Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK) (53)

Συνέχεια από Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020
                                           HANS URS VON BALTHASAR
                                     ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ  (THEOLOGIK)
                                                 Τρίτος Τόμος
             ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ  (DER GEIST DER WAHRHEIT)
        (Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der Welt), 2)    Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )
                                      Johannes Verlag, 1987
                                  4.  ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ
                             V. ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ
                           γ)  Καταλλαγή, αγιασμός, ελευθερία
      
Μπορεί να προκαλή έκπληξη, ότι αυτά τα τρία θέματα κατατάσσονται εδώ στο πρώτο (κιόλας…) κεφάλαιο, επειδή η καταλλαγή θεωρείται τις περισσότερες φορές ένα πρωταρχικά χριστολογικό θέμα (αδιαχώριστη ωστόσο απ’ τον αγιασμό, που αποδίδεται κυρίως στο Άγιο Πνεύμα), κι επειδή η ελευθερία θεωρείται καινοδιαθηκικά ως εκκλησιολογικό κυρίως θέμα (που συνδέεται βέβαια, τόσο στον Παύλο όσο και στον Ιωάννη, εσώτατα με το Άγιο Πνεύμα).
     Πρέπει ωστόσο να θυμόμαστε, όπως το τονίσαμε εξαρχής, ότι το έργο τού Θεού για να συμφιλιωθή μαζί Του εν Χριστώ ο κόσμος, αφορά σε ολόκληρο τον κόσμο, έστω κι αν αυτό το έργο, όχι μόνο φανερώνεται ιδιαιτέρως, αλλά επενεργεί επίσης στην Εκκλησία, και γι’ αυτό οφείλουν οι χριστιανοί να ενεργούν αναγκαίως ως οι «κήρυκες» της συμφιλίωσης των πάντων και να παροτρύνουν τούς ανθρώπους να συμφιλιωθούν και οι ίδιοι με τον συμφιλιωμένο Θεό (Β’ Κορ. 5, 20)   ((…«ώστε εί τις εν Χριστώ, καινή κτίσις· τά αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε καινά τά πάντα. τά δέ πάντα εκ τού Θεού τού καταλλάξαντος ημάς εαυτώ διά Ιησού Χριστού και δόντος ημίν τήν διακονίαν τής καταλλαγής, ως ότι Θεός ήν εν Χριστώ κόσμον καταλλάσσων εαυτώ, μή λογιζόμενος αυτοίς τά παραπτώματα αυτών, καί θέμενος εν ημίν τόν λόγον τής καταλλαγής. Υπέρ Χριστού ούν πρεσβεύομεν ως τού Θεού παρακαλούντος δι’ ημών· δεόμεθα υπέρ Χριστού, καταλλάγητε τώ Θεώ· τόν γάρ μή γνόντα αμαρτίαν υπέρ ημών αμαρτίαν εποίησεν, ίνα ημείς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεού εν αυτώ». – Πώς μπορεί να μη θρηνή ο άνθρωπος, από χαρά και λύπη, λύπη για τον εαυτό του, και χαρά για τον ενανθρωπήσαντα Θεό, που «σήκωσε όλη την αμαρτία τού κόσμου»… Όχι για να μηχανευόμαστε με το μυαλό μας «εποχές τού Αγίου Πνεύματος» και κοσμοκρατορίες…)) . Ξαναβλέπουμε λοιπόν εδώ τη διπλή κίνηση της Εκκλησίας.
     (( Υπάρχει στο τέλος τής προηγούμενης ανάρτησης, όπου γίνεται λόγος για την «έκχυση του Αγίου Πνεύματος ως της ίδιας της αγάπης τού Θεού στις καρδιές μας», η εξής υποσημείωση του συγγραφέα: «Αυτό δεν εμποδίζει ωστόσο το να οικοδομηθή και μια “Πνευματολογία εκ των κάτω”, που να μπορή να προσφερθή και σε μη-χριστιανούς, κάτι που το διαφώτισε ήδη το ερώτημα για την αληθινή “ανιδιοτέλεια”. Όταν μάλιστα επιχείρησε κάτι παρόμοιο ο Ηermann Bertram στο γνωστό του, και σήμερα ως επί το πλείστον απορριπτέο έργο “Η φύση τού Πνεύματος κατά τη θεωρία τού Αποστόλου Παύλου” (1913) (το Πνεύμα ως μέρος τού φυσικού ανθρώπου, Πνεύμα και ψυχή, το Πνεύμα ως υπερφυσική δύναμη, ως δύναμη της χριστιανικής ζωής, το Πνεύμα στον χαριτωμένο άνθρωπο, το Πνεύμα ως θεϊκή φύση, το Πνεύμα ως θεϊκό πρόσωπο), δεν έπρεπε να απορριφθή εκ των προτέρων ως απαράδεκτη αυτή η ανερχόμενη οδός». – Οι άνθρωποι της Δύσης έψαξαν και ψάχνουν με αγωνία να βρουν ένα «Πνεύμα» στην ζωή τών ανθρώπων, εφ’ όσον “απέρριψαν” το αληθινό Άγιο Πνεύμα με το Filioque… Λόγω αυτής τής “δυστυχούς απόρριψης” προέκυψε ίσως και η “Τρίτη εποχή, του Αγίου Πνεύματος))
     Δεν θα διαπραγματευτούμε εδώ διεξοδικά τα τρία αυτά θέματα, αλλά εξετάζοντας μόνο τον ρόλο τού Πνεύματος, που δεν διαχωρίζεται ασφαλώς απ’ το συμφιλιωτικό και απελευθερωτικό έργο που επιτελεί ο Πατήρ εν Υιώ. Μολονότι ο Παύλος προσπάθησε να εξηγήση, όπως το δείξαμε παραπάνω,  ότι ο Χριστός λειτουργεί ως άξονας της σύνολης Δημιουργίας (Κολ. 1, 15-17), από τον Σταυρό του (Κολ. 1, 20) μέχρι την ανάδειξή του ως «κεφαλή τής Εκκλησίας (Κολ. 1, 18 - Εφ. 2,22 κ.ε.), κηρύττει ωστόσο στην προς Κολασσαείς επιστολή του 2, 10 τον Χριστό ως «κεφαλή κάθε δύναμης και εξουσίας» στον Κόσμο (Kosmos), εφ’ όσον όμως είχε υποτάξει, όπως δείχνουν τα συμφραζόμενα, στην εξουσία του όλες τις κοσμικές δυνάμεις, οι οποίες υπόκειντο σ’ Αυτόν κατ’ αρχήν από τη Δημιουργία (Κολ. 1, 17), και τις οποίες είχε απογυμνώσει με τη συμφιλιωτική του πράξη  (( την Ενανθρώπιση… ))  από την αυτοδυναμία τους  (( απέναντι στην ανθρωπότητα… ))  (Κολ. 2, 15).  ((  ;  ))  Ανακαλύπτουμε έτσι απ’ τη μια «το ‘σώμα’ τής Δημιουργίας στο σώμα τού Λυτρωτή» (Schlier) (που συμφιλίωσε τον σύμπαντα κόσμο στο σώμα του: Εφ. 2, 14), ενώ μπορούμε να πούμε με την ίδιαν έννοια απ’ την άλλη, ότι: «Δεν αποτελούν οι κοσμικές δυνάμεις, αλλά μόνον η Εκκλησία το σώμα τού Χριστού» (Gnilka). Με τα συμφραζόμενα της επιστολής προς Κολασσαείς πρέπει να καθησυχάση η (χριστιανική…) κοινότητα: ούτε οι δυνάμεις που διατάζει ο Χριστός δεν μπορούν να την εμποδίσουν να συμμετάσχη στην πληρότητα της θεότητας, που κατοικεί στον Χριστό (Κολ. 2, 11-15).
     (( Προς Κολασσαείς 1, 15 κ.ε.: «ός έστιν (ο Κύριος…) εικών τού Θεού τού αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ότι εν αυτώ εκτίσθη τά πάντα, τά εν τοίς ουρανοίς και τά επί τής γης, τά ορατά καί τά αόρατα, είτε θρόνοι είτε κυριότητες είτε αρχαί είτε εξουσίαι· τά πάντα δι’ αυτού καί εις αυτόν έκτισται· καί αυτός εστι πρό πάντων, καί τά πάντα εν αυτώ συνέστηκε, καί αυτός εστιν η κεφαλή τού σώματος, τής εκκλησίας· ός εστιν αρχή, πρωτότοκος εκ τών νεκρών, ίνα γένηται εν πάσιν αυτός πρωτεύων, ότι εν αυτώ ευδόκησε πάν τό πλήρωμα κατοικήσαι καί δι’ αυτού αποκαταλλάξαι τά πάντα εις αυτόν, ειρηνοποιήσας διά τού αίματος τού σταυρού αυτού, δι’ αυτού είτε τά επί τής γής είτε τά εν τοίς ουρανοίς. καί υμάς ποτε όντας απηλλοτριωμένους καί εχθρούς τή διανοία εν τοίς έργοις τοίς πονηροίς, νυνί δε αποκατήλλαξεν εν τώ σώματι τής σαρκός αυτού διά τού θανάτου, παραστήσαι υμάς αγίους καί αμώμους καί ανεγκλήτους κατενώπιον αυτού, εί γε επιμένετε τή πίστει τεθεμελιωμένοι και εδραίοι καί μή μετακινούμενοι από τής ελπίδος τού ευαγγελίου ού ηκούσατε, τού κηρυχθέντος εν πάση τή κτίσει τή υπό τόν ουρανόν, ού εγενόμην εγώ Παύλος διάκονος». -  Είναι μεγαλειώδης και ασύγκριτος ο λόγος τού Παύλου, στον οποίον ζη μέσα ο Κύριος… Ασχέτως τί προσπαθούμε εμείς οι άνθρωποι να κάνουμε ή να μην κάνουμε με όλα αυτά δια της διάνοίας μας… ))
    Είτε τονίζεται στη συμφιλιωτική πράξη τού Χριστού η Ενσάρκωσή του (Ειρηναίος), είτε η «εξαγορά» του (η απολύτρωση…) απ’ τις δυνάμεις (Ωριγένης), είτε η «ικανοποίησή» του για τις αμαρτίες (η επανόρθωση των αμαρτιών…) (απ’ τον Κυπριανό μέσω τού Αυγουστίνου στον Άνσελμο και τον Θωμά Ακινάτη): πάντα ενεργεί (με την έννοια της Πνευματοχριστολογίας) η παρουσία τού Πνεύματος στο Είναι και στην πράξη τού Υιού. Κι αν είναι αυτό εμφανές για τη Σύλληψή του στη Μαρία, και για όλη του τη δράση απ’ τη Βάπτισή του και πέρα, πρέπει να το αναλογιστούμε, σε μια θεολογία τής «εξαγοράς» και του «εξιλασμού», και στο Πάθος   (( Σημ. τ. μετ.: Άνθρωπε, μόνον ο Λόγος τής αδιαίρετης Αγίας Τριάδος ενανθρώπησε… )) . Γιατί είναι αναμφισβήτητο το ότι συνοδεύει  (( ! ))  το Πνεύμα τον Ιησού, «εισερχόμενο έτσι (κι αυτό!...) στη νεοδιαθηκική ιστορία τής σωτηρίας» (Mühlen). Μπορούμε γι’ αυτό να αναφέρουμε στο Άγιο Πνεύμα το χωρίο τής προς Εβραίους Επιστολής 9, 14 (που φαίνεται κατ’ αρχάς απομονωμένο), όπως το κάνει σύμφωνα με τον Πέτρο Λομβαρδό ο Θωμάς Ακινάτης: «Πόσο περισσότερο (απ’ το αίμα τών ζώων) θα καθαρίση το αίμα τού Χριστού, που προσήγαγε μέσω τού αιωνίου Πνεύματος τον εαυτό του ως αθώα θυσία στον Θεό, τη συνείδησή μας (από νεκρών έργων)…, ώστε να υπηρετήσουμε (λατρεύειν) τον ζωντανό Θεό»  (( σ.σ.: «Το Πνεύμα είναι μια παράφραση για το Άγιο Πνεύμα… Ο Χριστός προσδιορίζεται και σ’ αυτήν τη θυσιαστική πράξη απ’ την αντικειμενικότητα του Αγίου Πνεύματος· το Άγιο Πνεύμα είναι… η δύναμη, που φέρει την αποστολή (το υπούργημα…) και τη θυσία του» - O. Michel, H.Mühlen)). Στην ίδια κατεύθυνση οδηγεί, στο τέλος τής επίγειας αποστολής τού Ιησού, η επιστροφή τού πνεύματος της αποστολής στον Πατέρα (μετά τα λόγια στον Σταυρό, στον Λουκά 23, 46) και ταυτόχρονα η εκπνοή του προς την κατεύθυνση του κόσμου και της εκκλησίας (inclinator capite emisit spiritum, στον Ιωάννη 19, 30). Η δε αναφορά αίματος και πνεύματος στον ίδιο στίχο τής προς Εβραίους επιστολής 9, 14 μπορεί να συνδεθή με την ιωάννεια τριαδικότητα πνεύματος, ύδατος και αίματος (Α’ Ιωάν. 5, 8), στο οποίο αντιστοιχεί εντελώς και η άποψη του Παύλου.
     (( Σημ. τ. μετ.: Με το Filioque έχασε η Δύση την υπόσταση του Αγίου Πνεύματος, και η Αγία Τριάδα «έγινε» - ό μη γένοιτο – Δυάδα, «εκκλησιαστική και πολιτική εξουσία». Προσπάθησαν και προσπαθούν έκτοτε να «χωρέσουν» το Άγιο Πνεύμα ή απλώς, κατ’ αυτούς, Πνεύμα μεταξύ Πατρός και Υιού, ως την αγάπη μεταξύ τους και άλλες «εφευρέσεις». Γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «…Ήν δε ωσεί ώρα έκτη καί σκότος εγένετο εφ’ όλην τήν γήν έως ώρας ενάτης, τού ηλίου εκλείποντος, καί εσχίσθη τό καταπέτασμα τού ναού μέσον· καί φωνήσας φωνή μεγάλη ο Ιησούς είπε· πάτερ, εις χείρας σου παρατίθεμαι τό πνεύμα μου· καί ταύτα ειπών εξέπνευσεν…». Kαι ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «…Μετά τούτο ειδώς ο Ιησούς ότι πάντα ήδη τετέλεσται, ίνα τελειωθή η γραφή, λέγει· διψώ. σκεύος ούν έκειτο όξους μεστόν· οι δέ πλήσαντες σπόγγον όξους και υσσώπω περιθέντες προσήνεγκαν αυτού τώ στόματι. ότε ούν έλαβε τό όξος ο Ιησούς, είπε, τετέλεσται, καί κλίνας τήν κεφαλήν παρέδωκε τό πνεύμα». – Είναι εντελώς «κουφό», αλλά η λατινική Δύση εξακολουθεί να υποστηρίζη με εκτενέστατα κείμενα ότι αυτό το «πνεύμα» είναι το Άγιο Πνεύμα! Και δεν «θυμάται» ούτε τον λόγο τού Κυρίου προς τη Σαμαρείτιδα, ότι «πνεύμα ο Θεός καί εν πνεύματι καί αληθεία δεί αυτόν προσκυνείν»…))
    Γι’ αυτό και συμμετέχει ουσιαστικά το Πνεύμα στην επελθούσα («εξασφαλισμένη»!) απ’ το εσταυρωμένο κατ’ αρχάς (in actu primo – σε «πρώτη φάση»!) σώμα τού Ιησού καταλλαγή και συμφιλίωση μεταξύ Θεού και κόσμου (Β’ Κορ. 5, 19), μεταξύ ουρανού και γης (Κολ. 1, 20). Αυτή η προηγούμενη από κάθε ανθρώπινη απόφαση πράξη τού Θεού πρέπει να θεωρηθή ως η έναρξη (το «πρελούδιο») και η προϋπόθεση κάθε ιδιαίτερης, ξεχωριστής ανθρώπινης «καταλλαγής», μια «αρχή» (Prinzip), που είναι κατά πρώτον καθολική και (με πιο περιορισμένη έννοια) εκκλησιολογικά κοινωνική, κι απ’ την οποία προκύπτει, σε μια συνανθρώπινη κάθε φορά συνάφεια, κάθε προσωπική «καταλλαγή» ή «δικαίωση». Καμμιά προσωπική «δικαίωση» δεν είναι ιδιωτική. Αν εκλάβουμε σοβαρά το ότι έγινε «για εμάς» (pro nobis) η πράξη συμφιλίωσης του Χριστού, τότε απομακρύνθηκε σ’ αυτήν ήδη την πρώτη πράξη ένα βάρος αμαρτωλότητας απ’ την ανθρωπότητα, που δεν θα μπορούσε να αντιληφθή αυτήν την αντικειμενική απελευθέρωση (και την καινούργια έτσι δυνατότητα απόκτησης προσωπικής ελευθερίας) καθεαυτή. Μιαν απελευθέρωση προσιτή, όπως και το διαλεκτικό της αντίθετο, την «κληρονομική αμαρτία», μόνο στην πίστη. Ο χαρακτηριστικός εξαναγκασμός τού αμαρτωλού, να μη μπορή να στραφή πάλι, εφ’ όσον έχει εγκαταλειφθή  πραγματικά απ’ τον Θεό, με τη δική του δύναμη προς Αυτόν, έχει κατ’ αρχήν αναιρεθή   (( με τη θυσία τού Χριστού και τη νίκη κατά τού Θανάτου… )) , το οποίο δεν σημαίνει κατά κανέναν ωστόσο τρόπο, ότι η ενεργητική στροφή του θα μπορούσε τώρα πια να επιτευχθή με τις δικές του (και μόνο…) (όπως λένε οι Πελαγιανοί) βουλητικές δυνάμεις. ‘Όπως αναιρέθηκε κατ’ «αρχήν» (κατά την αρχήν του – prinzipiell) αυτό που ονομάζεται «οργή τού Θεού» (Ιωάν. 3, 36) ενάντια σε ό,τι είναι ασυμβίβαστο με τον Θεό στον κόσμο   (( Γράφει ο άγιος Ιωάννης: «…όν γάρ απέστειλεν ο Θεός, τά ρήματα τού Θεού λαλεί· ου γάρ εκ μέτρου δίδωσιν ο Θεός το Πνεύμα. ο πατήρ αγαπά τόν υιόν και πάντα δέδωκεν εν τή χειρί αυτού. ο πιστεύων εις τόν υιόν έχει ζωήν αιώνιον· ο δέ απειθών τώ υιώ ουκ όψεται ζωήν, αλλ’ η οργή τού Θεού μένει επ’ αυτόν» )) ,  και καθώς μπόρεσε  (( ! ))  να μετατρέψη, «εν αιωνίω πνεύματι», την αποξένωση σε μια μορφή τής ακρότατης αγάπης του προς τον Πατέρα ο Εσταυρωμένος, έτσι διαμορφώνει και η προσφορά αγάπης τού Θεού προς τον αμαρτωλό, να συμφωνήση  (( αν θέλη… ))  στην καταλλαγή Του προς τον κόσμο, μια πραγματική αλλαγή τής σχέσης του αμαρτωλού προς τον Θεό. Η εξαγγελία αυτής τής πρόσκλησης, να αποδεχτή ο άνθρωπος το προσφερόμενο δώρο τού πνεύματος της ελευθερίας, της gratia liberatrix (απελευθερωτικής χάρης), θα μπορούσε να αποτελέση για μιαν ακόμη φορά το κήρυγμα της Εκκλησίας   (( Εννοεί τον «θεσμό»… )) : «Πρεσβεύουμε λοιπόν υπέρ τού Χριστού, καθώς παρακαλεί μέσω ημών ο (ίδιος ο…) Θεός· δεόμεθα υπέρ τού Χριστού, να καταλλαγήτε (να συμφιλιωθήτε…) προς τον Θεό» (Β’ Κορ. 5, 20)   ((  Βλ. το κείμενο του ευαγγελιστή Ιωάννη και ανωτέρω: «…τά αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε καινά τά πάντα…. τά δέ πάντα εκ τού Θεού τού καταλλάξαντος ημάς εαυτώ διά Ιησού Χριστού καί δόντος ημίν τήν διακονίαν τής καταλλαγής, ως ότι Θεός ήν εν Χριστώ κόσμον καταλλάσσων εαυτώ, μή λογιζόμενος αυτοίς τά παραπτώματα αυτών, καί θέμενος εν ημίν τόν λόγον τής καταλλαγής. Υπέρ Χριστού ούν πρεσβεύομεν ως τού Θεού παρακαλούντος δι’ ημών· δεόμεθα υπέρ Χριστού, καταλλάγητε τώ Θεώ· τόν γάρ μή γνόντα αμαρτίαν υπέρ ημών αμαρτίαν εποίησεν  (πεθαίνοντας ως άνθρωπος…), ίνα ημείς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεού εν αυτώ». –  Αυτήν την προτροπή τού αποστόλου Παύλου προς τους χριστιανούς τής Κορίνθου, να καταλλαγούν με τον αληθινό και αποκαλυφθέντα Θεό, θέλει να την απευθύνη η λατινική «εκκλησία», χάνοντας συνεχώς τούς «πιστούς» της, παντού ολόγυρα στον κόσμο (ως λόγια και «κήρυγμα»…), βασισμένη σ’ ένα Πνεύμα που «όπου θέλει πνεί», άρα δεν μπορεί να χειραγωγηθή – ήμαρτον! – ούτε να αποτελέση βέβαια «βάση» για καμμιάν «ανθρώπινη» ή «θεσμικά εκκλησιαστική» επινόηση… )) .

    ( συνεχίζεται )

Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΑΛΛΑ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΥΡΙΟΥ. ΠΝΕΥΜΑ Ο ΘΕΟΣ. ΘΕΟΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ.
ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΑΥΤΗ Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Θα παίξουμε τις πιτσουκουλιές κύριε Αμέθυστε; τι ειναι αυτά τα λογοπαίγνια των σχολιών σας; θέλετε να εξηγήσετε κάτι παραπάνω για τα βόδια που σας διαβάζουν;

amethystos είπε...

Οι ορθόδοξοι σήμερα όπως καί οι παπικοί καί οι προτεστάντες πιστεύουν σύμφωνα μέ τήν κατά γράμμα ερμηνεία ότι τό περιεχόμενο τού Κυρίου είναι τό Αγιο Πνεύμα. Διότι σύμφωνα μέ τήν παπική αίρεση τό Αγιο Πνεύμα είναι η αγαπη τού Υιού πρός τόν Πατέρα καί αντιστρόφως, τουτέστιν επειδή ο θεός αγάπη εστι καί η αγάπη είναι τό Αγιο Πνεύμα, τό Αγιο Πνεύμα είναι τό περιεχόμενο τής Αγίας Τριάδος. Αρα αγαπάτε γιά νά σωθείτε.