Σάββατο, 29 Μαΐου 2021

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (15)

 Συνέχεια από: Κυριακή, 23 Μαΐου 2021

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15ο

Ότι κυρίως ψυχή είναι και λέγεται η λογική, ενώ οι άλλες ομωνύμως κατανομάζονται. Όπου αναπτύσσεται και το ότι η δύναμις του νου εκτείνεται σ’ ολόκληρο το σώμα συνδέοντας καταλλήλως κάθε μέρος.

Εάν τώρα μερικά μέρη της κτίσεως έχουν τη θρεπτική ενέργεια και άλλα πάλι διοικούνται από την αισθητική δύναμιν, χωρίς τα πρώτα να μετέχουν της αισθήσεως μήτε τα δεύτερα να μετέχουν της νοεράς φύσεως, και γι’ αυτό κάποιος υποπτεύεται πλήθος ψυχών, αυτός ο άνθρωπος δεν διακηρύσσει τη διαφορά των ψυχών σύμφωνα με τον διαιρετικό λόγο. Διότι κάθε τι που νοείται μέσα στα όντα, αν είναι τελείως ό,τι είναι, κυριολεκτικώς ονομάζεται ό,τι λέγεται· όποιο όμως δεν είναι εντελώς εκείνο που ονομάζεται, έχει ανακριβή προσηγορία. Παράδειγμα· αν δείξει κανείς τον αληθινό άρτο, λέγουμε ότι ο άνθρωπος αυτός επιλέγει κυριολεκτικώς το όνομα του αντικειμένου. Αν όμως κάποιος αντί του φυσικού δείξει τον κατασκευασθέντα από λίθο (άρτο), ο οποίος είχε το ίδιο σχήμα και το ίσο μέγεθος και όμοιο χρώμα, ώστε κατά τα περισσότερα γνωρίσματα να φαίνεται ότι είναι ό ίδιος με το πρωτότυπο, αλλά του λείπει το να μπορεί να είναι τροφή, για τον λόγο τούτο λέγουμε ότι ο λίθος πήρε την επωνυμία του άρτου όχι κυριολεκτικώς αλλά καταχρηστικώς. Και όλα τα παρόμοια, όσα δεν είναι καθ’ όλα ό,τι λέγονται, έχουν καταχρηστικώς το όνομα.

Έτσι λοιπόν, αφού η ψυχή έχει την τελειότητα στο νοερό και το λογικό, ό,τι δεν είναι τέτοιο, μπορεί μεν να είναι ομώνυμο με την ψυχή, όχι όμως και όντως ψυχή, αλλά απλώς κάποια ενέργεια ζωτική που παίρνει το όνομα της ψυχής. Γι’ αυτό εκείνος που νομοθέτησε τα πάντα έδωσε επίσης στη χρήση του ανθρώπου τη φύσιν των αλόγων ζώων, αφού δεν απέχει πολύ από τη φυσική τούτη ζωή, ώστε όσοι μεταλαμβάνουν απ’ αυτήν να την έχουν αντί λαχάνων. Διότι λέει, «να τρώγετε όλα τα κρέατα σαν λάχανα και χόρτα». Διότι τα αλόγα ζώα κατά την αισθητική ενέργεια λίγο μόνο πλεονεκτούν απέναντι στα τρεφόμενα και αυξανόμενα χωρίς αυτήν. Ας διδάξει τούς φιλοσάρκους αυτή η γνώμη, ώστε να μην αφήνουν τη διάνοια να τρέχει πολύ στα κατ’ αίσθησιν φαινόμενα, αλλά να ασχολείται με τα ψυχικά προτερήματα, διότι σ’ αυτά ευρίσκεται η αληθινή ψυχή, ενώ η αίσθησις παρατηρείται σε ίσο βαθμό και στα άλογα.

Αλλά η ακολουθία τού λόγου μετέπεσε σε άλλο θέμα. Αντικείμενο της διαπραγματεύσεώς μας δεν ήταν τούτο, ότι στον άνθρωπο προτιμότερη είναι η ενέργεια του νου παρά η υλική υπόσταση· αλλ’ ότι ο νους μας δεν περιέχεται σε ένα μόνο μέρος του οργανισμού μας, αλλά βρίσκεται εξ ίσου μέσα σε όλα και διά μέσου όλων, χωρίς ούτε από έξω να τα περικλείει ούτε μέσα τους να κρατείται. Πράγματι αυτά κυριολεκτούνται στην περίπτωση κάδων ή άλλων σωμάτων, τα οποία είναι τοποθετημένα το ένα μέσα στο άλλο. Η κοινωνία όμως του νου προς το σωματικό έχει άφραστη και ακατανόητη συνάφεια, διότι ούτε μέσα είναι (αφού το ασώματο δεν κρατείται μέσα σε σώμα) ούτε απ’ έξω περιέχει (διότι τα ασώματα δεν περιλαμβάνουν τίποτε)· αλλά ο νους, εγγίζοντας τη φύσιν κατά ένα τρόπο ανεξήγητο και ακατανόητο και συναπτόμενος με αυτήν, υφίσταται και μέσα σ’ αυτήν και γύρω από αυτήν, χωρίς ούτε να κάθεται μέσα σ’ αυτήν ούτε να την περιπτύσσεται. Δεν είναι δυνατό να ειπούμε ή να εννοήσουμε πώς συμβαίνει τούτο, πλην του ότι, όταν η φύσις προάγεται κατά τον ειρμό της, γίνεται και ο νους ενεργός· αν όμως συμβεί σ’ αυτήν κάποιο ελάττωμα, τότε και της διανοίας η κίνησις χωλαίνει κατά το παράδειγμα εκείνου.

Το πρωτότυπο κείμενο

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕʹ.

Ὅτι κυρίως ψυχὴ, ἡ λογικὴ καὶ ἔστι καὶ λέγεται· αἱ δ' ἄλλαι ὁμωνύμως κατονομάζονται. Ἐν ᾧ καὶ τὸ, διὰ παντὸς τοῦ σώματος διήκειν τὴν τοῦ νοῦ δύναμιν, καταλλήλως ἑκάστου μέρους προσαπτομένην. 

Εἰ δέ τινα τῆς κτίσεως τὴν θρεπτικὴν ἐνέργειαν ἔχει, ἢ πάλιν ἕτερα τῇ αἰσθητικῇ διοικεῖται δυνά μει, μήτε ἐκεῖνα αἰσθήσεως, μήτε ταῦτα τῆς νοερᾶς μετέχοντα φύσεως, καὶ διὰ τοῦτό τις ψυχῶν πλῆθος καθυποπτεύει· οὐ κατὰ τὸν διαιροῦντα λόγον ὁ τοιοῦτος τὴν τῶν ψυχῶν διαφορὰν δογματίσει· διότι πᾶν τὸ ἐν τοῖς οὖσι νοούμενον, εἰ μὲν τελείως εἴη ὅπερ ἐστὶ, κυρίως καὶ ὀνομάζεται ὅπερ λέγεται· τὸ δὲ μὴ διὰ πάντων ὂν ἐκεῖνο, ὃ κατωνόμασται, ματαίαν καὶ τὴν προσηγορίαν ἔχει. Οἷον εἴ τις τὸν ἀληθῆ δείξειεν ἄρτον, φαμὲν τὸν τοιοῦτον κυρίως ἐπιλέγειν τῷ ὑποκειμένῳ τὸ ὄνομα. Εἰ δέ τις τὸν ἀπὸ λίθου τεχνη θέντα τῷ κατὰ φύσιν ἀντιπαραδείξειεν, ᾧ σχῆμα μὲν τὸ αὐτὸ, καὶ τὸ μέγεθος ἶσον, καὶ ἡ τοῦ χρώ ματος ὁμοιότης, ὥστε διὰ τῶν πλείστων τὸν αὐτὸν εἶναι τῷ πρωτοτύπῳ δοκεῖν, ἐπιλείπει δὲ αὐτῷ τὸ καὶ τροφὴν δύνασθαι εἶναι· παρὰ τοῦτο οὐ κυρίως, ἀλλ' ἐκ καταχρήσεως τῆς ἐπωνυμίας τοῦ ἄρτου τε τυχηκέναι τὸν λίθον λέγωμεν. Καὶ πάντα τὰ κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον, ἂ μὴ δι' ὅλων ἐστὶν ὅπερ λέγεται, ἐκ καταχρήσεως ἔχει τὴν κλῆσιν. 

Οὕτω τοίνυν καὶ τῆς ψυχῆς ἐν τῷ νοερῷ τε καὶ λογικῷ τὸ τέλειον ἐχούσης, πᾶν ὁ μὴ τοῦτό ἐστιν, ὁμώνυμον μὲν εἶναι δύναται τῇ ψυχῇ, οὐ μὴν καὶ ὄντως ψυχὴ, ἀλλά τις ἐνέργεια ζωτικὴ, τῇ τῆς ψυχῆς κλήσει συγκεκριμένη. Διὸ καὶ τὴν τῶν ἀλόγων φύσιν, ὡς οὐ πόῤῥω τῆς φυσικῆς ταύτης ζωῆς κειμένην, ὁμοίως ἔδωκε τῇ χρήσει τοῦ ἀνθρώπου, ὁ τὰ καθ' ἕκαστον νομοθετήσας, ὡς ἀντὶ λαχάνου τοῖς μετέχουσιν εἶναι. Πάντα γὰρ, φησὶ, τὰ κρέα φάγεσθε, ὡς λάχανα χόρτου. Μικρὸν γάρ τι πλεονεκτεῖν δοκεῖ τῇ αἰσθητικῇ ἐνεργείᾳ τοῦ δίχα ταύτης τρεφομένου τε καὶ αὐξανομένου. Παιδευσάτω τοῦτο τοὺς φιλοσάρκους, μὴ πολὺ τοῖς κατ' αἴσθησιν φαινομένοις προσδραμεῖν τὴν διάνοιαν, ἀλλ' ἐν τοῖς ψυχικοῖς προτερήμασι προσασχολεῖσθαι, ὡς τῆς ἀληθοῦς ψυχῆς ἐν τούτοις θεωρουμένης, τῆς δὲ αἰσθήσεως καὶ ἐν τοῖς ἀλόγοις τὸ ἴσον ἐχούσης. 

Ἀλλ' ἐφ' ἕτερον ἡ ἀκολουθία παρηνέχθη τοῦ λόγου. Οὐ γὰρ τοῦτο τῇ θεωρίᾳ προέκειτο, ὅτι προτιμώτερον τῶν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ νοουμένων ἐστὶν ἡ κατὰ νοῦν ἐνέργεια ἢ τὸ ὑλικὸν τῆς ὑποστάσεως· ἀλλ' ὅτι οὐχὶ μέρει τινὶ τῶν ἐν ἡμῖν ὁ νοῦς περιέχεται, ἀλλ' ἐπίσης ἐν πᾶσι καὶ διὰ πάντων ἐστίν· οὔτε ἔξωθεν περιλαμβάνων, οὔτε ἔνδοθεν κρατούμενος. Ταῦτα γὰρ ἐπὶ κάδων ἢ ἄλλων τινῶν σωμάτων ἀλλήλοις ἐντιθεμένων κυρίως λέγεται. Ἡ δὲ τοῦ νοῦ πρὸς τὸ σωματικὸν κοινωνία ἄφραστόν τε καὶ ἀνεπινόητον τὴν συνάφειαν ἔχει, οὔτε ἐντὸς οὖσα (οὔτε γὰρ ἐγκρα τεῖται σώματι τὸ ἀσώματον), οὔτε ἐκτὸς περιέ χουσα (οὐ γὰρ περιλαμβάνει τι τὰ ἀσώματα)· ἀλλὰ κατά τινα τρόπον ἀμήχανόν τε καὶ ἀκατανόητον ἐγ γίζων ὁ νοῦς τῇ φύσει, καὶ προσαπτόμενος, καὶ ἐν αὐτῇ καὶ περὶ αὐτὴν θεωρεῖται, οὔτε ἐγκαθήμενος, οὔτε περιπτυσσόμενος· ἀλλὰ ὡς οὐκ ἔστιν εἰπεῖν ἢ νοῆσαι, πλὴν ὅτι κατὰ τὸν ἴδιον αὐτῆς εἱρμὸν εὐοδουμένης τῆς φύσεως, καὶ ὁ νοῦς ἐνεργὸς γίνεται. Εἰ δέ τι πλημμέλημα περὶ ταύτην συμπέσοι, σκάζει κατ' ἐκεῖνο καὶ τῆς διανοίας ἡ κίνησις.

ΠΩΣ ΝΑ ΧΩΡΕΣΕΙ ΛΟΙΠΟΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΜΑΣ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ, ΠΟΥ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΑΛΟΓΟΥ ΕΝΣΤΙΚΤΟΥ ΚΑΙ ΔΕΝ ΔΙΑΝΟΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ; ΣΤΟ ΟΛΟΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ;

AΣ ΤΟ ΠΡΟΣΘΕΣΟΥΜΕ! ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΟΛΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ; ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ.ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΓΝΩΣΤΟ, ΤΟ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΘΑΥΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ. ΤΟ ΑΡΡΗΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΡΗΤΟ ΤΟΥ ΑΡΡΗΤΟΥ. ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ. Η ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΘΕΣΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: