Τρίτη 15 Ιουνίου 2021

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (20)

Συνέχεια από: Σάββατο, 12 Ιουνίου 2021

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20ο

Ποιά είναι η ζωή στον Παράδεισο και ποιό είναι το απαγορευμένο ξύλον

Ποιό λοιπόν είναι εκείνο πού έχει ανάμικτη τη γνώσιν του καλού και του κακού, επανθισμένο με τις ηδονές δια των αισθήσεων; Νομίζω ότι δεν θα είμαι μακριά από την αλήθεια, αν πάρω ως αφορμή της θεωρίας μου την έννοια του γνωστού. Πράγματι δεν νομίζω ότι εδώ η Γραφή ως επιστήμη εννοεί τη γνώσιν, διότι στη Γραφική συνήθεια βρίσκω κάποια διαφορά μεταξύ γνώσεως και διακρίσεως. Διότι ο Απόστολος λέγει ότι το διακρίνειν επιστημόνως το καλό από το κακό ανήκει στην τελειότερη έξιν και σε γυμνασμένα αισθητήρια· γι’ αυτό και προστάζει να δοκιμάζουμε τα πάντα και λέγει ότι ιδιότης του πνευματικού είναι το να διακρίνει. Η δε γνώσις δεν δηλώνει πάντοτε, κατά το σημαινόμενο, την επιστήμη και την κατανόησιν, αλλά τη διάθεσιν προς το χαρισμένο· όπως, για παράδειγμα, «ο Κύριος εγνώρισε αυτούς που του ανήκουν»· και προς τον Μωυσή λέγει ότι «σ’ εγνώρισα περισσότερο από όλους»·  για τους καταδικασμένους δε από την κακία λέγει αυτός που γνωρίζει τα πάντα ότι «ποτέ δεν σας εγνώρισα». Επομένως το ξύλον από το οποίο καρποφορείται η ανάμικτη γνώσις είναι απαγορευμένο.

Αναμιγνύεται δε με τα αντίθετα ο καρπός εκείνος, που έχει συνήγορό του τον όφιν, ίσως για τούτον τον λόγο, ότι δεν εμφανίζεται γυμνό το κακό μόνο του κατά την ιδίαν του φύσιν. Πράγματι τότε η κακία θα ήταν άπρακτη, αν δεν χρωματιζόταν με κάποιο καλό που θα προσείλκυε τον απατώμενο προς την επιθυμία της. Τώρα όμως η φύσις του κακού είναι σύμμικτη· στο βάθος έχει τον όλεθρο, σαν κρυμμένο δόλωμα, ενώ στην επιφάνεια δείχνει απατηλώς κάποια φαντασία καλού. Η λάμψη τής χρηματικής ύλης φαίνεται ωραία στους φιλάργυρους· αλλά όμως ρίζα όλων των κακών γίνεται η φιλαργυρία. Και ποιός θα κατρακύλιζε στον δυσώδη βόρβορο της ακολασίας, αν δεν εθεωρούσε την ηδονή κάτι εκλεκτό, αυτός που σύρεται προς το πάθος με τούτο το δέλεαρ; Έτσι και τα άλλα αμαρτήματα, έχοντας κρυμμένη τη διαφθορά, φαίνονται προτιμητέα περισσότερο από την φιλαργυρία, επιζητούμενα από τους απερισκέπτους αντί του αγαθού, με κάποια εξαπάτηση.

Επειδή λοιπόν οι πολλοί κρίνουν το καλό με βάση την ευφροσύνη των αισθήσεων, και υπάρχει κάποια ομωνυμία μεταξύ του πραγματικού και του φαινομενικού καλού, γι’ αυτό το λόγο η επιθυμία που έγινε προς το κακό ωσάν αγαθό, ονομάστηκε από τη Γραφή γνώσις καλού και κακού, καθώς ερμηνεύει κάποια σύνθεσιν και ανάκρασιν της γνώσεως. Δεν λέγει ότι είναι απολύτως κακό, διότι είναι ανθισμένο γύρω από το καλό, ούτε καθαρώς αγαθό, διότι το κακό είναι από κάτω κρυμμένο, αλλά λέγει ότι ο καρπός του απαγορευμένου ξύλου είναι σύμμικτος κι’ από τα δύο· και είπε ότι η γεύσις του οδηγεί αυτούς που τον αγγίζουν στο θάνατο, κηρύσσοντας δυνατά το δόγμα, ότι το όντως αγαθό είναι απλό και μονοειδές κατά τη φύσιν, ξένο προς κάθε διπλόη και προς κάθε συζυγία με το αντίθετο. Αντίθετα το κακό είναι ποικίλο και διεσπασμένο· άλλο νομίζεται και άλλο παρουσιάζεται από την πείρα και η γνώσις του, δηλαδή η δια της πείρας ανάληψις, γίνεται αρχή και θεμέλιο θανάτου και διαφθοράς.

Γι’ αυτό ο όφις παρουσιάζει πρώτα τον πονηρό καρπό της αμαρτίας, επιδεικνύοντας το κακό όχι φανερά, όπως ήταν η φύσις του, διότι τότε δεν θα απατώνταν ο άνθρωπος με το προφανές (το πρόδηλο) κακό• αλλά λαμπρύνοντας το φαινόμενο με κάποια ομορφιά και προσθέτοντας στη γεύση κάποια ηδονή αισθητικής μορφής, εφάνηκε πειστικός στη γυναίκα, όπως λέγει η Γραφή• «κι’ είδε η γυναίκα ότι το ξύλον είναι καλό για την βρώσιν και αρεστό στην όψιν και ωραίο για την κατανόηση»· και παίρνοντας από τον καρπό του έφαγε.

Εκείνη όμως η βρώσις έγινε για τους ανθρώπους μητέρα του θανάτου. Αυτή λοιπόν είναι η σύμμικτη καρποφορία, καθώς ο νους ερμηνεύει την έννοια του λόγου, κατά τον οποίο το ξύλο εκείνο ονομάστηκε γνωστό καλού και κακού· διότι σύμφωνα με την κακία των δηλητηρίων που αναμιγνύονται με το μέλι, σε όσο σημείο γλυκαίνει την αίσθησιν, φαίνεται να είναι καλό, σε όσο δε σημείο φθείρει το προσαπτόμενο, γίνεται έσχατο κάθε κακού. Όταν λοιπόν το πονηρό δηλητήριο ενήργησε κατά της ζωής του ανθρώπου, τότε ο άνθρωπος, το μέγα πράγμα και όνομα, το απεικόνισμα της θείας φύσεως, όπως λέγει ο προφήτης, ομοιώθηκε με τη ματαιότητα. Επομένως η μεν εικόνα είναι οικειωμένη προς το ανώτερο από τα ευρισκόμενα σ’ εμάς· ενώ εκείνα που είναι γύρω από τον βίον λυπηρά και άθλια, είναι μακριά από την ομοίωση προς το Θείο.

Το πρωτότυπο κείμενο


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κʹ.

Τίς ἡ ἐν τῷ παραδείσῳ ζωὴ, καὶ τί τὸ ἀπηγορευμένον ξύλον. 

Τί οὖν ἐκεῖνό ἐστιν, ὃ καλοῦ τε καὶ κακοῦ συγκεκραμένην ἔχει τὴν γνῶσιν, ταῖς δι' αἰσθήσεως ἡδοναῖς ἐπηνθισμένον; Ἄρα μὴ πόῤῥω τῆς ἀληθείας παρα στοχάσομαι, τῇ τοῦ γνωστοῦ διανοίᾳ εἰς ἀφορμὴν τῆς θεωρίας συγχρώμενος. Οἶμαι γὰρ οὐκ ἐπιστήμην γραφικῆς συνηθείας εὑρίσκω, γνώσεώς τε καὶ διακρίσεως. Τὸ μὲν γὰρ διακρίνειν ἐπιστημόνως τὸ καλὸν ἐκ τοῦ κακοῦ, τελειοτέρας ἕξεως εἶναί φησιν ὁ Ἀπόστολος, καὶ γεγυμνασμένων αἰσθητηρίων· διὸ καὶ πρόσταγμα ποιεῖται πάντα δοκιμάζειν, καὶ τοῦ πνευματικοῦ τὸ διακρίνειν ἴδιον εἶναί φησιν. Ἡ δὲ γνῶσις οὐ πανταχοῦ τὴν ἐπιστήμην τε καὶ τὴν εἴδησιν ὑφηγεῖται κατὰ τὸ σημαινόμενον, ἀλλὰ τὴν πρὸς τὸ κεχαρισμένον διάθεσιν· ὡς, «Ἔγνω Κύριος τοὺς ὄντας αὐτοῦ·» καὶ πρὸς τὸν Μωϋσέα φησὶν, ὅτι «Ἔγνων σε παρὰ πάντας·» περὶ δὲ τῶν ἐν κακίᾳ κατεγνωσμένων λέγει ὁ τὰ πάντα εἰδὼς, ὅτι «Οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς.» Οὐκοῦν τὸ ξύλον, ἀφ' οὗ ἡ σύμμικτος γνῶσις καρποφορεῖται, τῶν ἀπηγορευμένων ἐστί. 

Μέμικται δὲ διὰ τῶν ἐναντίων ὁ καρπὸς ἐκεῖνος, ὁ συνήγορον ἔχων ἑαυτοῦ τὸν ὄφιν, τάχα κατὰ τὸν λόγον τοῦτον, ὅτι οὐ γυμνὸν πρόκειται τὸ κακὸν αὐτὸ ἐφ' ἑαυτοῦ κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν φαινόμενον. Ἦ γὰρ ἂν ἄπρακτος ἦν ἡ κακία, μηδενὶ προσκεχρωσμένη καλῷ τῷ πρὸς ἐπιθυμίαν αὐτῆς ἐφελκομένῳ τὸν ἀπατώμενον. Νυνὶ δὲ σύμμικτός πώς ἐστιν ἡ τοῦ κακοῦ φύσις, ἐν μὲν τῷ βάθει τὸν ὄλεθρον, οἷόν τινα δόλον ἐγκεκρυμμένον ἔχουσα, ἐν δὲ τῇ κατὰ τὸ φαι νόμενον ἀπάτῃ καλοῦ τινα φαντασίαν παραδεικνύουσα. Καλὸν δοκεῖ τοῖς φιλαργύροις ἡ τῆς ὕλης εὔχροια· ἀλλὰ ῥίζα πάντων τῶν κακῶν ἡ φιλαργυρία γίνεται. Τίς δ' ἂν ἐπὶ τὸν δυσώδη βόρβορον τῆς ἀκολασίας κατώλισθεν, εἰ μὴ τὴν ἡδονὴν καλόν τι καὶ αἱρετὸν ᾤετο ὁ τῷ δελέατι τούτῳ πρὸς τὸ πάθος κατασυρόμενος; Οὕτω καὶ τὰ λοιπὰ τῶν ἁμαρτημάτων ἐγκε κρυμμένην ἔχοντα τὴν διαφθορὰν, αἱρετὰ παρὰ τὴν πρώτην δοκεῖ, διά τινος ἀπάτης τοῖς ἀνεπισκέπτοις ἀντ' ἀγαθοῦ σπουδαζόμενα. 

Ἐπειδὴ τοίνυν οἱ πολλοὶ τὸ καλὸν ἐν τῷ τὰς αἰσθήσεις εὐφραίνοντι κρίνουσι, καί τίς ἐστιν ὁμωνυμία τοῦ τε ὄντος καὶ τοῦ δοκοῦντος εἶναι καλοῦ· τούτου χάριν ἡ πρὸς τὸ κακὸν ὡς πρὸς τὸ ἀγαθὸν γινομένη ἐπιθυμία, καλοῦ καὶ κακοῦ γνῶ σις ὑπὸ τῆς Γραφῆς ὠνομάσθη, συνδιάθεσίν τινα καὶ ἀνάκρασιν ἑρμηνευούσης τῆς γνώσεως. Οὔτε ἀπολύτως κακὸν, διότι περιήνθισται τῷ καλῷ, οὔτε καθαρῶς ἀγαθὸν, διότι ὑποκέκρυπται τὸ κακόν· ἀλλὰ σύμμικτον δι' ἑκατέρων τοῦ ἀπηγορευμένου ξύλου τὸν καρ πὸν εἶναί φησιν, οὗ τὴν γεῦσιν εἰς θάνατον ἄγειν εἶπε τοὺς ἁψαμένους, μονονουχὶ φανερῶς τὸ δόγμα βοῶν, ὅτι τὸ ὄντως ἀγαθὸν ἁπλοῦν καὶ μονοειδές ἐστι τῇ φύσει, πάσης διπλόης καὶ τῆς πρὸς τὸ ἐναντίον συζυγίας ἀλλότριον. Τὸ δὲ κακὸν ποικίλον τε καὶ κατεσχηματισμένον ἐστὶν, ἄλλο τι νομιζόμενον, καὶ ἕτερον διὰ τῆς πείρας ἀνακρινόμενον, οὐ τὴν γνῶσιν, τουτέστι, τὴν διὰ τῆς πείρας ἀνάληψιν, θανάτου καὶ διαφθορᾶς ἀρχήν τε καὶ ὑπόθεσιν γίνεσθαι. 

Διὰ τοῦτο προδείκνυσιν ὁ ὄφις τὸν πονηρὸν τῆς ἁμαρτίας καρ πὸν, οὐχ ὡς εἶχε φύσεως τὸ κακὸν ἐκ τοῦ προφανοῦς ἐπιδείξας· οὐ γὰρ ἂν ἠπατήθη ὁ ἄνθρωπος τῷ προδήλῳ κακῷ· ἀλλὰ διά τινος ὥρας τὸ φαινόμενον ἀγλαΐσας, καί τινα κατὰ τὴν αἴσθησιν ἡδονὴν ἐγγοη τεύσας τῇ γεύσει, πιθανὸς ἐφάνη τῇ γυναικὶ, καθώς φησιν ἡ Γραφή· «Καὶ εἶδε γὰρ ἡ γυνή, φησὶν, ὅτι καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ὅτι ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν, καὶ ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι·» καὶ λαβοῦσα τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἔφαγεν. 

Ἡ δὲ βρῶσις ἐκείνη θανάτου μήτηρ τοῖς ἀνθρώποις γέγονεν. Αὕτη τοίνυν ἡ σύμμικτός ἐστι καρποφορία, σαφῶς τοῦ λόγου τὸν νοῦν ἑρμηνεύοντος, καθ' ὃν καλοῦ τε καὶ κακοῦ γνωστὸν ὠνομάσθη τὸ ξύλον ἐκεῖνο, ὅτι κατὰ τὴν τῶν δηλητηρίων κακίαν τῶν παραρτυθέντων τῷ μέλιτι, καθὸ μὲν καταγλυκαίνει τὴν αἴσθησιν, καλὸν εἶναι δοκεῖ, καθὸ δὲ φθείρει τὸν προσαπτόμενον, κακοῦ παντὸς ἔσχατον γίνεται. Ἐπεὶ οὖν ἐνήργησε κατὰ τῆς τοῦ ἀνθρώπου ζωῆς τὸ πονηρὸν δηλητήριον· τότε ὁ ἄνθρωπος, τὸ μέγα καὶ πρᾶγμα καὶ ὄνομα, τὸ τῆς θείας φύσεως ἀπεικόνισμα, τῇ ματαιότητι, καθώς φησιν ὁ Προφήτης, ὡμοιώθη. Οὐκοῦν ἡ μὲν εἰκὼν πρὸς τὸ κρεῖττον τῶν ἐν ἡμῖν νοουμένων ᾠκείωται· τὰ δὲ, ὅσα περὶ τὸν βίον λυπηρά τε καὶ ἄθλια, πόῤῥω τῆς πρὸς τὸ Θεῖόν ἐστιν ὁμοιώσεως.




Δεν υπάρχουν σχόλια: