Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

PAUL FRIEDLȀNDER ΠΛΑΤΩΝ (61)

Συνέχεια από Πέμπτη  9,  Μαρτίου 2017
                                    
                                    PAUL   FRIEDLȀNDER
                                                ΠΛΑΤΩΝ

                                                 ΔΕΥΤΕΡΟΣ  ΤΟΜΟΣ
                                   ΤΑ  ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ  ΚΕΙΜΕΝΑ
                                           Πρώτη περίοδος
    ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΜΑΔΑ  -  Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΠΡΩΙΜΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ
      
                                       11.  «Α Π Ο Λ Ο Γ Ι Α» (συνέχεια)


      Και ‘αναλαμβάνει’ έτσι εξοπλισμένος την πραγματική εναντίον του κατηγορία ο Σωκράτης (24 Β). Και όπως πάντοτε σε μια λανθασμένη πρόταση, ακολουθεί κι εδώ την κατηγορία εκείνος ο ελεγκτικός (elenktisch) διάλογος με τον Μέλετο, τον οποίον και αναφέραμε ήδη προς χάριν τής μορφής του. Υπάρχουν όμως ακόμα μερικά χαρακτηριστικά να παρατηρήσουμε σ’ αυτόν. Είναι όλοι παιδαγωγοί, οι δικαστές, οι ακροατές, οι ‘συγκλητικοί’, η σύναξη του λαού, όλοι οι Αθηναίοι – με μόνην εξαίρεση τον Σωκράτη! Και δεν πρόκειται για μιαν παράλογη μόνον υπερβολή, με την οποίαν και ‘ερεθίζει’ τρόπον τινά τον αντίπαλό του ο Σωκράτης. Αντιλαμβανόμαστε απ’ τη μια μεριά τη σοφιστική εκείνη σχετικοποίηση, στην οποίαν και επιμένει πεισματικά κι ο Πρωταγόρας στον ομώνυμό του διάλογο (237 Ε): είναι όλοι δάσκαλοι της αρετής (Arete) – με το οποίο και χάνεται βέβαια εντελώς η δυνατότητα μιας γνήσιας εκπαίδευσης. Απ’την άλλην υπάρχει όμως κι ένας ειρωνικός ‘απόηχος’, ότι διαφέρει πράγματι, με μοναδικόν τρόπο, απ’ όλα όσα ονομάζει παιδαγωγική το πλήθος, το έργο τού Σωκράτη. Και θα δοθή με μιαν ανήκουστη παραδοξότητα (Paradoxie) στον «Γοργία» (515 C κ.ε.) η πιο ‘οξεία’ απάντηση: διέφθειραν ακόμα κι οι μεγαλύτεροι πολιτικοί άνδρες τής Αθήνας την πόλη· και είναι ο μοναδικός πολιτικός άνθρωπος ο Σωκράτης.

      Κρύβεται όμως και μια άλλη ατοπία στο κατηγορητήριο. Ρωτά λοιπόν ο Σωκράτης τον Μέλετο, αν του αποδίδη εκούσια ή ακούσια διαφθορά τών νέων. Και απαντά – εκφράζοντας τη γενική και μόνον κρίση – χωρίς να διστάση: «εκούσια» ο Μέλετος. Δίνοντας όμως έτσι τη δυνατότητα να αποδείξη ο Σωκράτης, πόσο άτοπο θα ήταν το να μπαίνη κάποιος εκούσια στον κίνδυνο, να έχη άσχημες εμπειρίες με έναν άσχημα παιδαγωγημένο. Ακούγεται εξαιρετικά σοφιστικό το επιχείρημα – και πολύ πιο σοφιστικό από εκείνο, με το οποίο και αποκρούει ο Ξενοφών (πργρφ. 19 κ.ε.) το ίδιο σημείο -όμως γι’ αυτό μόνο και μόνο, επειδή υπάρχει η βαθειά και παράδοξη φράση για το αδύνατον της εκούσιας αδικίας πίσω απ’ αυτό, που την ‘ακούμε’ ήδη στον «Πρωταγόρα» (345 CD). Θυμίζει εδώ τον «Γοργία» (519 C) η αιτιολόγηση: δίχως λόγο παραπονούνται για την αχαριστία τών μαθητών τους οι σοφιστές, τους οποίους και θα έπρεπε να έχουν διδάξει τη δικαιοσύνη, αλλά δεν το έκαναν. Υπάρχει δε κι ένα θετικό ‘συμπλήρωμα’ στην «Απολογία» αμέσως μετά (33 C κ.ε.): αποδεικνύει η πίστη τών μαθητών του το ψεύδος εκείνης τής κατηγορίας.

      Κι έρχεται στο τέλος ο αγώνας ενάντια στις προτάσεις τού κατηγορητηρίου, ότι δεν τιμά κατά το έθιμο τους θεούς τής πόλης ο Σωκράτης, ή δεν πιστεύει στην ύπαρξή τους (νομίζειν θεούς, νομίζειν είναι θεούς) και εισάγει καινούργια δαιμόνια. Κρίνει λοιπόν, με το δίκιο του, την ασάφεια (σαφέστερον – 26 Β 9) στη διατύπωση της κατηγορίας ο Σωκράτης, υποχρεώνοντας σε μια διασάφηση ή και μιαν όξυνση αυτού τού σημείου – και θα μπορούσε να νομίση κανείς και σε μιαν υπερβολή προς στιγμήν – τους κατηγόρους του: ώστε είναι λοιπόν ο αθεϊσμός (Atheismus) και η διάδοση αυτής τής απιστίας με τη διδασκαλία του το πραγματικό έγκλημα του Σωκράτη. Αναδύεται εδώ ως ΄προηγούμενο’, μια γενιά προηγουμένως, η δίκη τού Αναξαγόρα. Αμύνεται λοιπόν απέναντι σ’ αυτήν τη ‘σύγχυση’ με τον περίφημο φυσικό ο Σωκράτης, ‘σύγχυση’ που δείχνει ωστόσο, πόσο λίγο τον γνωρίζουν στην πραγματικότητα – όπως επίσης και τον Αναξαγόρα – οι κατήγοροί του. Για να αναδείξη κατόπιν τον παραλογισμό, ότι αρνείται δήθεν κάποιος τους θεούς, βεβαιώνοντας ωστόσο για την ύπαρξη δαιμόνων (Dȁmonen – τα ενδιάμεσα πνεύματα…), που είτε είναι όμως τα ίδια θεοί είτε κατάγονται απ’ τους θεούς. Και είναι ‘οξύ’ κριτικά αυτό, αν και το κατανοούν λιγότερο οι δικαστές, απ’ ό,τι την αντίστοιχη ‘υπεράσπιση’ στον Ξενοφώντα (πργρφ. 11), όπου και επικαλείται τη συμμετοχή του στις εορταστικές θυσίες τής πόλης ο Σωκράτης. Περιέχει αναφορές η «Απολογία», στις οποίες και θα εμβαθύνη το «Συμπόσιο»· και κατ’ αρχάς βιογραφικές (biographisch), εκεί όπου παρουσιάζει εκείνο το εξίσου ανήκουστο όσο και ‘απέρριτο’ γεγονός ο Αλκιβιάδης (220 CD): να είναι βυθισμένος μια μέρα και μια νύχτα σε συλλογισμό ο Σωκράτης, μέχρι που «αποχώρησε, αφού προσευχήθηκε στον ήλιο»· και φιλοσοφικο-μυθικές κατά δεύτερον, καθώς παρουσιάζει το ‘δαιμονικό’ ως την περιοχή «ανάμεσα» στο ανθρώπινο και το θεϊκό η Διοτίμα (202 D κ.ε.). Και είναι σαν να ακούμε να προαγγέλλεται αυτό, όταν ονομάζη λίγο μετά «κάτι το θεϊκό και δαιμονικό» την εσωτερική του φωνή ο Σωκράτης.

     Αποδεικνύεται λοιπόν, ότι δεν είναι η υπεράσπιση απέναντι στη δικαστική κατηγορία το βασικό ‘θέμα’. Αλλά περνάει και τώρα, όπως ήδη στο πρώτο μέρος, οπότε και ήταν για τη λαοφιλή κατηγορία τής κωμωδίας ο λόγος, στο να παρουσιάση την ύπαρξή του ο Σωκράτης και να ομολογήση γι’ αυτήν. ‘Ευσέβεια’ (Εusebia) είναι εδώ η λέξη που τα περικλείει όλα, για να κλείση με την επίσημη διαβεβαίωση, πως «τιμώ όπως κανένας απ’ τους κατηγόρους μου τους θεούς» (35 D) ο λόγος. Εννοεί άρα κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ τους κατηγόρους του, μιλώντας για «σεβασμό απέναντι στους θεούς» ο Σωκράτης. Πρόκειται ταυτόχρονα για «δικαιοσύνη» και «ανδρεία» και «σοφία», ή είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένη μαζί τους η ‘ευσέβεια’. Γίνεται παντού ορατή – χωρίς να καθίσταται και ‘θέμα’ – η ενότητα των «αρετών» στη μιαν «αρετή». Ενώ αναδεικνύεται ταυτόχρονα, καθώς έχει «πολιτικό» νόημα η αρετή, η παράδοξη σχέση τού Σωκράτη προς την πόλη του από τα εξής:

     Tο να έχη πράξη κάτι, που θα τον οδηγούσε να κινδυνεύση τελικά να πεθάνη, αυτή η δημοφιλής κατηγορία δεν είναι καν κατηγορία για τον Σωκράτη: Δεν οφείλει παρά να δη κανείς, αν έπραξε δίκαια ή άδικα, καλά ή άσχημα, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Γιατί θα μπορούσαν να κατηγορηθούν με τον ίδιον τρόπο και «οι ημίθεοι, που έπεσαν μπροστά στην Τροία, ο γυιός τής Θέτιδος και οι άλλοι». Συνδέεται όμως εκεί με την «ανδρεία» η «δικαιοσύνη» τής πράξης, την ανδρεία που επαληθεύεται στην αντίσταση απέναντι στην απειλή τού θανάτου. Και βρίσκει στην ύπαρξη του ήρωα (Hero) το αρχέτυπό του ο ανδρισμός τού φιλοσόφου. Χαρακτηρίζεται απ’ την ίδια μορφή ο έρως τής μοίρας (amor fati) στον Αχιλλέα και στον Σωκράτη. Δεν υπάρχει όμως και κάτι περισσότερο στο μυθικό παράδειγμα; Καθώς αντιμετώπισε – εριστικά (eristisch), όπως είδαμε – την κατηγορία τής ασέβειας προηγουμένως, λέγοντας πως τιμά τούς υιούς τών θεών και δεν θα μπορούσε να περιφρονή άρα τούς ίδιους τους θεούς ο Σωκράτης. Δεν υπάρχει άρα κι εδώ, στα λόγια για τον Αχιλλέα, ένα ‘κομμάτι’ ευσέβεια; Ο σεβασμός μπροστά στους θεούς και τους ήρωες της χώρας και η αναγνώριση της μυθικής παράδοσης ως πρότυπο που μας υποχρεώνει; Γεννιέται όμως από έναν τέτοιον δεσμό προς την παράδοση μόνον όταν συνυπάρχη  με τη «δικαιοσύνη» και την «ανδρεία» η γνήσια ευσέβεια  (( Σημ. τ. μετ.: Αυτά που ΄κατακτά’ η ανθρωπότητα μέσα στους αιώνες, και την καθιστούν πράγματι ‘ανθρωπότητα’ και όχι αλαζονεία και ψευδαίσθηση, ισχύουν για πάντα, όσο θα υπάρχη αυτός ο κόσμος, και ίσως και ΄μετά’… )) .

     Πολύ πιο σαφέστερα μας μιλά για την απαραίτητη συνάρτηση των «αρετών» το εξής: «Όπως μου ανέθεσαν στον πόλεμο μια θέση να φυλάω με κίνδυνο της ζωής μου οι ανώτεροί μου, έτσι μου παρήγγειλε τώρα κι ο Θεός να περάσω αγαπώντας τη γνώση, ελέγχοντας και εξετάζοντας δηλ. τον εαυτό μου και τους άλλους, την ζωή μου. Και δεν μου επιτρέπεται να εγκαταλείψω από τον φόβο τού θανάτου ή από οτιδήποτε άλλο αυτή τη θέση. Κι αν το έπραττα, θα δικαιωνόταν τότε ακριβώς η κατηγορία, ότι δεν πιστεύω στην ύπαρξη των θεών. Γιατί θα ήμουν ανυπάκουος τότε στον χρησμό και θα φοβόμουν τον θάνατο και θα πίστευα πως γνωρίζω, ενώ δεν γνωρίζω». Υπάρχει βέβαια μια προφανής αντίφαση ανάμεσα στην πίστη τού οπλίτη (Hoplit) Σωκράτη απέναντι στην Αθήνα και τη διαμάχη του με τις αρχές και εξουσίες τής ίδιας ακριβώς πόλης   (( Όμως πρόκειται εδώ για την αλήθεια… )) . Κι όμως αντιστοιχούν και τα δύο στην ίδιαν αρετή. Ευσέβεια, ανδρεία, σοφία: μπορούμε έτσι να ονομάσουμε, με τα παραδεδομένα τους ονόματα, τις συγκλίνουσες, όπως σ’ ένα κοινό σημείο, «αρετές». Και είναι δειλία, το να φοβάσαι τον θάνατο. Είναι όμως ταυτόχρονα και άγνοια, το να πράττης σαν να τον γνωρίζης καλά, ότι είναι δηλ. το μεγαλύτερο απ’ τα κακά. Θα σήμαινε δε εδώ ταυτόχρονα και απιστία απέναντι στον χρησμό, απέναντι δηλ. στη θεϊκή αποστολή, η αποφυγή τού θανάτου. Κλήση εκ μέρους τού Θεού: εκφράζεται σ’ αυτό ένας συγκεκριμένος τρόπος γνώσης και πράξης, και μια συγκεκριμένη στάση απέναντι στον θάνατο. Και εξυψώνεται απ’ την άλλη, πάνω από κάθε τι που είναι μόνον τυχαίο και μόνον ανθρώπινο, με τη σφραγίδα τής θεϊκής κλήσεως αυτή η γνώση κι αυτή η ανδρεία, σαν κάτι, που δεν το διαθέτει απλώς, μαζί με κάποια άλλα κι αυτό, αλλά σαν κάτι το οποίο είναι κανείς.

     «Δεν μπορείτε καθόλου να με βλάψετε. Γιατί δεν μπορεί να βλάψη βέβαια ένας χειρότερος άνθρωπος έναν καλύτερον   (( Σημ. τ. μετ.: Προσοχή! Δεν μιλά για το ‘εγώ’ του, παντελώς άγνωστο στην εποχή του, ο Σωκράτης, αλλά για τον αληθινό του εαυτό, έτσι όπως του τον αποκάλυπτε ο θεός, ως κάτι εκ του θεού προερχόμενο, και τον οποίον και τον είχε θέσει με όλες του τις δυνάμεις στην υπηρεσία του, ακόμα και με την ίδια του την ζωή… Αυτό που λέει λοιπόν εδώ, είναι μια καθολική διαπίστωση που ισχύει για τα ανθρώπινα, μάθημα εσαεί… )) . Μπορείτε να με σκοτώσετε ή να με εξορίσετε ή να μου στερήσετε τα πολιτικά μου δικαιώματα. Δεν είναι όμως κάτι το κακό αυτό, τουλάχιστον με την έννοια που είναι ένα κακό για κείνους που προσπαθούν άδικα να με θανατώσουν». Ακούγεται σ’ αυτά τα λόγια εκείνος ο βαθύς προβληματισμός, που τον συναντάμε κατ’ αρχάς στον «Θρασύμαχο», και με μεγαλύτερην ένταση μετά στον «Γοργία»: είναι μεγαλύτερο κακό το να αδικής απ’ το να αδικείσαι. Γιατί βλάπτει τον ίδιον τον εαυτό του, δηλαδή την «ψυχή» του, όποιος αδικεί. Όποιος πράττει δίκαια και άρα καλά, αυτός ‘ζη’ και καλά, και είναι άρα ευδαίμων (eudȁmonisch). Κι αυτό το λέει εδώ ο άνθρωπος που γνωρίζει, τί είναι «το δίκαιο». Που γνωρίζει όμως και περαιτέρω, πως: «Με τοποθέτησε στα πλευρά τής πόλης μου και της κοινότητάς μου σαν ένα ‘χαλινάρι’ σ’ ένα ευγενικό μεν, αλλά πολύ ‘βαρύ’ και σκληρό άλογο ο θεός. Και σας κρατώ έτσι σε συνεχή κίνηση, ‘καθήμενος’ σε κάθε έναν ξεχωριστά από εσάς. Και το ότι με πρόσφερε πράγματι ο θεός σε σας, αυτό το δείχνει ασφαλώς η φτώχεια μου, σαν συνέπεια τού ότι φρόντισα πάντοτε μόνο για σας, και καθόλου για μένα». Κι εδώ συνδέεται με τη «δικαιοσύνη» του η «ευσέβειά» του. Κι απεικονίζει την ελεγκτική του πράξη (Elenktik) το ‘χαλινάρι’, η οποία δεν είναι παρά το ζωντάνεμα κι η ζωντανή παρουσία μιας μόνο σ’ αυτόν ιδιαίτερης «γνώσης». – Είναι ένα τέτοιο ‘κεντρί’ και για τον κάθε αναγνώστη η «Απολογία» τού Πλάτωνα.

     «Απέφυγα ωστόσο, κατά παράδοξον τρόπο, πέρα απ’ αυτήν την επίδραση στον καθέναν ξεχωριστά, κάθε δημόσιο αξίωμα». Είναι άραγες μια έλλειψη τόλμης αυτό (ου τολμώ – 31 C 6); Κατά κανέναν τρόπο. Γιατί: «Έτσι πρέπει να πράττη, όποιος θέλει να αγωνιστή για το δίκαιο» (32 Α 1). Ανδρεία και δικαιοσύνη λοιπόν  (( πραγματικές ψυχικές αρετές… )) . «Με παρακίνησε μάλιστα εκείνο το θεϊκό και ‘δαιμονικό’ Κάτι να πράξω έτσι». Ευσέβεια λοιπόν. Μπορεί παρ’ όλ’ αυτά να ‘κρύβη’ μιαν ελλιπή έννοια του πολίτη αυτή η ‘απόσταση’ απ’ την πόλη; Το αντίθετο! Γιατί αναφέρεται στην ανθρώπινη κοινότητα κάθε αρετή (Arete). Εδώ είναι που ριζώνουν και τα παράδοξα λόγια τού «Γοργία», ότι είναι δηλ. ο μοναδικός (αληθινά…) πολιτικός άνδρας ο Σωκράτης!

      «Το να μην πράξω τίποτα το άδικο και τίποτα το ασεβές, αυτό προσπάθησα και κατά τη διακυβέρνηση των Τριάκοντα, και το έκανα παρ’ όλον τον θάνατο που με απειλούσε, έτσι όπως τοποθετήθηκα και στην υπόθεση με τις Αργινούσες   (( η δίκη τών δέκα στρατηγών… )) , καλύτερα, έστω και κινδυνεύοντας, απ’ την πλευρά τού νόμου, παρά να συμβαδίσω με την άδικη επιθυμία τού όχλου, φοβούμενος τη φυλακή και τον θάνατο». Συνδέονται βέβαια κι εδώ αξεδιάλυτα στην πράξη και τη στάση η δικαιοσύνη, η ευσέβεια και η ανδρεία. Και είναι κι εδώ η ‘απόσταση απ’ την πόλη’ που σώζει την τιμή τής Αθήνας.

      Εκείνες οι δυνάμεις, με τις οποίες και ‘διαπερνά’ την πολιτική ‘ταραχή’ ο Σωκράτης, αποδεικνύουν απ’ τη μια, πόσο σωστά έπραξε που έμεινε μακριά απ’ αυτήν, και είναι απ’ την άλλη τα παραδείγματα για την πολιτική του πράξη, «ότι δεν επέτρεψε σε κανέναν να διαβή ούτε ένα βήμα πέρα απ’ τα σύνορα της δικαιοσύνης, και οπωσδήποτε σε κείνους που τους ονομάζει κανείς συκοφαντικά μαθητές του. Γιατί δεν έγινα στ’ αλήθεια σε κανέναν δάσκαλος». Αναδύεται δε πάλι, στενά συνδεδεμένη με τη δικαιοσύνη, σαν κάτι βαθύτατα διαφορετικό από κάθε τι που αποκαλούμε γενικά διδασκαλία, η σωκρατική παιδαγωγική. Γιατί δεν εξηγεί βέβαια, αλλά μάλλον συγκαλύπτει η εντύπωση ότι ‘τούς άρεσε’ η ελεγκτική του, το γεγονός τής αφοσίωσης των μαθητών του. Εμφανίζεται δε άλλη μια φορά ως αποστολή απ’ τον Θεό αυτή η ‘ελεγκτική’: γνώση, πράξη και ευσέβεια ενωμένα. Και δεν μπορείς βέβαια να παραπλανήσης κανέναν ξεκινώντας από μιαν τέτοιαν αρετή. «Φαίνεται καθαρά, ότι δεν αποπλάνησα κανέναν μαθητή, γιατί νά που παρουσιάζονται τώρα όλοι, και προπάντων οι πατεράδες και οι αδελφοί τους να πουν, πως λέω την αλήθεια». Και παρατίθενται εδώ, για πρώτη φορά συγκεντρωμένα, τα ονόματα των σπουδαιότερων «σωκρατικών», κι ανάμεσά τους και το ίδιο το όνομα του Πλάτωνα, λιγότερο ασφαλώς σαν ένα ιστορικό ντοκουμέντο, αλλά σαν μια ηθική κυρίως δύναμη, πριν ακόμα αρνηθή ο Σωκράτης να προκαλέση κατά τον συνηθισμένον τρόπο, μέσα από φίλους και γνωστούς, τη συμπόνοια των δικαστών του.


(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...