Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Τακαρίδης Γεώργιος - Η οντολογία του νού κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά (8)

Συνέχεια από: Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2020

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Τακαρίδης Γεώργιος


Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

Κατά τόν Άγιο Γρηγόριο Παλαμά

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2010
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ:  κ. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

3. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

3.3. Η ουσία, η έδρα και οι δυνάμεις τού νού

Ι. Διάκριση νού και διάνοιας

Η ουσία του νού ως νοερή και άϋλη είναι ακατάληπτη από τις αισθήσεις, όπως προειπώθηκε, επομένως και μη διερευνήσιμη, μη προσεγγίσιμη, μη αναλύσιμη σε οποιοδήποτε επιστημονικό εργαστήριο. Ούτε και οι άγιοι τού Θεού μίλησαν ποτέ για την ουσία τού νού. Ο,τιδήποτε ειπώθηκε σχετίζεται με τις ενέργειές του, οι οποίες ευκολότερα ή δυσκολότερα ως ουσιώδεις αποκαλύπτουν κάτι από την ουσία του αλλά όχι πλήρως την ουσία του. Με την ουσία τού νού συμβαίνει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που συμβαίνει και με την ουσία του Θεού· είναι αμέθεκτη και ακατάληπτη, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο Θεός είναι τελικά άγνωστος, εφόσον δια των ακτίστων ενεργειών του όχι μόνο γνωρίζεται από το πλάσμα του, αλλά του δίνει και την δυνατότητα να ενωθεί ακτίστως μαζί Του σε ένα πνεύμα. Ο νους του ανθρώπου ως εικόνα τού ανώτατου νού έχει στην ουσία του το στοιχείο τής ακαταληψίας· όχι όμως και στις ενέργειές του από τις οποίες γνωρίζεται. Πάνω σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ο άγιος Γρηγόριος εξηγεί ότι η διάνοια σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον νού. Ο νους είναι η ουσία και η διάνοια μια από τις ουσιώδεις ενέργειές του· ως πηγή και αίτιος τής διάνοιας υπέρκειται αυτής. Η δε διάνοια είναι ενέργεια τού νου κι όχι ουσία, αν και δεν χωρίζεται από τον νου. Έτσι η διάνοια ενός σοφού για τον άγιο μπορεί να δοθεί ως δώρο στους μαθητευόμενους και να τους σοφίσει, χωρίς ταυτόχρονα να αποχωρίζεται από τον δάσκαλο126.

II. Η έδρα τού νού

Η ουσία τού νού είναι αμετάθετη και αμετάβατη, βρίσκεται σταθερά μέσα στο σώμα, ενώ οι ενέργειες του νού είναι μεταβατικές, δηλαδή μπορεί ο νους με κάποια από τις ενέργειές του να βρίσκεται εκτός τού ανθρώπινου σώματος127. Έτσι για παράδειγμα μπορεί ένας άνθρωπος με την ενέργεια τού νου του να σκέφτεται κάποιον φίλο ή συγγενή του που ζει σε άλλη πόλη ή να ασχολείται με ένα επιστημονικό αντικείμενο διαβάζοντας ή εκτελώντας ένα πείραμα και η ενέργεια τού νού να βρίσκεται στα γραφόμενα ή στο πείραμα. Ακόμη πιο απλά, όταν κάποιος απολαμβάνει ένα ωραίο τοπίο, η ενέργεια τού νου του δεν είναι στον εαυτό του αλλά εκτός τού εαυτού του, εφόσον περιεργάζεται και απολαμβάνει τις ομορφιές του τοπίου. Πολλές ακόμα είναι οι φορές που ο εκκλησιαζόμενος άνθρωπος σωματικά βρίσκεται στον ναό, αλλά η ενέργεια τού νου του κι όχι η ουσία του βρίσκεται αλλού, σε κάποιες βιοτικές μέριμνες.


Για το πού ακριβώς βρίσκεται η ουσία τού νού μέσα στο σώμα φαίνεται να είναι ένα θέμα δύσκολο και να υπάρχουν διαφορετικές τοποθετήσεις από τους Πατέρες. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους κατακρίνεται ο Παλαμάς από τον Καλαβρό Βαρλαάμ για ασυμφωνία με τους Πατέρες στην γνωστή ησυχαστική έριδα του 14ου αιώνα. Πράγματι ο μέγας Αθανάσιος φαίνεται να λέει ότι το λογικό της ψυχής εδρεύει στον εγκέφαλο128, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης λέει ότι ο νους δεν βρίσκεται ούτε εντός ούτε και εκτός του σώματος ως ασώματος129, και ο άγιος Μακάριος λέει ότι στην καρδιά βρίσκεται ο νους και όλοι οι λογισμοί της ψυχής130.

Ο άγιος Γρηγόριος απαντάει με σαφήνεια ότι η ασυμφωνία είναι φαινομενική κι όχι ουσιαστική. Συμφωνεί με τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης ότι ως ασώματος ο νους δεν έχει ανάγκη από ένα σκεύος για περικρατείται μέσα του. Παρόλα αυτά εξηγεί πως ο νους, ως ενωμένος με το σώμα, βρίσκεται και μέσα στο σώμα· όπως το θείο ως ασώματο δεν υπάρχει εν τόπω, αλλά ο Λόγος του Θεού ως άπειρος και αχώρητος εισήλθε και χώρεσε στην μήτρα της Παρθένου και ενώθηκε υπέρλογα με το δικό μας φύραμα131, έτσι και ο ασώματος νους μπορεί να βρίσκεται μέσα στο σώμα. Άλλωστε το πνεύμα του νου, που ως ζωοποιό δίνει ζωή στο σώμα, δεν θα μπορούσε να μην βρίσκεται σε ολόκληρο το σώμα.

Για την θέση εκείνη που θέλει το νου να βρίσκεται στον εγκέφαλο απαιτείται η διάκριση που έγινε για την ουσία και τις ενέργειες του νου, ώστε να γίνει η σχετική διασαφήνιση. Η διάνοια, η οποία ως ουσιώδης ενέργεια του νου δεν μπορεί να ταυτιστεί μ’ αυτόν, αλλά ούτε και να χωριστεί από αυτόν132 ενεργεί πράγματι με πρώτο όργανο το ψυχικό πνεύμα στον εγκέφαλο. Ο νους καθεαυτόν, η ουσία του, δεν έχει κάποιο όργανο σωματικό δια του οποίου ενεργεί, αλλά είναι αυτοτελής ουσία και ενεργεί από μόνη της, αν και κατεβάζει τον εαυτό του προς την κατά διάνοια αναπτυσσόμενη ψυχική ζωή133. Γίνεται σαφές, επομένως, ότι μία από τις σημαντικότερες δυνάμεις τού νού, η διάνοια, είναι αυτή η οποία δια του ψυχικού πνεύματος τού νου ενεργεί στον εγκέφαλο, αλλά δεν αποτελεί αυτή καθεαυτή την ουσία τού νού.


Παρά το γεγονός ότι συμφωνεί και εξηγεί τις δύο παραπάνω θέσεις, ο άγιος Γρηγόριος δέχεται κυρίως την τρίτη άποψη, ότι δηλαδή ο νους βρίσκεται και ενεργεί κυρίως μέσα στην καρδιά. Αναφέρει χαρακτηριστικά: Εμείς όμως γνωρίζουμε με ακρίβεια ότι το λογιστικό μας βρίσκεται, αν και όχι σαν μέσα σε αγγείο, αφού είναι ασώματο, ούτε έξω, αφού είναι συνημμένο με αυτό, αλλά σαν σε όργανο, μέσα στην καρδιά· και δεν το διδαχτήκαμε αυτό από άνθρωπο, αλλά από τον ίδιο τον πλάστη του ανθρώπου, ο οποίος για να δείξει ότι δεν μολύνουν τον άνθρωπο τα εισερχόμενα, αλλά τα εξερχόμενα από το στόμα, λέγει· «γιατί μέσα από την καρδιά εξέρχονται όλοι οι λογισμοί» (Ματ. 15, 19). Αναφέρεται μάλιστα και στο χωρίο του αγίου Μακαρίου που λέει ότι «η καρδιά ηγεμονεύει ολοκλήρου του οργάνου και όταν η χάρις εξουσιάσει τα μόρια της καρδιάς, βασιλεύει σε όλους τους λογισμούς και τα μέλη· γιατί εκεί βρίσκεται ο νους και όλοι οι λογισμοί της ψυχής» (Ομιλία 15, 20 PG 34, 589B)134.

Η θέση αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με τις δύο προηγούμενες όσο κι αν αρχικά αυτό μπορεί να φαίνεται. Όπως ο Θεός είναι πανταχού παρών αλλά μέσα σ’ έναν ιερό ναό υπάρχει και συναντιέται κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο, και ακόμη μεγαλύτερη ιερότητα έχει το ιερό βήμα, αλλά ο κατ’ εξοχήν τόπος όπου ενεργεί και βρίσκεται είναι ο θρόνος Του, η Αγία Τράπεζα, έτσι συμβαίνει και με τον νου· βρίσκεται σε όλο το σώμα – ναό χωρίς να περιέχεται σ’ αυτό ως ασώματος, είναι η ανώτερη, η λογική δύναμη της ψυχής – του ιερού βήματος, και αποτελεί τον θρόνο – την Αγία Τράπεζα της Χάριτος με έδρα την καρδιά. Εκεί λοιπόν στην καρδιά, στο ηγεμονικό όργανο, στον θρόνο της χάριτος, βρίσκεται ο νους και όλοι οι λογισμοί της ψυχής. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο άγιος αποκαλεί την καρδιά το ενδότατο εντός του σώματος σώμα135. Η καρδιά επομένως είναι η κατεξοχήν έδρα του νου, το ταμείο του λογιστικού και το πρώτο λογιστικό σαρκικό όργανο136.


Στο σημείο αυτό ίσως και πάλι δημιουργείται μία σύγχυση που χρειάζεται να διασαφηνιστεί. Αναφέρθηκε ότι η διάνοια, η δύναμη που πραγματοποιεί τις λογικές σκέψεις, ενεργεί με πρώτο όργανο το ψυχικό πνεύμα στον εγκέφαλο, ενώ η καρδιά είναι το ταμείο του λογιστικού και το πρώτο σαρκικό λογιστικό όργανο. Η διάνοια παράγει τους λογισμούς, τους τρέφει, τους επεξεργάζεται, τους ανακαλεί και ασχολείται μαζί τους, ενώ η καρδιά τους αποθηκεύει, είναι το ταμείο τους, με αποτέλεσμα μέσα στην έδρα του νου και εκεί που αυτός κυρίως ενεργεί να συγκατοικεί με τα παραγόμενα της διάνοιας, μιας από τις σημαντικότερες δυνάμεις του. Ο άγιος λέει ότι από την ποιότητα των διανοητικών διεργασιών εξαρτάται η ποιότητα των λογισμών που παράγει ο άνθρωπος, αλλά και το αποτέλεσμά τους· το εάν δηλαδή θα τύχει της θείας επιστασίας ή όχι. Αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά πως, εάν πάνω σε κάρβουνα βάλει κανείς κάτι δύσοσμο, τότε απομακρύνει τον οποιονδήποτε προσπαθήσει να πλησιάσει, ενώ, εάν βάλει κάτι εύοσμο, έλκει τους περαστικούς. Το ίδιο συμβαίνει και με την διάνοια· όταν οι λογισμοί που παράγει και τρέφει είναι καλοί, τότε έλκει την θεία Χάρη, ενώ όταν αυτοί είναι ρυπαροί, τότε Την απομακρύνουν137. Κι αυτό γιατί το καλό δεν μπορεί να συγκατοικήσει με το κακό, η Χάρη και η ευωδία του Πνεύματος με την βρωμιά και τη δυσωδία της αμαρτίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο και αυτεξουσίως ο νους προσαρτά ως ποιότητες τους αγαθούς λογισμούς που τον καλλωπίζουν ή τους ρυπαρούς λογισμούς που του δημιουργούν το δύσμορφο προσωπείο, το κάλυμμα των παθών138, που σκοτίζει τον νου. Βέβαια εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι ένας λογισμός μπορεί να μην έχει την αφετηρία του στον άνθρωπο, αλλά να προέρχεται από τα πνεύματα της πονηρίας· ο νοητός πόλεμος των λογισμών που γίνεται μέσα μας, κινείται άμεσα από τα πνεύματα της πονηρίας και από τις προσβολές και παρορμήσεις αυτών139.

Κλείνοντας αυτήν την ενότητα για την έδρα του νου αξίζει να αναφερθούν δύο ακόμη σημαντικές τοποθετήσεις του αγίου Γρηγορίου. Και οι δύο αναφέρονται στην κατηγορία που προαναφέρθηκε ότι δέχτηκε από τον Βαρλαάμ. Στην πρώτη τοποθέτησή του αναφέρει ότι παρά το γεγονός ότι η καρδιά είναι το όργανο των οργάνων στο σώμα, αυτό δεν σημαίνει πως ο τρόπος ένωσης του νου με το σώμα είναι κατανοητός· απεναντίας είναι ακατανόητος και ανέκφραστος. Έτσι, μπορεί να χρησιμοποιούνται οι λέξεις επαφή, χρήση και ανάκραση, ποια είναι όμως αυτή και πώς θα μπορούσε να τελεστεί η ανάκραση νοερής φύσης με κάτι σωματοειδές ή με το σώμα, αυτό είναι αδύνατο σε όλους τους ανθρώπους να το καταλάβουν και να το εκφράσουν140. Στην δεύτερη τοποθέτησή του και συνεχίζοντας να εξηγεί πως είναι ακατάληπτος και ανέκφραστος ο τρόπος της σύναψης του νου με το σώμα, επομένως και το πού βρίσκεται το φανταστικό και το δοξαστικό, πού είναι εγκατεστημένο το μνημονικό, ποιο μέρος του σώματος είναι το καιριότατο και ποιο καθοδηγεί τα άλλα, λέει ότι ο καθένας από τους Πατέρες δικαιούται να διατυπώνει με δικό του τρόπο όσα δεν αποκαλύφθηκαν πλήρως από το Άγιο Πνεύμα, το μόνο που γνωρίζει με ακρίβεια την αλήθεια για όλα αυτά· γιατί όλοι οι Πατέρες σχετικά μ’ αυτά λέγουν τα πρέποντα141. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα όσα ειπώθηκαν από τους Πατέρες δεν είχαν το φωτισμό της Χάρης του Θεού. Έτσι αναφέρει πως ο άγιος Μακάριος, αφού διδάχθηκε με την ενέργεια της Χάριτος, δίδαξε και σε μας περί του νοός και της καρδίας, όπως και ο Νύσσης. Κάτω από διαφορετικό πρίσμα είπε ο ένας ότι ο νους δεν βρίσκεται μέσα στο σώμα και ο δεύτερος ότι είναι εντός της καρδιάς, ώστε τελικά ελάχιστα να διαφέρουν μεταξύ τους142.

III. Η δύναμη της νόησης, η διάνοια και η δια της Χάριτος δυνατότητα ένωσης του νου με τον Θεό

Η διάνοια, όπως είπαμε, είναι μία ουσιώδης ενέργεια του νου. Κάθε ενέργεια ενεργείται από την αντίστοιχη δύναμη, επομένως η διάνοια μπορεί να αναφερθεί και ως μία από τις δυνάμεις του νου, και μάλιστα μία από τις βασικότερες δυνάμεις του. Ο νους όμως δεν έχει μόνο αυτήν την δύναμη – δυνατότητα. Έχει κι άλλες, οι οποίες, δυστυχώς, είναι άγνωστες στον άνθρωπο από τη στιγμή που περιόρισε την ζωή του σ’ αυτήν, που ο άγιος ονομάζει κατά διάνοια αναπτυσσόμενη ψυχική ζωή143. Από την στιγμή που ο άνθρωπος έχασε την άκτιστη Χάρη ζει ως ψυχικός, με μόνα τα φυσικά του χαρίσματα, τις δυνάμεις που του παρέχει το κατά φύσιν. Ακόμη κι οι βαπτισμένοι άνθρωποι, αυτοί που έχουν λάβει και πάλι την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος μέσα τους, στα βάθη της ύπαρξής τους, τις περισσότερες φορές ζουν έχοντάς την απενεργοποιημένη, θαμμένη, και μαζί μ’ αυτήν και την φυσική τους δύναμη – δυνατότητα που την ενεργοποιεί. Μη γνωρίζοντας πλέον ο άνθρωπος ότι στις φυσικές του οντολογικές προδιαγραφές του δόθηκε και η δύναμη αυτή που περιγράφεται από τους αγίους ως δυνατότητα επιστροφής του νου στον εαυτό του, και δια της Χάριτος υπέρβασής του και ένωσής του με τον Θεό, ξέμεινε να πορεύεται και να ζει και να δραστηριοποιείται και να αναζητά την αλήθεια με ένα μέρος τού είναι του, τού νού του, την διάνοια. Αυτό το οντολογικό χαρακτηριστικό του όμως δεν είναι ικανό να πραγματοποιήσει την ένωση, διότι είναι αναρμόδιο για κάτι τέτοιο144. Μπορεί να βοηθήσει, ώστε αναγωγικά να δεχτεί κάποιος την ύπαρξη του Θεού και την μεγαλειότητά Του, όχι όμως και να ενωθεί με Αυτόν. Η ένωση πραγματοποιείται με την άλλη, την άγνωστη στους πολλούς, αλλά πολύ σπουδαιότερη δύναμη ‐ δυνατότητα, του ανθρώπου· τη δύναμη με την οποία επιστρέφει στον εαυτό του, και διά της Χάριτος τον υπερβαίνει και ενώνεται με τον Θεό.

Ο ψυχικός άνθρωπος για τον άγιο, αυτός που δεν γνωρίζει την δια της Χάριτος δυνατότητα ένωσής του με τον Θεό ή την έχει ακούσει αλλά την αρνείται ή την αμφισβητεί ή αδιαφορεί για την ύπαρξή της, είναι εκείνος που πιστεύει στους δικούς του λογισμούς και στις έρευνες μέσω αυτών, θεωρώντας ότι κάθε αλήθεια βρίσκεται με διαιρέσεις και συλλογισμούς και αναλύσεις145. Ένας τέτοιος ψυχικός άνθρωπος «δεν δέχεται τα του Πνεύματος του Θεού» 146, ούτε και μπορεί να τα δεχτεί, εφόσον βασίζει την όποια αλήθεια σ’ αυτά που η διάνοιά του τού επιτρέπει να προσεγγίσει. Ένας τέτοιος άνθρωπος, ακόμη και σοφός για την κοσμική σοφία, είναι μωρός για την Σοφία του Θεού147, διότι με αφροσύνη ελπίζει ότι θα εξετάσει με φυσική γνώση τα πάνω από την φύση, και ότι θα ερευνήσει και θα αποδείξει τα βάθη του Θεού ‐που είναι γνωστά μόνο στο Πνεύμα‐ και τα χαρίσματα του Πνεύματος –που είναι γνωστά μόνο στους πνευματικούς κι εκείνους που έχουν νου Χριστού‐ με φυσική σκέψη και σαρκική φιλοσοφία148. Έτσι η ανακάλυψη, αναγνώριση και ενεργοποίηση των υπολοίπων δυνάμεων του νου δεν είναι μία εύκολη υπόθεση, ούτε μπορεί απροϋπόθετα κανείς να οδηγηθεί σ’ αυτήν. Μόνο ο άνθρωπος που «δέχεται τα του Πνεύματος» κι όταν αυτός θελχθεί από την Χάρη Του και αισθανθεί μέσα του έντονο πόθο, μία εσωτερική καύση της καρδιάς του που τον ωθεί προς την ένωση με τον Θεό, πείθεται να διερευνά και να παρατηρεί με προσοχή τις σωματικές ενέργειες και τις ψυχικές δυνάμεις οπουδήποτε τύχει, ώστε να επιτύχει συναναστροφή με τον Θεό149. Ένας τέτοιος άνθρωπος αφενός παρατηρεί πολύ προσεκτικά τον εαυτό του και τις εσωτερικές, ψυχικές και νοερές του ενέργειες, αφετέρου εντρυφά στην σοφία και στην γνώση που έχουν αποκτήσει με την Χάρη του Θεού, προ αυτού, έμπειροι αγωνιστές και άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας.

Κατά τον τρόπο αυτό πολιτευόμενος και ο άγιος Γρηγόριος και ακολουθώντας τους θεοφόρους Πατέρες, παραπέμπει στον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και στον Μάξιμο τον Ομολογητή, και εξηγεί ότι ο νους έχει την δύναμη για να νοεί, με την οποία βλέπει τα νοητά, και την ένωση που υπερβαίνει τη φύση του νου, με την οποία συνάπτεται με τα πέρα από τον εαυτό του150. Η δύναμη της νόησης έχει μία κατώτερη ενέργεια και μία ανώτερη. Η κατώτερη ενέργεια είναι ουσιαστικά η διανοητική ενέργεια, με την οποία ο νους «κατεβαίνει» στην πολυμέριστη ζωή, την ζωή της καθημερινότητας, της πολυδιάσπασης, των βιοτικών μεριμνών και αναγκών. Ακόμη και η επιστημονική έρευνα και η πρόοδος και οι γνώσεις βασίζονται πάνω σ’ αυτήν την διανοητική διεργασία και απαιτούν χρόνο και κόπο και οργανώνονται και εξελίσσονται και προχωρούν σαν τα ερπετά με συναγωγή και διαίρεση151, ώστε πολλές φορές να απορροφούν το σύνολο του ανθρώπινου είναι. Απεναντίας ο νους, η μόνη τέλεια και ενιαία και αμέριστη ουσία μας, η οποία ορίζει και ενοποιεί, σαν είδος ειδών που είναι, ακόμη και τις συστροφές της διάνοιας152, υπέρκειται αυτών και διαθέτει και υψηλότερη αυτών ενέργεια. Ο άνθρωπος ζώντας και δραστηριοποιούμενος κυρίως διανοητικά και εναποθέτοντας τα υπόλοιπα –επιθυμίες και συναισθήματα‐ στις «φυσικές ανάγκες», που δεν φιλτράρονται οπωσδήποτε από τη διάνοια, χάνει την ευκαιρία να γνωρίσει ότι η δύναμη της νόησής του διαθέτει αυτήν την ανώτερη ενέργεια, με την οποία έχει την δυνατότητα να ενεργεί αυτός και καθεαυτόν, καθόσον μπορεί να μένει και καθεαυτόν, όταν χωριστεί από την ποικιλότροπη αυτή και πολύμορφη και χαμερπή διαγωγή153. Με άλλα λόγια η ανώτερη ενέργεια της δύναμης της νόησης είναι η επιστροφή του νου στον εαυτό του, η παρατήρηση του εαυτού του, η απομάκρυνση από την πολυδιάσπαση και τον θόρυβο που προκαλεί αυτή στην ψυχή ή πιο σωστά στο νου, και η φρούρηση – φύλαξή του154. Η επιστροφή αυτή δεν σχετίζεται μ’ αυτό που πολλές φορές αποκαλούμε εσωτερική ζωή στην καθημερινότητα. Μπορεί κάποιος να έχει εσωτερική ζωή, να είναι εσωστρεφής χαρακτήρας, αλλά όλη αυτή η εσωτερικότητα να βασίζεται και πάλι κυρίως σε διανοητικές και ψυχικές διεργασίες, να ζει μία εσωτερική ζωή βασισμένη στους λογισμούς του, στην φαντασία του, στη διάνοιά του και στην σχέση που έχει αυτή με τις επιθυμίες και τα συναισθήματά του. Η ανώτερη ενέργεια εκδηλώνεται, όταν ο νους προσευχόμενος προσπαθεί με την βοήθεια και τη Χάρη του Θεού να επιστρέψει όλες τις δυνάμεις του σώματος και της ψυχής και του νου στον εαυτό του· ακόμη και την διάνοιά του να την στρέψει προς τα μέσα, να την προσηλώσει στην προσευχή, να την αποκόψει από την πολυδιάσπαση και τις όποιες σκέψεις, να την ηρεμήσει. Μόνον τότε μπορεί ο νους να επιστρέψει στον εαυτό του και μόνον τότε μπορεί να ενεργοποιηθεί και η δια της Χάριτος ένωση με τον Θεό155. Βέβαια, μία τέτοια επιστροφή του νου προς τον εαυτό του είναι πολύ δύσκολη, εφόσον ο νους έχει κατά φυσικό τρόπο τη σύνδεση με το σώμα και είναι αναμιγμένος με τις σωματοειδείς γνώσεις και με τις πολύτροπες και δυσκολοαπόβλητες σχέσεις της καθημερινής ζωής156. Παρόλα αυτά, κι ενώ ο άνθρωπος είναι εντός του κόσμου κι εντός της καθημερινής βιοτικής πάλης και των πολύτροπων ενασχολήσεων, υπάρχει τρόπος, ώστε έστω και με μεγάλη δυσκολία ο νους να εργάζεται και την ανώτερη αυτή ενέργεια που διαθέτει. Υπάρχει πληθώρα ενασχολήσεων που δεν απαιτούν το σύνολο τού είναι τού ανθρώπου· ένας περίπατος, μία διαδρομή με το αυτοκίνητο ή με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, μία αναμονή σε μια υπηρεσία μέχρι να διεκπεραιωθεί μία συγκεκριμένη εργασία, μία χειρωνακτική εργασία και πλήθος άλλων καθημερινών δραστηριοτήτων δεν απαιτούν το σύνολο της νοητικής ή ακόμη και της διανοητικής ενέργειας. Δίνονται έτσι πολλές ευκαιρίες σ’ αυτόν που θα το επιθυμήσει, να ασχοληθεί και με την ανώτερη ενέργεια του νου· να προσπαθήσει με τη βοήθεια του Θεού την επιστροφή προς τον εαυτό του και δι’ αυτής την επιστροφή και συναναστροφή μαζί Του· να επιχειρήσει την επιστροφή από την μακρινή χώρα της ασωτίας στην έδρα του157, στο πατρικό του σπίτι, εντός της καρδιάς του, όπου και μπορεί να αναπαυτεί και να συναντήσει υπαρξιακά, οντολογικά τον Πατέρα που τον περιμένει, τον Θεό, την Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, το οποίο «ὑπερεντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις»158. Ο άγιος στο σημείο αυτό αναφέρει το παράδειγμα του έφιππου την ώρα που ηνιοχεί. Ενώ απαιτείται να έχει την προσοχή του σ’ αυτό που κάνει, ώστε να μη γίνει κάποιο λάθος, οπωσδήποτε δεν απαιτείται από τον έφιππο να διαθέσει το σύνολο των νοητικών πόρων του, της νοητικής του προσπάθειάς για να ηνιοχεί· διαθέτει αποθέματα νοητικά και του απομένει ως επιλογή να ενεργήσει και καθ’ εαυτόν, εάν δεν παραδώσει με την θέλησή του όλο τον εαυτό του στη φροντίδα να ηνιοχεί159.

Έτσι, κατά την επιτέλεση του διακονήματος οι μοναχοί προσεύχονται αγιάζοντας αφενός με τον τρόπο αυτό την εργασία τους και αφετέρου συνδέοντας οργανικά σε έναν ενιαίο τρόπο ζωής τις καθημερινές απαραίτητες εργασίες της μοναστικής κοινότητας, με την διαρκή προσευχή, την επιστροφή του μοναχού στον εαυτό του και την κύρια μοναστική εργασία, που είναι η αδιάσπαστη προσευχή και η δια της Χάριτος ένωση με τον Θεό. Απευθυνόμενος σε μοναχούς ο άγιος αναφέρει χαρακτηριστικά: εμείς που αναχωρήσαμε από τον κόσμο, ας αναχωρούμε απ’ αυτόν και ως προς την διάνοια, συνδέοντας τον νου μας με τον Χριστό με ψαλμούς και ωδές και προσευχές πνευματικές, και ας καταστήσουμε τους εαυτούς μας σκήνωμα του σωτηρίου ονόματος, μνημονεύοντας αυτόν, για τον οποίο αναχωρήσαμε από τον κόσμο. Γιατί αυτός που αναχώρησε από τον κόσμο και τα βιοτικά για τον Χριστό, ποθεί οπωσδήποτε την ένωση προς αυτόν, και αυτή πετυχαίνεται με τη συνεχή μνήμη αυτού που καθαρίζει το νου. Ας καθαρίσουμε λοιπόν το μάτι της διάνοιας με έργα και λόγια και λογισμούς υψώνοντάς το προς τον Θεό160.


Μέσα σε σημαντικά δυσκολότερες συνθήκες αυτή είναι και η ζωή των ανθρώπων που ζουν στον κόσμο, αλλά επιθυμούν να πολιτεύονται στον ουρανό· δε χάνουν την ευκαιρία ευχόμενοι να επικαλούνται την Χάρη του Θεού κι έτσι να βρίσκονται σε μία πορεία ενεργοποίησης αυτής της ανώτερης ενέργειας του νου, που τους οδηγεί στους γλυκείς καρπούς της συνάντησης με τον Θεό. Απευθυνόμενος σε λαϊκούς ο άγιος τους λέει, ότι γι’ αυτό κατασκεύασε τέτοια τη φύση μας ο Θεός, ώστε όχι μόνο όταν ηρεμεί το σώμα, αλλά και όταν κινείται και μετακινείται και πράττει ο,τιδήποτε χρειάζεται, να μπορεί ο λογισμός να βρίσκεται σε άλλα πράγματα, ώστε με το σώμα να πράττουμε τα κατάλληλα σ’ αυτό, ενώ με την ψυχή βλέποντας προς τον Θεό να ζητούμε από αυτόν τα ουράνια161. Με τον τρόπο αυτό ο άνθρωπος δεν απομακρύνεται από τα έργα, αλλά απομακρύνεται από τη μέριμνα, μεταθέτοντας την ελπίδα προς τον Θεό, ώστε ούτε την εργασία να την έχουμε χωρίς ελπίδα, ούτε να αναθέτουμε κακώς σ’ αυτήν την ελπίδα162.

Σημειώσεις
126. «Οὕτω γὰρ καὶ ἡ τοῦ σοφοῦ διάνοια δίδοται ὡς δῶρον τοῖς μαθητευομένοις καὶ σοφίζει τούτους, ἀλλ’ οὐ τοῦ διδάσκοντος χωρίζεται, εἰ καὶ ὑπέρκειται ὁ νοῦς κατ’ οὐσίαν τῆς τοιαύτης διανοίας ὡς πηγὴ καὶ αἴτιος αὐτῆς. Ἐνέργεια δὲ νοῦ ἐστιν καὶ οὐκ οὐσία ἡ διάνοια, εἰ καὶ μὴ χωρίζεται τοῦ νοῦ». Λόγος διασαφητικός, 4, Π. Χρήστου 4, 90, ΕΠΕ 7, 126, 29 – 128, 5.
127. «… τὶ τοίνοιν ὅθ’ οὗτος εἶπε τὸν νοῦν ἔξω διαχεῖσθαι καὶ ἐπανάγεσθαι πάλιν, κακῶς ἐροῦμεν αὐτὸν ὡς τὴν τοῦ νοῦ ἀμετάβατον οὐσίαν διαχεῖσθαι λέγοντα καὶ τὴν μηδέποτε ἑαυτὴν ἀπολείπουσαν ἐπανάγεσθαι, ἢ νοῦν νοήσομεν αὐτὸν λέγειν τὰς μεταβατικὰς αὐτοῦ ἐνεργείας, αἳ δή ποτέ εἰσιν αὗται;», Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 2,2, 26, Π. Χρήστου 1, 533, ΕΠΕ 2, 340, 15 – 19.
128. Δεν αναφέρει καθαρά ο μέγας Αθανάσιος ότι το λογικό εδρεύει στον εγκέφαλο. Από τα συμφραζόμενα θα μπορούσε να ειπωθεί κάτι τέτοιο. Κάλλιστα θα μπορούσε αυτό που λέει περί εγκεφάλου να αποδοθεί στην διάνοια που χρησιμοποιεί ως όργανό της τον εγκέφαλο. Προς μοναχούς 70, PG 25, 776CD.

129. Περί κατασκευής ανθρώπου, 15, PG 44, 177BC.
130. Ομιλία 15, 20, PG 34, 589B.
131. Αγιορείτικος τόμος, 3, Π. Χρήστου 2, 572, ΕΠΕ 3, 504.
132. «… ὅταν δὲ ἀπαιτούμεθα εἰπεῖν τὶ νοῦς καὶ τὶ διάνοια τὸν μὲν νοῦν οὐσίαν λέγομεν, τὴν δὲ διάνοιαν οὐσιώδη ἐνέργειαν, τοῦ λόγου χωρίζοντος τὰ ἀχώριστα· εἰ γὰρ καὶ διαφέρει τοῦ νοῦ ἡ διάνοια, ἀλλ’ οὐκ ἔστι ποτε χωρὶς νοῦ ἡ διάνοια». Διάλεξις μετά Γρηγορᾶ, 26, Π. Χρήστου 4, 229, ΕΠΕ 7, 258, 22 ‐ 28.

133. «Διάνοια δέ… δι’ ὀργάνου πρώτου συνειστήκασι καὶ ἐνεργοῦσι, τοῦ ψυχικοῦ ἐν ἐγκεφάλῳ πνεύματος. Νοῦ δὲ ὄργανον οὐδέν ἐστιν, ἀλλ’ αὐτοτελής ἐστιν οὐσία καὶ καθ’ ἑαυτὴν οὖσα ἐνεργητική, εἰ καὶ πρὸς τὴν κατὰ διάνοιαν ψυχικήν τε καὶ ἀνελιγμένην ζωὴν ὑποκαταβιβάζει ἑαυτόν». Ομιλία ΝΓ΄, Εις την Είσοδον της Θεοτόκου, 56, ΕΠΕ 11, 334.
134. Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,2, 3, Π. Χρήστου 1, 395 ‐ 396, ΕΠΕ 2, 104, 17 – 26.
135. «Ἐν τῷ ἡγεμονικῷ ὀργάνῳ, ἐν τῷ τῆς χάριτος θρόνῳ, ὅπου ὁ νοῦς καὶ οἱ λογισμοὶ πάντες τῆς ψυχῆς, ἐν τῇ καρδίᾳ δηλαδή… καὶ μάλιστα τῷ ἐν τῷ σώματι ἐνδοτάτῳ σώματι, ὃ καρδίαν ὀνομάζομεν», Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,2, 3, Π. Χρήστου 1, 396, ΕΠΕ 2, 106, 2 – 6

136. Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,2, 3, Π. Χρήστου 1, 396, ΕΠΕ 2, 104, 26 ‐ 27.
137. «… Καθάπερ γὰρ ἐπὶ τῶν ἀνθράκων ἂν μὲν τι τῶν εὐόσμων ἐνθῇς, ἐπιστρέφεις καὶ παρακατέχεις τοὺς προσιόντας, ἂν δὲ τι τῶν βαρυόσμων καὶ δυσωδῶν, ἀπωθῇ τούτους καὶ ἀποστρέφεις, οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς διανοίας· ἂν μὲν ἱερὰν ἔχῃς μελέτην καὶ σπουδήν, ἐπισκοπῆς θείας ἄξιον ποιεῖς σεαυτόν· αὕτη γὰρ ἧς ὀσφραίνεται Κύριος ὀσμῆς εὐωδίας· ἂν δὲ πονηροὺς καὶ ῥυπαροὺς καὶ γηΐνους ἔνδον τρέφῃς λογισμούς, μακράν γίνη τῆς θείας ἐπισκοπῇς, τῆς ἀποστροφῆς τοῦ Θεοῦ φεῦ ἄξιον σαυτὸν ἐργασάμενος!». Ομιλία ΙΘ΄, Εις το κατά την Σαμαρείτιδα… Ευαγγέλιον, 9, PG 151, 253D – 256Α, ΕΠΕ 9, 554.
138. «… οὕτω καὶ ὁ νοῦς, ὅταν ἐπικείμενον ἔχῃ τὸ ζοφῶδες κάλυμμα τῶν πονηρῶν παθῶν…». Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3, 9, Π. Χρήστου 1, 418, ΕΠΕ 2, 140, 30 ‐ 31.
139. Ομιλία ΚΓ΄, Εις το Ι΄ Εωθινόν, …, 12, PG 151, 304D, ΕΠΕ 10, 88.
140. Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2,2, 28, Π. Χρήστου 1, 534 ‐ 535, ΕΠΕ 2, 342, 20 – 23.

141. «… πῶς ἴσχει τὴν πρὸς σῶμα συναφὴν ὁ νοῦς, καὶ ποῦ κεῖται τὸ φανταστικόν τε καὶ τὸ δοξαστικόν… περὶ τῶν τοιούτων τοίνοιν ἔξεστι παντὶ λέγειν τὸ δοκοῦν, ἐπεὶ πάντες ἐν τοῖς τοιούτοις τὰ εἰκότα λέγουσιν… ὅσα μὴ σαφῶς ἀπεκάλυψεν ἡμῖν τὸ Πνεῦμα, μόνον γινῶσκον ἀκριβῶς τὴν διὰ πάντων διικνουμένην ἀλήθειαν». Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2,2, 30, Π. Χρήστου 1, 535 ‐ 536, ΕΠΕ 2, 344, 9 – 19.
142. «Τοῦ γὰρ μεγάλου Μακαρίου τῇ τῆς χάριτος ἐνεργείᾳ διδαχθέντος καὶ ἡμᾶς διδάσκοντος εἶναι τὸν νοῦν ἐν τῇ καρδίᾳ… Ἐπεὶ τοίνυν κατ’ ἄλλο μὲν ἐκεῖνος οὐκ ἔνδον εἶναι λέγει, κατ’ ἄλλο δὲ οὗτος ἔνδον, ἥκιστα πρὸς ἀλλήλους διαφέρονται». Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2,2, 29, Π. Χρήστου 1, 535, ΕΠΕ 2, 342, 27 – 344, 3.
143. «… εἰ καὶ πρὸς τὴν κατὰ διάνοιαν ψυχικήν τε καὶ ἀνελιγμένην ζωὴν ὑποκαταβιβάζει ἑαυτόν». Ομιλία ΝΓ΄, Εις την Είσοδον της Θεοτόκου, 56, ΕΠΕ 11, 334.

144. «Καὶ μή τις ὑπολάβῃ τὴν διὰ τῶν ἀποφάσεων ἄνοδον ἐνταῦθα λέγειν τοὺς μεγάλους. Ἐκείνη γάρ… χωρίζει μὲν ἀπὸ τῶν ἄλλων τὴν διάνοιαν, ἕνωσιν δὲ οὐ δύναται μόνη πρὸς τὰ ἐπέκεινα ποιεῖν». Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων, PG 3, 865C, Μαξίμου, Σχόλια, PG 4, 344Α. Γρηγορίου Παλαμά, Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3, 21, Π. Χρήστου 1, 431, ΕΠΕ 2, 162, 25 – 29.
145. Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3, 12, Π. Χρήστου 1, 422, ΕΠΕ 2, 148, 7 – 10.
146. Α΄ Κορ. 2, 14.
147. «ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;» Α΄ Κορ. 1, 20.
148. Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3, 12, Π. Χρήστου 1, 422, ΕΠΕ 2, 148, 18 – 22.
149. «Κατ’ ἄκρας τοίνυν τούτῳ τῷ ἔρωτι ἁλούς, διερευνᾶσθαι καὶ περισκοπεῖν ἀναπείθεται τάς σωματικὰς ἐνεργείας καὶ τάς ψυχικὰς δυνάμεις, εἴ που περιτύχοι, δι’ οὐ συνουσίας ἐπιτύχοι Θεοῦ». Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3, 44, Π. Χρήστου 1, 456, ΕΠΕ 2, 204, 28 ‐ 31.
150. «δέον εἰδέναι τὸν καθ’ ἡμᾶς νοῦν, ἔχειν τὴν μὲν δύναμιν εἰς τὸ νοεῖν, δι’ ἧς τὰ νοητὰ βλέπει, τὴν δὲ ἕνωσιν ὑπεραίρουσαν τὴν τοῦ νοῦ φύσιν, δι’ ἧς συνάπτεται πρὸς τὰ ἐπέκεινα ἑαυτοῦ», Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων 7, 1, PG 3, 865C, επίσης Μαξίμου, Σχόλια, PG 4, 344A, στο Γρηγορίου Παλαμά, Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3, 45, Π. Χρήστου 1, 456 ‐ 457, ΕΠΕ 2, 206, 12 – 15.
151. Η θέση αυτή του αγίου παραπέμπει άμεσα στις σύγχρονες απόψεις για τα γνωσιακά μοντέλα των σημασιολογικών δικτύων της Γνωστικής Ψυχολογίας, στα οποία πράγματι υπάρχει συναγωγή, διαίρεση και οργάνωση της αποκτηθείσας γνώσης.
152. «… τοῦτο δὴ ζητεῖ τὸ ἀκρότατον τῶν ἐν ἡμῖν, τὴν μόνην τελείαν καὶ ἑνιαίαν καὶ πάντῃ ἀμερῆ τῶν καθ’ ἡμᾶς οὐσίαν, ἣ καὶ τοὺς κατὰ διάνοιαν ἀνελιγμούς, ἐν οἷς καὶ τὰ τῶν ἐπιστημῶν ἔχει τὴν ἀσφάλειαν, σχεδὸν κατὰ τὰ ἑρπυστικὰ τῶν ζώων ἐν συναγωγῇ καὶ διαιρέσει προϊόντας, καὶ ὁρίζει καὶ ἑνοποιεῖ, ἅτε εἶδος οὖσα τῶν εἰδῶν». Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3, 45, Π. Χρήστου 1, 457, ΕΠΕ 2, 206, 15 ‐ 20.

153. «Εἰ γὰρ καὶ πρὸς αὐτοὺς καὶ δι αὐτῶν πρὸς τὴν πολυμερῆ κάτεισι ζωὴν ὁ νοῦς, προϊσχόμενος τάς ἐνεργείας πᾶσιν, ἀλλ’ ἔχει δήπου καί τινα ἑτέραν κρείττονα ἐνέργειαν, ἣν αὐτὸς ἂν ἐνεργοίη καὶ καθ’ ἑαυτόν, ἅτε μένει καὶ καθ’ ἑαυτὸν δυνάμενος, ἐπειδὰν μερισθῇ τῆς ποικιλοτρόπου ταύτης καὶ πολυειδοῦς καὶ χαμερποῦς διαίτης…». Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3, 45, Π. Χρήστου 1, 457, ΕΠΕ 2, 206, 20 ‐ 25.
154. «Τῆς οὖν καθ’ ἑαυτὸν ἐνεργείας γενόμενος ὁ νοῦς, ἥτις ἐστὶν ἡ πρὸς ἑαυτὸν στροφὴ καὶ τήρησις…». Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3, 45, Π. Χρήστου 1, 457, ΕΠΕ 2, 206, 33, ‐ 208, 1.
155. «… δι’ αὐτῆς (τῆς καθ’ ἑαυτὸν ἐνεργείας) ὑπεραναβαίνων ἑαυτόν, καὶ Θεῷ συγγένοιτ’ ἄν». Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3, 45, Π. Χρήστου 1, 457, ΕΠΕ 2, 208, 1 ‐ 2.
156. Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3, 45, Π. Χρήστου 1, 457, ΕΠΕ 2, 206, 30 ‐ 33.

157. Ο άγιος Γρηγόριος αναφέρει ότι ο άσωτος είναι ουσιαστικά ο νους του ανθρώπου που δαπανά την ουσία του, δηλαδή τον εαυτό του, σε χώρα μακρυνή, έξω από την εστία του. Λόγος Γ΄, Εις την κατά τον σεσωσμένον άσωτον του Κυρίου παραβολήν, 14, PG 151, 40B, ΕΠΕ 9, 90.
158. Ρωμ. 8, 26.
159. Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3, 45, Π. Χρήστου 1, 457, ΕΠΕ 2, 206, κεφ. 45, 25 ‐ 28. Επίσης, Ομιλία ΝΓ΄, Εις την είσοδον της Θεοτόκου…, 58, ΕΠΕ 11, 336.
160. Ομιλία Μ΄, Στον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη, 24 ‐ 25, PG 151, 512C, EΠE 10, 546.

161. Ομιλία ΚΣΤ΄, Εν τω καιρώ του θέρους…, 6, PG 151, 336B‐C, ΕΠΕ 10, 158‐160.
162. Ομιλία ΚΣΤ΄, Εν τω καιρώ του θέρους, 5, PG 151, 336B, ΕΠΕ 10, 158.

Δεν υπάρχουν σχόλια: