Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

H “ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ” ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΜΗ-ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ. (4)

Συνέχεια από: Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2020

Η “ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ” ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΜΗ-ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΣ, ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ. 
ΤΟΥ ENRICO BERTI.      

Μία λύση η οποία σέβεται την ακεραιότητα τών κειμένων, αλλά εμφανίζεται θεωρητικά ανεπαρκής, είναι αυτή πού προτείνει ο Philip Merlan. Αυτός ο μελετητής αρνείται τήν ύπαρξη, στον Αριστοτέλη, μίας Γενικής μεταφυσικής (metaphysica generalis), την οποία θεωρεί, πολύ σωστά μία επινόηση τού σχολαστικού Suarez και τού Wolff και έτσι επιχειρηματολογεί από τα “Θεολογικά” χωρία τής Μετφ. IV για να δηλώσει ότι το βιβλίο, παραδοσιακώς υπολογιζόμενο, λόγω τής θεωρίας του, τού Είναι σαν Είναι, σαν τήν καλύτερη απόδειξη τής παρουσίας στον Αριστοτέλη μίας γενικής μεταφυσικής, περιέχει στην πραγματικότητα μόνον Θεολογία. Η θέση του όμως παρ’όλα αυτά δεν ικανοποιεί, καθότι βασίζεται στήν πεποίθηση ότι το Είναι σαν Είναι, με το οποίο ασχολείται η Μετφ. IV, είναι το κατεξοχήν Είναι, δηλαδή το υπεραισθητό, ο ίδιος ο Θεός. Αυτό όμως έχει αποκλειστεί από την ίδια την δήλωση τού Αριστοτέλη, σύμφωνα με την οποία, πρέπει να ερευνήσουμε τις πρώτες αιτίες τού Είναι σαν Είναι, ενώ η υπεραισθητή πραγματικότης, είναι αυτή η πρώτη αιτία! Η σύμπτωση τού είναι σαν είναι με τον Θεό σημαίνει να μπερδέψουμε το πρόβλημα με την λύση, να ξεχάσουμε ότι η μεταφυσική είναι ουσιαστικά έρευνα, να αποδώσουμε στον Αριστοτέλη μία σύλληψη νεοπλατωνική τής μεταφυσικής.
          Επι πλέον ο Merlan ερμηνεύει το χωρίο με μία έννοια που τού αφαιρεί κάθε θεωρητική δυναμική. Κατά την άποψή του ο Αριστοτέλης, για να υπερασπιστεί την αρχή τής μη- αντιφάσεως από τις αρνήσεις τού Αναξαγόρα και τού Δημόκριτου, θα τούς δικαίωνε, καθώς θα αναγνώριζε τήν ύπαρξη μίας ακίνητης πραγματικότητος, καθώς σ’αυτή η α.τ.μ.α. θα βρισκόταν πραγματοποιημένη σε πιο καθαρή μορφή παρά στο πλαίσιο τού γίγνεσθαι. Έτσι ο Αριστοτέλης, αντί να τους αναιρέσει, θα τους δικαίωνε, αναγνωρίζοντας ότι το γίγνεσθαι αντιπροσωπεύει μία διάψευση τής αρχής της μη-αντιφάσεως. Η εισαγωγή μίας ακίνητης πραγματικότητος αντιπροσωπεύει μία πραγματική αναίρεση τού Αναξαγόρα και τού Δημόκριτου μόνον εάν δεν περιοριστούμε να δείξουμε μία πραγματικότητα στην οποία είναι πιο εύκολη η εφαρμογή τής α.τ.μ.α., δίπλα στην οποία παραμένει το γίγνεσθαι με όλες του τις δυσκολίες, αλλά αντιθέτως εγκαινιάζει μία κατάσταση η οποία τροποποιεί ριζικά την ίδια τήν συνθήκη τού γίγνεσθαι και καθιστά δυνατή την εφαρμογή τής α.τ.μ.α. και σ’αυτό.
          Πιο ικανοποιητική φαίνεται χωρίς αμφιβολία η θέση τού Giovanni Reale, ο οποίος αφού τόνισε τον στενό σύνδεσμο ο οποίος ενώνει μεταξύ τους όλα τα “Θεολογικά” χωρία τής Μετφ. IV και την αδιάσειστη συμπερίληψή τους στο βιβλίο, βλέπει μία επιβεβαίωση τής ενότητος τής αριστοτελικής μεταφυσικής, πάνω από κάθε προκατάληψη μίας δήθεν αντιθέσεως ανάμεσα στην οντολογία και την θεολογία. Ο Reale πράγματι αποφεύγει την ταύτιση πού πραγματοποίησε ο Merlan ανάμεσα στο Είναι σαν Είναι και υπεραισθητής ουσίας και είναι καθαρά συνειδητοποιημένος ότι οντολογία και Θεολογία ενώνονται με έναν άλλον τρόπο, δηλαδή λόγω τού γεγονότος ότι η μελέτη τού Είναι σαν Είναι συνίσταται στην έρευνα τών πρώτων του αιτίων, οι οποίες είναι ακριβώς η υπεραισθητή πραγματικότης (Η μοναδική αβεβαιότης η οποία προκύπτει από την θέση τού Reale είναι η ταύτισή του, τού Είναι σαν Είναι με την ουσία, η οποία αφήνει έξω από το Είναι τα συμβεβηκότα : η ουσία στον Αριστοτέλη δεν συμπίπτει με το Είναι σαν είναι, αλλά αποτελεί το ενοποιό στοιχείο. Μετφ. IV 2). Άτυχώς όμως ο Reale δεν στέκεται να αναλύσει τήν δικαίωση τών Θεολογικών χωρίων, την αιτία δηλαδή για την οποία ο Αριστοτέλης συνδέει τήν υπεράσπιση τής α.τ.μ.α. με την αποδοχή μίας υπεραισθητής πραγματικότητος.
          Η πιο ικανοποιητική ερμηνεία τών “Θεολογικών” χωρίων γενικώς είναι εκείνη τού Pierre Aubenque, συγγραφέως μίας μελέτης πάνω στο πρόβλημα του Είναι στον Αριστοτέλη, η οποία παρότι απευθύνεται στους ειδικούς τής αρχαίας φιλοσοφίας, δηλαδή στους φιλολόγους, είναι απολύτως απαραίτητο και σε εκείνους που ασχολούνται με την φιλοσοφία γενικώς. Δεν αποκλείει λοιπόν και αυτός την πιθανότητα να έχουν εισαχθεί αυτά τα χωρία εκ των υστέρων, αλλά ισχυρίζεται  ότι η σημασία αυτών τών εισαγωγών δεν είναι μόνον η προσθήκη κάποιων θεολογικών επιχειρημάτων και διαλεκτικών παραδειγμάτων (διαλεκτικά είναι τα επιχειρήματα με τα οποία ο Αριστοτέλης υπερασπίζεται τήν α.τ.μ.α.) αλλά είναι το άνοιγμα τής διαλεκτικής σε μία προοπτική καινούργια, σε έναν Θεολογικό ορίζοντα. “Τα Θεολογικά χωρία του βιβλίου IV-δηλώνει ο Aubenque- δεν αποδεικνύουν παρά μόνον ένα πράγμα: ότι δηλαδή ο Αριστοτέλης δεν δέχεται, και δεν δέχεται πλέον, έναν απόλυτο διαχωρισμό ανάμεσα στα προβλήματα τα διαλεκτικά και τα Θεολογικά…. Ο Αριστοτέλης μάς υπενθυμίζει και πρώτα στον εαυτό του, ότι υπάρχει και το υπεραισθητό και ότι σ’αυτό είναι ίσως εν τέλει το φώς, χωρίς το οποίο ο άνθρωπος δεν θα έλυνε ποτέ τις απορίες του, είναι σαν ο μυστικός κινητήρας τής διαλεκτικής του”.
          Η εξήγηση που δίνει ο Aubenque τής σχέσεως ανάμεσα στην διαλεκτική και την Θεολογία είναι όμως γενικού χαρακτήρος και δεν αναφέρεται καθόλου στην α.τ.μ.α. Γι’αυτό πρίν την εξετάσουμε, μας συμφέρει να δούμε δύο πιο ειδικές προσπάθειες εξήγησης, οι οποίες διατηρώντας τα “Θεολογικά” χωρία στο πλαίσιό τους και ξεκινώντας από μία ακριβέστατη εννοιολόγηση τού Είναι σαν Είναι, εφαρμόζονται ακριβώς στην σχέση ανάμεσα στην α.τ.μ.α και την υπεραισθητή πραγματικότητα!
          Η πρώτη είναι του Θωμά Ακινάτη, ο οποίος ερμηνεύει το “Θεολογικό” χωρίο ώς εξής: “Εδώ ο Αριστοτέλης προτείνει μία δεύτερη λύση [η πρώτη ήταν η εισαγωγή τού δυνάμει και ενεργεία], λέγοντας ότι απαιτείται αυτά να δεχθούν ότι υπάρχει μία κάποια ουσία στην οποία δεν υπάρχει κίνηση ούτε γένεση, ούτε φθορά, κάτι που απεδείχθη στο όγδοο βιβλίο τής φυσικής. Σ’αυτή την ουσία δεν μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι είναι παρόντα τα αντίθετα, διότι απ’αυτή δεν γεννάται κάτι… Αλλά η πρώτη λύση είναι πιο κατάλληλη, επαρκής (sufficientor est)".
          Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι εδώ ο Ακινάτης, τόσο λεπτός στην ερμηνεία τής σκέψης τού Αριστοτέλη συνήθως, δεν φαίνεται να συλλαμβάνει όλη την αξία τού γραπτού. Διότι σύμφωνα με την ερμηνεία του, ο Αριστοτέλης θα ήθελε απλώς να πει, ότι εάν η δυσκολία την οποία συνειδητοποίησαν ο Αναξαγόρας και ο Δημόκριτος βρίσκει μία εφαρμογή στον κόσμο τού γίγνεσθαι, αυτή δεν ισχύει για την αμετάβλητη πραγματικότητα! Είναι φανερό όμως ότι εάν η σημασία τού χωρίου είναι αυτή, η δυσκολία τού Αναξαγόρα και του Δημόκριτου δεν λύνεται διότι θα μπορούσαν να απαντήσουν ότι ακόμη και αν υπήρχε μία αμετάβλητη πραγματικότης, για την οποία θα ίσχυε η α.τ.μ.α., θα υπήρχε επίσης και η πραγματικότης τού γίγνεσθαι πάντοτε ακόμη πιό εμφανής, η οποία είναι μία συνεχής διάψευση εκείνης τής αρχής. Έχει δίκαιο βεβαίως ο Ακινάτης παρατηρώντας ότι η πρώτη λύση είναι πιο κατάλληλη (επαρκής). Αλλά λέγοντας το δείχνει ότι δεν έχει κατανοήσει τον αναγκαίο δεσμό ανάμεσα στην υπεράσπιση της αρχής τής μη-αντιφάσεως και τής Θεολογίας. Ο λόγος αυτής τής συγχύσεως έρχεται από ένα άλλο χωρίο τού Αριστοτέλη που θα εξετάσουμε σε λίγο.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: