Δευτέρα, 31 Μαΐου 2021

ΤΙ ΝΟΗΜΑ ΕΧΕΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ (2)

 Συνέχεια από: Tετάρτη 26 Μαίου 2021

ΤΙ ΝΟΗΜΑ ΕΧΕΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ 

ΤΟΥ ENRICO BERTI.

  Ο πιο ιδιοφυής κατασκευαστής και αντιπρόσωπος τού διαλεκτικιστικού οράματος τής ιστορίας είναι ακόμη ο Χέγκελ, αλλά όχι πλέον ο νεαρός Χέγκελ, ο οποίος επηρεασμένος από τους συμμαθητές του, τού Stift τής Τυβίγκης δοξολογούσε την ελληνικότητα σαν ιδανικό αιώνιας τελειότητος, υποτιμώντας απέναντι της τον Χριστιανισμό, σαν έκφραση τού σχίσματος ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, δηλαδή τής “δυστυχισμένης συνειδήσεως” ,αλλά ο Χέγκελ ο οποίος ανακάλυψε τήν θετική αξία τού σχίσματος, δηλαδή τού αρνητικού και συνεπώς δήλωσε την διαλεκτική υπέρβαση τής ελληνικότητος από μέρους τού Χριστιανο-γερμανικού κόσμου.

          Με την αρχαία φιλοσοφία ο Χέγκελ ασχολήθηκε ιδιαιτέρως στα “Μαθήματα τής ιστορίας τής φιλοσοφίας”, όπου παρότι συνεχίζει να εκτιμά την προσφορά των Ελλήνων, όπως αποδεικνύει και η έκταση που καταλαμβάνει η φιλοσοφία τους στο σύνολο τού έργου, δεν μπορεί πλέον να απαλλαγεί από τον νόμο τής διαλεκτικής του, σύμφωνα με τον οποίο “οι πρώτες φιλοσοφίες είναι οι πιο φτωχές και αφηρημένες” και η “όψιμη φιλοσοφία, η σύγχρονη, η πιο νέα, είναι και η πιο εξελιγμένη, πιο πλούσια και πιο βαθιά”. Διακρίνοντας λοιπόν την αρχαία φιλοσοφία, δηλαδή την ελληνική, από την μοντέρνα, την Χριστιανο-γερμανική, ο Χέγκελ δηλώνει ότι “ο Ελληνικός κόσμος στην ανάπτυξη τής σκέψης έφτασε μέχρι την ιδέα, ενώ ο Χριστιανο-γερμανικός κόσμος συνέλαβε την σκέψη σαν πνεύμα”, όπου σαν ιδέα εννοεί το απόλυτο σαν σκέψη, δηλαδή αφηρημένο, ενώ σαν πνεύμα εννοεί το απόλυτο σαν σκεπτόμενο τον εαυτό του, δηλαδή συγκεκριμένο.

          Η απόδειξη τής αμεσότητος και τής αφαίρεσης που χαρακτηρίζει την ελληνική φιλοσοφία, βρίσκεται τώρα κατά τον Χέγκελ στην αδυναμία να διακριθεί το πνεύμα από την φύση, που βρίσκει την πληρέστερη έκφραση της στην αισθητική διαίσθηση! Η χαρακτηριστική φόρμα τού ελληνικού πολιτισμού είναι εκείνη του κάλλους. Ο Κλασικισμός του Βίνκελμαν προσλαμβάνεται και μαζί υπερβαίνεται, με μία τυπική Εγελιανή πράξη.

          Στο μονοπάτι της ερμηνείας τού Χέγκελ κινείται όλη η ιστοριογραφία του ‘800, υποστηριζόμενη και επιβεβαιούμενη στην κατεύθυνσή της από την εκπληκτική πρόοδο που πραγματοποίησαν οι ιστορικές επιστήμες και οι φιλολογικές παράλληλα, σε εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε και να ορίσουμε σαν τον Μεγάλο τους αιώνα. Αυτό ισχύει πάνω απ’όλα για τον Zeller, ο οποίος στην μνημειώδη του επανασύσταση τής “φιλοσοφίας των Ελλήνων”, παρά την διαφωνία του για την μέθοδο του Χέγκελ, δεν απομακρύνεται κατ’ουσίαν από τα σχήματά του! Και για τον Zeller όπως και για τον Χέγκελ, η αρμονία ανάμεσα σε πνεύμα και φύση την οποία καθόρισαν οι Έλληνες, είναι ακόμη άμεση, δηλαδή επιβεβαιωμένη δογματικά, μέσω της μειώσεως του πνεύματος σε φύση, ενώ στην μοντέρνα φιλοσοφία αυτή κατακτάται, δηλαδή μεσολαβείται από το κριτικό πρόβλημα, το οποίο, διακρίνοντας φύση και πνεύμα, αντικείμενο και υποκείμενο, μειώνει την φύση σε φανέρωση του πνεύματος. Σ’αυτή την κρίση είναι προφανής η υποτίμηση της αρχαίας σκέψης σαν στιγμή ιστορικά προηγούμενη και γι’αυτό στοχαστικά κατώτερη της μοντέρνας σκέψης. Αυτό εξηγεί την απόλυτη ψυχρότητα και απάθεια με την οποία ο συγγραφέας οδηγεί την έκθεσή του, παρότι επενδύει σ’αυτή έναν αυθεντικό εξοπλισμό ιστορικής καλλιέργειας.

          Αλλά και η ιστοριογραφία θετικιστικής στάσης, η οποία περιλαμβάνει λαμπρά ονόματα όπως του Tanney, Burnet, Gomperz, δεν απομακρύνεται από τον Χέγκελ, όταν ερμηνεύει την αρχαία φιλοσοφία με φυσιοκρατική και επιστημονικοφανή σημασία, υπονοώντας ότι ξεπεράστηκε από την αναπαράσταση της φύσεως της μοντέρνας επιστήμης.

          Ένας παρόμοιος ιστορικισμός συνεχίζει να κυριαρχεί και στην ιστοριογραφία νεοϊδεαλιστικής κατεύθυνσης, του Croce και του Gentile, επαναλαμβάνοντας ακούραστα τους αιώνιους κοινούς τόπους μίας αντικειμενικής φυσιοκρατικής αρχαιότητος! Και στις δύο προοπτικές, την κλασικιστική και την ιστορικιστική, η μελέτη τής αρχαίας φιλοσοφίας χάνει κάθε της σημασία! Στην πρώτη περίπτωση καταλήγει σε μία βαρετή επανάληψη, άγονη μιάς νέας φιλοσοφίας, ενώ στην δεύτερη εξαντλείται σε μία ενοχλητική καλλιεργημένη έρευνα, στην προσπάθειά της να ξανασυναντήσει μία φιλοσοφία η οποία δεν έχει τίποτε να πει στον σημερινό άνθρωπο. Μπορεί να έχει κάποια σημασία μόνον σε μία στάση νέα, διαφορετική από τις προηγούμενες, στην οποία δεν μπορούμε παρά να δώσουμε το ένδοξο όνομά της, παρότι βιασμένο πολλές φορές, του ανθρωπισμού.

          Ο αυθεντικός ανθρωπισμός υπάρχει όταν η μελέτη τών αρχαίων μπορεί νά είναι μιά αληθινή πηγή μίας νέας πνευματικότητος, μίας βαθύτερης κατανοήσεως τών αξιών, μιας κουλτούρας πιο πλήρως ανθρώπινης. Προκειμένου όμως αυτό να καταστεί εφικτό, είναι ανάγκη να απορρίψουμε την ιστορικιστική προϋπόθεση και νά είμαστε έτοιμοι να ξαναβρούμε στην ιστορία κάποιο σπόρο αλήθειας, κάποια αφορμή ικανή να ανοίξει στην έρευνα νέους ορίζοντες. Αλλά ταυτόχρονα είναι αναγκαίο να μην αφαιρέσουμε την αλήθεια από την ιστορία, δηλαδή από την κατάσταση μέσα στην οποία φανερώθηκε συγκεκριμένα και ξεδίπλωσε τήν επάρκειά της! Δεν είναι δυνατόν πράγματι να εννοήσουμε τον κλασικισμό μίας αξίας, δηλαδή την ικανότητά της να ικανοποιεί τις απαιτήσεις και τις ανάγκες των ανθρώπων κάθε εποχής, εάν δεν κατανοείται ακριβώς το μέτρο στο οποίο αυτή η αξία κατόρθωσε να ικανοποιήσει τις ανάγκες τής εποχής της!

          Ο ανθρωπισμός σύμφωνα μ’αυτή την έννοια, επραγματοποιήθη κάθε φορά που πέτυχε η επιστροφή στούς αρχαίους και κατόρθωσε να γονιμοποιήσει μία νέα κουλτούρα. Τυπική είναι ως προς αυτό, κάτω από πολλές πλευρές, εκείνος που συνδέεται με την Ιταλική Αναγέννηση. Σχετικά με την αρχαία φιλοσοφία και μετά τήν ανάπτυξη τών μοντέρνων ιστορικών επιστημών, η μεγαλύτερης σημασίας αυτών των επιστροφών είναι μάλλον ο γερμανικός ανθρωπισμός της τρίτης και τέταρτης δεκαετίας αυτού του αιώνος, συγκεντρωμένος στην Gesellschaft fur antike kultur και στο όργανό του, το περιοδικό Die Antike, το οποίο αντιπροσώπευσαν κυρίως ο Werner Jaeger και ο Julius Stenzel. Κατόρθωσε να συνενώσει την πίστη τών ηθικών ιδανικών τής παιδείας τών Ελλήνων, τα οποία θεώρησαν σαν το μοναδικό φάρμακο στην κρίση τών αξιών που καθορίστηκε από την στρατιωτική ήττα του Ράιχ, μέ μία βαθιά ιστορική γνώση τού αρχαίου κόσμου, την οποία κατόρθωσαν από την μοντέρνα αρχαιότητα!

          Η γονιμότης τού ανθρωπισμού τού Stenzel και τού Jaeger πιστοποιείται από την αξία τών προσφορών του στις μελέτες τής ιστορίας τής αρχαίας φιλοσοφίας, σημειώνοντας αποφασιστικές στροφές στις ιστοριογραφικές κατευθύνσεις και καθορίζοντας συχνά κατακτήσεις αποφασιστικής σημασίας. Αλλά το έργο τους ωφέλησε περισσότερο την ιστορική γνώση τής αρχαίας σκέψης παρά την θεωρητική της κατανόηση, λόγω της υπερβολικής γενικότητος των καθαρά θεωρητικών  αναφορών,  που περιείχαν. Μπορούμε να πούμε μάλιστα ότι το όριο τού γερμανικού ανθρωπισμού είναι το γεγονός ότι είναι πολύ φιλολογικός και λίγο φιλοσοφικός, δηλαδή δεν κατόρθωσε να κερδίσει από την αρχαία φιλοσοφία, παρά την κλασσική του πεποίθηση, συγκεκριμένες θεωρητικές θέσεις.

          Θα προσπαθήσω με την σειρά μου να δείξω με συντομία μερικές όψεις τής αρχαίας φιλοσοφίας, οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν αληθινά κλασσικές!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: