Παρασκευή 26 Ιουνίου 2020

Τακαρίδης Γεώργιος - Η οντολογία του νού κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά (12)

Συνέχεια από:Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Τακαρίδης Γεώργιος


Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

Κατά τόν Άγιο Γρηγόριο Παλαμά

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2010
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ:  κ. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

3. ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ
3.5. Η επιστροφή τού νού στον εαυτό του και η ένωσή του με τον Θεό
II. Η ένωση τού νού με τον Θεό
Η πορεία τής επιστροφής τού νού στον εαυτό του είναι μία κίνηση από έξω προς τα μέσα, από την εξωτερική πολυμέριστη ζωή στα βάθη τής ύπαρξης τού ανθρώπου, στην καρδιά. Είναι όμως παράλληλα και μία κίνηση από κάτω προς τα πάνω, από την βίωση τής κτιστότητας προς την χαρισματική μετοχή τής άκτιστης Χάρης. Η κίνηση αυτή δεν μπορεί να γίνει απροϋπόθετα· προηγείται η κάθαρση, έπεται ο φωτισμός και τελειώνεται με την θέωση. Είναι αδύνατον να ενωθεί ο εμπαθής νους με τον Θεό261 λέει ο άγιος και εξηγεί, πως επειδή ο Θεός είναι αυτοαγαθότητα και έλεος κυριολεκτικά και άβυσσος χρηστότητας, για να ενωθεί κανείς μαζί του πρέπει να του μοιάσει κατά το δυνατόν ασκούμενος στα όμοια, δηλαδή στην αγαθότητα, στο έλεος και στην χρηστότητα. Διευκρινίζει βέβαια πως η ομοίωση του ανθρώπου με τον Θεό δια των αρετών δεν είναι ικανή να τον ενώσει μαζί Του, παρά μόνον να τον προετοιμάσει ώστε να γίνει δεκτικός τής Θεότητας262. Παρόλα αυτά στην προσπάθεια ομοίωσής του με τον Θεό είναι υποχρεωτικό να ταπεινωθεί, να κενωθεί και τότε καθαρίζεται, αποβάλλει κάθε τι το εμπαθές και προχωράει. Η ένωση είναι δυνατόν να επιτευχθεί μόνο δια της Χάριτος και συγκεκριμένα με την δύναμη τής προσευχής, η οποία ιερουργεί και τελεσιουργεί την ίδια την ανάταση και ένωση τού ανθρώπου προς το Θείο, ως σύνδεσμος που είναι των λογικών κτισμάτων προς τον κτίστη, με την προϋπόθεση βέβαια ότι δια της θερμής κατάνυξης η ένταση τής προσευχής θα υπερβεί τα πάθη και τους λογισμούς263. Θεωρεί ο άγιος κρίσιμο σημείο για την ένωση τού ανθρώπου με τον Θεό, ο νούς να απαλλαγεί από όλες τις δραστηριότητες που μπορεί να τον αποσπάσουν, ακόμη και από τις καλές σκέψεις. Έτσι ο νούς, με την διάθεση τής ενέργειάς του στην προσευχή, σιγά – σιγά αποβάλλει τις σχέσεις προς τα όντα, πρώτα τις σχέσεις προς τα αισχρά και πονηρά και όλα γενικά τα φαύλα, και στην συνέχεια προς τα μεσαία, τα οποία προσαρμόζονται προς το χειρότερο ή το καλύτερο ανάλογα με την πρόθεση εκείνων που τα χρησιμοποιούν. Ο νους λοιπόν πρέπει να μείνει απερίσπαστος και απλός, χωρίς τα περιττά βάρη ακόμη και αυτών των ουδέτερων ή και των καλών σκέψεων, να παραμερίσει από τη μέση κάθε επίκτητο στοιχείο, ακόμη κι αν ανήκει στην καλύτερη μοίρα και διάνοια264, και οποιεσδήποτε γνώσεις κατά την ώρα της προσευχής, οι οποίες προσφέρονται από τον εχθρό για να μας αρπάξουν το καλύτερο. Αυτές λοιπόν και τις σχέσεις αυτών προς τα ανώτερα απορρίπτοντας ο νους, απομακρύνεται τελείως από όλα τα όντα κατά την ειλικρινή προσευχή265. Η απομάκρυνση αυτή από κάθε τι που μπορεί να αποσπάσει τον νου είναι κάτι το εξαιρετικά υψηλό και υψηλότερο ακόμη και από την διανοητική ενασχόληση με την κατά αφαίρεση θεολογία, δεν είναι όμως ακόμη ένωση με τον Θεό, αν δεν λάμψει από πάνω ο Παράκλητος σε εκείνον που προσεύχεται καθισμένος στο υπερώο των φυσικών ακροτήτων και περιμένει ανυπόμονα την επαγγελία του Πατέρα, να τον αρπάξει δια της αποκαλύψεως προς την θεωρία του φωτός. Της θεωρίας αυτής υπάρχουν η αρχή και τα μετά την αρχή, που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το αμυδρότερο και το λαμπρότερο, δεν υπάρχει όμως τέλος· καθόσον η πρόοδος αυτής (της θεωρίας), όπως και της δι’ αποκαλύψεως αρπαγής, συνεχίζεται επ’ άπειρον· γιατί άλλο είναι η έλλαμψη και άλλο η διαρκής θέα φωτός και άλλο η θέα των πραγμάτων στο φως, στο οποίο και τα μακρινά φέρονται κάτω από τους οφθαλμούς και τα μελλοντικά παρουσιάζονται ως παρόντα266. Τότε κατά κάποιον τρόπο λύονται τα δεσμά και οι περιορισμοί που επιβάλλει η κτιστότητα, εφόσον ο άνθρωπος μετέχει χαρισματικά του ακτίστου, του απείρου, του τελείου, του Τριαδικού Θεού.

Η πορεία για την ένωση τού ανθρώπου με τον Θεό είναι μία διπλή πορεία για τον άγιο, εφόσον απαιτεί την συνεργία τού ανθρώπου σε κάτι που τελικά θα κάνει ο Θεός, όταν ο άνθρωπος ελεύθερα θα κινηθεί προς Αυτόν. Εφόσον ο νούς προσευχόμενος στην πορεία προς τον εαυτό του, έχει καθαριστεί και χωριστεί από οποιοδήποτε πρόσθετο στοιχείο, μένει μόνος και ελεύθερος και συναντάει αρχικά τον εαυτό του βλέποντάς τον ως νοερό φως. Φως άγνωστο μέχρι τότε, διότι το σκοτεινό και δύσμορφο κάλυμμα των παθών δεν επέτρεπε μία τέτοια θέαση. Όπως η φωτιά, εξηγεί ο άγιος, όταν είναι καλυμμένη με πυκνή και μη διαφανή ύλη μπορεί να θερμαίνει αλλά όχι και να φωτίζει, έτσι και ο νους, όσο είναι καλυμμένος από τα πάθη και τις αδυναμίες του, μπορεί να κάνει όλα τα άλλα που του παρέχουν οι φυσικές του δυνάμεις και να αποκτάει γνώση, αλλά όχι και να φωτίζει ή να βλέπει τον εαυτό του ως φως. Διότι ο νους είναι και φως αλλά και θεωρητικός, όντας κατά κάποιον τρόπο οφθαλμός της ψυχής. Όπως όμως η φυσική όραση των οφθαλμών δεν μπορεί να λειτουργήσει, να ενεργοποιηθεί, αν δεν υπάρχει η φωτεινή πηγή, έτσι συμβαίνει και με τον νου· ως οφθαλμός της ψυχής μπορεί να βλέπει τον εαυτό του ως φως, μόνο όταν καταλάμπεται από το φως του Θεού267. Τότε ο νους λειτουργεί ως καθαρός καθρέφτης πάνω στον οποίο πέφτει το φως του νοητού ήλιου της δικαιοσύνης268· ανακλά αυτό το φως και γίνεται και αυτός φως. Έτσι ο άγιος λέει ότι ο καθαρμένος νους, που είναι φύση άϋλη, φως συγγενές, αν πρέπει να λεχθεί, με το ανώτατο και πρώτο φως, πώς αυτός καταλαμπόμενος από το πρώτο φως, δεν θα φαινόταν, κατά μέθεξη, ό,τι το αρχέτυπο είναι κατ’ αιτία269; Εμφανίζει λοιπόν ο Θεός τον εαυτό του στους καθαρούς στην καρδιά, σύμφωνα με τον αψευδή μακαρισμό του Κυρίου270, όχι όμως ακόμη πρόσωπο με πρόσωπο, όπως θα συμβαίνει στην βασιλεία του Θεού271. Ο νους λοιπόν, βλέποντας τον εαυτό του, βγαίνει έξω από αυτόν και κατά κάποιον τρόπο ανεβαίνει πάνω από αυτόν. Παράλληλα και ο Θεός, για τον άγιο, βγαίνει έξω από τον εαυτό του και έτσι ενώνεται με τον νου μας, αλλά δείχνοντας συγκατάβαση· σαν δηλαδή να θέλγεται από έρωτα και αγάπη, εξαιτίας της υπερβολικής αγαθότητάς Του, βγαίνοντας κατά τρόπο ακοινώνητο από τον εαυτό Του, που βρίσκεται πάνω από όλα και από όλους, ενώνεται με εμάς με μία ένωση ασύλληπτη από τον νου272. Παραπέμποντας και στον άγιο Μακάριο λέει πως ο μέγας και υπερούσιος από άπειρη αγαθότητα μικραίνει τον εαυτό του, για να μπορέσει να αναμιχθεί μαζί με τα νοερά κτίσματά του, τις άγιες ψυχές και τους αγγέλους, ώστε να μπορέσουν και αυτά να γίνουν μέτοχα της αθάνατης ζωής με την θεότητά του273.

Όσο παράξενα κι αν ακούγονται αυτά, ο άγιος εξηγεί πως υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική, δεν ερμηνεύονται από την ανθρώπινη διάνοια, αλλά βιώνονται από τον ανθρώπινο νου από αυτούς που έπαθαν και είδαν τα θεία και είδαν τον Θεό ως φως πάνω από φως. Όποιον πιστεύει πως ο Θεός “βλέπεται” ή κατανοείται μόνο με την λογική δια της διάνοιας, τον παρομοιάζει με τυφλό που μπορεί να αντιλαμβάνεται την θερμότητα που εκπέμπει ο ήλιος, αλλά δεν μπορεί να δει το φως που επίσης εκπέμπει και γι’ αυτό αμφισβητεί τους βλέποντες274. Όπως ακριβώς δεν μπορεί να γνωρίσει κανείς με την σκέψη του μία πόλη, που δεν την έχει ακόμα επισκεφτεί, έτσι δεν αρκεί να σκέφτεται κανείς διανοητικά για τον Θεό και τα θεία και να θεολογεί για να λάβει την δια της πείρας γνώση του Θεού. Διότι η διάνοια καθιστά εξίσου νοητά και τα νοερά275. Έτσι λοιπόν κι αν μύριες φορές φέρεις στην διάνοιά σου τους θείους θησαυρούς, αλλά δεν πάθεις τα θεία και δεν δεις με τους νοερούς και πάνω από την διάνοια οφθαλμούς, ούτε βλέπεις ούτε έχεις αποκτήσει κάτι από τα θεία αληθινά. Είπα με νοερούς οφθαλμούς, καθόσον παρέχεται σ’ αυτούς η δύναμη του Πνεύματος, με την οποία βλέπονται αυτά, επειδή το πανίερο εκείνο θέαμα του θειοτάτου φωτός βρίσκεται πάνω από τους νοερούς οφθαλμούς276.

Φαίνεται καθαρά από τα παραπάνω πως η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό δεν μπορεί να επιτελεστεί με μια μονομερή κίνηση του ανθρώπου προς τον Θεό ή και αντίστροφα. Ο άνθρωπος στις οντολογικές του προδιαγραφές διαθέτει δυνάμεις, που του δίνουν την δυνατότητα να πορευτεί μέχρι ενός σημείου δηλώνοντας την απολύτως ελεύθερη επιλογή του να κινηθεί προς τον Θεό. Η θεία Χάρη είναι αυτή που θα τον βοηθήσει να αντιληφθεί και να αποκτήσει επίγνωση της υπαρξιακής του ανεπάρκειας, να αποβάλει το δύσμορφο κάλυμμα των παθών, ώστε στη συνέχεια να ζητήσει από τον Θεό αγαπώντας Τον και αγαπώμενος απ’ Αυτόν να ενωθούν, ώστε να πληρωθεί η ύπαρξή του από την δύναμη της Χάριτος και να ζήσει την όντως Ζωή κι όχι μόνο την κατά φύση ζωή του. Ο Θεός από την δική του πλευρά, δεν πραγματοποιεί από μόνος του την ένωση με έναν υποχρεωτικό τρόπο, σεβόμενος με απόλυτο τρόπο το αυτεξούσιο που χάρισε στο πλάσμα του ως οντολογικό του χαρακτηριστικό. Είναι φανερή η συνεργία του ανθρώπου που απαιτείται, ώστε με την ελεύθερη συγκατάθεσή του να δοθεί ολόκληρος στον Θεό, να Του προσφερθεί ως ζωντανή θυσία. Έτσι, εξηγεί ο άγιος ότι, όταν ο νους καθαριστεί και φωτιστεί, οπότε βλέπει τον εαυτό του ως νοερό φως, τον βλέπει ως άλλο, αλλά όχι σε άλλο, και δεν βλέπει απλώς την δική του εικόνα, αλλά την φωτεινή και λαμπρυσμένη εικόνα από την Χάρη του Θεού. Τότε η Χάρη του Θεού συμπληρώνει την δύναμη του νου για να υπερβαίνει τον εαυτό του και να ολοκληρώνει την ένωσή του με τα ανώτερα, και πάνω από κάθε έννοια. Τότε με σαφήνεια ο νους φτάνει στην μέθεξη της άκτιστης Χάρης, και με την βοήθειά της βλέπει τον Θεό277. Τότε ο άνθρωπος γίνεται αληθινός άνθρωπος και εξέρχεται προς την πραγματική εργασία του. Χρησιμοποιώντας το άκτιστο φως ανεβαίνει σε ύψη υπερκόσμια και καθίσταται θεατής αθεάτων και μύστης ανέκφραστων μυστηρίων. Τότε βεβαιώνεται εμπειρικά ότι η διάνοια περιπολεί τα πάντα σαν τυφλή, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ακριβή και ανενδοίαστη κατανόηση ούτε των απόντων αισθητών, ούτε των υπερβατικών νοημάτων· αλλά ανεβαίνει (ο άνθρωπος) πραγματικά με την άρρητη δύναμη του Πνεύματος και με πνευματική και άρρητη βοήθεια, ακούει τα άρρητα ρήματα και βλέπει τα αθέατα· κι έτσι παραδίδεται και μετέχει ολόκληρος στο θαύμα278.

Σημειώσεις
260. Προς Ιωάννην και Θεόδωρον τους φιλοσόφους, 32, Π. Χρήστου 5, 246, ΕΠΕ 8, 468, 12, ‐ 470, 2.
261. «τῷ γὰρ ἐμπαθεῖ νῷ ἑνωθῆναι τὸν Θεόν, ἀδύνατον». Περί προσευχής και καθαρότητος καρδίας, 1, PG 150, 1118C, ΕΠΕ 8, 264, 14 – 15.
262. Βλ. σχετικά και Δ. Τσελεγγίδη, Χάρη και ελευθερία κατά την πατερική παράδοση του ιδ΄ αιώνα, Συμβολή στη σωτηριολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 153. Επίσης βλ. Ιουστίνου Πόποβιτς, ΟΔΟΣ ΘΕΟΓΝΩΣΙΑΣ, Κεφάλαια ασκητικά και γνωσιολογικά, Έκδοση Δεύτερη, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1992, σελ. 201.

263. Περί προσευχής και καθαρότητος καρδίας, 1, PG 150, 1118C, ΕΠΕ 8, 264, 1 – 14.
264. Λόγος αντιρρητικός Ζ΄, 11, 35, Π. Χρήστου 3, 487, ΕΠΕ 6, 548, 9 – 10.
265. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 2,3, 35, Π. Χρήστου 1, 569, ΕΠΕ 2, 402, 10 – 19.

266. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 2,3, 35, Π. Χρήστου 1, 569, ΕΠΕ 2, 402, 19 – 30. Πρβλ. Δ. Τσελεγγίδη, Χάρη και ελευθερία κατά την πατερική παράδοση του ιδ΄ αιώνα, Συμβολή στη σωτηριολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 154.
267. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3, 9, Π. Χρήστου 1, 418, ΕΠΕ 2, 140, 29 – 142, 7.
268. Μαλαχ. 4, 2, Πρβλ. και απολυτίκιο Χριστουγέννων, στο Γρηγορίου Παλαμά, όπ. παρ., Λόγος 1,3, 10, Π. Χρήστου 1, 419, ΕΠΕ 2, 142, 31.
269. Β΄ Προς Βαρλαάμ, 51, Π. Χρήστου 1, 289, ΕΠΕ 1, 572, 26 – 30.
270. Ματθ. 5, 8, στο Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3, 9, Π. Χρήστου 1, 419, ΕΠΕ 2, 142, 13 – 15.
271. Α΄ Κορ. 13, 12, στο Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3, 10, Π. Χρήστου 1, 419, ΕΠΕ 2, 142, 22 – 23.
272. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3, 47, Π. Χρήστου 1, 458, ΕΠΕ 2, 208, 19 – 25. Πρβλ. Δ. Τσελεγγίδη, Χάρη και ελευθερία κατά την πατερική παράδοση του ιδ΄ αιώνα, Συμβολή στη σωτηριολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 154.

273. Μακαρίου, Περί υψώσεως νοός, 6, PG 34, 893C, στο Γρηγορίου Παλαμά, όπ. παρ., Λόγος 1,3, 47, Π. Χρήστου 1, 458, ΕΠΕ 2, 208, 27 – 30.
274. «Οἱ δὲ τῷ μὴ παθεῖν τὰ θεῖα μηδ’ ἰδεῖν μηδαμῶς πιστεύοντες ὡς φῶς ὑπὲρ φῶς ὁρᾶσθαι τὸν Θεόν, ἀλλὰ λογικῶς μόνον θεωρεῖσθαι, τυφλοῖς ἐοίκασιν, οἵ τῆς τοῦ ἡλίου θέρμης μόνης ἀντιλαμβανόμενοι, τοῖς ὁρῶσιν ἀπιστοῦσιν ὅτι καὶ φαιδρός ἐστιν ὁ ἥλιος». Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3, 10, Π. Χρήστου 1, 419, ΕΠΕ 2, 142, 23 ‐ 27.
275. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3, 34, Π. Χρήστου 1, 445, ΕΠΕ 2, 186, 27 – 31.

276. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3, 34, Π. Χρήστου 1, 445, ΕΠΕ 2, 186, 34 – 188, 6.
277. «… ὁ νοῦς καθαρθεὶς καὶ φωτισθεὶς καὶ τῆς τοῦ Θεοῦ χάριτος τρανὼς ἐν μεθέξει γεγονώς, μεταλαγχάνει μὲν καὶ μυστικῶν ὑπερφυῶν ἄλλων θεαμάτων… ἀλλὰ καὶ ἑαυτὸν ὁρῶν ὡς ἄλλο μὲν ὁρᾷ, ἀλλ’ οὐκ εἰς ἄλλο καὶ οὐ τὴν ἰδίαν ἁπλῶς εἰκόνα ὑπὸ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ λαμπρότητα, συμπληροῦσαν τὴν εἰς τὸ ὑπερβάλλειν ἑαυτὸν δύναμιν τοῦ νοῦ καὶ τελειοῦσαν τὴν εἰς τὰ κρείττω καὶ ὑπὲρ ἔννοιαν ἕνωσιν, δι’ ἧς ὁ νοῦς κρεῖττον ἤ κατ’ ἄνθρωπον ἐν Πνεύματι Θεὸν ὁρᾷ…», Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 2,3, 11, Π. Χρήστου 1, 547, ΕΠΕ 2, 362, 32 – 364, 8.

278. Προς μοναχήν Ξένην, Περί παθών και αρετών, 59, PG, 150, 1080D ‐ 1081Α, ΕΠΕ 8, 414, 23 – 416, 10.

Δεν υπάρχουν σχόλια: