Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ (18)

Συνέχεια από: Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Η ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ όπως αναπτύχθηκε από τον C.G.Jung.
Της
Barbara HANNAH
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο   (συνέχεια)
ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 12ΟΥ ΑΙΩΝΑ
Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ HUGH DE ST. VICTOR ME THN ANIMA TOY
 Θα  έπρεπε να εξετάσουμε ίσως για μια στιγμή, τί ήταν αυτό που έκανε τον Hugh ν’ αρχίση αυτήν τη συζήτηση, στην καθημερινή ζωή, με την ψυχή του. Η ψυχή παρουσιάζεται σαν αιχμαλωτισμένη μέσα στον κόσμο, πιθανόν να έπαιζαν επομένως οι γήινοι στόχοι και οι φιλοδοξίες  έναν σημαντικό ρόλο στην ψυχολογία του Hugh, και ήταν προφανώς ασυμβίβαστοι με τον εσωτερικό του σκοπό. Παρά τον, ή μάλλον εξ αιτίας τού αρκετά συγκαταβατικού τόνου που χρησιμοποιεί μερικές φορές ο Hugh, και ιδιαίτερα σ’ αυτό το συγκινησιακό ξέσπασμα, απέναντι στην ψυχή του, μπορεί να μαντέψη κανείς πως βρίσκεται εδώ ένας άνδρας, που φοβάται μήπως κυριευθή απ’ την anima του. Μπορεί  να φανταστή κανείς, ότι έπιανε συνεχώς ο Hugh τον εαυτό του, να είναι μπλεγμένος σε μικρά – ή μεγάλα – σχέδια με εγκόσμιο σκοπό. Θα πρέπη να υπήρχε κάποια ισχυρή κινητήρια δύναμη πίσω από μια τέτοια αυθεντική προσπάθεια να ξεκαθαρίση τους λογαριασμούς του με την anima του. Και δημιουργεί μιαν ενδιαφέρουσα αντίθεση σ’ αυτό το σημείο με τον Πατέρα Joseph στο έργο του Huxley «Γκρίζα Εξοχότητα», που δεν μπορούσε να θυσιάση τον πόθο της anima του για εγκόσμια δύναμη (Aldous L. Huxley: “ Grey Eminence”. Νέα Υόρκη και Λονδίνο,Harper κ. Brothers, 1941).

Είναι πιθανόν, να αφήνη επίτηδες, απ’ την άλλη μεριά, να ξεσπάση ο θυμός, τον οποίον μπορούσε να ελέγξη ο Hugh, με σκοπό να της προκαλέση σοκ, έτσι ώστε να την ξυπνήση απ’ την κατάσταση της ασυνειδητότητας. Είπε σε μιαν ενδιαφέρουσα συζήτηση επάνω σ’ αυτό το θέμα ο Jung, ότι το παιχνίδι είναι πάντοτε χαμένο, αν ένας χάση την ψυχραιμία του σ’ έναν διάλογο. Παρατήρησε τότε η κυρία Jung, ότι ο θυμός είναι κάποτε η σωστή αντίδραση, κι ότι το είχε πη μάλιστα κι ο ίδιος. Ο Jung απάντησε ότι αυτό ήταν αλήθεια, αλλά  μ ό ν ον  αν μπορούσε να  ε λ έ γ χ η  κανείς την ίδια στιγμή τον θυμό του. Αν αφήση κανείς τον θυμό του να τον κυριεύση, αυτό είναι πάντοτε λανθασμένο. Μπορούμε να κρίνουμε αυτό το σημείο απ’ την επίδραση που έχει το ξέσπασμα πάνω στην ψυχή.

Αυτή απαντάει στον Hugh με τρόπο που δείχνει ότι αισθάνεται βαθειά πληγωμένη. Ήλπιζε ότι ο ύμνος και ο έπαινός του οδηγούσαν σε κάποιον άλλο στόχο, αλλά βλέπει ότι απλώς τα χρησιμοποίησε για να δημιουργήση μιαν ευκαιρία, με την οποία θα μπορούσε να της δείξη πόσο μισητή είναι. Εύχεται επομένως να μην είχε γίνει ποτέ η συζήτηση, και να θαβόταν τώρα από τη λήθη, αν δεν είχε κάποιο έλεος η υποψία για τον ένοχο.
Ο Hugh έχασε σχεδόν ό,τι είχε κερδίσει, επειδή αρχίζει να εύχεται να ξεχασθή όλη η συζήτηση η ψυχή· σκέπτεται την επιστροφή, μ’ άλλα λόγια, στο ασυνείδητο. Δεν είναι ποτέ δυνατόν να ξεχνάμε στην ενεργητική φαντασία, πόσο εύκολα εξαφανίζονται τέτοιες μορφές, και έχει κάνει, από την άποψη του συναισθήματος, ένα μεγάλο λάθος ο Hugh. Πλησίασε επικίνδυνα τη γλώσσα του animus: πρέπει και δεν πρέπει. Είναι φανερό, ότι πικραίνεται γι’ αυτό η anima, περισσότερο ακόμα κι από μια γυναίκα. Όταν θυμηθή κανείς πραγματικά, πόσο κοντά είναι η anima στη φύση, είναι παράξενο που τον άντεξε και μέχρι εδώ.

Αγγίζουμε λοιπόν εδώ το πρόβλημα ολόκληρης της χριστιανικής μας κληρονομιάς, από την εποχή του Μεσαίωνα. Ήταν αναγκασμένος, εξ αιτία της απόλυτης ανάγκης της διαφοροποίησης πάση θυσία του λευκού απ’ το μαύρο, να είναι πολύ σκληρός με τον εαυτό του ο μεσαιωνικός άνθρωπος. Και ενεργούν πάρα πολλοί σύγχρονοι άνθρωποι με τον ίδιον ακόμη τρόπο· το βρίσκουν πολύ δύσκολο να συγχωρήσουν κάτι στον εαυτό τους. Αλλά είναι επικίνδυνο το να μη μπορής να συγχωρήσης τον εαυτό σου. Ο Χριστός είπε: «Αγάπα τον πλησίον σου σαν τον  ε α υ τ ό  σ ο υ", και δεν μπορούμε στην πραγματικότητα να αγαπήσουμε ή να συγχωρήσουμε τον πλησίον μας - όσο κι αν προσπαθούμε να εξαπατήσουμε τον εαυτό μας σ’ αυτό το σημείο – πριν μπορέσουμε να αγαπήσουμε και να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας. Ο animus είναι σπουδαίος στο να μας εξαπατάη σ’ αυτό το σημείο, και του αρέσει να τονίζη πόσο πολύ ασυγχώρητα έχουμε ενεργήσει. Ανακάλυψα ότι πρέπει να του λέω συχνά: «Μη βιάζεσαι τόσο πολύ· ίσως έκανα λάθος, αλλά ας περιμένουμε να δούμε πώς θα εξελιχθή η κατάσταση,  π ρ ο τ ο ύ  αρχίσω να ανησυχώ τόσο πολύ γι’ αυτήν».
Το ξέσπασμα του Hugh ήταν οπωσδήποτε ανησυχητικό, επειδή κινδυνεύει να χάση κάθε επαφή με την anima του. Παρ’ όλα αυτά, ίσως ήταν απαραίτητο να παρθούν δραστικά μέτρα για να την ξυπνήσουν, ώστε να δη τα ελαττώματά της, επειδή ήταν ίσως το ίδιο τυφλή, αφού δεν έβλεπε την ομορφιά της, και στα άσχημα χαρακτηριστικά της. Τέτοιου είδους εξελίξεις είναι μερικές φορές αναπόφευκτες, αλλά εδώ πρόκειται για μια κατάσταση σαν της Σκύλλας και της Χάρυβδης: αν πούμε πάρα πολλά, χάνουμε την επαφή με το ασυνείδητο, κι αν πούμε λίγα, δεν έχουμε καμμιά πιθανότητα να επηρεάσουμε ή να αλλάξουμε αυτές τις μορφές.

Είναι φανερό απ’ την εκτεταμένη απάντησή του, ότι είδε ο Hugh τον κίνδυνο να τη χάση, επειδή βιάζεται να τη διαβεβαιώση, ότι δεν είχε καμμιά πρόθεση να συσσωρεύση κατηγορίες εναντίον της, κι ότι μίλησε με σκοπό μόνο να την καθοδηγήση. Η πρόθεσή του ήταν να της δείξη πόσο μεγάλη είναι η αγάπη του νυμφίου, επειδή δεν επηρεάζεται με κανέναν τρόπο απ’ τα σφάλματά της. Όταν την είδε, αντίθετα, ο νυμφίος της χαμένη στις αμαρτίες, κατέβηκε ο ίδιος στο επίπεδο του ανθρώπου   για να τη λυτρώση.
Γυρίζει έτσι με έξυπνο τρόπο ο Hugh τα επιχειρήματα εις βάρος τής ψυχής. Τονίζοντας το πόσο πολύ αγαπάται απ’ τον νυμφίο, οδηγεί την ψυχή κάτω απ’ τη γοητεία και πάλι αυτής της ιδέας, έτσι ώστε δεν ακούμε πια τίποτε για την επιθυμία της να ξεχάση τη συζήτηση. Σε ψυχολογική γλώσσα, παραιτείται το εγώ για μιαν ακόμη φορά προς χάριν του Ταυτού. Θυσιάζει ο Hugh τον πάρα πολύ ανθρώπινο θυμό του για τα μειονεκτήματα της ψυχής του, θέτοντας το ζήτημα στα χέρια του Ταυτού.

Η ψυχή απαντάει λέγοντας, ότι αρχίζει να αγαπάη την ενοχή της, ακόμη και να την ευλογή, επειδή βλέπει πως τράβηξε την αγάπη, που με τόσο πάθος την επιθυμεί, για να ξεπλύνη την αμαρτία της. Αφήνει έπειτα τον Hugh και απευθύνεται άμεσα για πρώτη φορά στον νυμφίο της, ρωτώντας τον τί βρήκε σ’ αυτήν για να την αγαπήση ακόμη και μέχρι τον θάνατο.
Η ψυχή αντισταθμίζει μ’ αυτόν τον τρόπο την αποκλειστικά ηθική οπτική γωνία του Hugh, και φαίνεται ότι ξεπερνάει κατά πολύ η σοφία της τη δική του. Αυτός τονίζει αποκλειστικά με έμφαση το «λευκό», αλλ’ αυτή βλέπει ότι μια τέτοια ολοκληρωτική αγάπη μπορεί να γίνη σταθερή μόνο  κ α ι  μ ε  τ α  δ ύ ο  α ν τ ί θ ε τα, κι ότι ήταν το μαύρο μέσα της που  τράβηξε την αγάπη. Φαίνεται πως έχει ιδιαίτερη σημασία το ότι στρέφεται για πρώτη φορά προς τον νυμφίο της, σαν να επρόκειτο να ήταν κάτι αυτό που είπε, που δεν θα περίμενε κανείς να το καταλάβη ο Hugh.

Βρίσκουμε την ίδιαν ιδέα στα έργα του Meister Eckhart, περίπου εκατό χρόνια αργότερα. Τόνιζε ο Eckhart, ότι μπορεί να βιωθή μόνον από εκείνους που γνωρίζουν την τέλεια δυστυχία τού να είσαι χαμένος μέσα στην αμαρτία η χάρη του Θεού, και παρατηρούσε ότι ήταν κατά συνέπεια όλοι οι Απόστολοι μεγάλοι αμαρτωλοί. Κυκλοφορούσε προφανώς ήδη στην εποχή του Hugh de St. Victor αυτή η ιδέα, αν και δεν ξέρουμε πόσο είχε εισχωρήσει μέσα στη συνείδησή του. Καταγράφει οπωσδήποτε, με την ευλογημένη επιστημονική του ακρίβεια, πιστά ό,τι λέει η ψυχή του, αν και μόνο σαν ένα είδος διαλόγου ανάμεσα σε αρχέτυπα στην αρχή.
Απ’ τη στιγμή που έχει κερδίσει αυτό το κομμάτι του σταθερού εδάφους η ψυχή, επιτρέπει ήρεμα να την επιπλήττη όσο του αρέσει ο Hugh, πράγμα που το κάνει σε μεγάλη έκταση αυτός. Βαριέται μόνο λίγο από καιρό σε καιρό η ψυχή, και τον διακόπτει για να τον παρακαλέση να της πη περισσότερα, μερικές φορές, γι’ αυτήν τη μαγευτική αγάπη.

Ο διάλογος διακόπτεται από μια πολύ ενδιαφέρουσα εξομολόγηση, που απευθύνει άμεσα στον Θεό ο Hugh, και στην οποία παίρνει αυτός την ευθύνη για όλες τις αμαρτίες, που μέχρι τώρα απέδωσε στην ψυχή. Ευχαριστεί τον Θεό για τα μοναδικά δώρα που του έχουν δοθή, λέγοντας, για παράδειγμα, ότι έχει αφήσει πολλούς από τους συγχρόνους του στο σκοτάδι της άγνοιας ο Θεός, ενώ ευνοήθηκε ιδιαίτερα με τον φωτισμό ο Hugh, με τη βοήθεια του οποίου μπορεί να αναγνωρίση το θέλημα του Θεού. Μπόρεσε έτσι να γνωρίση πιο αληθινά και να αγαπήση πιο αγνά τον Θεό, να τον πιστέψη με περισσότερη αφοσίωση και να τον ακολουθήση με περισσότερη θέρμη απ’ τους συγχρόνους του. Ευχαριστεί για τα ιδιαίτερα δώρα που έχει πάρει: ευαίσθητες αισθήσεις, μεγάλη εξυπνάδα, καλή μνήμη, ευκολία και το χάρισμα να γοητεύη με τα λόγια του, πειστικές γνώσεις, επιτυχία στη δουλειά του, την ικανότητα να είναι αρεστός στις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του, πρόοδο στις σπουδές του, επιμονή και ούτω καθεξής.
Αφού αρχίζει αυτή η εξομολόγηση με την αναγνώριση από μέρους του ως δικών του των αμαρτιών που έχει διαπράξει η anima του, φέρεται πολύ σοφά, εντοπίζοντας την προσοχή του στις αντίστοιχες θετικές του ιδιότητες ο Hugh. Υπάρχει πάντα, όταν συνειδητοποιούμε τις αρνητικές μας ιδιότητες, η τάση τού να ξεχνάμε τα αντίθετά τους. Είναι όμως εντούτοις διπλή: θετική και αρνητική – όπως και ο,τιδήποτε άλλο – η ανθρώπινη ψυχή.

Λέει μετά από αυτήν την εξομολόγηση έναν μακρύ λόγο η ψυχή, στον οποίον και αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτής της αγάπης να ονομάζεται μοναδική, αν και είναι την ίδια στιγμή παγκόσμια. Της φαίνεται ακόμη, σαν να μην είχε τίποτε άλλο να κάνη από το να φροντίζη για τη σωτηρία της ο νυμφίος της. Κάνει έπειτα μιαν παραχώρηση στην άποψη του Hugh, εκφράζοντας τη λύπη της για τις αμαρτίες της, και βλέπει τώρα ότι έχουν γίνει εμπόδιο αυτές οι αμαρτίες στο να μάθη να είναι ένα δοχείο γι’ αυτήν την πολυπόθητη αγάπη.
Συμβαίνει μετά ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα ολoκλήρου τού κειμένου. Αναγγέλλει ότι έγινε ένα θαύμα, και λέει ο Hugh:

«Βλέπω πως έχεις βάλει – απ’ την αρχή της συζήτησής μας – πολλά πράγματα που φαίνονται αντίθετα προς την αγάπη στο κέντρο, δεν εξασθένισες όμως έτσι τη δύναμη της αγάπης, αλλά την ενίσχυσες ίσα-ίσα».
Δεν προλαβαίνει να παραδεχθή καλά-καλά η ψυχή τη γνώμη του, και  υιοθετεί επίσης κάτι απ’ τη δική της άποψη κι ο Hugh· δεν πρόκειται τώρα πια για συζήτηση ανάμεσα σε αρχέτυπα, αλλά για μιαν άμεση εκ μέρους του παραδοχή, ότι  δ υ ν ά μ ω σ α ν  όλα όσα αντιπαθούσε τόσο πολύ σ’ αυτήν, και δεν εξασθένησαν αυτήν την αγάπη. Ακριβώς όπως  πήρε κάτι από το Βα στους τελευταίους του λόγους ο «κουρασμένος απ’ την ζωή άνθρωπος», έτσι κάνει δικό του – αν και σε πολύ μικρότερο βαθμό – κάτι απ’ την ψυχή του κι ο Hugh. Σημαίνει φυσικά ότι τα κάνεις συνειδητά το να βάζης κάποια πράγματα στο κέντρο, κι ότι τα παραδίδεις στο Ταυτό, αντί να τα κρατάς σε μια γωνιά σαν κρυφές αμαρτίες σου, και να τα ξεχνάς, με τον καιρό, εντελώς.

Έχουν μάλιστα ένα άμεσο πρακτικό αποτέλεσμα αυτές οι αμοιβαίες παραχωρήσεις, επειδή τού κάνει μια τελευταία ερώτηση η ψυχή: είναι ο νυμφίος της αυτός που την αγγίζει  α ι σ θ η τ ά  από καιρό σε καιρό, τόσο τρυφερά κι ωστόσο με τόση δύναμη, ώστε να αισθάνεται εντελώς αλλαγμένη;
Αναφέρεται πολύ συχνά αυτή η άυλη ουσία που αγγίζει την ψυχή στην αλχημεία. Μας λέει, για παράδειγμα, το Rosarium Philosophorum, ότι  έχουν δει το μυστικό, κι ότι το έχουν ακόμη αγγίξει με τα χέρια τους μερικοί δάσκαλοι (Rosarium Philosophorum, σελ. 205, Jung, Eranos,1938, σ.46). Και λένε συχνά, ότι «μιλάμε γι’ αυτό που γνωρίζουμε, και μαρτυρούμε αυτό που έχουμε δει» οι αλχημιστές . Παρατήρησε πολλές φορές ο Jung, ότι έγραφαν μόνο γι’ αυτούς που είχαν δοκιμάσει παρόμοια πράγματα οι αλχημιστές, και πως δεν έκαναν καμμιά προσπάθεια να εξηγήσουν στους υπόλοιπους το ζήτημα. Αγγίζει λοιπόν ολόκληρο αυτό το πρόβλημα το χωρίο στο κείμενό μας, καθώς και το πρόβλημα της αναγέννησης, αλλά θα μας οδηγούσε πολύ μακριά και θα μας έβγαζε απ’ τον δρόμο μας το να κάνουμε κάτι περισσότερο απ’ το να το αναφέρουμε αυτό το γεγονός.

Απαντάει και λέει ο Hugh στην ψυχή του, ότι είναι πράγματι ο νυμφίος της αυτός που την αγγίζει, αλλά σαν μια πρόγευση μόνον αυτών που πρόκειται να ’ρθούν. Εξακολουθεί να είναι άπιαστος και αόρατος ο ίδιος γι’ αυτήν, τόσο που να νομίζη συχνά ότι είναι απών, και να μη μπορή έτσι ακόμα να τον κρατήση. Την εκλιπαρεί έπειτα ο Hugh, να αναγνωρίση, να αγαπήση, να ακολουθήση, να αρπάξη και να κρατήση τον  Έ ν α. Τελειώνει έτσι το κείμενο, με τη δήλωση της ψυχής ότι είναι αυτή τώρα κι η μεγαλύτερη επιθυμία της.

 Συμπέρασμα

Τελειώνει με μιαν ολοκληρωτική σχεδόν νίκη του άνδρα απέναντι στην ψυχή το κείμενο – μιαν τόσο ολοκληρωτική νίκη, που μένει κανείς με μια κρυφή αμφιβολία, ως προς το αν δεν είναι λίγο υπερβολική για να είναι αληθινή αυτή η νίκη. Είναι χωρίς αμφιβολία, κατά μεγάλο μέρος ένα ζήτημα που έχει σχέση με εκείνη την εποχή αυτό, όταν οδηγούσε η κατεύθυνση προς τη συνειδητότητα προς τα επάνω και προς το φως τον άνθρωπο. Υπήρχαν παρ’ όλα αυτά μερικά πολύ αρνητικά στοιχεία από αυτήν την άποψη τον δωδέκατο αιώνα: η πάλη, μεταξύ άλλων, ανάμεσα στον Αυτοκράτορα και τον Πάπα, που προκάλεσε την καταστροφή ολοκλήρων πόλεων· ή τα εκπληκτικά παραψυχολογικά φαινόμενα που συνέβησαν κατά την ίδρυση του μυστικού «Τάγματος της Ομολογίας» κοντά στη Lyon, 80 μόνο μίλια περίπου απ’ το μοναστήρι του St. Victor·  καθώς και  η δολοφονία του ηγουμένου Thomas του St. Victor, γεγονότα που έγιναν όλα κατά τη διάρκεια της παραμονής εκεί του Hugh.

Ήταν φυσικά μονόπλευρο στη στάση του απέναντι στα αντίθετα το εγώ ενός ανθρώπου με τις χριστιανικές πεποιθήσεις του Hugh. Ο οποίος θα πρέπη να πίστευε, ότι πρέπει να κάνη το καλό και να αποφεύγη κανείς το κακό. Αλλά περιέχει σε όλες τις εποχές  κ α ι  τ α  δ ύ ο  α ν τ ί θ ε τ α, όπως μας το δείχνει καθαρά ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης, το Ταυτό. «Είναι μια ένωση αντιθέτων ο Θεός», όπως λέει ο Nickolas Cusanus ( Jung: Άπαντα. Τόμος 8, παρ. 406: Σύγκρινε: Τόμος 14, παρ. 200). Η βαθύτερη αιτία που πέτυχε τόσο πολύ στον σκοπό του στο αιγυπτιακό κείμενο το Βα, και πέτυχε σ’ αυτήν τη συζήτηση κι ο Hugh, ήταν ότι βρίσκονταν με το μέρος τής ολότητας της ανθρώπινης προσωπικότητας, με το μέρος του Ταυτού και οι δυό. Το Βα έκανε ό,τι μπορούσε για να πείση τον «κουρασμένο από την ζωή άνθρωπο» να εγκαταλείψη την προσπάθειά του να χωρίση τον εαυτό του από την ολότητα με μιαν ανόητη και απερίσκεπτη αυτοκτονία. Οδήγησε τον άνδρα σε ολοένα και αυξανόμενη δυστυχία, μέχρι που μπόρεσε να δη αυτός ότι η ολότητα, η ένωση με το Βα του, ήταν το μόνο σημαντικό ζήτημα, και να αφήση πίσω του το πρόβλημα της ζωής και του θανάτου.

Ήταν ο άνδρας, στο κείμενο του Hugh de St. Victor, αυτός που βρισκόταν στο πλευρό του Ταυτού, πράγμα που ήταν αληθινά η μόνη αιτία για την επιτυχία του. Δεν επέμεινε να επιβάλη ποτέ μιαν εγωϊκή απαίτηση επάνω στην ψυχή. Γιατί κινδύνευε, όπως είδαμε, με την παραμικρότερη υπόνοια ότι θα έκανε κάτι τέτοιο το όλο πράγμα. Χρησιμοποίησε σύμφωνα με τις γνώσεις του, και όσο μπορούσε να καταλάβη εκείνη την εποχή, το έξυπνο μυαλό του για να αποσπάση το αδιαφοροποίητο συναίσθημά του από τη διασπασμένη σχέση του μέσα στον κόσμο, όπου λειτουργούσε αυτό όπως οι αυθαίρετες αναμφίβολα ορμές, που τις είχε ήδη δει σαν το μεγαλύτερο φράγμα που εμποδίζει τον άνθρωπο από το να γίνη ένα με το Ταυτό ο Ωριγένης.

Ακριβώς όπως μας δείχνει το αιγυπτιακό κείμενο, πώς μπορεί να συμπεριφερθή ένας άνθρωπος, όταν εισβάλη κάποια αρχετυπική μορφή από το ασυνείδητο στη συνείδησή του, είτε του αρέσει αυτό είτε όχι, και πώς μπορεί να βρη κάποιαν άκρη και να συνεννοηθή τελικά μαζί της, έτσι μας δείχνει και το κείμενο του Hugh de St. Victor, πώς είναι δυνατόν να ε π έ μ β ο υ μ ε  μέσω της ενεργητικής φαντασίας, όταν  εμποδιζόμαστε συνεχώς από κάποιαν υποσυνείδητη τάση μας. Παρά τον, ή ίσως εξ αιτίας τού πολύ συγκαταβατικού τόνου που χρησιμοποιεί  μερικές φορές απέναντι στην ψυχή του ο Hugh, είναι εύκολο να αντιληφθούμε ότι πρόκειται για έναν άνδρα, που φοβάται μήπως καταληφθή από την anima του.  Αλλά πρέπει να τονίσουμε με  πολύ μεγάλη έμφαση, ότι πέτυχε μόνον επειδή θυσίαζε πάντοτε τις εγωκεντρικές του επιθυμίες. Θυμίζω, για παράδειγμα, στον αναγνώστη τη στιγμή που θύμωσε τόσο, επειδή δεν μπορούσε να ελέγξη την ψυχή του, και άρχισε να την κατακρίνη ξαφνικά ανελέητα. Αν είχε συνεχίσει μια τέτοια δυναμική στάση, θα την είχε χάσει εντελώς. Δεν υπάρχει τίποτε που να αντιπαθή περισσότερο από μια στάση δύναμης εκ μέρους τού εγώ το ασυνείδητο. Όταν σκεφθούμε όσα είχαν πει οι σύγχρονοί του, και ο ίδιος ο Hugh στην εξομολόγησή του, σχετικά με τη γοητεία που εξασκούσε στους συνανθρώπους του, καταλαβαίνουμε ότι το να κάνη αυτό που ήθελε θα ήταν παιχνιδάκι γι’ αυτόν. Αξίζει επομένως πολύ περισσότερο το ότι το θυσίασε τόσο απόλυτα σ’ αυτόν τον διάλογο.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε εν σχέσει μ’ αυτά, τη νεαρή ηλικία στην οποία πέθανε ο Hugh, πράγμα που μπορεί να σημαίνη, ότι θα είχε ίσως βασισθή επάνω στο πρότυπο της ζωής του Άβελ, του φωτεινού γιού του Πατέρα η ζωή του(Γένεση, 4: 1-16), και ότι τον προφύλαξε επομένως η μοίρα του από κάθε είδους αντιπαράθεση με το κακό, το οποίο ακολουθούσε κατά πόδας τον μεγάλο, π.χ., σύγχρονό του Norbert (Micropaedia, τόμος 7, Σικάγο, Εγκυκλοπαίδεια Britannica, Inc. 1943-73). Χρειάζεται να μάθουμε όμως περισσότερα απ’ ό,τι ξέρουμε σχετικά με το  γ ι α τ ί  πέθανε τόσο νέος ο Hugh.

Όταν παραδέχθηκε, πως ο,τιδήποτε είχε αντιπαθήσει τόσο πολύ στην ψυχή του είχε ενισχύσει μάλλον παρά εξασθενίσει τη δύναμη της αγάπης, έκανε ίσως την υπέρτατη εξομολόγηση που θα μπορούσε να περιμένη κανείς απ’ αυτόν, και μπορούμε να πούμε ότι άνοιξε ο δρόμος, κρίνοντας απ’ αυτό το γεγονός, για μιαν πραγματική συμφιλίωση ανάμεσα στον άνδρα και την anima. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ήταν ένας πολύ κριτικός άνθρωπος ο Hugh, και είχε άρα την τάση, να βγάζη ίσως αρνητικά συμπεράσματα σχετικά με τις υπάρχουσες ατέλειες – και εννοώ, λέγοντας αρνητικά συμπεράσματα, τις βεβιασμένες κρίσεις, που δεν περιμένουν να δουν πώς εξελίσσεται μια κατάσταση, αλλά υποθέτουν αμέσως το χειρότερο. Είδαμε να λειτουργή αυτή η τάση στον διάλογο ανάμεσα στον Hugh και την ψυχή: υποθέτει, π.χ., στην αρχή η ψυχή, ότι είναι αυτο-ερωτικός ο Hugh, κι ότι ήταν απλώς κάτι αρρωστημένο η επιμονή των Βικτωριανών για αυτογνωσία. Ενώ κάνει συνεχώς τις χειρότερες υποθέσεις σχετικά με την ψυχή του κι ο Hugh· κι όχι μόνον την παρομοιάζει αρκετές φορές με πόρνη, αλλά υπάρχουν σελίδες αρνητικής κριτικής, που είναι βασισμένες μερικές φορές σε ανεπαρκή προφανώς δεδομένα. «Όλο το καλό στον Θεό και όλο το κακό στον άνθρωπο» - ή στην ψυχή, σ’ αυτήν την περίπτωση, του ανθρώπου.
Το αντίθετο των αρνητικών κρίσεων είναι ο έπαινος, ή «η απαλλαγή λόγω αμφιβολιών», όπως λέμε. (Ο Jung όρισε μάλιστα κάποτε σαν το να «δίνης έπαινο» την αγάπη). Δεν θα πρέπη να ήταν εύκολο για έναν κριτικό άνθρωπο σαν τον Hugh αυτό, ιδιαίτερα όσον αφορά στην ίδια την ψυχή του. Αφού μιλάει τόσο πολύ για την αγάπη, μπορούμε να είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι δεν ήταν φυσικό του χάρισμα, αλλά κάτι που προσπαθούσε να το αποκτήση με μεγάλη προσπάθεια. Μου φαίνεται ότι πετυχαίνει πραγματικά την απόκτησή της – ίσως για πρώτη φορά  στον διάλογο – όταν επαινή την ψυχή του, επειδή αύξησε αυτήν την αγάπη, βάζοντας τα πράγματα που αυτός προσωπικά αντιπαθούσε στο κέντρο. Φαίνεται να είναι μια μικρή μόνο παραχώρηση στη σκοτεινή πλευρά αυτό, αλλά φαίνεται πως ήταν– ίσως εξ αιτίας του πρόωρου θανάτου του – αρκετή, επειδή ακολουθείται αμέσως από την απτήν απόδειξη της ύπαρξης του νυμφίου, που πείθει τελικά την ψυχή.

Αλλά αν αυτή ήταν μια υπερβολικά μονόπλευρη λύση, το ζήτημα θα ξαναρχόταν πάλι στην επιφάνεια, τουλάχιστον αν ο Hugh ζούσε περισσότερο, όπως πάντοτε γίνεται στην ενεργητική φαντασία όταν η λύση είναι πολύ επιφανειακή, ή δεν αφήνει αρκετό περιθώριο για την μια ή την άλλη πλευρά.

Οποιαδήποτε και αν είναι η γνώμη μας επάνω σε αυτά τα ζητήματα, πιστεύω ότι αυτός ο διάλογος παρουσιάζει ζωντανά την ασυνήθιστη δυσκολία τέτοιων συζητήσεων με το ασυνείδητο, και την  κ α θ ο λ ι κ ή  π ρ ο σ π ά θ ε ι α  που απαιτούν, καθώς και το πόσο ουσιώδες είναι να εργαζώμαστε για την επίτευξη της ολότητας – της τοποθετήσεως του Ταυτού και όχι του εγώ στο κέντρο. Το Βα εκφράζει αυτή την ιδέα σαν ένα κοινό σπίτι για το συνειδητό και το ασυνείδητο· ο  σαν το δόσιμο της ψυχής σαν νύμφης στον Χριστό. Κατά βάση, εκφράζουν το ίδιο πράγμα: την ολότητα και ενότητα του ανθρώπου.
(τέλος 6ου κεφαλαίου)

Δεν υπάρχουν σχόλια: