Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2021

Το Άγιο Πνεύμα στην ζωή του Ιησού (1)

Βρήκαμε  μία σύντομη εργασία της συγχρόνου Καθολικής Εκκλησίας, του φραγκισκανού μοναχού Raniero Cantalamessa, με τίτλο: Το Άγιο Πνεύμα στην ζωή του Ιησού, και θα παρουσιάσουμε τα κεντρικά του σημεία. Θα αποκαλυφθεί ταυτόχρονα και το παράδοξο της αιρέσεως του παπισμού που μας διαφεύγει εν πολλοίς.
«Ο Θεός έχρισε με πνεύμα Άγιο και δύναμη τον Ιησού της Ναζαρέτ». Καί μάς έδωσε τόν Ιησού Χριστό.

Το μυστήριο του Χρίσματος (που ακολουθεί λογικά το μυστήριο της ενανθρωπήσεως) είναι το ιδανικό σημείο παρατήρησης, στο Ευαγγέλιο, για να ανακαλύψουμε την σχέση ανάμεσα στον Ιησού και στο Άγιο Πνεύμα και την σχέση ανάμεσα στο Άγιο πνεύμα και την Εκκλησία
Εάν λοιπόν το πνεύμα το οποίο την πεντηκοστή κατήλθε στην Εκκλησία και με το Βάπτισμα προσφέρεται στις καρδιές μας δεν είναι άλλο από το πνεύμα το οποίο υπήρξε στον Ιησού της Ναζαρέτ και οδήγησε όλα του τα βήματα, τότε πρέπει να ανακαλύψουμε σε τι πράγμα το πνεύμα ώθησε τον Ιησού κατά την διάρκεια της ζωής του για να γνωρίσουμε σε τι πράγμα ωθεί και εμάς σήμερα και την Εκκλησία. Διότι Αυτό ωθεί στα ίδια πράγματα πάντοτε.

Στην αρχή του Ευαγγελίου του ο Ιωάννης δηλώνει μεγαλοπρεπώς πώς από την «πληρότητα» του ενσαρκωμένου Λόγου όλοι εμείς δεχθήκαμε την μίαν χάριν κατόπιν της άλλης (Ιωάν 1,16). Ο Απ. Παύλος δηλώνει το ίδιο πράγμα, όταν γράφει, ότι στον Ιησού κατοικεί ολόκληρο το πλήρωμα της θεότητος, και εν αυτώ είμαστε πλήρεις (Κολ 2,9).

Οι Πατέρες της Εκκλησίας κατενόησαν αυτές τις εκφράσεις με μία ακριβέστατη σημασία: από την πληρότητα του πνεύματος του Αγίου τού Ιησού, δεχθήκαμε και δεχόμαστε την μίαν Χάριν μετά την άλλην. Σ’ Αυτόν κατοικεί σωματικώς όλη η πληρότης του Αγίου Πνεύματος, και σ’αυτόν εμείς έχουμε μέρος σ’αυτή την πληρότητα [Η απόλυτη κακοποίηση, ας προσέξουμε. Δεν πρόκειται για κατανόηση των Πατέρων αλλά για την διδασκαλία του Απ. Παύλου. “διότι εις αυτόν κατοικεί ολόκληρον το πλήρωμα της θεότητος εν σωματική μορφή. Και εν αυτώ είσθε πλήρεις. Αυτός είναι η Κεφαλή κάθε αρχής και Εξουσίας.” Εδώ κρύβεται όλη η κακοδοξία. Διότι καταργούν το θεωμένο ήδη σώμα του Κυρίου. Βασιζόμενοι στην έκφραση σωματικώς. Διότι στην συνέχεια της επιστολής ο Απόστολος γράφει: Εν αυτώ έχετε περιτμηθή, όχι με περιτομήν καμωμένην με χέρια ανθρώπου, αλλά διά της αποβολής του σαρκικού σώματος, δηλαδή με την περιτομήν του Χριστού. Κανένας δεν δίνει σημασία στο σωματικώς και στην αποβολή του σαρκικού σώματος. Ιδιαιτέρως σήμερα ο Λουδοβίκος αυτή την κακοδοξία την κατασκεύασε νεωτερική ορθόδοξη θεολογία].

Ο Νοβατσιανός  (Novaziano) στο περί Τριάδος γράφει: «Το Άγιο Πνεύμα είναι αυτός που, μετά την βάπτιση του κατήλθε πάνω στον Κύριο με την μορφή περιστεράς και παρέμεινε, κατοικώντας μόνον στον Χριστό με πληρότητα, χωρίς κάποιο όριο, έτσι ώστε από αυτόν να μπορέσουν να την δεχθούν σαν σταγόνες χάριτος, παραμένοντας άθικτη σ’αυτόν όλη η πηγή του Αγίου Πνεύματος, σαν να ξεκινούσαν, από την πληρότητα τού πνεύματος που κατοικούσε στον Χριστό, πολλοί μικροί χείμαρροι δώρων και πράξεων.»

Όλοι αυτοί οι Θεολόγοι της πρώτης ώρας δεν αγνοούσαν λοιπόν, την παρουσία του Αγίου πνεύματος στον Ιησού, από την πρώτη στιγμή της γεννήσεως του. Παρ’όλα αυτά προσέδιδαν μία ξεχωριστή σημασία, αποφασιστική δε, στο επιβλητικό χρίσμα που ελαβε ο Ιησούς στον Ιορδάνη με την ευκαιρία του ξεκινήματος του μεσσιανικού του έργου. Σύμφωνα με μερικούς, όπως στην ενσάρκωση ο Λόγος είχε γίνει Ιησούς, έτσι στο χρίσμα της βαπτίσεως του, «Είχε γίνει Χριστός, δηλαδή ο Χρισμένος του Θεού, ο Μεσσίας. «Ονομάζεται Χριστός διότι εχρίσθη από τον Πατέρα με το Άγιο Πνεύμα» (Τερτυλλιανός, περί Βαπτίσεως (7,1)). Η σπουδαιότητα του μυστηρίου του χρίσματος ήταν τέτοια που παρήγαγαν από αυτό, το ίδιο το όνομα των Χριστιανών: Γι’αυτό γράφει ο Θεόφιλος Αντιοχείας, ονομαζόμαστε Χριστιανοί, διότι είμαστε χρισμένοι, διότι χριόμεθα, με το έλεος του Θεού. Σύμφωνα με την εξήγηση τους, δεν σημαίνει τόσο, ακόλουθος του Χριστού, όπως το εννοούσαν οι Εθνικοί, οι οποίοι έδωσαν πρώτοι αυτό το όνομα στους Χριστιανούς στην Αντιόχεια, αλλά μετέχοντες στο χρίσμα του Χριστού.

Το χρίσμα που δέχθηκε ο Ιησούς στον Ιορδάνη υπήρξε ένα Τριαδικό Χρίσμα, με την έννοια πώς και τα τρία Θεία πρόσωπα συμμετείχαν. «Στο όνομα «Χριστός» υπονοείται αυτός που έχρισε, αυτός που εχρίσθη και το ίδιο το Χρίσμα, με το οποίο εχρίσθη. Και πράγματι ο Πατήρ έχρισε και ο Υιός εχρίσθη, ενώ το Άγιο Πνεύμα ήταν το ίδιο το χρίσμα» (Αγιος Ειρηναίος της Λυών ενάντια στις αιρέσεις, ΙΙΙ 18,3). Ακόμη και ο Μέγας Βασίλειος επιμένει σ’αυτό το γεγονός. «Το όνομα Χριστός, είναι μία ομολογία όλης της Τριάδος: σημαίνει ότι δείχνει τον Θεό που έχρισε, τον Υιό που εχρίσθη και το Χρίσμα που είναι το Άγιο Πνεύμα. Το μαρτυρεί ο Απ. Πέτρος στις πράξεις, λέγοντας πώς ο Θεός έχρισε με Άγιο Πνεύμα τον Ιησού της Ναζαρέτ. Και ο Ησαΐας όταν λέει: Το πνεύμα του Κυρίου είναι πάνω μου, διότι με έχρισε (ΗΣ. 61,1).

Δυστυχώς όμως μία επικίνδυνη αίρεση (ο γνωστικισμός) ήλθε πολύ σύντομα να ταράξει αυτές τις ήσυχες βεβαιότητες της πίστεως. Στην προοπτική των γνωστικών, άλλος είναι ο Ιησούς και άλλος ο Χριστός. Ο Ιησούς ήταν γι’αυτούς ο άνθρωπος που γεννήθηκε από την Μαρία, ενώ ο Χριστός σήμαινε την θεότητα, που κατήλθε στον Ιησού την στιγμή της Βάπτισης. Τοιουτοτρόπως όμως η βάπτιση καταργούσε την πραγματικότητα της ενανθρωπήσεως και αυτό δεν μπορούσε να μην προκαλέσει την δυνατή αντίδραση της Εκκλησίας. Και άλλες αιρέσεις που προέκυψαν στην συνέχεια, έγιναν αίτια για να περιέλθει σε ανυποληψία το βάπτισμα του Ιησού. Δήλωνε πώς εάν κάποια αλλαγή συνέβη στον Ιησού την στιγμή του Βαπτίσματος, σήμαινε πώς ήταν τρεπτός και επομένως δεν ήταν άτρεπτος όπως ο Πατήρ. Ο Παύλος ο Σαμοσατεύς εξαρτούσε από την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος την ίδια την θεότητα του Χριστού, σαν να ήταν ένας από τους Προφήτες, έστω και αν ήταν ο πιο Άγιος, στον οποίο είχε ενεργήσει η δύναμις του Θεού. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνος αναθεματίζει όποιον ισχυρίζεται πώς ο Ιησούς Χριστός εκρίθη άξιος υιοθεσίας μετά την βάπτισή του! 

Στην ενόχληση όλων αυτών των αιρέσεων προστίθεται και ένας εξωτερικός παράγων δηλαδή η τάση προς την οντολογικοποίηση, που είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Ελληνικής παιδείας, στην οποία ανήκαν οι άνθρωποι της εποχής, συμπεριλαμβανομένων και των θεολόγων. Για αυτή, αυτό που μετράει σε κάθε πράγμα, είναι αυτό που υπάρχει, που είναι από το ξεκίνημα, η αρχή των πραγμάτων δηλαδή, η μεταφυσική τους σύσταση, όχι τόσο το γίγνεσθαι αυτών, ούτε βεβαίως και η ιστορία τους

Μέσα σ’αυτό το πλαίσιο προκύπτει με φυσικότητα η ερώτηση : πώς μπορεί, ο Λόγος ο ενσαρκωθείς, να γίνει στην Βάπτιση, κάτι καινούργιο, που δεν ήταν ήδη την στιγμή της ενανθρωπήσεως; Μπορούμε να αποδώσουμε στην ιστορία του Ιησού και στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπάρξεως του, ένα τέτοιο βάθος, χωρίς να θέσουμε σε αμφισβήτηση ταυτόχρονα πώς ήταν ένας τέλειος άνθρωπος και Σωτήρ τέλειος, από την στιγμή της γεννήσεως του;: κάτω από την πίεση αυτών των ερωτήσεων, βλέπουμε πώς σιγά-σιγά, όλη η προσοχή μεταφέρεται από τα συγκεκριμένα γεγονότα και τα μυστήρια  της ζωής του Χριστού (γεννήθηκε, βαπτίστηκε, πέθανε, αναστήθηκε), στην στιγμή της ενανθρωπήσεως. Το πρόβλημα του θεμελίου της σωτηρίας (δηλαδή πώς είναι φτιαγμένος ο Σωτήρ), υπερισχύει  στο πρόβλημα της αναπτύξεως της Σωτηρίας (δηλαδή τι κάνει ο Σωτήρ). Το μυστήριο του Βαπτίσματος του Ιησού σ’αυτό το νέο κλίμα, διατηρεί και αυξάνει την σπουδαιότητα του, ιδιαιτέρως στο Ελληνικό πλαίσιο, αλλά με διαφορετική σημασία από προηγουμένως. Η βάπτιση καταλήγει πλέον σε ένα Χριστολογικό μυστήριο μόνον με την ενεργητική του σημασία, δηλαδή γι’αυτό που ενεργεί ο Χριστός σ’αυτό, και όχι και με την παθητική του σημασία δηλαδή γι’αυτό που ενεργείται στον Χριστό [Είναι αδύνατον να κατανοήσουν τον λόγο του Πέτρου ότι εχρίσθη ο Ιησούς, δηλαδή ότι απεκαλύφθη ότι αυτός είναι ο Μεσσίας που περιμένουμε, διότι ο σκοπός τους είναι να μεταμορφώσουν την Θεολογία σε ανθρωπολογία]. Η Βάπτιση του Κυρίου με άλλα λόγια, έχει σπουδαιότητα και επάρκεια για μας, όχι για τον Ιησού. «Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος στον Ιησού στον Ιορδάνη, γράφει ο Μέγας Αθανάσιος, αφορά εμάς, διότι έφερε το σώμα μας και δεν συνέβη για την τελειοποίηση του Λόγου, αλλά για τον δικό μας Αγιασμό». 

Η βάπτιση του Ιησού στον Ιορδάνη θεωρείται και εορτάζεται όπως η γιορτή του θεσμού του Χριστιανικού βαπτίσματος. Στις ομιλίες που ακούγονται σ’αυτή την εορτή, οριστικοποιώντας τα ουσιώδη θεολογικά περιεχόμενα αυτού του μυστηρίου, που ξαναβρίσκουμε στην συνέχεια στην Βυζαντινή λειτουργία και στην τέχνη της εικόνας, μέχρι σήμερα, ο Ιησούς, λέγεται, εβαπτίσθη για να θάψει στα νερά τον γέρο Αδάμ, και για να αγιάσει τον Ιορδάνη, έτσι ώστε όπως ήταν αυτός σάρκα και πνεύμα, να μας εισάγει στην Σωτηρία μέσω του πνεύματος και του νερού. Ανεβαίνοντας από τα ύδατα, ανεβάζει μαζί του τον κόσμο, βλέπει να ξανανοίγει ο παράδεισος τον οποίο είχε κλείσει ο Αδάμ ενώ το πνεύμα βεβαιώνει την θεότητά του.(Γρ Ναζιανζηνός, στα Θεοφάνεια). Το Άγιο Πνεύμα εμφανίζεται στην βάπτιση του Ιησού περισσότερο για να βεβαιώσει την θεότητα του Ιησού, παρά για να χρίσει και να αγιάσει την ανθρωπότητά του. 

Η ιδέα του χρίσματος του Ιησού εκ του Αγίου Πνεύματός δεν εξαφανίζεται από την θεολογία, αλλά από την στιγμή της βαπτίσεως στον Ιορδάνη, μετακινείται ιδεαλιστικά στην στιγμή της ενσαρκώσεως(ο βάρβαρος, ερμηνεύει με το συμφέρον του, με τον σκοπό της παποσύνης, την σωτηρία μας, μας πουλάει για να σώσει τον Πάπα, τον μεγαλύτερο εγκληματία των αιώνων). Τελικώς η ιδέα αυτή ταυτίζεται με την ίδια την ενσάρκωση. [Τελικά ποιος ενσαρκώνεται; Και οι δύο υποστάσεις; Φυσικά αφού το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού υπάρχει μέσα στον Υιό, είναι η εσωτερικότης του, όπως θα’λεγε και ο Αυγουστίνος και τώρα, πρέπει να προσλάβει και την ανθρωπότητα του Υιού. Εμείς έχουμε μεν Νου Χριστού, αλλά ο Κύριος έχει Νου Πνεύματος. Άμα γεννιέται κάποιος με το ταλέντο της Θεολογίας, όλα γίνονται πιθανά και το άσπρο γίνεται μαύρο με ευκολία]. 

Το Χρίσμα χάνει τον Τριαδικό του χαρακτήρα (δηλαδή τον Πατέρα ποιος τον έχρισε;). Αυτός που χρίει είναι πάντοτε ο Πατήρ, και η ανθρωπότης του Χριστού χρίεται, αλλά το χρίσμα με το οποίο χρίεται δεν είναι πλέον το Άγιο Πνεύμα, αλλά ο ίδιος ο Λόγος. Στον Χριστό η ανθρωπότης χρίεται, δηλαδή αγιάζει, από την θεότητα, απλά και μόνον από το γεγονός της υποστατικής ενώσεως. (Η θεοτόκος, οι προφήτες, απουσιάζουν πλήρως). Η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, απέναντι στο πρόσωπο του Ιησού, είναι μόνον η αιτιώδης αρχή της ανθρωπότητος, αφού πραγματοποίησε θαυματουργικά, στην Μαρία, την ενσάρκωση του Λόγου.

Η πιο σημαντική συνέπεια όλου αυτού είναι μία κάποια εξασθένιση της πνευματικής διαστάσεως της Χριστολογίας, δηλαδή της προσοχής που είχε αφιερωθεί στην ενέργεια του Αγίου πνεύματος στην ζωή του Ιησού (Η ενύπαρξη θριαμβεύει. Εξάλλου όλες τούτες οι κακοδοξίες είναι απαραίτητες για να καλυφθεί η τρέλλα της παποσύνης, πώς αποκτά ο πάπας το Άγιο Πνεύμα κληρονομώντας απλά τον Απ. Πέτρο; Με την έκχυση του Αγίου Πνεύματος και στους Αποστόλους κατ’αναλογίαν του Ιησού. Θα το δούμε στην συνέχεια. Χωρίς το Άγιο Πνεύμα δεν εξασφαλίζεται θεσμικά η Αγιότης, τόσο απαραίτητη και στην παράδοσή μας, στο κύρος των Επισκόπων). Η πνευματολογία (μία ιδιαίτερη ιδεολογία της συγχρόνου Θεολογίας που στηρίζει τον Οικουμενισμό) τείνει να αποχωριστεί από την Χριστολογία και να τοποθετηθεί μετά από αυτή (με την πεντηκοστή) αντί να βρίσκεται μέσα σ’αυτή [Αυτές οι ιδεολογίες εισάγουν ακόμη και στην σωτηρία μας τον ΧΡΟΝΟ. Γι’αυτό και τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν υπάρχουν ταυτόχρονα. Ο ΧΡΟΝΟΣ εξάλλου είναι και το θεμέλιο της εσωτερικότητος του Αυγουστίνου. Διότι η εσωτερικότης αυτή, η γνωστή νόηση η οποία αντικατέστησε τον Νου και τον νοητό κόσμο, την Φύση του ανθρώπου, επιτυγχάνεται σε δεύτερο χρόνο. Αντί να αντιδράσουμε στην πληροφορία των αισθητηρίων, να εκφράσουμε εξωτερικά την γνώμη μας, η οποία γεννιέται από τον αισθητό κόσμο, συγκρατούμε την ορμή προς τα έξω και την στρέφουμε προς τα μέσα. Τότε αποκτούμε τον εσωτερικό μας κόσμο, αυτό είναι το υποκείμενο ή το άτομο και το πρόσωπο, τον οποίο κόσμο μας επεξεργαζόμαστε σωτηριωδώς, δηλαδή σαν θεοί, τον καθαρίζουμε από τα κοινά στοιχεία και τα μεταμορφώνουμε σε προσωπικά, σώζοντας τον κόσμο. Κάποτε, για τον Αριστοτέλη, η νόηση ήταν νόηση νοήσεως, σκέψης της σκέψης, σήμερα είναι αίσθηση της αισθήσεως, αληθινή γνώμη, άποψη]. 

Έτσι λοιπόν ο σύγχρονος κίνδυνος να αντιπαραθέσουμε το έργο και την εποχή του Αγίου Πνεύματος σ’εκείνη του Ιησού, όπως στην περίπτωση του Ιωακείμ ντα Φιόρε, υπάρχει μόνον στην παραδοσιακή θεολογία (Του Βυζαντίου), όχι όμως όταν θεωρείται με ακρίβεια το Άγιο Πνεύμα του Ιησού. 

[Οι ανόητοι και αμετανόητοι. Στο Φιλιόκβε υπάρχει η ρίζα. Διότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και κινείται μόνον μέχρι τον Υιό όπου αναπαύεται. Αυτή είναι η εσωτερική κίνηση της Αγίας Τριάδος. Εάν όμως το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού τότε πού πάει; Όπου θέλει! Στους ανθρώπους και στην ιστορία. Ελεύθερα. Έξω, ανεξάρτητα από τον Κύριο. Απελευθερώνοντας την ιστορία από την Εκκλησία. Καταργώντας την διπλή υπόσταση του Βυζαντίου πάνω απ’όλα, δίνοντας όμως την νίκη στην Κοσμική εξουσία]. Στον σχολαστικισμό αυτή η ιδέα του Χρίσματος του Κυρίου εκ του Αγίου Πνεύματος, χάθηκε παντελώς. Αλλά ξαναγεννήθηκε θριαμβευτικά με την δεύτερη Βατικάνειο Σύνοδο. Και τώρα είμαστε όλοι μας υποχρεωμένοι να αναπτύξουμε καθώς πρέπει αυτή την ιδέα (Οικουμενισμός). Δεν έχουμε βάλει ακόμη στην απαραίτητη βάση την σχέση του χρίσματος με την βάπτιση του Ιησού και να ξαναδώσουμε την σημασία που κατέχει στα κείμενα της Κ.Δ.

Συνεχίζεται 

Λόγος Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου εις τα Άγια Θεοφάνεια

Αλλά και ανεβαίνει από το νερό ο Ιησούς. Ανεβάζει δε μαζί του και τον κόσμο και βλέπει να σχίζονται οι ουρανοί, τους οποίους ο Αδάμ είχε κλείσει για τον εαυτό του και για τους απογόνους του, όπως είχε κλείσει και με τη φλόγινη ρομφαία τον παράδεισο. Και το Πνεύμα μαρτυρεί τη Θεότητα (διότι το όμοιο σπεύδει προς το όμοιο) και η φωνή από τους ουρανούς (διότι απ’ εκεί προερχόταν εκείνος για τον οποίον διδόταν η μαρτυρία). Εμφανίζεται δε σαν περιστέρι (διότι τιμά το σώμα, αφού και αυτό γίνεται Θεός με τη θέωση, όταν αυτή θεωρείται από την πλευρά του σώματος) και λόγω του ότι είναι από πολύ παλαιά συνηθισμένο να φέρει την ευχάριστη αγγελία της παύσεως του κατακλυσμού το περιστέρι. Εάν δε κρίνεις την θεότητα με όγκους και με σταθμά, και για τον λόγο αυτόν σου φαίνεται μικρό το Πνεύμα, επειδή παρουσιάζεται με μορφή περιστεριού, ω ανόητε και μικρόψυχε για τα πιο μεγάλα, είναι καιρός να δυσφημίσεις και τη βασιλεία των ουρανών, επειδή παρομοιάζεται με ένα σπυρί από σινάπι, και να υπερυψώνεις το διάβολο πιο πολύ από την μεγαλειότητα του Ιησού, επειδή αυτός μεν ονομάζεται βουνό μεγάλο και Λεβιάθαν και βασιλεύς όσων βρίσκονται στα νερά, ενώ ο Ιησούς ονομάζεται «αρνίον και μαργαρίτης και σταγών» και άλλα παρόμοια,
Επειδή δε σήμερα πανηγυρίζουμε το βάπτισμα και πρέπει να κακοπαθήσουμε λίγο για χάρη εκείνου ο οποίος για χάρη μας έγινε όπως εμείς και βαπτίσθηκε και σταυρώθηκε, ας εξετάσουμε φιλοσοφικά κάτι σχετικό με την διαφορά των Βαπτισμάτων, για να φύγουμε απ’ εδώ καθαρισμένοι. Ο Μωϋσής βάπτισε, αλλά βάπτισε στο νερό και πριν απ’ αυτό στη νεφέλη και στη θάλασσα. Αυτό δε αποτελούσε σύμβολο, όπως πιστεύει και ο Παύλος. Η θάλασσα του νερού, η νεφέλη του Πνεύματος, το μάννα του άρτου της ζωής, και το νερό, που έπιναν, του ουρανίου ποτού. Και ο Ιωάννης βάπτισε, αλλά όχι τελείως ιουδαϊκά, επειδή δεν βάπτισε μόνο στο νερό αλλά και στη μετάνοια. Όχι όμως και ολότελα πνευματικά, επειδή δεν προσθέτει και το «εις το Πνεύμα». Βαπτίζει και ο Ιησούς, αλλά στο Πνεύμα. Αυτό είναι η τελειότητα. Και πώς δεν είναι Θεός, για να γίνω και λίγο παράτολμος, εκείνος από τον οποίον θα γίνεις και συ Θεός; Γνωρίζω και τέταρτο βάπτισμα, το βάπτισμα του μαρτυρίου και του αίματος, στο οποίο βαπτίσθηκε και ο ίδιος ο Χριστός, και που είναι πολύ πιο αξιοσέβαστο από το άλλα, γιατί δεν μολύνεται από μεταγενέστερα αμαρτήματα. Γνωρίζω και πέμπτο ακόμη, το βάπτισμα των δακρύων, που είναι ακόμη πιο επίπονο, όπως «εκείνος ο οποίος βρέχει κάθε νύκτα το κρεββάτι και το στρώμα του με δάκρυα», που «οι πληγές της κακίας μυρίζουν άσχημα και έχουν σαπίσει», που «πενθεί και βαδίζει με σκυμμένο κεφάλι» και που μιμείται την επιστροφή του Μανασσή και την ταπείνωση των κατοίκων της Νινευΐ, η οποία τους εξασφάλισε τη συγχώρηση·, ο οποίος, ακόμη, λέει αυτά που είπε ο τελώνης στο ναό και κέρδισε τη συγχώρηση αντί για τον καυχησιάρη φαρισαίο, και ο οποίος σκύβει με ταπείνωση, όπως η Χαναναία, και ζητά να τον ευσπλαγχνισθούν και να του δώσουν ως τροφή ψίχουλα, την τροφή δηλαδή που τρώει ο σκύλος όταν είναι πολύ πεινασμένος.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: