Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος Λόγος Δεύτερος (23)

ΠΕΡΙ ΕΚΠΟΡΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ 
ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ


Συνέχεια από:  Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Λάβε δε και τούτο κατά νουν, ότι ο μέγας αυτός Γρηγόριος Νύσσης δεν είπε ούτε ότι συνεργεί η μεσιτεία του Υιού, αλλά ότι δεν εμποδίζει, δηλαδή δεν παρακωλύει να εκπορεύεται αμέσως εκ του Πατρός και το Πνεύμα. Ας καταστήσουμε δε κατά το δυνατόν σαφή και δια παραδειγμάτων την έννοιαν. Από το πυρ προέρχεται αμέσως και το φως και ο ατμός˙ διότι δεν είναι το ένα από το άλλο. Το πυρ λοιπόν όταν εγγίσει ξύλα έχει την ιδιότητα να ατμίζει και φωτίζει συγχρόνως, ωσάν το μεν φως να γεννά, τον δε ατμό να εκπορεύει. Το φως λοιπόν είναι αμέσως εκ του φωτίζοντος και καθ’ εαυτό νοείται εξ αυτού˙ ομοίως και ο ατμός εκ του ατμίζοντος. Εάν δε έλεγε κανείς τον ατμό εκ του φωτίζοντος, θα το ειπεί δια το φως, διά του φωτός νοήσας τον ατμόν εκ του φωτίζοντος αφού ή μεσιτεία τού φωτός διατηρεί και εις εαυτό το μονογενές και τον ατμόν δεν παρακωλύει από την σχέσιν με το φωτίζον, δηλαδή δεν τον εμποδίζει να είναι αμέσως εξ αυτού.


Αλλά, εάν θέλετε, ας προσθέσουμε χάριν περισσότερης σαφήνειας και άλλο παράδειγμα, όχι νέον ούτε ασύνηθες στους θεολόγους. Ο Κάιν ήταν υιός του Αδάμ και μονογενής του, πριν γεννήσει τους άλλους, η δε Εύα ήταν τμήμα του Αδάμ. Όταν λοιπόν o Αδάμ έγινε πατήρ, η Εύα ήταν τμήμα πατρός˙ και μπορούσε να λέγεται και να νοείται τότε τμήμα πατρός με όλη την αλήθεια, αποκτήσασα το να είναι και να νοείται και να λέγεται τμήμα πατρός διά του Κάιν, καθώς η μεσιτεία (μεσολάβησις) του υιού τούτου και το μονογενές για τον εαυτό του εφύλαττε και για την Εύα δεν εμπόδιζε το να είναι τμήμα πατρός. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Εύα στην αρχήν απεκόπη εμμέσως και όχι αμέσως εκ του Αδάμ. Αφήνοντας λοιπόν την χρονική αρχή και διάσταση, την εκ συζυγίας γέννηση και όσα άλλα δεν είναι κατάλληλα στη θεότητα, σύγκρινε το παράδειγμα προς τούς λόγους του αγίου και θα κατανοήσεις το αληθές.

Αλλά έτσι εμείς νοούμε το μη γεννητόν υπάρχον Πνεύμα δι’  Υιού εκ γεννητικού (αιτίου), δηλαδή από Πατρός˙ διότι για τον Υιό είναι και λέγεται Πατήρ. Γι’ αυτό δε το Πνεύμα, το όποιο δεν είναι γεννητό αλλά εκπορευτό, νοούμε αυτό αμέσως εκ του εκπορεύοντος, δηλαδή εκ προβολέως. Γιατί δε ο φερώνυμος θεολόγος Γρηγόριος ο μέγας καλεί την μόνην πηγαία θεότητα όχι μόνον Πατέρα, αλλά και προβολέα; Όχι πατέρα μεν γεννήματος, προβολέα δε προβλήματος; Όπως λοιπόν σχετίζεται το γέννημα προς τον γεννήσαντα, έτσι θα σχετίζεται και το πρόβλημα προς τον προβολέα του, δηλαδή αμέσως εκάτερον. Εάν δε ειπείς το πρόβλημα του Πατρός, το λέγεις διά τον Υιό.

Ήθελα δε νά δείξω και περί τής προθέσεως «διά» με περισσότερες λεπτομέρειες, αλλά τί ανάγκη λόγων υπάρχει, αφού αυτή ερμηνεύθη σε εμάς δι’ αυτού του αγίου Πνεύματος; Εγώ εξετάζοντας ποιος είναι ο πρώτος που είπε το άγιον Πνεύμα δι’ Υιού, μάλλον δε ποιος ο διδάξας σε εμάς τούτο δια θείας εμπνεύσεως (εφ’ όσον η δική μας θεολογία δεν έχει ούτε μία λέξη, μη εκπεφρασμένη αρχικώς διά θείας αποκαλύψεως) - εξετάζοντας λοιπόν εγώ, ποιος είναι αυτός ο όποιος είναι ο πρώτος ο όποιος είπε, βρήκα  ότι το ίδιο το άγιο Πνεύμα απεκάλυψε και ερμήνευσε δι’  εαυτό διά του θεολογικωτάτου αποστόλου Ιωάννου και του Γρηγορίου του θαυματουργού κατόπιν προτροπής της θεομήτορος. Και ο συγγραφεύς του θαυμασίου βίου του Γρηγορίου και της εις αυτόν αποκαλύψεως, ομώνυμος και όχι ολιγότερο αξιόλογος, είναι ο Γρηγόριος ο επίσκοπος Νύσσης, του οποίου διευκρινίζοντες το λόγον ευρήκαμε ότι το Πνεύμα εννοείται εκ τού Πατρός δι’ Υιού, αλλ’ όχι εκπορευόμενο. Αυτός κατά άριστο τρόπο προέβαλε σε εμάς την αποκάλυψη εκείνη, επεξηγούσα ως εξής συντόμως και τα του Πνεύματος˙ διότι λέγει, «έν είναι το άγιον Πνεύμα έχον και αυτό εκ Πατρός την ύπαρξιν και φανερωθέν δι’ Υιού, δηλαδή εις τους ανθρώπους». Βλέπεις πως πρέπει να νοούμε και καλούμε το Πνεύμα δι’ Υιού; Δηλαδή ως φανερωθέν στους ανθρώπους δι’ αυτού. Έτσι λοιπόν να εννοείς και σύ ο ίδιος οπουδήποτε εύρεις το Πνεύμα να δίδεται και στέλλεται διά του Υιού εκ του Πατρός, εάν δεν θέλεις να είσαι αντίθεος, αλλά θεοσεβής και συγχρόνως θεοδίδακτος.

Εάν δε και αντί της «διά» θα ήθελες να θέσεις την πρόθεσιν «εκ», δεν θα σέ κατηγορήσουμε καθόλου, αρκεί να λέγεις, φρονόντας καί προσθέτοντας το αληθές, ότι το Πνεύμα εφανερώθη σε εμάς εκ του Υιού˙ εάν όμως λέγεις ότι η ύπαρξις του αγίου Πνεύματος προέρχεται εκ του Υιού, θα σέ στήσομε έξω από την Εκκλησία ως ευρισκόμενο εκτός της ευσεβείας. Διότι, αφού «εμάθομεν ότι εις τον Λόγον συνακολουθεί άγιον Πνεύμα, το όποιον είναι δύναμις θεωρουμένη αυτή καθ’ εαυτήν εις ιδιαιτέραν υπόστασιν, εκφαντικήν του Λόγου, μη δυναμένη να χωρισθεί του Θεού εις τον όποιον ευρίσκεται και τού Λόγου, τον οποίον παρακολουθεί», καθ' όσον εις την γέννησιν συνακολουθεί αδιαστάτως και αχρόνως η εκπόρευσις, πώς δεν θα αστοχήσομε, αν επί της εκπορεύσεως τήν «διά» αλλάξομε με την «εκ»; Ευσεβώς λοιπόν, αν κάπου ευρέθη ότι το άγιον Πνεύμα εκπορεύεται διά του Υιού, θα εννοήσομε και θα εκλάβομε την πρόθεσιν «διά» όχι με την «εκ» αλλά με την «συν», μαζί με τον επώνυμο της θεολογίας Γρηγόριο λέγοντα, «είς ημίν Θεός, ο άναρχος Πατήρ˙ η αρχή των πάντων, ο Υιός, και το όχι εκ της αρχής, αλλά μαζί με την αρχήν και μετά της αρχής εκ του Πατρός άγιον Πνεύμα». Για αυτό και ο ίδιος ο θείος Κύριλλος συμπεραίνει διά πολλών στους Θησαυρούς ότι το Πνεύμα υπάρχει φυσικώς εις τον Υιόν παρά του Πατρός και γράφει ότι το Πνεύμα διήκει (εκτείνεται) παρά Πατρός εις τον Υιόν φυσικώς και ουσιωδώς, δια του οποίου χρίων ούτος αγιάζει τα πάντα. Εκ του Πατρός λοιπόν διήκει αΐδίως εν τω Υιώ, εκ δε του Πατρός διά του Υιού εγγίνεται εις τους αγιαζομένους, όταν χρειάζεται.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος


Το αρχαίο κείμενο:


Καί τοῦτο δέ μοι λάβε κατά νοῦν, ὅτι μηδέ συνεργοῦσαν εἴρηκε ὁ μέγας οὗτος τήν μεσιτείαν τοῦ Υἱοῦ, ἀλλά μή ἀπείργουσαν, τουτέστι μή κωλύουσαν ἀμέσως ἐκ τοῦ Πατρός καί τό Πνεῦμα ἐκπορεύεσθαι. Ποιήσωμεν δ᾿ ὡς ἔνι φανεράν καί διά παραδειγμάτων τήν διάνοιαν. Ἐκ τοῦ πυρός ἀμέσως καί τό φῶς καί ὁ ἀτμός προέρχεται˙ οὐ γάρ ἕτερον διά θατέρου. Τό τοίνυν πῦρ ἐπειλημμένον ὕλης ἀτμίζειν ἅμα καί φωτίζειν πέφυκε, τό μέν φῶς οἷα δή γεννῶν, τόν ἀτμόν δέ ἐκπορεῦον, Ἐκ μέν οὖν τοῦ φωτίζοντος τό φῶς προσεχῶς καί ἔστι καί δ᾿ ἑαυτοῦ νοεῖται ἐξ αὐτοῦ˙ ὡσαύτως καί ὁ ἀτμός ἐκ τοῦ ἀτμίζοντος. Εἰ δέ τόν ἀτμόν φαίη τις ἐκ τοῦ φωτίζοντος, διά τό φῶς ἐρεῖ, διά τοῦ φωτός νοήσας τόν ἀτμόν ἐκ τοῦ φωτίζοντος, τῆς μεσιτείας τοῦ φωτός καί ἑαυτῷ τό μονογενές φυλαττούσης καί τόν ἀτμόν μή ἀπειργούσης τῆς πρός τό φωτίζον σχέσεως, τουτέστι μή ἐμποδιζούσης ἀμέσως εἶναι ἐξ αὐτοῦ.
Ἀλλ᾿ εἰ βούλεσθε, καί ἕτερον παράδειγμα προσθῶμεν, οὐ καινόν οὐδ᾿ ἄηθες τοῖς θεολόγοις, σαφηνείας χάριν πλείονος. Ὁ Κάϊν υἱός ὑπῆρχε τοῦ Ἀδάμ καί μονογενής αὐτῷ πρό τοῦ τεκεῖν τούς ἄλλους, ἡ δέ Εὔα τμῆμα˙ καί ἐγένετο ἄν καί ἐνοεῖτο τότε τμῆμα Πατρός ἐπ᾿ ἀληθείας πάσης διά τοῦ Κάϊν καί εἶναι καί νοεῖσθαι καί καί λέγεσθαι πατρός τμῆμα κτησαμένη, τῆς τοῦ υἱοῦ τούτου μεσιτείας καί τό μονογενές ἑαυτῷ τότε φυλαττούσης καί τήν Εὔαν πατρός εἶναι τμῆμα μή κωλυούσης˙ ἀλλ᾿ οὐ διά τοῦτο ἐμμέσως τε καί οὐκ ἀμέσως ἡ Εὔα τήν ἀρχήν ἐκ τοῦ Ἀδάμ ἐτμήθη. Ἀφείς τοίνυν τήν χρονικήν ἀρχήν τε καί διάστασιν καί τήν ἐκ συζυγίας γέννησιν καί τ᾿ ἄλλ᾿ ὅσα μή θεότητι κτάλληλα, σκόπει πρός τούς τοῦ ἁγίου λόγους τό παράδειγμα καί συνήσεις τἀληθές.
Ἀλλ᾿ μέν οὕτω δι᾿ Υἱοῦ νοοῦμεν ἐκ γεννητικοῦ, ταὐτόν δ᾿ εἰπεῖν ἀπό Πατρός, τό μή γεννητόν ὑπάρχον Πνεῦμα˙ διά τόν Υἱόν γάρ ἐστί τε καί λέγεται Πατήρ. Δι᾿ αὐτοῦ δέ τοῦ Πνεύματος, οὐ γεννητοῦ ὄντος ἀλλ᾿ ἐκπορευτοῦ, ἀμέσως ἐκ τοῦ ἐκπορεύοντος αὐτό νοοῦμεν, ταὐτόν δ᾿ εἰπεῖν ἐκ προβολέως. Διά τί γάρ καί ὁ φερώνυμος θεολόγος Γρηγόριος ὁ μέγας οὐ Πατέρα μόνον, ἀλλά καί  προβολέα τήν μόνην πηγαίαν θεότητα καλεῖ; Οὐ Πατέρα μέν γεννήματος, προβολέα δέ προβλήματος; Ὥσπερ οὖν ἔχει τό γέννημα πρός τόν γεννήσαντα, οὕτως ἕξει καί τό πρόβλημα πρός τόν προβολέα ἑαυτοῦ, ἀμέσως δηλαδή ἑκάτερον. Ἐάν δέ τό πρόβλημα Πατρός λέγῃς, διά τόν Υἱόν ἐρεῖς.
Ἐβουλόμην δέ καί περί τῆς "διά" διά πλειόνων δεῖξαι, ἀλλά τίς ἔτι χρεία λόγων, δι᾿ αὐτοῦ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἡμῖν ἑρμηνευθείσης; Ἐγώ γάρ ἐξετάζων τίς ὁ πρῶτος εἰρηκώς τό ἅγιον Πνεῦμα δι᾿ Υἱοῦ, μᾶλλον δέ τίς ὁ δι᾿ ἐπιπνοίας θείας τοῦτο παραδούς ἡμῖν (οὐδεμίαν γάρ λέξιν ἡ καθ᾿ ἡμᾶς θεολογία φέρει μή διά θείας ἀποκαλύψεως τήν ἀρχήν ἐκπεφασμένην) ἐξετάζων οὖν ἐγώ τίς ὁ πρῶτος οὗτος εἰρηκώς, τοῦτ᾿ αὐτό περί ἑαυτοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον διά τοῦ θεολογικωτάτου ἐν ἀποστόλοις Ἰωάννου, Γρηγορίῳ τῷ θαυματουργῷ τῆς τοῦ Θεοῦ  μητρός προτρεψαμένης, ἀποκαλύψαν τε ὁμοῦ καί ἑρμηνεῦσαν εὗρον˙ καί ὁ συγγραφεύς τοῦ Γρηγορίου θαυμασίου Βίου καί τῆς ἐν αὐτῷ ἀποκαλύψεως, ὁμώνυμός τε καί ἀξιόλογος οὐχ ἧττον, Γρηγόριος γάρ ἐστιν ὁ Νυσσαέων οὗτος, οὗ μικρόν ἀνωτέρω διευκρινήσαντες τήν ρῆσιν ἐκ Πατρός δι᾿ Υἱοῦ τό Πνεῦμα νοούμενον εὑρήκαμεν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐκπορευόμενον˙ ὅς εὖ ὅτι μάλιστα ποιῶν, αὐτοῖς ρήμασι προὔθηκεν ἡμῖν τήν ἀποκάλυψιν ἐκείνην οὕτω πως ἐν βραχεῖ διατρανοῦσαν τά τοῦ Πνεύματος˙ «ἕν γάρ», φησί, Πνεῦμα ἅγιον ἐκ Πατρός καί αὐτό τήν ὕπαρξιν ἔχον καί δι᾿ Υἱοῦ πεφηνός, δηλαδή τοῖς ἀνθρώποις». Ὁρᾷς πῶς χρή τό Πνεῦμα  νοεῖν καί λέγειν δι᾿ Υἱοῦ; Δηλονότι φανερωθέν τοῖς ἀνθρώποις δι᾿ αὐτοῦ. Οὕτω τοίνυν νόει καί αὐτός ὅπουπερ ἄν εὕρῃς διά τοῦ Υἱοῦ ἐκ τοῦ Πατρός τό Πνεῦμα διδόμενόν τε καί πεμπόμενον, εἴγε μή ἀντίθεος ἐθέλεις εἶναι, ἀλλ᾿ ὁμοῦ καί θεοσεβής καί θεοδίδακτος.

Εἰ δέ καί ἀντί τῆς "διά" τήν "ἐκ" πρόθεσιν τιθέντα βούλοιο, μεμψόμεθά σε οὐδαμῶς, μόνον τἀληθές κάι φρονῶν καί προστιθείς, ἐκ τοῦ Υἱοῦ φανερωθέν ἡμῖν τό Πνεῦμα λέγε˙ ἄν δέ τήν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὕπαρξιν λέγῃς δι᾿ Υἱοῦ, ὡς ἐκ τοῦ Υἱοῦ ὑπάρχουσαν, ὡς ἐκτός ὑπάρχοντα τῆς εὐσεβείας καί τῆς ἐκκλησίας ἔξω στήσομεν˙ ἐπεί γάρ «καί μεμαθήκαμεν Πνεῦμα θεῖον συμπαρομαρτοῦν τῷ λόγῳ, δύναμιν ὄν αὐτήν ἐφ᾿ ἑαυτῆς ἐν ἰδιαζούσῃ ὑποστάσει θεωρουμένην, ἐκφαντικήν τοῦ Λόγου, μή χωρισθῆναι τοῦ Θεοῦ ἐν ᾧ ἐστι καί τοῦ Λόγου, ᾧ παρομαρτεῖ δυναμένη;», ὡς συνακολουθούσης ἀδιαστάτως τε καί ἀχρόνως τῇ γεννήσει τῆς ἐκπορεύσεως, πῶς τήν "διά" ἐπί τῆς ἐκπορεύσεως εἰς τήν "ἐκ" μεταλαμβάνοντες οὐχ ἁμαρτήσομεν; Εὐσεβῶς οὖν εἴπουπερ εὑρεθείη διά τοῦ Υἱοῦ ἐκπορευόμενον τό Πνεῦμα τό ἅγιον, οὐκ εἰς τήν "ἐκ", ἀλλ᾿ εἰς τήν "σύν" πρόθεσιν τήν "διά" νοήσομέν τε καί μεταληψόμεθα, μετά τοῦ τῆς θεολογίας ἐπωνύμου Γρηγορίου λέγοντος, «εἷς ἡμῖν Θεός, ὁ ἄναρχος Πατήρ˙ ἡ ἀρχή τῶν πάντων, ὁ Υἱός καί τό οὐκ ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἀλλά σύν τῇ ἀρχῇ καί μετά τῆς ἀρχῆς ἐκ τοῦ Πατρός Πνεῦμα ἅγιον».  Διό καί αὐτός ὁ θεῖος Κύριλλος ἐν Θησαυροῖς ἐν Υἱῷ παρά Πατρός φυσικῶς ὑπάρχειν διά πολλῶν τό Πνεῦμα συμπεραίνει καί παρά Πατρός φυσικῶς τε καί οὐσιωδῶς διήκειν ἐν Υἱῷ τό Πνεῦμα γράφει, δι᾿ οὗ πάντα χρίων οὗτος ἁγιάζει˙ἐκ μέν οὖν τοῦ Πατρός ἐν τῷ Υἱῷ διήκει ἀϊδίως, ἐκ δέ τοῦ Πατρός διά τοῦ Υἱοῦ τοῖς ἁγιαζομένοις ἐγγίνεται, ἡνικ᾿ ἄν δέοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...