρονται στις Ιδέες (Πλάτων και Ξενοκράτης), άλλοι λένε ότι η Δυάδα είναι η Γραμμή καθαυτήν (αυτογραμμή), και άλλοι ότι (η Δυάδα) είναι η Ιδέα της γραμμής (το είδος της γραμμής) …»
     Από τους  αντιπροσώπους της θεωρίας των Ιδεών, οι μεν θεωρούν την Δυάδα ως την καθαυτό Γραμμή ενώ οι δε υπογραμμίζουν τον καθαρά μαθηματικό χαρακτήρα της Δυάδας. Σύμφωνα με αυτή την τελευταία εκδοχή, η Δυάδα θα είναι η Ιδέα (δηλαδή η ρητή αρχή) της Γραμμής ως Αριθμός, και όχι ως ιδανική Γραμμή. Είναι λοιπόν γνωστό ότι ο Ξενοκράτης επεδίωξε να παρουσιάσει μια μαθηματική ερμηνεία της θεωρίας των ιδανικών Αριθμών, προκειμένου αποφύγει να προσδώσει ασυνήθιστες ιδιότητες στους Αριθμούς. Επομένως, είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Αριστοτέλης αναφέρει κατ’ αρχήν την άποψη του Πλάτωνα, πριν καταλήξει σ’ αυτήν του Ξενοκράτη.
     Ο H. Cherniss όμως καθιστά την καθαυτό Γραμμή (και όχι την Δυάδα) υποκείμενο της πρότασης και ερμηνεύει ως εξής το κείμενο: ο Ξενοκράτης ανάγει την γραμμή στην Δυάδα, ο Πλάτων δεν την ανάγει στην Δυάδα, αλλά στην ιδέα της γραμμής. Με άλλα λόγια αντιπαραθέτει στην θεωρία των ιδανικών Αριθμών την «πρώτη» μορφή της θεωρίας των Ιδεών. Σύμφωνα με τον B. Burkert και τον K. Gaiser η ερμηνεία αυτή προσκρούει σε πολλά εμπόδια: για παράδειγμα η επεξηγηματική φράση που ακολουθεί («ἒνια μέν γάρ») χάνει το νόημά της.
3. Περί ψυχής, Ι, 2 404 b 16-30
     Στο αμφιλεγόμενο απόσπασμα της πραγματείας Περί ψυχής που αναφέρεται στην ταύτιση της ψυχής με τις αρχές, αναδεικνύονται τα εξής δύο ερωτήματα: ποιο έργο υπαινίσσεται ο Αριστοτέλης όταν αναφέρεται στην πραγματεία Περί Φιλοσοφίας; Η θεωρία που αναπτύσσεται εδώ ανήκει στον Πλάτωνα ή στον Ξενοκράτη; Εσωτεριστές και αντι-εσωτεριστές συμφωνούν κατ’ αρχήν ότι ο Αριστοτέλης παραπέμπει εδώ στον δικό του διάλογο. Ας δούμε τους λόγους που οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα. Ας σημειώσουμε κατ’ αρχήν ότι στο δεύτερο βιβλίο των Φυσικών, ο Αριστοτέλης αναφέρεται σε αυτό το έργο σχετικά με την διάκριση δύο ειδών τελικών αιτίων, και ότι το απόσπασμα A 9,992a 10-13 των Μεταφυσικών περιλαμβάνει μια ρητή αναφορά σε αυτό το διάλογο. Σε αυτό το απόσπασα ο Αριστοτέλης εκθέτει την θεωρία της γένεσης των ιδανικών Μεγεθών, στην οποία επανέρχεται στα αποσπάσματα Ν 1, 1088b 4-8, Ν 2, 1089b 11-14, Ν 3, 1090b 21-24, και Μ 5, 1085a 9-12 των Μεταφυσικών. Στα σχόλιά τους περί των δύο τελευταίων αυτών αποσπασμάτων ο Συριανός και ο Ψευδο-Αλέξανδρος βεβαιώνουν ότι αυτή η θεωρία είχε αναφερθεί στον διάλογο Περί Φιλοσοφίας. Ασφαλώς, σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, κανένας από αυτούς τους δύο σχολιαστές δεν είχε άμεση γνώση του κειμένου του διαλόγου, αλλά η μαρτυρία τους δεν στερείται αξίας διότι κοινή πηγή τους είναι ο Αλέξανδρος, ο ποίος είχε ο ίδιος άμεση γνώση του κειμένου. Είχε επομένως δίκαιο ο Θεμίστιος που δέχτηκε ως «ρητή» πιθανότητα, το απόσπασμα 404b να αναφέρεται στον διάλογο Περί Φιλοσοφίας. Σε αντίθεση, οι μαρτυρίες του Φιλόπονου και του Σιμπλίκιου αμφισβητούνται. Οι δύο αυτοί ερμηνευτές θεωρούν ότι η παραπομπή του Αριστοτέλη αφορά στην πραγματεία Περί του Αγαθού. Σύμφωνα με τον Φιλόπονο «τα περί του αγαθού αναφέρονται στα περί φιλοσοφίας». Από την πλευρά του ο Σιμπλίκιος, ο οποίος είχε ήδη ταυτίσει τον Περί Φιλοσοφίας διάλογο με τα Ηθικά Νικομάχεια, τον ταυτίζει τώρα με την πραγματεία Περί του Αγαθού. Είναι επομένως σαφές ότι ο διάλογος Περί Φιλοσοφίας είναι άγνωστος και στους δύο, και ότι τον συγχέουν διαδοχικά με κάποιο άλλο έργο. Μας προσφέρουν όμως αρκετές ενδείξεις που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, αν και δεν τον είχαν διαβάσει, γνώριζαν μέσω άλλων, το ιστορικό του και το θέμα του. Έτσι, οι μαρτυρίες τους ελέγχονται μόνο ως προς ένα σημείο: την ταυτότητα του διαλόγου Περί Φιλοσοφίας και της πραγματείας Περί του Αγαθού. Οπωσδήποτε είναι δύσκολο να καταλήξουμε αν η παραπομπή του Αριστοτέλη περιλαμβάνει μόνο την πρώτη φράση (404b 18-21), ή αν και η δεύτερη φράση παραπέμπει επίσης στον διάλογο. Το ερώτημα αυτό όμως δεν έχει πραγματικά μεγάλη σημασία για την έρευνά μας. Σημειώνουμε απλώς ότι σύμφωνα με τον H.D. Saffrey η παραπομπή τελειώνει στον στίχο 404b 24, μετά από τον οποίο αρχίζει το σχόλιο του Αριστοτέλη. Αντίθετα, για τον p. Wilpert,  η παραπομπή αφορά μόνο στην πρώτη φράση. Όσο για τον K. Gaiser, συμφωνεί και αυτός με τον  P. Wilpert.
     Ας εξετάσουμε τώρα το περιεχόμενο της θεωρίας αυτού του αποσπάσματος. Το περιεχόμενό του είναι σε γενικές γραμμές κατανοητό: αναφέρει ότι κατά τον Πλάτωνα η ψυχή αποτελείται από αρχές, στοιχεία και αριθμούς, που αντιπροσωπεύουν εκείνα τα πράγματα που η ίδια μπορεί να αναγνωρίσει. Στις λεπτομέρειές του όμως καθίσταται δυσερμήνευτο. Ο Αριστοτέλης ξεκινάει με μια νύξη στον Τίμαιο: πρόκειται για το απόσπασμα 35c. Η πρώτη δυσκολία αφορά στο νόημα που θα πρέπει να αποδοθεί στις λέξεις αὐτό τό ζῶον και τά ἂλλα. Οι παλαιότεροι και οι σύγχρονοι ερμηνευτές προτείνουν δύο είδη ερμηνείας. Σύμφωνα με τον Φιλόπονο, η έκφραση αὐτό τό ζῶον προσδιορίζει την Ιδέα του Ζώου γενικά. Όσο για τα «άλλα πράγματα» (τά δ’ ἂλλα) εκφράζουν τα είδη των ζώων που περιλαμβάνει αυτό το γένος. Ο Φιλόπονος είναι ο μόνος από τους αρχαίους ερμηνευτές που ερμηνεύει έτσι τις δύο αυτές εκφράσεις. Η αριστοτελική ορολογία θα μπορούσε να δικαιώσει την άποψή του: πράγματι για τον Αριστοτέλη οι εκφράσεις αὐτό τό ζῶον, ζῶον αὐτό, ή αὐτό τι ζῶον, σημαίνουν μόνον «την Ιδέα του Ζώου γενικά». Αλλά για τον Σιμπλίκιο και τους περισσότερους σχολιαστές η έκφραση αὐτό τό ζῶον αφορά στο σύνολο του νοητού κόσμου, και τά δέ ἂλλα στα πράγματα που εξαρτώνται από αυτόν. Πιστεύουμε ότι αυτή η ερμηνεία δικαίως βασίζεται στην στενή συνάφεια της έκφρασης αὐτό τό ζῶον με εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο Πλάτων στον Τίμαιο, για να προσδιορίσει το νοητό πρότυπο του κόσμου μας, όπως ζῶον νοητόν, ζῶον αΐδιον και ζῶον παντελές. Θα πρέπει επομένως τώρα να εξετάσουμε τί μας διδάσκει αυτό το κείμενο ως προς το καθαυτό Ζῶον. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη το «Ζῶον καθαυτό» προέρχεται από «την ίδια την Ιδέα του Ενός και από την πρώτη έννοια του μήκους του πλάτους και του βάθους». Δύο χρήσιμες παρατηρήσεις: κατ’ αρχήν η Ιδέα του Ενός δεν θα πρέπει να ταυτίζεται με το Εν ως αρχή. Σ’ αυτή τη φράση πρόκειται για το Εν, που αντιστοιχεί στην άτμητη γραμμή, η με μαθηματικούς όρους στην τελεία (στιγμή). Κατά δεύτερον, το μήκος το πλάτος και το βάθος ως πρώτες έννοιες, αντιστοιχούν στους ιδανικούς Αριθμούς Δύο, Τρία και Τέσσερα. Έτσι γίνεται κατανοητό το νόημα της πρότασης: το καθαυτό Ζῶον, δηλαδή ο ιδανικός κόσμος, προκύπτει από την Τετρακτύς των αριθμών ένα, δύο, τρία και τέσσερα. Ο ορατός κόσμος είναι και αυτός κατασκευασμένος κατά τον ίδιο τρόπο. Αλλά σ’ αυτόν, τα συνεχή μεγέθη έχουν την συνηθισμένη μορφή. Δηλαδή δεν εμφανίζονται πλέον με μαθηματική μορφή. Αυτό είναι το νόημα της πρότασης. Ποια είναι τώρα η σχέση αυτής της πρότασης με τον ισχυρισμό ότι το όμοιο αναγνωρίζεται από το όμοιο; Η απάντηση είναι η ακόλουθη: στον Πλάτωνα το σύμπαν είναι ένα ζῶον που αντιστοιχεί στο Ζῶον καθαυτό, και επιπλέον έχει ψυχή· αυτή η ψυχή επομένως έχει την ιδιότητα ότι γνωρίζει τα πάντα, διότι υπάρχει στενή σύνδεση των αρχών της με αυτές των πραγμάτων. Ασφαλώς η παραπομπή που ανασύρεται από τον διάλογο Περί Φιλοσοφίας δεν αναφέρεται ρητά στην ψυχή. Είναι εύκολο όμως να καταλάβουμε το γιατί: στον διάλογό του αυτό ο Αριστοτέλης είχε ασφαλώς προσδιορίσει την φύση της σχέσης ανάμεσα στο Ζῶον καθαυτό και την ψυχή. Σύμφωνα πάντως με τον K. Gaiser, είναι πιθανόν ο Αριστοτέλης, παραπέμποντας στο διάλογο Περί Φιλοσοφίας, θα θέλει απλώς να επιβεβαιώσει την συστηματική του ερμηνεία της θεωρίας της ψυχής, όπως εμφανίζεται στον Τίμαιο. Στην συνέχεια του κειμένου ο Αριστοτέλης μας λέει ότι ο Πλάτων παρουσιάζει το ίδιο πράγμα και με ένα διαφορετικό τρόπο: οι τέσσερις πρώτοι αριθμοί, που όπως είδαμε αντιστοιχούν στα τέσσερα γεωμετρικά μεγέθη (τελεία, γραμμή, επιφάνεια, όγκος), συνδέονται τώρα με τις ψυχικές ενέργειες (νόηση, επιστήμη (γνώση), δόξα (γνώμη) και αίσθηση). Τονίζεται επίσης καθαρά ο ιδανικός χαρακτήρας αυτών των αριθμών. Είναι όμως ελάχιστα πιθανό οι αριθμοί που εμπεριέχονται στην ψυχή να είναι ταυτόχρονα και οι Ιδέες των πραγμάτων. Πράγματι, ανάμεσα στους ιδανικούς Αριθμούς και τους αριθμούς που ταυτίζονται με τις γνωστικές ενέργειες της ψυχής υπάρχει μια διαφορά, που αποδεικνύεται από την χρήση του όρου τά δύο, για τον προσδιορισμό του αριθμού της γνώσης, αντί για την έννοια της δυαδός. Επομένως οι αριθμοί που σχετίζονται με την ψυχή δεν είναι οι ιδανικοί Αριθμοί, αλλά οι μαθηματικοί αριθμοί. Ο παραλληλισμός των αριθμών με τις διαφορετικές λειτουργίες της γνώσης ερμηνεύεται ως εξής: η νόηση ταυτίζεται με την Ενότητα επειδή δεν δημιουργεί μια απλή σχέση με τον αντικείμενό της, αλλά συναρτάται με την μορφή (είδος) στο σύνολό της. Η επιστήμη (επίσταμαι) η οποία αναγκαστικά συνδέει μεταξύ τους τα δύο άκρα μιας σχέσης μέσα από μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, μπορεί να συμβολίζεται από το Δύο, τον αριθμό της γραμμής. Σε ότι αφορά στην γνώμη, η σχέση της με το αντικείμενο είναι διφορούμενη: παρότι ξεκινά από μια ενιαία αρχή, στην συνέχεια πορεύεται άλλοτε προς το αληθές και άλλοτε προς το ψευδές και έτσι συμβολίζεται με το Τρία, τον αριθμό της επιφάνειας. Τέλος, με την αίσθηση, η οποία συμβολίζεται από το Τέσσερα, τον αριθμό του στερεού, η σχετικότητα ως προς την γνώση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη από ότι προηγουμένως. Εξ άλλου χαρακτηριστικό της αίσθησης είναι η αντίληψη των ιδιοτήτων του σώματος. Επομένως, οι τέσσερις πρώτοι αριθμοί είναι ως Ιδέες, οι αιτίες όλως των πραγμάτων, και εξαρτώνται από το Έν και την αόριστη Δυάδα. Συνδέονται ασφαλώς με την ψυχή, αλλά με μια μαθηματική και όχι πλέον ιδανική μορφή. Τέλος, χάρη στην αναλογία που υπάρχει ανάμεσα στις αρχές της ψυχής και τις αρχές των πραγμάτων, η ψυχή μπορεί να γνωρίζει όλα τα πράγματα.
     Αυτό είναι λοιπόν το νόημα της θεωρίας που εκτίθεται εδώ. Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι φυσικά αν ο εκφραστής αυτής της θεωρίας είναι ο Πλάτων ή ο Ξενοκράτης. Τρία συμπεράσματα έχουν προταθεί.
     Για τους αντι-εσωτεριστές το κείμενο διαιρείται ως εξής: ο Αριστοτέλης εκθέτει πρώτα την θεωρία του Εμπεδοκλή (404b 11-15), ύστερα την θεωρία του Πλάτωνα στον Τίμαιο (404b 16-18), και τέλος την θεωρία του Ξενοκράτη (404b 18-27).  Αυτό το τελευταίο μέρος υποδιαιρείται σε άλλα δύο: το πρώτο πραγματεύεται την γνωστική ενέργεια της ψυχής (404b 18-27), το δεύτερο την κινητική της λειτουργία (404b 27-30).
     Οι υπερασπιστές του πλατωνικού εσωτερισμού κατανέμουν εντελώς διαφορετικά τα μέρη του κειμένου: κατά την άποψή τους ο Αριστοτέλης αναφέρεται πρώτα στην θεωρία του Εμπεδοκλή (404b 11-15), και στη συνέχεια παραθέτει μια ερμηνεία της θεωρίας του Πλάτωνα στον Τίμαιο (404b 16-18). Η παραπομπή στον διάλογο Περί Φιλοσοφίας δικαιώνει αυτή την ερμηνεία (404b 18-27). Το υπόλοιπο κείμενο αναφέρεται στον Ξενοκράτη του οποίου η θεωρία διακρίνεται σαφώς από αυτές που προηγούνται (404b 27-30).
     O P. Kucharski  κατέθεσε μια Τρίτη εκδοχή, τελείως διαφορετική από τις προηγούμενες. Ο ερευνητής αυτός προσπάθησε να αποδείξει ότι σ’ αυτό το απόσπασμα ο Αριστοτέλης έχει κατά νου το πυθαγόρειο δόγμα της Τετρακτύς. Αλλά αυτή η εκδοχή δεν φαίνεται να έπεισε κανέναν. Ο P. Kucharski  στηρίχθηκε σε τέσσερα αποσπάσματα των Μεταφυσικών, στην μαρτυρία του Σπευσίππου, σ’ αυτήν του Θέωνος του Σμυρναίου και στην μαρτυρία του Αέτιου. Σύμφωνα με τον A. Mansion, που ακολουθεί και ο L. Brisson, η παρουσίαση αυτή έχει απόλυτα μηδενική αξία. Όσο για τον W. Burkert, υπενθυμίζει ότι η θεωρία των Ιδεών αποδίδεται με απόλυτη βεβαιότητα στον Πλάτωνα, και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος εδώ για τους Πυθαγόρειους. Ο W. Burkert προσθέτει ότι οι μεταγενέστερες ερμηνείες δεν μπορούν να αποδείξουν το αντίθετο. Μένει επομένως να παραθέσουμε τα επιχειρήματα υπέρ ή κατά της απόδοσης αυτής της θεωρίας είτε στον Πλάτωνα, είτε στον Ξενοκράτη.

(συνεχίζεται) 

ΣΧΟΛΙΟ: H Mετα-πατερική προτεσταντική θεολογία τής sola scriptura  καί τής εμηνευτικής τού νοήματος αποτελούν ήδη παρελθόν, όπως βλέπουμε ή όπως δέν μπορούμε ακόμη νά δούμε. Τό πνεύμα επιστρέφει στό περιεχόμενο. Αρχέγονο παρελθόν,αρχαιολογικής σημασίας, αποτελεί καί η σύγχρονη νεοελληνική πατερική θεολογία, τής οικειοποιήσεως τής αλήθειας μέσω τών αποσπασμάτων καί τής αποθεώσεως τού υποκειμένου, καθολικής προελεύσεως, σύμφωνης μέ τίς διδασκαλίες τού Ακινάτη, τήν οποία εισήγαγαν οι οργανώσεις καί τήν διέδωσαν σάν ορθόδοξη.
Η φιλοσοφία επιστρέφει ήδη στό επέκεινα τής ουσίας, τό οποίο ταύτισε μέ τήν ουσία η οντολογία τού προσώπου, ο τελευταίος καρπός τής ερμηνείας τού γράμματος καί η θεολογία αρχίζει νά αισθάνεται τήν κλήση της πρός τήν άκτιστο Θεία Χάρη, τό άκτιστο φώς τού ησυχασμού. Γιά τήν ώρα παλεύουμε μιά ήδη ξεπερασμένη μάχη. Διότι η ευχαριστιακή εκκλησιολογία ή η αποτείχιση μέσω τής ερμηνείας τού 15ου κανόνος τής πρωτοδευτέρας ανήκουν στόν ίδιο παρονομαστή. Στήν sola scriptura.

Αμέθυστος  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...