Πέμπτη 10 Ιουνίου 2021

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (18)

Συνέχεια από Τρίτη, 8 Ιουνίου 2021

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18ο

Ότι τα άλογα πάθη που είναι μέσα μας έχουν αφορμή τή συγγένεια προς την άλογη φύσιν

Νομίζω ότι τα επί μέρους πάθη πλημμυρίζουν την ανθρώπινη ζωή, δοσμένα από αυτήν την αρχή σαν πηγή τους. Απόδειξη των λόγων είναι η συγγένεια παθημάτων που παρουσιάζεται ανάμεσα σ’ εμάς και στα άλογα ζώα. Διότι δεν είναι επιτρεπτό βέβαια ν’ αποδώσουμε τις πρώτες αρχές τής εμπαθούς διαθέσεως στην ανθρώπινη φύσιν που είναι μορφωμένη κατά το θείο είδος. Αλλά, επειδή προηγουμένως μπήκε σε τούτο τον κόσμο η ζωή των αλόγων και ο άνθρωπος πήρε κάτι από την εκεί φύσιν για την αιτία που αναφέρθηκε, εννοώ τον τρόπο της γεννήσεως, συμμετέσχε δια μέσου αυτών και στα άλλα που ενυπάρχουν στη φύσι εκείνη. Διότι η ομοίωσις του ανθρώπου προς το θείο δεν βρίσκεται στο θυμικό ούτε η υπερέχουσα φύσις χαρακτηρίζεται δια της ηδονής· η δειλία και το θράσος, ο πόθος του ανωτέρου και το μίσος προς το κατώτερο κι’ όλα τα παρόμοια, είναι μακριά από τον θεοπρεπή χαρακτήρα. Αυτά τα ιδιώματα λοιπόν τα προσείλκυσε προς τον εαυτό της η ανθρωπίνη φύσις από το άλογο μέρος. Πράγματι εκείνα με τα οποία ασφαλίσθηκε η άλογη ζωή προς συντήρηση του εαυτού της, αυτά, όταν μεταφέρθηκαν στον ανθρώπινο βίο, έγιναν πάθη. Διότι με τον θυμό συντηρούνται τα ωμοβόρα· η φιληδονία διασώζει τα πολύγονα ζώα, τον αδύνατο η δειλία και τον ευάλωτο από τους ισχυροτέρους ο φόβος, τον δε πολύσαρκο η λαιμαργία. Και η αποτυχία κάποιου ηδονικού πράγματος αποτελεί αιτία λύπης στα άλογα. Όλα τούτα και τα παρόμοια συνεισήλθαν στην κατασκευή του ανθρώπου δια του κτηνώδους τρόπου γεννήσεως.

Αλλά ας μου επιτραπεί να ζωγραφίσω την ανθρωπίνη εικόνα με το λόγο σαν κάποια πλαστική θαυματοποιία. Όπως δηλαδή είναι δυνατό να δει κανείς στ’ αγάλματα τις δίγλυφες μορφές, που κατασκευάζουν οι τεχνίτες του είδους αυτού για να καταπλήξουν τους θεατές, χαράσσοντας σε μια κεφαλή δυο μορφές προσώπων· έτσι μου φαίνεται ότι φέρει ο άνθρωπος διπλή ομοιότητα προς τα εναντία, καθώς είναι μορφωμένος με το θεοειδές της διανοίας προς το θείο κάλλος, ενώ με τις εμπαθείς ορμές φέρει την οικειότητα προς το κτηνώδες. Πολλές φορές αποκτηνώνεται και ο λόγος δια της ροπής και διαθέσεως προς το άλογο, συγκαλύπτοντας το ανώτερο με το χειρότερο. Διότι, όταν κατεβάσει προς αυτά τη διανοητική ενέργεια και εξαναγκάσει τον λογισμό να γίνει υπηρέτης των παθών, παρατηρείται κάποια παρεκτροπή του αγαθού χαρακτήρος προς την άλογη εικόνα· όλη η φύσις μετατρέπεται προς τούτο, σαν να καλλιεργεί ο λογισμός τις αρχές των παθημάτων και από λίγες να τις αυξάνει σε πλήθος. Συνεργαζόμενος ο λόγος με το πάθος, κατέστησε τη γένεσιν των άτοπων ποικίλη και εκτεταμένη. Έτσι η φιληδονία την μεν αρχή έλαβε από την ομοίωση προς το άλογο, αλλά καθώς προσαυξήθηκε στα ανθρώπινα πλημμελήματα, εγέννησε τόση ποικιλία αμαρτημάτων σχετικών με την ηδονή, όσα δεν είναι δυνατό να ευρεθούν στα άλογα. Έτσι η διέγερση του θυμού είναι μεν συγγενής προς την ορμή των αλόγων, αλλά αυξάνεται με τη συμμαχία των λογισμών. Διότι από εκεί προέρχεται η μήνις (οργή), ο φθόνος, το ψεύδος, η επιβουλή, η υπόκρισις.

Όλα αυτά ανήκουν στην πονηρή καλλιέργεια του νου. Διότι, αν το πάθος γυμνωθεί από τη συμμαχία με τους λογισμούς, ο θυμός ξεθυμαίνει και ατονεί εύκολα· προκαλείται εύκολα σαν πομφόλυγα (φουσκάλα) και αμέσως διαλύεται. Έτσι η λαιμαργία των χοίρων εισφέρει την πλεονεξία και η αγερωχία του ίππου γίνεται αρχή της υπερηφανείας, και όλα τα επί μέρους, ξεκινώντας από την κτηνώδη αλογία, διά της πονηρής χρήσεως του νου γίνονται κακία, όπως ακριβώς συμβαίνει και το αντίθετο, αν ό λογισμός κυριαρχήση επί των κινημάτων αυτού του είδους· το καθένα τους μεταβάλλεται σε είδος αρετής. Πράγματι ο μεν θυμός προκαλεί την ανδρεία, η δειλία την ασφάλεια, ο φόβος την ευπείθεια (υπακοή), το μίσος την αποστροφή προς την κακία, η αγαπητική δύναμις την επιθυμία προς το αληθώς καλό, ενώ η αγερωχία του ήθους ξεπερνά τα πάθη και διαφυλάσσει το φρόνημα αδούλωτο από το κακό.

Το είδος τούτο της επάρσεως το επαινεί και ο μέγας απόστολος, που συνεχώς παραγγέλλει να φρονούμε τα άνω. Κι’ έτσι μπορεί να βρούμε ότι κάθε τέτοιο κίνημα, συνανυψούμενο με το ύψος της διανοίας, συμμορφώνεται με το κάλλος της θείας εικόνος. Αλλά, επειδή η ροπή της αμαρτίας είναι βαρεία και κατηφορική, το άλλο γίνεται περισσότερο· διότι το ηγεμονικό της ψυχής καταρρίπτεται περισσότερο με το βάρος της αλόγου φύσεως από όσο ανυψώνεται το βαρύ και χοϊκό με το ύψος της διανοίας. Γι’ αυτό η αθλιότης μας πολλές φορές συντελεί στο να αγνοείται το θείο δώρο, επιθέτοντας τα πάθη της σαρκός στο κάλλος της εικόνος σαν ειδεχθές προσωπείο.

Επομένως αυτοί που λαμβάνουν υπ’ όψιν αυτά τα πράγματα είναι κάπως συγχωρητέοι, όταν δεν συμφωνούν εύκολα ότι η θεία μορφή υπάρχει σ’ αυτούς. Αλλά δια μέσου εκείνων που κατόρθωσαν να ζήσουν ευσεβώς είναι δυνατό να δούμε τη θεία εικόνα στους ανθρώπους. Αν πράγματι κάποιος, πού είναι εμπαθής και σάρκινος, κάμνει τον άνθρωπο σαν να είναι στολισμένος με θείο κάλλος, οπωσδήποτε ο υψηλός στην αρετή και καθαρός από μολύσματα θα σου επιβεβαιώσει την προς το ανώτερο υπόληψιν επί των ανθρώπων. Και είναι καλύτερο να παραστήσουμε τον λόγο με παράδειγμα. Κάποιος από τους γνωστούς για την κακία του απάλειψε το κάλλος της φύσεως με το μόλυσμα της πονηριάς, ο Ιεχονίας ίσως ή κάποιος άλλος πού μνημονεύεται για το κακό· αλλά στο Μωυσή και στους ομοίους με αυτόν διαφυλάχθηκε καθαρή η μορφή της εικόνος. Σε όποιους λοιπόν δεν αμαυρώθηκε το κάλλος, σ’ αυτούς η πίστις των λεγομένων είναι εναργής, ότι ο άνθρωπος του Θεού έγινε μίμημα του Θεού. 

Αλλά ίσως εντρέπεται κάποιος που η ζωή μας συντηρείται με τροφή, όπως η των άλογων ζώων, και γι’ αυτό θεωρεί τον άνθρωπο ανάξιο να έχει πλασθεί κατ’ εικόνα του Θεού; Αλλ’ ας ελπίζει ότι η φύσις θ’ απαλλαγεί κάποτε από τη λειτουργία αυτή, κατά την ζωή που προσδοκούμε. Διότι, όπως λέγει ο Απόστολος, «η βασιλεία του θεού δεν είναι βρώσις και πόσις», και ο Κύριος διεκήρυξε ότι «ό άνθρωπος δεν ζει μόνο με άρτο, αλλά με κάθε λόγο που βγαίνει από το στόμα του Θεού». Αλλά, εφ’ όσον η ανάστασις υποδεικνύει ισάγγελο τον βίο μας, ενώ στους αγγέλους δεν υπάρχει βρώσις, υπάρχει αρκετή βεβαιότης ότι ο άνθρωπος που θα ζήσει κατά την ομοιότητα των αγγέλων θα απαλλαγεί από αυτήν τη λειτουργία.

ΣΧΟΛΙΟ: Ο ΣΚΟΠΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΟΝΙΜΗ ΕΚΜΗΔΕΝΙΣΗ ΤΗΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΙΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΤΟΥ ΝΟΥ, ΝΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΝ ΚΑΛΛΟΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΘΗ ΣΕ ΑΡΕΤΕΣ.

ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΕΙΣΗΛΘΕ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ, ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ, Η ΤΑΥΤΟΤΗΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΟΠΩΣ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΕΣ ΤΩΝ -ΙΣΜΩΝ(ΧΡΙΣΤΙΑΝ-ΙΣΜΟΣ π.χ.), ΣΤΗΝ ΕΝΙΑΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ ΜΑΚΡΟΚΟΣΜΟΥ, ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΜΕΤΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΜΒΟΛΙΩΝ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΘΑ ΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΤΟ ΕΝΔΟΞΟ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ DNA.

ΕΙΧΕ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙ Ο ΕΚΔΥΤΙΚΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΣΤΑ 7 ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΓΙΑΣ.

"Ο Δυτικός άνθρωπος καταστρέφεται από 7 αμαρτίες: επιδιώκει απόκτηση πλούτου αλλά όχι μέσω της εργασίας (σσ. Γερόντισα Μακρίνα: o Θεός είναι μέσα στον κόπο), επιδιώκει απόλαυση χωρίς συνείδηση, γνώση δίχως ειλικρίνεια, πολιτική χωρίς αρχές, επιχείρηση χωρίς ηθική, επιστήμη άνευ ανθρωπισμού (σσ το ζούμε στο νυν εφιάλτη), πίστη χωρίς θυσία."

Το πρωτότυπο κείμενο


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗʹ.

Ὅτι τὰ ἄλογα ἐν ἡμῖν πάθη ἐκ τῆς πρὸς τὴν ἄλογον φύσιν συγγενείας τὰς ἀφορμὰς ἔχει. 

Οἶμαι γὰρ ἐκ τῆς ἀρχῆς ταύτης καὶ τὰ καθ' ἕκα στον πάθη, οἷον ἐκ τινος πηγῆς συνδοθέντα πλημμυρεῖν ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ ζωῇ. Τεκμήριον δὲ τῶν λόγων, ἡ τῶν παθημάτων συγγένεια, κατὰ τὸ ἶσον ἡμῖν τε καὶ τοῖς ἀλόγοις ἐμφαινομένη. Οὐ γὰρ δὴ θέμις τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει, τῇ κατὰ τὸ θεῖον εἶδος μεμορφωμένῃ, τῆς ἐμπαθοῦς διαθέσεως προσμαρτυρεῖν τὰς πρώτας ἀρχάς. Ἀλλ' ἐπειδὴ προεισῆλθεν εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἡ τῶν ἀλόγων ζωὴ, ἔσχε δέ τι διὰ τὴν εἰρημένην αἰτίαν τῆς ἐκεῖθεν φύσεως καὶ ὁ ἄνθρωπος, τὸ κατὰ τὴν γένεσιν λέγω, συμμετέσχε διὰ τούτου καὶ τῶν λοιπῶν τῶν ἐν ἐκείνῃ θεωρουμένων τῇ φύσει. Οὐ γὰρ κατὰ τὸν θυμόν ἐστι τοῦ ἀνθρώπου ἡ πρὸς τὸ Θεῖον ὁμοίωσις, οὔτε διὰ τῆς ἡδονῆς ἡ ὑπερέχουσα χαρακτηρίζεται φύσις, δειλία τε καὶ θράσος, καὶ ἡ τοῦ πλείονος ἔφεσις, καὶ τὸ πρὸς τὸ ἐλαττοῦσθαι μῖσος, καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα πόῤῥω τοῦ θεοπρεποῦς χαρακτῆρός ἐστι. Ταῦτα τοίνυν ἐκ τοῦ ἀλόγου μέρους ἡ ἀνθρωπίνη φύσις πρὸς ἑαυτὴν ἐφειλκύσατο. Οἷς γὰρ ἡ ἄλογος ζωὴ πρὸς συντήρησιν ἑαυτῆς ἠσφαλίσθη, ταῦτα πρὸς τὸν ἀνθρώπινον μετενεχθέντα βίον, πάθη ἐγένετο. Θυμῷ μὲν γὰρ συντηρεῖται τὰ ὠμοβόρα· φιληδονία δὲ τὰ πολυγονοῦντα τῶν ζώων σώζει· τὸν ἄναλκιν ἡ δειλία, καὶ τὸν εὐάλωτον τοῖς ἰσχυροτέροις ὁ φόβος, τὸν δὲ πολύσαρκον ἡ λαιμαργία. Καὶ τὸ διαμαρτεῖν οὑτινοσοῦν τῶν καθ' ἡδονὴν, λύπης ὑπό θεσις ἐν τοῖς ἀλόγοις ἐστί. Ταῦτα πάντα καὶ τὰ τοιαῦτα διὰ τῆς κτηνώδους γενέσεως συνεισῆλθε τῇ τοῦ ἀνθρώπου κατασκευῇ.

Καί μοι συγκεχωρήσθω κατά τινα πλαστικὴν θαυματοποιΐαν διαγράψαι τῷ λόγῳ τὴν ἀνθρωπίνην εἰκόνα. Καθάπερ γὰρ ἔστιν ἰδεῖν ἐν τοῖς πλάσμασι τὰς διγλύφους μορφὰς, ἃς μηχανῶνται πρὸς ἔκπληξιν τῶν ἐντυγχανόντων οἱ τὰ τοιαῦτα φιλοτεχνοῦντες, μιᾷ κεφαλῇ δύο μορφὰς προσώπων ὑποχαράσσοντες· οὕτω μοι δοκεῖ διπλῆν φέρειν ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὰ ἐναντία τὴν ὁμοιότητα· τῷ μὲν θεοειδεῖ τῆς διανοίας πρὸς τὸ θεῖον κάλλος μεμορφωμένος, ταῖς δὲ κατὰ πάθος ἐγγινομέναις ὁρμαῖς πρὸς τὸ κτηνῶδες φέρων τὴν οἰκειότητα. Πολλάκις δὲ καὶ ὁ λόγος ἀποκτηνοῦται διὰ τῆς πρὸς τὸ ἄλογον ῥοπῆς τε καὶ διαθέσεως, συγκαλύπτων τὸ κρεῖττον τῷ χείρονι. Ἐπειδὰν γάρ τις πρὸς ταῦτα τὴν διανοητικὴν ἐνέργειαν καθελκύσῃ, καὶ ὑπηρέτην γενέσθαι τῶν παθῶν τὸν λογισμὸν ἐκβιάσηται, παρα  τροπή τις γίνεται τοῦ ἀγαθοῦ χαρακτῆρος πρὸς τὴν ἄλογον εἰκόνα, πάσης πρὸς τοῦτο μεταχαρασσομένης τῆς φύσεως, καθάπερ γεωργοῦντος τοῦ λογισμοῦ τὰς τῶν παθημάτων ἀρχὰς, καὶ δι' ὀλίγων εἰς πλῆθος ἐπαύξοντος. Τὴν γὰρ παρ' ἑαυτοῦ συνεργίαν χρήσας τῷ πάθει, πολύχουν καὶ ἀμφιλαφῆ τὴν τῶν ἀτόπων γένεσιν ἀπειργάσατο. Οὕτως ἡ φιληδονία τὴν μὲν ἀρχὴν ἔσχεν ἐκ τῆς πρὸς τὸ ἄλογον ὁμοιώσεως, ἀλλ' ἐν τοῖς ἀνθρωπίνοις πλημμελήμασι προσηυξήθη, τοσαύτας διαφορὰς τῶν κατὰ τὴν ἡδονὴν ἁμαρτα νομένων γεννήσασα, ὅσας ἐν τοῖς ἀλόγοις οὐκ ἔστιν εὑρεῖν. Οὕτως ἡ πρὸς τὸν θυμὸν διανάστασις συγγενὴς μέν ἐστι τῇ τῶν ἀλόγων ὁρμῇ, αὔξεται δὲ τῇ τῶν λογισμῶν συμμαχίᾳ. Ἐκεῖθεν γὰρ ἡ μῆνις, ὁ φθόνος, τὸ ψεῦδος, ἡ ἐπιβουλὴ, ἡ ὑπόκρισις. 

Ταῦτα πάντα τῆς πονηρᾶς τοῦ νοῦ γεωργίας ἐστίν. Εἰ γὰρ γυμνωθείη τῆς ἐκ τῶν λογισμῶν συμμαχίας τὸ πάθος, ὠκύμορός τις καὶ ἄτονος ὁ θυμὸς καταλείπεται, πομφόλυγος δίκην ὁμοῦ τε γινόμενος, καὶ εὐθὺς ἀπολλύμενος Οὕτως ἡ τῶν συῶν λαιμαργία τὴν πλεονεξίαν εἰσήνεγκε, καὶ τὸ τοῦ ἵππου γαῦρον γέγονε τῆς ὑπερ ηφανίας ἀρχή· καὶ τὰ καθ' ἕκαστον πάντα τῆς κτηνώδους ἀλογίας ἀφορμηθέντα, διὰ τῆς πονηρᾶς τοῦ νοῦ χρήσεως κακία ἐγένετο, ὥσπερ οὖν καὶ τὸ ἔμπαλιν, εἴπερ ὁ λογισμὸς τῶν τοιούτων κινημάτων ἀντιμεταλάβοι τὸ κράτος, εἰς ἀρετῆς εἶδος ἕκαστον τούτων ἀντιμεθίσταται. Ποιεῖ γὰρ ὁ μὲν θυμὸς τὴν ἀνδρίαν, τὸ δὲ δειλὸν τὴν ἀσφάλειαν, καὶ ὁ φόβος τὴν εὐπείθειαν, τὸ μῖσος δὲ τὴν τῆς κακίας ἀποστροφὴν, ἡ δὲ ἀγαπητικὴ δύναμις τὴν πρὸς τὸ ἀληθῶς καλὸν ἐπιθυμίαν. Τὸ δὲ γαῦρον τοῦ ἤθους ὑπεραίρει τῶν παθημάτων, καὶ ἀδούλωτον ὑπὸ τοῦ κακοῦ διαφυλάσσει τὸ φρόνημα. 

Ἐπαινεῖ δὲ τὸ τοιοῦτον τῆς ἐπάρσεως εἶδος καὶ ὁ μέγας Ἀπόστολος, συνεχῶς ἐγκελευόμενος τὰ ἄνω φρονεῖν. Καὶ οὕτως ἔστιν εὑ ρεῖν, ὅτι πᾶν τὸ τοιοῦτον κίνημα τῷ ὑψηλῷ τῆς διανοίας συνεπαιρόμενον, τῷ κατὰ τὴν θείαν εἰκόνα κάλλει συσχηματίζεται. Ἀλλ' ἐπειδὴ βαρεῖά τίς ἐστι καὶ κατωφερὴς ἡ τῆς ἁμαρτίας ῥοπὴ, πλεῖον τὸ ἕτερον γίνεται· μᾶλλον γὰρ τῷ βάρει τῆς ἀλόγου φύσεως συγκατασπᾶται τὸ ἡγεμονικὸν τῆς ψυχῆς, ἥπερ τῷ ὕψει τῆς διανοίας τὸ βαρύ τε καὶ χοϊκὸν ἀνυψοῦται. Διὰ τοῦτο πολλάκις ἀγνοεῖσθαι ποιεῖ τὸ θεῖον δῶρον ἡ περὶ ἡμᾶς ἀθλιότης, οἷον προσωπεῖον εἰδεχθὲς τῷ κατὰ τὴν εἰκόνα κάλλει τὰ πάθη τῆς σαρκὸς ἐπιπλάσσουσα. 

Οὐκοῦν συγγνωστοί πώς εἰσιν οἱ πρὸς τὰ τοιαῦτα βλέποντες, εἶτα τὴν θείαν μορφὴν ἐν τούτοις εἶναι οὐκ εὐχερῶς συντιθέμενοι. Ἀλλὰ διὰ τῶν κατωρθωκότων τὸν βίον, ἔξεστι τὴν θείαν ἐν τοῖς ἀνθρώποις εἰκόνα βλέπειν. Εἰ γὰρ ἐμπαθής τις καὶ σάρκινος ὢν ἀπιστεῖσθαι ποιεῖ τὸν ἄνθρωπον ὡς θείῳ κάλλει κεκοσμημένον· ὁ ὑψηλὸς πάντως τὴν ἀρετὴν καὶ καθαρεύων ἐκ μολυσμάτων βεβαιώσει σοι τὴν πρὸς τὸ κρεῖττον ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων ὑπόληψιν. Οἷον κρεῖττον γὰρ ἐν ὑποδείγματι δεῖξαι τὸν λόγον· ἀπήλειψε τῷ τῆς πονηρίας μολύσματι τὸ τῆς φύσεως κάλλος τις τῶν ἐπὶ κακίᾳ γνωρίμων, Ἰεχονίας τυχὸν, ἢ εἴ τις ἕτερος ἐπὶ κακῷ μνημονεύεται· ἀλλ' ἐν Μωϋσῇ καὶ τοῖς κατ' ἐκεῖνον καθαρὰ διεφυλάχθη ἡ τῆς εἰκόνος μορφή. Ἐν οἷς τοίνυν οὐκ ἠμαυρώθη τὸ κάλλος, ἐν τούτοις ἐναργὴς ἡ τῶν λεγομένων πίστις ἐστὶν, ὅτι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μίμημα γέγονεν. 

Ἀλλ' ἐπαισχύνεταί τις τυχὸν, τῷ διὰ βρώσεως ἡμῖν καθ' ὁμοιότητα τῶν ἀλόγων τὴν ζωὴν συνεστάναι, καὶ διὰ τοῦτο ἀνάξιον ἡγεῖται τὸν ἄνθρωπον τοῦ κατ' εἰκόνα Θεοῦ πεπλάσθαι δοκεῖν. Ἀλλ' ἐλπιζέτω τῆς λειτουργείας ταύτης ἀτέλειαν δοθήσεσθαι τῇ φύσει ποτὲ, κατὰ τὴν προσδοκωμένην ζωήν. Οὐ γάρ ἐστι, καθώς φησιν ὁ Ἀπόστολος, ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καὶ πόσις· οὐδὲ ἐπ' ἄρτῳ μόνῳ ζήσεσθαι τὸν ἄνθρωπον ὁ Κύριος προηγόρευσεν, ἀλλ' ἐν παντὶ ῥήματι ἐκ πορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ. Ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἰσάγγελον ἡμῖν ὑποδεικνυούσης τὸν βίον, βρώσεως δὲ παρὰ τοῖς ἀγγέλοις οὐκ οὔσης, ἱκανὴ πίστις τοῦ ἀπαλλαγήσεσθαι τῆς τοιαύτης λειτουργίας τὸν ἄνθρωπον, τὸν καθ' ὁμοιότητα τῶν ἀγγέλων ζησόμενον.


Δεν υπάρχουν σχόλια: