Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ (4) - Marie–Louise von Franz

Συνέχεια Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Το μυστήριο του νεκρού σώματος και του τάφου του Όσιρι


Η μεγάλη δυσκολία που έχουμε στο να φανταστούμε την ζωή μας μετά τον θάνατο, και η δυσκολία επίσης που έχουν οι ζωντανοί στο να πιστέψουν σε μια μεταθανάτια ζωή για τους νεκρούς, μπορεί να εξηγηθεί πολύ καλά από το γεγονός ότι όταν ακόμη ζούμε ταυτιζόμαστε σχεδόν εντελώς με το σώμα. Όλα μας τα αισθήματα εγωικής ταυτότητας είναι δεμένα με το σώμα˙ αυτά τα αισθήματα έχουν μια μακρά ιστορική παράδοση, και πάντοτε υπήρξαν προφανώς προβληματικά για τον άνθρωπο.

Όπως θα δούμε στις ακόλουθες συγκριτικές εθνολογικές μελέτες, που είναι παρμένες από πολλούς πολιτισμούς (1), πάντοτε ήταν δύσκολο για τον άνθρωπο να απελευθερωθεί από την ιδέα ότι ο νεκρός ταυτίζεται με το σώμα του. Η εθνολογία επομένως μιλάει για το μοτίβο του «ζωντανού πνεύματος», επειδή το νεκρό σώμα στην αρχή το μεταχειρίζονταν σε μεγάλο βαθμό σαν ένα ζωντανό ον. Σε πολλούς πολιτισμούς, για παράδειγμα εκείνους των Ινδο-γερμανικών φυλών, το σώμα κρατιόταν στο σπίτι για ένα μήνα ή και περισσότερο μετά το θάνατο (2). Για να γίνει αυτό δυνατόν, το σώμα το επεξεργάζονταν με προσωρινά ταριχευτικά μέσα (3). Οι ζωντανοί έτρωγαν, έπιναν και έπαιζαν υπό την παρουσία του (4). Σε άλλους πολιτισμούς το σώμα κρατιόταν στο σπίτι ή σε ένα σχετικά αβαθή τάφο αφού κοντά μέχρι που άρχιζε να αποσυντίθεται, ή ακόμη μέχρι την τελευταία σκελετοποίησή του, και μόνον έπειτα από αυτό τα υπολείμματα θάβονταν πιο βαθιά (5). Πιστευόταν ότι η ψυχή του σώματος συνέχιζε να κατοικεί στην γύρω περιοχή. Μερικές φυλές πιστεύουν ότι κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου ο νεκρός, σαν ένα κακό πνεύμα σε εφιάλτη, μπορεί να έχει σεξουαλική επικοινωνία με μια ζωντανή σύντροφο (6). Ακόμη και σε εκείνους τους πολιτισμούς όπου επικρατεί καθαρά η ιδέα πως ο νεκρός περνάει στο υπερπέραν, τα έθιμα που βλέπουν το σώμα σαν ένα αντιπρόσωπο του νεκρού έχουν συνεχίσει να υπάρχουν (7). Αυτό είναι ιδιαίτερα φανερό στο έθιμο του ονομαζόμενου «ταΐσματος του νεκρού», που ήταν διαδεδομένο σε όλους τους λαούς, και, σε ορισμένο βαθμό, είναι ακόμη. Σε πολλά μέρη τοποθετείται ένας σωλήνας μέσα στον τάφο, στο ίδιο επίπεδο με το σώμα του νεκρού, έτσι ώστε το νεκρό σώμα να μπορεί να δέχεται υγρές προσφορές˙(8) ή για μια χρονική περίοδο αφήνεται ανοιχτή μια τρύπα στο ίδιο επίπεδο με το κεφάλι, ώστε το σώμα να μπορεί να «αναπνέει». Η αντίληψη που επικρατεί είναι ότι ο νεκρός τρώει τις τροφές που προσφέρονται, και υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η τροφή που τοποθετείται στον τάφο ή στο νεκρικό γεύμα πραγματικά ελαττώνεται.

Μια πνευματικοποίηση αυτής της άποψης φαίνεται να έχει διαδοθεί μόνον σταδιακά, καθώς οι άνθρωποι άρχισαν να πιστεύουν ότι ο νεκρός ζούσε απλώς με την «μυρωδιά» ή με τον «ατμό» από τα φαγητά που προσφέρονταν, και όχι με την τροφή την ίδια. Υπάρχει επίσης μία Κινεζική αντίληψη σύμφωνα με την οποία τα πράγματα που χρειάζονται οι νεκροί στο υπερπέραν φθάνει μόνο να σχεδιασθούν στο χαρτί και να καούν, έτσι που η εικόνα τους να μπορεί να φθάσει ποτέ στο υπερπέραν με τον καπνό. Σε πολλά μέρη το νεκρό σώμα άρχισε να παριστάνεται κατά την διάρκεια επικήδειων τελετών από ένα ζωντανό πρόσωπο που φορούσε τα ρούχα του νεκρού. Έτσι το σώμα το ίδιο έπαψε να θεωρείται πλέον οπωσδήποτε σαν η μόνη αντιπροσώπευση του νεκρού.

Πολλές φυλές κάνουν ένα είδος κούκλας, ένα ομοίωμα ή ένα συμβολικό κατασκεύασμα για να χρησιμεύσει σαν ένα υποκατάστατο για το νεκρό σώμα. Οι Σιβηριανοί Goldi, για παράδειγμα, βάζουν ένα άσπρο ύφασμα επάνω στο κρεββάτι του νεκρού, ένα μαξιλάρι με σχέδια μαντάλας επάνω του, και μπροστά από αυτό μια ξύλινη εικόνα του Ayami-Fonyalko, δηλαδή του πνεύματος-προστάτη των νεκρών, με μία πίπα με αναμμένο καπνό βαλμένη στο στόμα του. Όλες οι προσφορές για τους νεκρούς δίνονται σ’ αυτό το ομοίωμα. Κάποτε οι Κινέζοι χρησιμοποιούσαν μια τέτοια κούκλα για τον ίδιο σκοπό, μια κούκλα φτιαγμένη από βαμβακερό ρούχο και ονομαζόμενη Moon-Go. Oι Κινέζοι πίστευαν πως το πνεύμα του νεκρού βρισκόταν μέσα σ’ αυτό το ομοίωμα και όχι πλέον στο νεκρό σώμα (9). Οι Κορεάτες, ακόμη και σήμερα, φτιάχνουν μερικές φορές μια τέτοια εικόνα του νεκρού, όπως ακριβώς και οι Θιβετιανοί. Οι Ιάπωνες επίσης φτιάχνουν ένα tomashiro, ένα αντικείμενο μέσα στο οποίο μεταφερόταν η ψυχή του νεκρού κατά την τελετή της κηδείας. Στην Κίνα οι πινακίδες με τα ονόματα των προγόνων εξυπηρετούσαν τον ίδιο σκοπό (10), καθώς και το άγαλμα του νεκρού που οι αρχαίοι Αιγύπτιοι έστηναν στο serbad (ένα θάλαμο μέσα στο mastaba, δηλαδή τον τύμβο).

Γίνεται λίγο-πολύ προφανές όταν παρατηρούμε τέτοια έθιμα ότι η πρωτόγονη ταύτιση του νεκρού προσώπου με το σώμα μόνο σταδιακά διαλύθηκε, καθώς το τελευταίο άρχισε να διακρίνεται από κάποιο σύμβολο «συγκεκριμένης ταύτισης» (το ομοίωμα). Αλλά ο νεκρός έπρεπε προφανώς να έχει ένα σώμα για να μην είναι χαμένος στο διάστημα, και να διατηρεί μια σύνδεση με τη γη στην περίπτωση που θα ήθελε να επισκεφθεί την οικογένειά του.

Όχι μόνο εθεωρείτο ο νεκρός για πολύ καιρό μετά τον θάνατό του, και επανειλημμένα, σαν ταυτόσημος με το σώμα, αλλά συχνά η έννοια της τύχης του νεκρού δεν ήταν δυνατόν στην αρχή να διακριθεί από αυτή του σώματος στον τάφο. Η πλατιά διαδεδομένη ιδέα ότι η χώρα των νεκρών είναι γεμάτη σκόνη και σκουλήκια, υγρή και σκοτεινή, δείχνει την αδυναμία να διαχωρισθεί η ιδέα του νεκρού από την ιδέα της πραγματικής κατάστασης του σώματος. Το Sheol, η κατοικία των νεκρών στην Παλαιά Διαθήκη, είναι κατά ένα μέρος ταυτόσημο με τον τάφο όπου βρισκόταν ο νεκρός. Το Hel, ο τευτονικός κόσμος των νεκρών, το Mictlan των παλαιών Μεξικανών, και ο ζοφερός Άδης των Ελλήνων, για να μνημονεύσουμε λίγα παραδείγματα, χαρακτηρίζονται επίσης από τέτοια σκοτεινά χαρακτηριστικά.

(Συνεχίζεται)


Αμέθυστος

Σημειώσεις

(1) Σύγκρινε για παράδειγμα, το έργο του Κ. Ranke, “Ινδοευρωπαϊκή λατρεία των νεκρών”, σελ. 164, και την επιπλέον βιβλιογραφία που αναφέρεται εκεί.
(2) Σύγκρινε ο.π., σελ. 171.
(3) Ranke, ο.π., σελ. 153.
(4) Ranke, ο.π., σελ. 10-11.
(5) Σύγκρινε François Cumont, “Lux Perpetua” (Αιώνιο Φως), σελ. 16.
(6) Σύγκρινε ο.π., σελ. 29.
(7) Ranke, ο.π., σελ. 153.
(8) Ranke, ο.π., σελ. 176.
(9) Σύγκρινε Ivan A. Lopatin, “Η λατρεία των νεκρών στους ιθαγενείς του λεκανοπέδιου του Amur”, ιδιαίτερα στη σελ. 128.
(10) Αυτόθι, σελ. 126.


ΣΧΟΛΙΟ

Άς ξαναθυμηθούμε ότι η συγκρητιστική μέθοδος τής Marie–Louise von Franz στηρίζεται στήν θεολογία τού Αυγουστίνου και στήν φιλοσοφία τού Πλάτωνος. Οι ιδέες τού Πλάτωνος σάν αρχέτυπα ρυθμίζουν τόν παραδοσιακό τρόπο ζωής αλλά καί σάν κακέκτυπα φυλακίζουν τίς ζωές τών νέων ανθρώπων εξουσιάζοντάς τες. Τά αρχέτυπα είναι έμμεσοι τρόποι ζωής οι οποίοι έχουν καταργηθεί με την ενσάρκωση τού Κυρίου. Οι ιδέες ξεκίνησαν σάν τό περιεχόμενο τής τέχνης καί τού πολιτισμού. Όταν έπεσαν στό επίπεδο τών θεσμών δημιούργησαν τίς γνωστές μας κοινωνίες, κακέκτυπα τών ιδεών. Το προνόμιο τών σχολίων τής Marie–Louise von Franz είναι πώς περιγράφουν τίς ζωές μας και τίς πληγές μας σέ κοινωνίες καί οικογένειες πού δέν ήταν χριστιανικές. Τήν λογική τής θεολογίας τών αρχετύπων περιγράφει τό κατωτέρω απόσπασμα από βιβλίο τού κ.Φούγια αφιερωμένο στόν Ρωμανίδη.

<<Αλλά πώς, (κατά τον ιερό Αυγουστίνο και τους Φραγκολατίνους), πώς ο άνθρωπος δια της λογικής του μπορεί να γνωρίζει τον Άκτιστον Θεό; Δια των «αρχετύπων»! Οι Φραγκολατίνοι δέχονται την Πλατωνική διδασκαλία ότι τα εις τον κόσμο κτιστά πράγματα είναι εικόνες των υπερβατικών αρχετύπων. Αυτή η πλανεμένη διδασκαλία ότι τάχα στον νου του Θεού υπάρχουν τα άκτιστα αρχέτυπα είδη (ή ιδέες ή λόγοι) και ότι τα στον κόσμο κτιστά είναι εικόνες αυτών των αρχετύπων ιδεών, αυτή, λέγω, η διδασκαλία αποτελεί την γνωσιολογική βάση της λεγομένης Σχολαστικής θεολογικής και φιλοσοφικής παραδόσεως των Φραγκολατίνων. Κατά την αρχή αυτή υπάρχει μια αναλογία μεταξύ των κτιστών πραγμάτων του κόσμου τούτου και των ακτίστων αρχετύπων τάχα ειδών, που ταυτίζονται με την Θεία Ουσία κατά τους Φραγκολατίνους. Έτσι, κατ' αυτούς, σπουδάζοντες με την λογική τα κτίσματα, εξιχνιάζουμε δι’ αυτών την Θεία Ουσία και γνωρίζουμε, μας λέγουν, τον Θεό.

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης γράφει στο βιβλίο του «Δογματική Και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας» τόμ. Α' σ. 382: «Αποδεχόμενος επίσης ο Αυγουστίνος τας περί αμεταβλήτων λόγων ειδών του Πλάτωνος και ταυτίζων ταύτα με την Θείαν Ουσίαν εθεμελίωσε την ομοιότητα μεταξύ κτιστού και Ακτίστου, βάσει της οποίας αυτός και οι Φραγκολατίνοι ηρεύνων την Θείαν Ουσίαν μέσω των εν κόσμω κτιστών εικόνων των εν τω Θεώ ακτίστων αρχετύπων ειδών». Εφόσον, κατά την πλανεμένη αυτή ιδέα, υπάρχει ομοιότης μεταξύ των κτισμάτων και των αρχετύπων, κάθε κτίσμα έχει και ένα αρχέτυπο. Το αρχέτυπο είναι η αμετάβλητη ιδέα (ή είδος ή λόγος) και κάθε κτίσμα ομοιάζει με το αρχέτυπό του, με την ουσία του, που είναι στον νοητό κόσμο. Η ψυχή δε του ανθρώπου έχει ομοιογένεια με τα αρχέτυπα, γιατί είναι πνευματική και άυλη, όπως και αυτά· οπότε το όμοιο γνωρίζει το όμοιο. Μελετώντας, λοιπόν, η ψυχή τα αντίγραφα των αρχετύπων στον παρόντα κόσμο ενθυμείται τα αρχέτυπα. 36 Όταν δε η ψυχή, με τον θάνατο, απαλλαγεί από το σώμα, τότε αυτή όχι απλά θα ενθυμείται, αλλά και θα έχει άμεση γνώση των αρχετύπων αυτών. Φωτισμός κατά τους Φραγκολατίνους είναι η ψυχή να ασχολείται με αυτά τα αρχέτυπα!… Φοβερή η πλάνη αυτή από πλευράς Ορθοδόξων. Για μας τα αρχέτυπα του Πλάτωνα δεν υπάρχουν. Την Κυριακή της Ορθοδοξίας διαβάζουμε και αφορισμό για οποίον δέχεται ότι τα αρχέτυπα του Πλάτωνα υπάρχουν πραγματικά.

Επαναλαμβάνουμε: Με όλη την πλανεμένη παραπάνω διδασκαλία των Φραγκολατίνων, που την παρέλαβαν από τον ιερό Αυγουστίνο, εισάγεται στον Χριστιανισμό η ιδέα ότι ο άνθρωπος μπορεί δια της λογικής του και μόνο να γνωρίσει τον Άκτιστον Θεό και αυτήν ακόμη την Ουσία του Θεού!… Πώς; Σπουδάζοντας τα κτίσματα, διεισδύοντας με τον ανθρώπινο λόγο του στην ουσία και την έννοια των όντων, τα οποία όντα είναι αντίγραφα των αιωνίων τάχα αρχετύπων. Τα αιώνια δε αυτά αρχέτυπα ταυτίζονται, λέγουν, με την ουσία του Θεού. Έτσι λοιπόν με την σπουδή των όντων του κόσμου τούτου γνωρίζουμε τον Θεό, αυτήν ταύτην την ουσία Του!… Φοβερή η πλάνη αυτή ξαναλέγουμε και ενάντια προς την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μας, που διδάσκουν ότι τον Θεό τον γνωρίζουμε δια της προσευχής και της καθαρότητος της καρδιάς, δηλαδή με το να γίνουμε Άγιοι. Χρειάζεται ασφαλώς χειραγωγία στην άσκηση αυτή της προσευχής, στον αγώνα αυτόν για την κάθαρση της ψυχής από τα πάθη, γι’ αυτό και για εκείνον που θέλει να γνωρίσει τον Θεό είναι απαραίτητη η γνώση της Αγίας Γραφής, η μελέτη του βίου και της διδασκαλίας των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας. «Το ιδεώδες βεβαίως εξ επόψεως θεολογικής και πνευματικής θα ήτο να εύρισκε πνευματικόν πατέρα γνήσιον, ίνα δι’ αυτού μυηθεί εις τα μυστήρια της Ορθοδόξου Παραδόσεως και, αφού ευρεθεί καθ’ οδόν προς την μύησιν αυτήν, μελετήσει επισταμένως την Αγίαν Γραφήν και συγχρόνως την Πατερικήν ερμηνείαν Αυτής» (πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης)!!!>>

Αμέθυστος

3 σχόλια:

Κ.Τ. είπε...

Όλα αυτά παρουσιάζονται διεξοδικά στο σχετικά πρόσφατο βιβλίο με την αλληλογραφία των Ρωμανίδη - Τρεμπέλα (πρόλογος του Ιεροθέου Βλάχου και εκτενής εισαγωγή του Μεταλληνού). Κατατοπιστικότατο. Ασφαλώς το γνωρίζετε.
Να πω καλή χρονιά και ΄γω με μια καθυστέρηση. Προβλέπεται να ΄ναι οτιδήποτε άλλο εκτός από πληκτική! Σε κάθε επίπεδο.

Κ.Τ. είπε...

Χαίρε αγαπητή! (νομίζω πως δεν κάνω λάθος στο φύλο!)
Υπάρχουν πολλές σχετικές διηγήσεις και στον Συναξαριστή, «πάνυ ωφέλιμες», ωστόσο η κορωνίδα αυτών είναι το « ά οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν ». «Παύλου φωνή», όπως θα έλεγε και ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ο τόσο αγαπητός στον αγαπητό μας Αμέθυστο.
Προσωπικά μένω σ΄ αυτή την αποφατική - μα και τόσο πυκνή! - αποκάλυψη και προχωράμε.

Ανώνυμος είπε...

Κ.Τ.
το φανταζόμουν ότι θα με παρέπεμπες σε αυτή τη φράση του Απ. Παύλου, παραβλέποντας τα λοιπά..
Τι να πω;
Όταν θα πάω από κει μεριά, θα μου λυθούν διάφορες απορίες...

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...