Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020

PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (104)

Συνέχεια από Τετάρτη,26 Φεβρουαρίου 2020
                                         PAUL FRIEDLȀNDER
                                                  ΠΛΑΤΩΝ
                                            ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ

                                   ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –
                              ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

                                 ΔΕΥΤΕΡΗ, ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
                                             21. ΠΟΛΙΤΕΙΑ
                                              (10η συνέχεια)
                                       Η αγωγή τών φυλάκων
                                 Η αναζήτηση της δικαιοσύνης

     
Πώς θα μπορούσε να μην είναι άλλωστε όλα «προσωρινά», εφ’ όσον η αγωγή σ’ αυτήν τη βαθμίδα δεν είναι καν ακόμα λόγος; Στην πραγματικότητα μπορεί να δη κανείς εδώ, όπου ο Σωκράτης προσδιορίζει σε κάθε μια απ’ τις τέσσερις «αρετές» τη θέση της, πρώτα απ’ όλα αυτό που θέλει να γνωρίση πως κατανοείται ως «σοφία» και «γνώση» (428 Β κ.ε. 442 C«Και  πρώτη μού φαίνεται, ανάμεσα σ’ αυτά που συζητάμε, πως είναι η σοφία· αλλά εμφανίζεται και κάτι που είναι άτοπο σ’ αυτήν. – Τί; - Μου φαίνεται πραγματικά πως είναι σοφή η πόλη που δημιουργήσαμε {διήλθομεν}· επειδή είναι φρόνιμη {εύβουλος}, ή όχι; - Ναι. – Αυτή λοιπόν η φρονιμάδα είναι φανερό πως είναι μια επιστήμη· γιατί δεν βουλεύονται με την αμάθεια, αλλά με την επιστήμη οι άνθρωποι. – Είναι φανερό»…). Υπάρχει στην περαιτέρω δομή τής πόλης η  αρετή τής «ευβουλίας» ή «φρόνησης» , όπως στον Αλκιβιάδη (125 Ε), η πρακτική άρα γνώση γι’ αυτό που ωφελεί την κοινότητα της πόλης προς τα μέσα και προς τα έξω. Η οποία αντιστοιχεί απολύτως, στην εσωτερική δομή τής ψυχής, ως προς τη γνώση γι’ αυτό που «απαιτεί» το κάθε ξεχωριστό της μέλος, αλλά και η διαρθρωμένη ως Όλον δομή της. Η γνώση τής Ιδέας βρίσκεται ακόμα μακριά μπροστά μας και «υψηλότερα» απ’ την τωρινή συζήτηση. Θα κατανοήσουμε έτσι με την ειρωνική, διπλή της σημασία τη συμπερασματική παρατήρηση του Σωκράτη (429 Α 5-6), ότι: «Βρήκαμε, δεν ξεύρω κι εγώ πώς, τη μια απ’ τις τέσσερις αρετές» (429 βΑ 5-6), αλλά και το πώς πρέπει να αντιληφθούμε τη διακήρυξη του Γλαύκωνα, ότι είναι «αρκετό» αυτό που έχουμε βρει.
     Η δεύτερη αρετή είναι «η ανδρεία, η γενναιότητα» (429 Α κ.ε., 442 BC«…Και ανδρείο ονομάζουμε, νομίζω, τον καθέναν, τού οποίου το θυμοειδές διασώζει, μέσα απ’ τις λύπες και τις ηδονές, αυτό που του έχουν παραγγείλει οι λόγοι, είτε αυτό είναι δεινό είτε όχι…»). Σε πολλά θυμίζει εδώ η συζήτηση τον Λάχη,όταν ταξινομούνται π.χ., όπως εκεί (191 D), σ’ ένα ψυχολογικό και ταυτόχρονα ηθικό σύστημα τάξης οι τέσσερις ομάδες παθών, ενάντια στις οποίες πρέπει να επιβληθή η ανδρεία. Η οποία περιορίζεται ωστόσο ακόμα στην κοινωνική θέση τών πολεμιστών, έστω κι αν η αναφορά στον «πολιτικό» της χαρακτήρα την προεκτείνη κατόπιν (430 C 3)  πέρα απ’ το να θεωρείται μόνο στρατιωτική. Τονίζεται ασφαλώς συνεχώς (429 C 1. 7 – 430 B 3), ότι βρισκόμαστε και «κινούμαστε» στην προσωρινή περιοχή τής «γνώμης», της «σωστής» έστω «γνώμης», όπως την εντυπώνει και την εγχαράσσει ο νόμος μέσω τής παιδευτικής μορφώσεως στις ψυχές, με τη μουσική και τη γυμναστική. Η δε σύγκριση (429 DE) με εκείνη την πλήρη και τέλεια χρωστική τεχνική, που καθιστά ανεξίτηλα τα εμποτιζόμενα χρωστικά μέσα, (μας) διδάσκει σαφώς το πόσο βρισκόμαστε και κινούμαστε ακόμα στο προσωρινό και πρακτικό πεδίο  (429 DE - «...Και ό,τι βαφή μ’ αυτόν τον τρόπο, γίνεται ανεξίτηλο, και δεν μπορεί να του αφαιρέση η πλύση, είτε με σαπούνι είτε χωρίς, το άνθος τουτο ζωηρό του χρώμα…» ). Κάτι που επιβεβαιώνεται και με το συμπέρασμα, ότι «θα εμβαθύνουμε αργότερα, ακόμα καλύτερα, στο αντικείμενό μας». 
     Η τρίτη αρετή είναι «η σύνεση, η αυτοπειθαρχία»  (430 D κ.ε.  442 CD). Είναι ένα είδος συνήχησης και αρμονίας, και μ’ αυτή τη μουσική μεταφορά ξεκινά και τελειώνει η συζήτηση, αναδεικνύοντας τη συμφωνία τών διαφόρων κοινωνικών θέσεων ή δυνάμεων ως ένα βασικό «αίτημα» της μεγάλης και της μικρής πόλης   (( Σημ. τ. μετ.: Η εμφύλια διαμάχη εθεωρείτο το πιο βαρύ ‘αμάρτημα’ εντός τής αρχαιοελληνικής πόλης, ισοδύναμο με την καταστροφή της… )) . Για να γίνη επίκληση μετά τού κανόνα: «Να είσαι κύριος του εαυτού σου» (τό κρείττω εαυτού), προκειμένου να εξηγηθή η σωφροσύνη. Το δε σοφιστικό επιχείρημα – προερχόμενο απ’ την τρέχουσα ασφαλώς μορφή διαλόγου – ότι όποιος είναι κύριος του εαυτού του, θα πρέπη να είναι ταυτόχρονα και υπηρέτης του, εμφανίζεται εδώ, ώστε να ανοίξη ακριβώς ο δρόμος για μια γνήσια κατανόηση. Κάτι που το δείχνει εξάλλου η ίδια η γλωσσική διατύπωση: υπάρχουν ένα υψηλότερο κι ένα ταπεινότερο στοιχείο στην ψυχή, και το υψηλότερο πρέπει να εξουσιάση το ταπεινότερο, και το ταπεινότερο πρέπει να υποταχθή στο υψηλότερο, σε μιαν ελεύθερη, αμοιβαία  συμφωνία. Ως προς το ποιος πρέπει να εξουσιάση και ποιος να υποταγή, σ’ αυτό χρειάζεται να έχουν και τα δύο μέρη την ίδια «γνώμη» –  τη γνώμη ως προβαθμίδα και πάλι για τη γνώση.
     Απομένει ως τέταρτη αρετή η «δικαιοσύνη»: η φυγόκεντρη δύναμη, που φέρει και «κουβαλά», συνδυασμένη με τη σωφροσύνη, την κεντρομόλο δύναμη, το σύνολο οικοδόμημα  (432 Β κ.ε. 442 D κ.ε. – «…τα τρία στοιχεία στην πόλη μας τα κατωπτεύσαμε νομίζω καλά· ποιο να είναι λοιπόν εκείνο το στοιχείο {είδος} με το οποίο θα μεθέξη ακόμα περισσότερο η πόλη στην αρετή; Είναι φανερό πως πρόκειται για τη δικαιοσύνη. – Ναι, είναι φανερό. – Πρέπει λοιπόν, Γλαύκων, να την περικυκλώσουμε, όπως περικυκλώνουν οι κυνηγοί έναν θάμνο, προσέχοντας τον νου μας {προσέχοντας τόν νούν}, να μη μας διαφύγη και εξαφανιστή και γίνη άφαντη…»). Εφ’ όσον αποδεικνύεται ως αρχή, «όπως το έχουμε ακούσει από πολλούς άλλους και το έχουμε πη συχνά και οι ίδιοι», ότι «ο καθένας πρέπει να πράττη» δηλ. «αυτό που του αναλογεί», ως η αρχή λοιπόν που προσδιορίζει μάλιστα ευθύς εξαρχής το οικοδόμημα της πόλης μας. Δεν είναι όμως «βλακεία» (βλακικόν τι πάθος) το να ξαναβρίσκουμε, ύστερα από τόσον κόπο, αυτό και μόνο που αναδείξαμε εξαρχής; Όχι ακριβώς! Γιατί εμείς έπρεπε (δείν – 433 Α 2) να το αναδείξουμε, καθώς υφίσταται και ενυπάρχει «κατά την φύσιν» σε κάθε καλή, «κατά την φύσιν» δηλ. οικοδομημένη πόλη. Και δεν το ξαναβρίσκουμε άλλωστε τώρα στην πρωτόγονη μορφή τής φυσικής του βαθμίδας, όπου ο παπουτσής αρκείται στο καλαπόδι του και ο γεωργός στην καλλιέργεια του αγρού του, αλλά το βρίσκουμε αναπτυγμένο και διευρυμένο τρόπον τινά σε κείνην την υψηλότερη μορφή μορφωτικής βαθμίδας, όπου η κάθε κοινωνική θέση στην πόλη και το κάθε μέλος ή μέρος τής ψυχής περιορίζεται στο δικό του ενεργητικό πεδίο, στη δική του «δράση». Αλλά χρειάζεται να γίνη πάλι σαφές, ότι βρισκόμαστε εδώ σε ένα σημείο «στήριξης» και «βάσης», σ’ έναν δρόμο που οδηγεί υψηλότερα. Δεν έχει εμφανισθή ακόμα στο προσκήνιο η καθαρή γνώση· ο κόσμος τών αιωνίων μορφών, που φανερώνεται μόνον αργότερα, εκεί όπου αναδεικνύεται σαφώς και η ιδέα τής δικαιοσύνης (517 Ε). Ο μύθος που κλείνει τον διάλογο μάς επιτρέπει τελικά να γνωρίσουμε, ατενίζοντας την κοσμική αρμονία, εκείνη την ύψιστη τάξη, που ανυψώνει και προσδιορίζει όλες τις άλλες τάξεις.H κοσμική άτρακτος, όσοι έχουν απωλέσει την ζωή, και η εξουσία τού αιωνίου δικαστηρίου, όλα αυτά εκπροσωπούν τη «δικαιοσύνη» πολύ υψηλότερα από τη βαθμίδα, στην οποία έχουμε ανέβη στο IV. Bιβλίο.
     Tί είδους έργο αναθέτει ο Πλάτων στον άνθρωπο! Επιδεικνύει το σύστημα των «αρετών» πριν από κάθε καθαρή γνώση και μας υποχρεώνει να αναρωτηθούμε, πώς θα παρουσιασθή αυτό το σύστημα, όταν η γνώση (θα) έχη πάρει τον δρόμο προς το βασίλειο των Ιδεών. Οικοδομεί μπροστά μας τη διαρθρωμένη ψυχή, παρατηρώντας την τρόπον τινά απ’ έξω, σαν ένα αντικείμενο, και (μας) οδηγεί πέρα απ’ αυτό, σε κείνη τη βαθμίδα όπου η ψυχή βεβαιώνεται για τον εαυτό της στην αιωνιότητά της, την ενότητά της, τη δύναμή της να δει και να θεωρήση αυτό που πραγματικά υπάρχει. Εκείνο το σύστημα των αρετών, κι εκείνη η όψη τής τριμερούς ψυχής δεν διαχωρίζονται απ’ το οικοδόμημα της «διαρκούς» πόλεως. Η οποία ανυψώνεται άρα επίσης, με αυτό που αυξάνει από το κέντρο της: με τη φιλοσοφία. Αν το δούμε έτσι, αυτό που εμφανίζεται στον άνθρωπο ως διδασκαλία περί ψυχής, διδασκαλία περί αρετών, διδασκαλία για την πόλη, χάνει κάθε τι το σχολαστικό και το στατικό. Πρόκειται για βαθμίδες στον δρόμο προς το Αγαθό, κι όταν έχη ανέλθει κανείς αρκετά υψηλά, μένουν όλα αυτά πίσω: τα συστήματα της ψυχής, των αρετών και της πόλης. Χάνει έτσι και η πόλη τον γήινο χαρακτήρα της, και γίνεται Μύθος (VI 501 E)· χωρίς να σημαίνη πως βυθίζεται στον «απλό μύθο», αλλά πως ανυψώνεται αντίθετα στην υψηλότερη, ανώτερη ύπαρξη της ιδεατής φήμης.

      ( συνεχίζεται ) 

Δεν υπάρχουν σχόλια: