Δευτέρα, 31 Μαΐου 2021

Αγ. Γρηγόριος Νύσσης - Περί της κατασκευής του ανθρώπου (16)

 Συνέχεια από: Σάββατο, 29 Μαΐου 2021

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16ο

Εξέταση του θειου ρητού που λέγει. «Ας ποιήσουμε άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωσιν μας». Όπου εξετάζεται ποιά είναι η σημασία της εικόνος και αν το εμπαθές και θνητό ομοιώνεται με το μακάριο και απαθές, και πως στην εικόνα υπάρχει το άρρεν και το θήλυ, αφού αυτή η διάκριση (άρρεν και θήλυ) δεν υπάρχει στο πρωτότυπο

Αλλά ας επαναλάβουμε άλλη μια φορά τη θεία φωνή, «Ας ποιήσουμε άνθρωπο κατ’ εικόνα και ομοίωσιν μας». Πόσο μικρά και ανάξια της μεγαλοφυΐας του ανθρώπου εφαντάσθηκαν μερικοί έκτος Χριστιανισμού σοφοί, μεγαλύνοντας το ανθρώπινο, όπως ενόμιζαν, με τη σύγκριση προς τον κόσμο τούτον. Διότι λέγουν ότι ο άνθρωπος είναι μικρός κόσμος (μικρόκοσμος είναι όρος των Στωικών), εφ’ όσον αποτελείται από τα ίδια με το σύμπαν στοιχεία. Αυτοί πού με το υπερήφανο όνομα απέδωσαν τέτοιον έπαινο στην ανθρώπινη φύσιν, λησμόνησαν ότι μεγαλύνουν τον άνθρωπο με ιδιώματα που ταιριάζουν στο κουνούπι και το ποντίκι. Πράγματι και σ’ εκείνα η κράσις από τα τέσσαρα τούτα στοιχεία (γη, πυρ, αήρ, ύδωρ) αποτελείται, διότι βέβαια κάποιο μέρος, μεγάλο ή μικρό, του καθενός από τα όντα που υφίσταται γύρω από τη ζωτική του δύναμη συνίσταται σε τέτοια στοιχεία, χωρίς τα οποία δεν έχει φυσικό υπόστρωμα για να συσταθεί κάτι από τα μετέχοντα των αισθήσεων. Τί σπουδαιότητα λοιπόν έχει να νομισθεί ο άνθρωπος χαρακτήρ και ομοίωμα του κόσμου; Του ουρανού που παρέρχεται, της γης που μεταβάλλεται, όλων των πραγμάτων που περικρατούνται μέσα σ’ αυτά, τα οποία χάνονται μαζί με το πέρασμα του περιέχοντος αυτά;

Σε τί λοιπόν έγκειται το ανθρώπινο μεγαλείο κατά τον εκκλησιαστικό λόγο; Δεν έγκειται στην ομοιότητα προς τον κτιστό κόσμο, αλλά στο ότι έγινε κατ’ εικόνα του κτίστου της φύσεως. Ποιά λοιπόν είναι η έννοια της εικόνος; Θα πεις ίσως. Πώς ομοιώνεται το ασώματο με το σώμα; Πώς ομοιώνεται το πρόσκαιρο με το αΐδιο, το μεταβαλλόμενο δια τροπής με το αναλλοίωτο, το εμπαθές και φθειρόμενο με το απαθές και το άφθαρτο, το πάντοτε σύνοικο και σύντροφο της κακίας με το απαλλαγμένο από κάθε κακία; Διότι υπάρχει μεγάλη απόσταση του νοουμένου κατά το αρχέτυπο και του γεγενημένου κατά την εικόνα. Η εικών, αν έχει την ομοιότητα προς το πρωτότυπο, έχει κυριολεκτικώς αυτό το όνομα· αν όμως η μίμησις ξεφεύγει από το πρωτότυπο, αυτό είναι κάτι άλλο και όχι εικών εκείνου.

Πώς λοιπόν ό άνθρωπος, τούτο το θνητό και εμπαθές και πρόσκαιρο, είναι εικών της άφθαρτης και καθαράς και αΐδιας φύσεως; Τον αληθινό γι’ αυτό το πράγμα λόγο τον γνωρίζει σαφώς μόνο η όντως Αλήθεια. Εμείς όμως, όσο μπορούμε να ανιχνεύσουμε με στοχασμούς και υποθέσεις, έχουμε την παρακάτω άποψη για το ζήτημα.

Ούτε ο θειος λόγος ψεύδεται, που είπε ότι ο άνθρωπος έγινε κατ’ εικόνα Θεού, ούτε η ελεεινή ταλαιπωρία της ανθρώπινης φύσεως καθομοιώνεται με την μακαριότητα της απαθούς ζωής. Πράγματι όποιος συγκρίνει τη δική μας ύπαρξη με τον Θεό αναγκαίως θα ομολογήσει το ένα από τα δύο, ή ότι το Θείο είναι παθητό ή ότι το ανθρώπινο είναι απαθές, ώστε ο λόγος της ομοιότητος να εκλαμβάνεται και για τούς δυο με ίσους όρους. Αν όμως ούτε το Θείο είναι εμπαθές ούτε το ανθρώπινο είναι απαθές, τότε υπολείπεται κάποιος άλλος λόγος, με βάση τον όποιο ισχυριζόμαστε ότι αληθεύει η θεία φωνή που λέγει ότι ο άνθρωπος έγινε κατ’ εικόνα Θεού.

Ας επαναλάβουμε λοιπόν τη θεία Γραφή, μήπως δοθεί κάποια χειραγώγηση προς το ζητούμενο από τα γραμμένα. Μετά τη φράση, «ας ποιήσουμε άνθρωπο κατ’ εικόνα», και για ποιο σκοπό να τον κάμουμε, προσθέτει τούτον το λόγο, ότι «και εποίησε ο Θεός τον άνθρωπο και κατ’ εικόνα Θεού τον εποίησε· τούς εποίησε άρρεν και θήλυ». Έχει ήδη λεχθεί και προηγουμένως ότι ο λόγος αυτός διακηρύχθηκε από πριν για καθαίρεση της αιρετικής ασεβείας, ώστε, αφού διδαχθήκαμε ότι ο μονογενής Θεός εποίησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα Θεού, να μη διακρίνουμε για κανένα λόγο τη θεότητα του Πατρός και του Υιού, εφ’ όσον η αγία Γραφή ονομάζει εξ ίσου Θεό και τον ένα και τον άλλο, και εκείνον που εποίησε τον άνθρωπο και εκείνον κατ’ εικόνα του οποίου έγινε.

Ας αφήσουμε όμως τον λόγο γι’ αυτά και ας επιστρέψουμε τη συζήτηση προς το θέμα μας. Πώς, ενώ και το θείο είναι μακάριο και το ανθρώπινο είναι ελεεινό, από τη Γραφή ονομάζεται όμοιο τούτο μ’ εκείνο; Ας εξετάσουμε λοιπόν με ακρίβεια τα λόγια. Διότι θα βρούμε ότι κάτι άλλο είναι το γενόμενο κατ’ εικόνα και άλλο το τώρα παρουσιαζόμενο σε ταλαίπωρη κατάσταση. «Εποίησε ο Θεός τον άνθρωπο», λέγει, «τον εποίησε κατ’ εικόνα Θεού». Τελειώνει η δημιουργία του κατ’ εικόνα γεγενημένου. Έπειτα επαναλαμβάνει τον περί της κατασκευής λόγο και λέγει· «τους εποίησε άρρεν και θήλυ». Νομίζω ότι ο καθένας γνωρίζει ότι τούτο νοείται έξω (μακριά) από το πρωτότυπο. Διότι, όπως λέει ο απόστολος, «στον Ιησού Χριστό δεν υπάρχει ούτε άρρεν ούτε θήλυ». Αλλά εδώ όμως ο λόγος λέει ότι έχει διαιρεθεί ο άνθρωπος.

Επομένως η κατασκευή της φύσεως μας είναι διπλή· πρώτα είναι η φύσις που είχε ομοιωθεί με το Θείο και έπειτα είναι η φύσις που διαιρέθηκε κατά τη διαφορά στα γένη. Διότι κάτι τέτοιο υπαινίσσεται ο λόγος με τη σύνταξη των γεγραμμένων της Γραφής, αφού πρώτα είπε ότι, «εποίησε ο Θεός τον άνθρωπο, κατ' εικόνα Θεού τον εποίησε», έπειτα όμως πάλι πρόσθεσε στα λεχθέντα ότι «τους εποίησε άρρεν και θήλυ», κάτι πού είναι ξένο προς τις ιδιότητες του Θεού. Εγώ λοιπόν νομίζω ότι με τα λεγάμενα από τη θεία Γραφή παραδίδεται κάποιο δόγμα μέγα και υψηλό. Το δόγμα είναι το έξης.

Το ανθρώπινο βρίσκεται στο μέσο δύο άκρως αντιθέτων μεταξύ τους πραγματικοτήτων, της θείας και ασώματης φύσεως και της αλόγου και κτηνώδους ζωής. Πράγματι είναι δυνατό στο ανθρώπινο σύνθεμα να παρατηρήσουμε μέρος του καθενός από τα δυο αναφερθέντα προηγουμένως· του μεν θείου το λογικό και διανοητικό, το οποίο δεν αποδέχεται τη διάκριση σε άρρεν και θήλυ· του δε αλόγου τη σωματική κατασκευή και διάπλαση, χωρισμένη σε άρρεν και θήλυ. Διότι το καθένα από αυτά βρίσκεται πάντως σε κάθε τι που μετέχει της ανθρώπινης ζωής. Αλλά, όπως μάθαμε από τον εκθέσαντα με τάξη την ανθρωπογονία (τον Μωυσή), προτερεύει το νοερό στον άνθρωπο, ενώ η κοινωνία και συγγένεια προς το άλογο είναι επιγέννημα. Διότι πρώτα λέγει ότι «εποίησε ο Θεός κατ' εικόνα Θεού τον άνθρωπο», δεικνύοντας με τα λεγόμενα, όπως λέγει ο απόστολος, ότι σ’ αυτόν άρρεν και θήλυ δεν υπάρχει. Έπειτα προσθέτει τα ιδιώματα της ανθρώπινης φύσεως, ότι «τους εποίησε άρρεν και θήλυ». Τί μαθαίνουμε λοιπόν με αυτό; Και κάνεις να μη μου θυμώσει που αρχίζω από μακριά την επιχειρηματολογία για το προκείμενο θέμα.

Ο Θεός κατά τη φύσιν του είναι παν ό,τι είναι δυνατό να συλλάβουμε κατ’ έννοια ως αγαθό· ή μάλλον όντας επέκεινα κάθε αγαθού που νοείται και καταλαμβάνεται, δεν κτίζει για τίποτε άλλο την ανθρώπινη ζωή παρά για το ότι είναι αγαθός. Κι’ επειδή τέτοιος είναι και για τούτο όρμησε προς τη δημιουργία της ανθρωπίνης φύσεως, δεν θα έδειχνε ημιτελή τη δύναμιν της αγαθότητος, δίνοντας το ένα μέρος από τα προσόντα του και το άλλο κρατώντας το ζηλότυπα· αλλά το τέλειο είδος της αγαθότητος έγκειται σε τούτο, ότι και παρήγαγε τον άνθρωπο στη γένεσιν από το μη ον και ανενδεή των αγαθών τον κατέστησε. Επειδή δε o κατάλογος των επί μέρους αγαθών είναι μεγάλος, δεν είναι εύκολο να περιληφθούν σε αρίθμηση. Γι’ αυτό ο λόγος τα δήλωσε περιληπτικώς όλα με το να πει ότι ο άνθρωπος έγινε κατ’ εικόνα Θεού· διότι τούτο είναι το ίδιο με το να ειπεί ότι έκαμε την ανθρώπινη φύσιν μέτοχο κάθε αγαθού. Πράγματι, αν το Θείο είναι πλήρωμα των αγαθών, εκείνου δε είναι εικών ο άνθρωπος, άρα η εικών έχει την ομοιότητα προς το αρχέτυπο κατά το ότι είναι πλήρης κάθε αγαθού.

Επομένως μέσα μας υπάρχει κάθε καλού ιδέα, όλη η αρετή και η σοφία και κάθε τι που θεωρείται καλύτερο. Ένα δε από όλα είναι και η ελευθερία από κάθε ανάγκη και η απαλλαγή από φυσική καταδυνάστευση, ώστε να έχουμε αυτεξούσια τη γνώμη για τις αποφάσεις. Διότι η αρετή είναι κάτι το ελεύθερο και το εκούσιο, ενώ το αναγκαστικώς και εκβιαστικώς γινόμενο δεν μπορεί να είναι αρετή. Αν λοιπόν η εικών έφερε καθ’ όλα τον χαρακτήρα του πρωτοτύπου κάλλους, αν δεν είχε διαφορά σε κάτι, δεν θα ήταν φυσικά ομοίωμα, αλλά θα ήταν το ίδιο μ’ εκείνο καθ’ όλα, απαράλλακτο σε όλα. Ποιά διαφορά λοιπόν καθορούμε ανάμεσα στο Θεό και στο ομοιωμένο με το Θείο; Βρίσκουμε στο ότι το μεν Θείο είναι άκτιστο, το δε όμοιό του έγινε δια κτίσεως. Η διαφορά δε αυτής της ιδιότητος είχε ως συνέπεια άλλα ιδιώματα. Διότι συνομολογείται γενικά και οπωσδήποτε, ότι η μεν άκτιστη φύσις είναι και άτρεπτη και είναι πάντοτε η αυτή, ενώ η κτιστή είναι αδύνατο να μείνει χωρίς αλλοίωση. Άλλωστε το ίδιο το πέρασμα από το μη οv στο Είναι (στην ύπαρξη) είναι κάποια κίνησις και αλλοίωσις του μη όντος που κατά το θείο βούλημα μεταφέρεται στο είναι. Και όπως το ευαγγέλιο τον χαρακτήρα τού καίσαρος επάνω στο χάλκινο νόμισμα τον λέγει εικόνα, πράγμα από το οποίο μαθαίνουμε ότι τυπικώς μεν η μορφή έχει την ομοίωση προς τον καίσαρα, ως προς το υποκείμενο όμως έχει διαφορά· έτσι και στην παρούσα πραγματεία αντί χαρακτήρων (χαραγμάτων) εξετάζοντας τα παρατηρούμενα στη θεία και στην ανθρώπινη φύσιν που έχουν την ομοιότητα, βρίσκουμε στο υποκείμενο τη διαφορά, η οποία καθοράται στο άκτιστο και το κτιστό.

Επειδή λοιπόν το ένα μένει πάντοτε το ίδιο, ενώ το άλλο αφού έγινε δια κτίσεως άρχισε το Eίναι από αλλοίωση και έχει συγγενώς με αυτήν την τροπή του είδους αυτού· για τούτο, αυτός που γνωρίζει τα πάντα πριν από τη γένεσή τους, όπως λέγει η προφητεία, αντιλήφθηκε ή μάλλον προκατάλαβε με την προγνωστική του δύναμη προς τί ρέπει η κίνησις της ανθρωπίνης προαιρέσεως κατά το αυτόνομο και αυτεξούσιο· και επειδή είδε τί θα συμβεί, επινοεί (επιτεχνάται) στην εικόνα τη διαφορά μεταξύ άρρενος και θήλεος, η οποία δεν βλέπει προς το θείο αρχέτυπο, αλλά, όπως έχει λεχθεί, είναι προσοικειωμένη προς την αλογώτερη φύσιν. Την αιτία αυτής της επινοήσεως (επιτεχνήσεως) θα μπορούσαν να την ξέρουν οι αυτόπτες της αληθείας και υπηρέτες του λόγου.

Εμείς όμως που, όσο είναι δυνατό, φανταστήκαμε την αλήθεια με στοχασμούς και εικόνες, εκθέτουμε ό,τι μας ήλθε στον νουν, όχι αποφαντικώς, αλλά ως ένα είδος γυμνάσματος χάριν των φρόνιμων ακροατών.

Τί λοιπόν είναι αυτό που διανοηθήκαμε; Λέγοντας ο λόγος της Γενέσεως ότι ο Θεός εποίησε τον άνθρωπο, με το αόριστο της εκφράσεως δεικνύει όλο το ανθρώπινο γένος. Διότι δεν ονομάστηκε τώρα μαζί με την κτίσιν ο Αδάμ, όπως λέγει στα επόμενα η διήγησις· αλλά όνομα στον άνθρωπο που εκτίσθηκε δεν είναι ο ποιός, είναι ο καθολικός. Με την καθολική ονομασία της φύσεως λοιπόν μας γίνεται σύσταση να υπονοούμε κάτι τέτοιο, ότι με τη θεία πρόγνωσιν και δύναμιν στην πρώτη κατασκευή συμπεριελήφθηκε όλη η ανθρωπότης. Διότι δεν πρέπει να νομίζουμε ότι υπάρχει τίποτε αόριστο στα γενόμενα από αυτόν· αλλά ότι κάθε όντος υπάρχει κάποιο πέρας και μέτρο, που περιμετρείται με τη σοφία του πλάστη. Όπως λοιπόν ο τάδε άνθρωπος περικλείεται στην ποσότητα του σώματός του και μέτρο της υποστάσεως του είναι το μέγεθος που συναπαρτίζεται από την επιφάνεια τού σώματος· έτσι νομίζω ότι όλο το πλήρωμα της ανθρωπότητος έχει περιληφθεί σαν σε ένα σώμα από τον Θεό των όλων δια της προγνωστικής δυνάμεως και ότι τούτο διδάσκει ο λόγος που είπε ότι και «εποίησε ο Θεός τον άνθρωπο και κατ’ εικόνα Θεού εποίησε αυτόν». Πράγματι η εικών δεν είναι σ’ ένα μέρος της φύσεως και η χάρις δεν είναι μέσα σε κάποιο από τα ευρισκόμενα μέσα του· αλλά η δύναμις αυτή διαπερνά όλο το γένος σε ίσο βαθμό.

Απόδειξη (σημείον) τούτου είναι το γεγονός ότι ο νους είναι εγκαθιδρυμένος σε όλους κατά τον ίδιο τρόπο· όλοι έχουν τη δύναμιν να διανοούνται και να προβουλεύονται, και όλα τα άλλα, δια των οποίων η θεία φύσις απεικονίζεται στο κατά την εικόνα της δημιούργημα. Με όμοιο τρόπο υπάρχουν o άνθρωπος που εμφανίσθηκε μαζί με την πρώτη κατασκευή και εκείνος πού θα γίνει κατά τη συντέλεια του σύμπαντος· επίσης  εφ’ εαυτών φέρουν τη θεία εικόνα. Γι’ αυτό το σύνολο της ανθρωπότητος ονομάστηκε ένας άνθρωπος, διότι για τη δύναμιν του Θεού δεν υπάρχει παρελθόν και μέλλον, αλλά και το αναμενόμενο περικρατείται εξ ίσου με το παρόν με την περιεκτική ενέργεια του παντός. Όλη λοιπόν η ανθρωπίνη φύσις, που από τα πρώτα φθάνει έως τα έσχατα, είναι μια εικόνα του όντος· η δε διαφορά του γένους ανάμεσα στο άρρεν και το θήλυ προστέθηκε τελευταία στο πλάσμα, για την ταύτην, όπως νομίζω, αιτίαν.

(Συνεχίζεται)

ΑΥΤΟ ΧΑΣΑΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΔΙΔΟΝΤΑΣ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΑΣ ΘΕΜΕΛΙΟ. ΤΟΝ ΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΑΘΟ -ΥΙΟΘΕΤΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΤΥΣΤΗ ΑΝΑΛΟΓΙΑ, ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΠΛΕΟΝ, ΔΙΟΤΙ ΜΟΝΟ ΤΟ ΚΑΚΟ ΠΡΟΟΔΕΥΕΙ ΕΠΙ ΤΟ ΧΕΙΡΟΝ. 

ΥΙΟΘΕΤΗΣΑΜΕ ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΒΑΠΤΙΣΕ, ΚΑΤ' ΑΝΑΛΟΓΙΑΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ, ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΠΑΤΕΡΑ, ΤΗΝ ΣΚΕΨΗ ΥΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ, ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΜΑΣ, ΤΗΝ ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΜΑΣ.

ΤΑΥΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΙΔΕΑΛΙΣΜΟΥ ΜΑΣ ΕΜΕΙΝΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ. Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ


Το πρωτότυπο κείμενο

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤʹ.

Θεωρία τοῦ θείου ῥητοῦ εἰπόντος, «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν ἡμετέραν.» Ἐν ᾧ ἐξετάζεται, τίς ὁ τῆς εἰκόνος λόγος, καὶ εἰ ὁμοιοῦται τῷ μακαρίῳ τε καὶ ἀπαθεῖ τὸ ἐμ παθὲς καὶ ἐπίκηρον, καὶ πῶς ἐν τῇ εἰκόνι τὸ ἄῤῥεν καὶ τὸ θῆλυ, ἐν τῷ πρωτοτύπῳ τούτων οὐκ ὄντων

Ἀλλ' ἐπαναλάβωμεν πάλιν τὴν θείαν φωνὴν, «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν ἡμετέραν.» Ὡς μικρά τε καὶ ἀνάξια τῆς τοῦ ἀνθρώπου μεγαλοφυΐας τῶν ἔξωθέν τινες ἐφαντάσθησαν, τῇ πρὸς τὸν κόσμον τοῦτον συγκρίσει μεγαλύνοντες, ὡς ᾤοντο, τὸ ἀνθρώπινον. Φασὶ γὰρ μικρὸν εἶναι κόσμον τὸν ἄνθρωπον, ἐκ τῶν αὐτῶν τῷ παντὶ στοιχείων συνεστηκότα. Οἱ γὰρ τῷ κόμπῳ τοῦ ὀνόματος τοιοῦτον ἔπαινον τῇ ἀνθρωπίνῃ χαριζόμενοι φύσει, λελήθασιν ἑαυτοὺς τοῖς περὶ τὸν κώνωπα καὶ τὸν μῦν ἰδιώμασι σεμνοποιοῦντες τὸν ἄνθρωπον. Καὶ γὰρ κἀκείνοις ἐκ τῶν τεσσάρων τούτων ἡ κρᾶσίς ἐστι, διότι πάντως ἑκάστου τῶν ὄντων ἢ πλείων ἢ ἐλάττων τις μοῖρα περὶ τὸ ἔμψυχον θεωρεῖται, ὧν ἄνευ συστῆναί τι τῶν αἰσθήσεως μετεχόντων, φύσιν οὐκ ἔχει. Τί οὖν μέγα, κόσμου χαρακτῆρα καὶ ὁμοίωμα νομισθῆναι τὸν ἄνθρωπον; οὐρανοῦ τοῦ περιερχομένου, γῆς τῆς ἀλλοιουμένης, πάντων τῶν ἐν τούτοις περικρατουμένων τῇ παρόδῳ τοῦ περιέχοντος συμπαρερχομένων; 

Ἀλλ' ἐν τίνι κατὰ τὸν ἐκκλησιαστικὸν λόγον τὸ ἀνθρώπινον μέγεθος; Οὐκ ἐν τῇ πρὸς τὸν κτιστὸν κόσμον ὁμοιότητι, ἀλλ' ἐν τῷ κατ' εἰκόνα γενέσθαι τῆς τοῦ κτίσαντος φύσεως. Τίς οὖν ὁ τῆς εἰκόνος λόγος; ἴσως ἐρεῖς· πῶς ὡμοίωται τῷ σώματι τὸ ἀσώματον; πῶς τῷ ἀϊδίῳ τὸ πρόσκαιρον; τῷ ἀναλλοιώτῳ τὸ διὰ τροπῆς ἀλλοιούμενον; τῷ ἀπαθεῖ τε καὶ ἀφθάρτῳ τὸ ἐμπαθὲς καὶ φθειρόμενον; τῷ ἀμιγεῖ πάσης κακίας τὸ πάντοτε συνοικοῦν ταύτῃ καὶ συντρεφόμενον; Πολὺ γὰρ τὸ μέσον ἐστὶ, τοῦ τε κατὰ τὸ ἀρχέτυπον νοουμένου, καὶ τοῦ κατ' εἰκόνα γεγενημένου. Ἡ γὰρ εἰκὼν, εἰ μὲν ἔχει τὴν πρὸς τὸ πρωτότυπον ὁμοιότητα, κυρίως τοῦτο κατ ονομάζεται. Εἰ δὲ παρενεχθείη τοῦ προκειμένου ἡ μίμησις, ἄλλο τι, καὶ οὐκ εἰκὼν ἐκείνου τὸ τοιοῦτόν ἐστι. 

Πῶς οὖν ὁ ἄνθρωπος τὸ θνητὸν τοῦτο καὶ ἐμπαθὲς καὶ ὠκύμορον, τῆς ἀκηράτου καὶ καθαρᾶς καὶ ἀεὶ οὔσης φύσεώς ἐστιν εἰκών; Ἀλλὰ τὸν μὲν ἀληθῆ περὶ τούτου λόγον μόνη ἂν εἰδείη σαφῶς ἡ ὄντως Ἀλήθεια. Ἡμεῖς δὲ καθ' ὅσον χωροῦμεν, στοχασμοῖς τισι καὶ ὑπονοίαις τὸ ἀληθὲς ἀνιχνεύοντες, ταῦτα περὶ τῶν ζητουμένων ὑπολαμβάνομεν. 

Οὔτε ὁ θεῖος ψεύδεται λόγος, κατ' εἰκόνα Θεοῦ εἰπὼν γεγενῆσθαι τὸν ἄνθρωπον· οὔτε ἡ ἐλεεινὴ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ταλαιπωρία τῇ μακαριότητι τῆς ἀπαθοῦς ζωῆς καθωμοίωται. Ἀνάγκη γὰρ τῶν δύο τὸ ἕτερον ὁμολογεῖσθαι, εἴ τις συγκρίνοι τῷ Θεῷ τὸ ἡμέτερον, ἢ παθητὸν εἶναι τὸ Θεῖον, ἢ ἀπαθὲς τὸ ἀνθρώπινον, ὡς ἂν διὰ τῶν ἴσων ὁ τῆς ὁμοιότητος λόγος ἐπ' ἀμ φοτέρους καταλαμβάνοιτο. Εἰ δὲ οὔτε τὸ Θεῖον ἐμπαθὲς, οὔτε τὸ καθ' ἡμᾶς ἔξω πάθους ἐστὶν, ἄρα τις ἕτερος ὑπολέλειπται λόγος, καθ' ὃν ἀληθεύειν φαμὲν τὴν θείαν φωνὴν, τὴν ἐν εἰκόνι Θεοῦ γεγενῆσθαι τὸν ἄνθρωπον λέγουσαν. 

Οὐκοῦν αὐτὴν ἐπαναληπτέον ἡμῖν τὴν θείαν Γραφὴν, εἴ τις ἄρα γένοιτο διὰ τῶν γεγραμμένων πρὸς τὸ ζητούμενον χειραγωγία. Μετὰ τὸ εἰπεῖν, ὅτι «Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα», καὶ ἐπὶ τίσι ποιήσωμεν, ἐπάγει τοῦτον τὸν λόγον, ὅτι καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, καὶ κατ' εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν. «Ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς». Εἴρηται μὲν οὖν ἤδη καὶ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν, ὅτι πρὸς καθαίρεσιν τῆς αἱρετικῆς ἀσεβείας ὁ τοιοῦτος προαναπεφώνηται λόγος, ἵνα διδαχθέντες ὅτι ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον ὁ μονογενὴς Θεὸς κατ' εἰκόνα Θεοῦ, μηδενὶ λόγῳ τὴν θεότητα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ διακρίνωμεν, ἐπίσης τῆς ἁγίας Γραφῆς Θεὸν ἑκάτερον ὀνομαζούσης, τόν τε πεποιηκότα τὸν ἄνθρωπον, καὶ οὗ κατ' εἰκόνα ἐγένετο.

Ἀλλ' ὁ μὲν περὶ τούτων λόγος ἀφείσθω, πρὸς δὲ τὸ προκείμενον ἐπιστρεπτέον τὴν ζήτησιν· πῶς καὶ τὸ θεῖον μακάριον, καὶ ἐλεεινὸν τὸ ἀνθρώπινον, καὶ ὅμοιον ἐκείνῳ τοῦτο παρὰ τῆς Γραφῆς ὀνομάζεται. Οὐκοῦν ἐξεταστέον μετ' ἀκριβείας τὰ ῥήματα. Εὑρήσομεν γὰρ, ὅτι ἕτερον μέν τι τὸ κατ' εἰκόνα γενόμενον, ἕτερον δὲ τὸ νῦν ἐν ταλαιπωρίᾳ δεικνύμενον. «Ἐποίησεν ὁ Θεὸς», φησὶ, «τὸν ἄνθρωπον, κατ' εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν» . Τέλος ἔχει ἡ τοῦ κατ' εἰκόνα γεγενημένου κτίσις. Εἶτα ἐπανάληψιν ποιεῖται τοῦ κατὰ τὴν κατασκευὴν λόγου, καί φησιν. «Ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς». Παντὶ γὰρ οἶμαι γνώριμον εἶναι, ὅτι ἔξω τοῦτο τοῦ πρωτοτύπου νοεῖται· «Ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ,» καθώς φησιν ὁ Ἀπόστολος, «οὔτε ἄῤῥεν οὔτε θῆλύ ἐστιν.» Ἀλλὰ μὴν εἰς ταῦτα διῃρῆσθαι ὁ λόγος φησὶ τὸν ἄνθρωπον. 

Οὐκοῦν διπλῆ τίς ἐστιν ἡ τῆς φύσεως ἡμῶν κατασκευὴ, ἤ τε πρὸς τὸ Θεῖον ὡμοιωμένη, ἥ τε πρὸς τὴν διαφορὰν ταύτην διῃρημένη. Τοιοῦτον γάρ τι ὁ λόγος ἐκ τῆς συν τάξεως τῶν γεγραμμένων αἰνίττεται, πρῶτον μὲν εἰπὼν, ὅτι «Ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ' εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν» πάλιν δὲ τοῖς εἰρημένοις ἐπαγαγὼν, ὅτι «Ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς,» ὅπερ ἀλλότριον τῶν περὶ Θεοῦ νοουμένων ἐστίν. Οἶμαι γὰρ ἐγὼ δόγμα τι μέγα καὶ ὑψηλὸν διὰ τῶν εἰρημένων ὑπὸ τῆς θείας Γραφῆς παραδίδοσθαι. Τὸ δὲ δόγμα τοιοῦτόν ἐστι· 

Δύο τινῶν κατὰ τὸ ἀκρότατον πρὸς ἄλληλα διεστηκότων, μέσον ἐστὶ τὸ ἀνθρώπινον, τῆς τε θείας καὶ ἀσωμάτου φύσεως, καὶ τῆς ἀλόγου καὶ κτηνώδους ζωῆς. Ἔξεστι γὰρ ἑκατέρου τῶν εἰρημένων ἐν τῷ ἀνθρωπίνῳ συγκρίματι θεωρῆσαι τὴν μοῖραν; τοῦ μὲν θείου τὸ λογικόν τε καὶ διανοητικὸν, ὃ τὴν κατὰ τὸ ἄῤῥεν καὶ θῆλυ διαφορὰν οὐ προσίεται· τοῦ δὲ ἀλόγου τὴν σωματικὴν κατασκευὴν καὶ διάπλασιν εἰς ἄῤῥεν τε καὶ θῆλυ μεμερισμένην. Ἑκάτερον γὰρ τούτων ἐστὶ πάντως ἐν παντὶ τῷ μετέχοντι τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Ἀλλὰ προτερεύειν τὸ νοερὸν, καθὼς παρὰ τοῦ τὴν ἀνθρωπογονίαν ἐν τάξει διεξελθόντος ἐμάθομεν, ἐπιγεννηματικὴν δὲ εἶναι τῷ ἀνθρώπῳ τὴν πρὸς τὸ ἄλογον κοινωνίαν τε καὶ συγγένειαν. Πρῶτον μὲν γάρ φησιν, ὅτι «Ἐποίησεν ὁ Θεὸς κατ' εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τὸν ἄνθρωπον,» δεικνὺς διὰ τῶν εἰρημένων, καθώς φησιν ὁ Ἀπόστολος, ὅτι ἐν τῷ τοιούτῳ ἄῤῥεν καὶ θῆλυ οὐκ ἔστιν. Εἶτα ἐπάγει τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τὰ ἰδιώματα, ὅτι «Ἄῤῥεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς.» Τί οὖν διὰ τούτου μανθάνομεν; Καί μοι μηδεὶς νεμεσάτω πόῤῥωθεν προσάγοντι τὸν λόγον τῷ προκειμένῳ νοήματι. 

Θεὸς τῇ ἑαυτοῦ φύσει πᾶν ὅτι περ ἔστι κατ' ἔννοιαν λαβεῖν ἀγαθὸν, ἐκεῖνό ἐστι· μᾶλλον δὲ παντὸς ἀγαθοῦ τοῦ νοουμένου τε καὶ καταλαμβανομένου ἐπέκεινα ὢν, οὐ δι' ἄλλο τι κτίζει τὴν ἀνθρωπίνην ζωὴν, ἣ διὰ τὸ ἀγαθὸς εἶναι. Τοιοῦτος δὲ ὢν, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς τὴν δημιουργίαν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὁρμήσας, οὐκ ἂν ἡμιτελῆ τὴν τῆς ἀγαθότητος ἐνεδείξατο δύνα μιν, τὸ μέν τι δοὺς ἐκ τῶν προσόντων αὐτῷ, τοῦ δὲ φθονήσας τῆς μετουσίας· ἀλλὰ τὸ τέλειον τῆς ἀγαθότητος εἶδος ἐν τούτῳ ἐστὶν, ἐκ τοῦ καὶ παραγαγεῖν τὸν ἄνθρωπον ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς γένεσιν, καὶ ἀνεν δεῆ τῶν ἀγαθῶν ἀπεργάσασθαι. Ἐπεὶ δὲ πολὺς τῶν καθ' ἕκαστον ἀγαθῶν ὁ κατάλογος, οὐ μὲν οὖν ἔστιν ἀριθμῷ ῥᾳδίως τοῦτον διαλαβεῖν. Διὰ τοῦτο περι ληπτικῇ τῇ φωνῇ ἅπαντα συλλαβὼν ὁ λόγος ἐσήμανεν, ἐν τῷ εἰπεῖν, κατ' εἰκόνα Θεοῦ γεγενῆσθαι τὸν ἄνθρωπον. Ἶσον γάρ ἐστι τοῦτο τῷ εἰπεῖν, ὅτι παν τὸς ἀγαθοῦ μέτοχον τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ἐποίησεν. Εἰ γὰρ πλήρωμα μὲν ἀγαθῶν τὸ Θεῖον, ἐκείνου δὲ τοῦτο εἰκών· ἄρ' ἐν τῷ πλῆρες εἶναι παντὸς ἀγαθοῦ, πρὸς τὸ ἀρχέτυπον ἡ εἰκὼν ἔχει τὴν ὁμοιότητα. 

Οὐκοῦν ἐστιν ἐν ἡμῖν παντὸς μὲν καλοῦ ἰδέα, πᾶσα δὲ ἀρετὴ καὶ σοφία, καὶ πᾶν ὅτιπέρ ἐστι πρὸς τὸ κρεῖττον νοούμενον. Ἓν δὲ τῶν πάντων καὶ τὸ ἐλεύθερον ἀνάγκης εἶναι, καὶ μὴ ὑπεζεῦχθαί τινι φυσικῇ δυναστείᾳ· ἀλλ' αὐτεξούσιον πρὸς τὸ δοκοῦν ἔχειν τὴν γνώμην. Ἀδέσποτον γάρ τι χρῆμα ἡ ἀρετὴ καὶ ἑκούσιον, τὸ δὲ κατηναγκασμένον καὶ βεβιασμένον ἀρετὴ εἶναι οὐ δύναται. Ἐν πᾶσι τοίνυν τῆς εἰκόνος τοῦ πρωτοτύπου κάλλους τὸν χαρακτῆρα φερούσης, εἰ μὴ κατὰ τὶ τὴν διαφορὰν ἔχῃ, οὐκέτι ἂν εἴη πάν τως ὁμοίωμα, ἀλλὰ ταὐτὸν ἐκεῖνο διὰ πάντων ἀναδειχθήσεται, τὸ ἐν παντὶ ἀπαράλλακτον. Τίνα τοίνυν αὐτοῦ τε τοῦ Θείου, καὶ τοῦ πρὸς τὸ Θεῖον ὡμοιωμένου τὴν διαφορὰν καθορῶμεν; Ἐν τῷ, τὸ μὲν ἀκτίστως εἶναι, τὸ δὲ διὰ κτίσεως ὑποστῆναι. Ἡ δὲ τῆς τοιαύτης ἰδιότητος διαφορὰ πάλιν ἑτέρων ἰδιωμά των ἀκολουθίαν ἐποίησε. Συνομολογεῖται γὰρ πάντη τε καὶ πάντως, τὴν μὲν ἄκτιστον φύσιν καὶ ἄτρε πτον εἶναι, καὶ ἀεὶ ὡσαύτως ἔχειν, τὴν δὲ κτιστὴν ἀδύνατον ἄνευ ἀλλοιώσεως συστῆναι. Αὐτὴ γὰρ ἡ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι πάροδος, κίνησίς τίς ἐστι, καὶ ἀλλοίωσις τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι, κατὰ τὸ θεῖον βούλημα μεθισταμένου. Καὶ ὥσπερ τὸν ἐπὶ τοῦ χαλκοῦ χαρακτῆρα Καίσαρος εἰκόνα λέγει τὸ Εὐαγγέλιον, δι' οὗ μανθάνομεν κατὰ μὲν τὸ πρό σχημα τὴν ὁμοίωσιν εἶναι τοῦ μεμορφωμένου πρὸς Καίσαρα, ἐν δὲ τῷ ὑποκειμένῳ τὴν διαφορὰν ἔχειν· οὕτω καὶ κατὰ τὸν παρόντα λόγον, ἀντὶ χαρακτήρων τὰ ἐπιθεωρούμενα τῇ τε θείᾳ φύσει καὶ τῇ ἀνθρωπίνῃ κατανοήσαντες, ἐν οἷς ἡ ὁμοιότης ἐστὶν, ἐν τῷ ὑποκειμένῳ τὴν διαφορὰν ἐξευρίσκομεν, ἥτις ἐν τῷ ἀκτίστῳ καὶ τῷ κτιστῷ καθορᾶται. 

Ἐπειδὴ τοίνυν τὸ μὲν ὡσαύτως ἔχει, καὶ ἀεὶ, τὸ δὲ διὰ κτίσεως γε γενημένον ἀπ' ἀλλοιώσεως τοῦ εἶναι ἤρξατο, καὶ συγγενῶς πρὸς τὴν τοιαύτην ἔχει τροπήν· διὰ τοῦτο ὁ εἰδὼς τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν, καθώς φησιν ἡ προφητεία, ἐπακολουθήσας, μᾶλλον δὲ προ κατανοήσας τῇ προγνωστικῇ δυνάμει, πρὸς ὅ τι ῥέπει κατὰ τὸ αὐτοκρατές τε καὶ αὐτεξούσιον τῆς ἀν θρωπίνης προαιρέσεως ἡ κίνησις, ἐπειδὴ τὸ ἐσόμενον εἶδεν, ἐπιτεχνᾶται τῇ εἰκόνι τὴν περὶ τὸ ἄῤῥεν καὶ θῆλυν διαφορὰν, ἥτις οὐκέτι πρὸς τὸ θεῖον ἀρχέτυπον βλέπει, ἀλλὰ καθὼς εἴρηται, τῇ ἀλογωτέρᾳ προσωκείωται φύσει. Τὴν δὲ αἰτίαν τῆς τοιαύτης ἐπιτεχνήσεως μόνοι μὲν ἂν εἰδεῖεν οἱ τῆς ἀληθείας αὐτό πται, καὶ ὑπηρέται τοῦ λόγου. Ἡμεῖς δὲ, καθώς ἐστι δυνατὸν, διὰ στοχασμῶν τινων καὶ εἰκόνων φαντασθέν τες τὴν ἀλήθειαν, τὸ ἐπὶ νοῦν ἐλθὸν οὐκ ἀποφαντικῶς ἐκτιθέμεθα, ἀλλ' ὡς ἐν γυμνασίας εἴδει τοῖς εὐγνώμοσι τῶν ἀκροωμένων προσθήσομεν. 

Τί τοίνυν ἐστὶν, ὃ περὶ τούτων διενοήθημεν; Εἰπὼν ὁ λόγος ὅτι ἐποί ησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, τῷ ἀορίστῳ τῆς σημασίας ἅπαν ἐνδείκνυται τὸ ἀνθρώπινον. Οὐ γὰρ συνωνομά σθη τῷ κτίσματι νῦν ὁ Ἀδὰμ, καθὼς ἐν τοῖς ἐφεξῆς ἡ ἱστορία φησίν· ἀλλ' ὄνομα τῷ κτισθέντι ἀνθρώπῳ οὐχ ὁ τὶς, ἀλλ' ὁ καθόλου ἐστίν. Οὐκοῦν τῇ καθολικῇ τῆς φύσεως κλήσει τοιοῦτόν τι ὑπονοεῖν ἐναγόμεθα, ὅτι τῇ θείᾳ προγνώσει τε καὶ δυνάμει πᾶσα ἡ ἀνθρωπότης ἐν τῇ πρώτῃ κατασκευῇ περιείληπται. Χρὴ γὰρ Θεῷ μηδὲν ἀόριστον ἐν τοῖς γεγενημένοις παρ' αὐτοῦ νομίζειν· ἀλλ' ἑκάστου τῶν ὄντων εἶναί τι πέρας καὶ μέτρον, τῇ τοῦ πεποιηκότος σοφίᾳ περιμετρούμενον. Ὥσπερ τοίνυν ὁ τὶς ἄνθρωπος τῷ κατὰ τὸ σῶμα ποσῷ περιείργεται, καὶ μέτρον αὐτῷ τῆς ὑποστάσεως ἡ πηλικότης ἐστὶν, ἡ συναπαρτιζομένη τῇ ἐπιφανείᾳ τοῦ σώματος· οὕτως οἶμαι καθά περ ἐν ἐνὶ σώματι ὅλον τὸ τῆς ἀνθρωπότητος πλήρωμα τῇ προγνωστικῇ δυνάμει παρὰ τοῦ Θεοῦ τῶν ὄλων περισχεθῆναι, καὶ τοῦτο διδάσκειν τὸν λόγον τὸν εἰ πόντα, ὅτι καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, καὶ κατ' εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν. Οὐ γὰρ ἐν μέρει τῆς φύσεως ἡ εἰκὼν, οὐδὲ ἕν τινι τῶν καθ' αὑτὸν θεωρουμένων ἡ χάρις· ἀλλ' ἐφ' ἅπαν τὸ γένος ἐπίσης ἡ τοιαύτη διήκει δύναμις.

Σημεῖον δὲ, ὅτι πᾶσιν ὡσαύτως ὁ νοῦς ἐγκαθίδρυται· πάντες τοῦ διανοεῖσθαι καὶ προβουλεύειν τὴν δύναμιν ἔχουσι, καὶ τὰ ἄλλα πάντα, δι' ὧν ἡ θεία φύσις ἐν τῷ κατ' αὐτὴν γεγονότι ἀπεικονίζεται. Ὁμοίως ἔχει ὅ τε τῇ πρώτῃ τοῦ κόσμου κατασκευῇ συναναδειχθεὶς ἄνθρωπος, καὶ ὁ κατὰ τὴν τοῦ παντὸς συντέλειαν γενησόμενος, ἐπίσης ἐφ' ἑαυτῶν φέρουσι τὴν θείαν εἰκόνα. Διὰ τοῦτο εἷς ἄνθρωπος κατωνομάσθη τὸ πᾶν, ὅτι τῇ δυ νάμει τοῦ Θεοῦ οὔτε τι παρῴχηκεν, οὔτε μέλλει, ἀλλὰ καὶ τὸ προσδοκώμενον ἐπίσης τῷ παρόντι τῇ περιεκτικῇ τοῦ παντὸς ἐνεργείᾳ περικρατεῖται. Πᾶσα τοίνυν ἡ φύσις ἡ ἀπὸ τῶν πρώτων μέχρι τῶν ἐσχάτων διήκουσα, μία τις τοῦ ὄντος ἐστὶν εἰκών· ἡ δὲ πρὸς τὸ ἄῤῥεν καὶ θῆλυ τοῦ γένους διαφορὰ προσκατεσκευάσθη τελευταῖον τῷ πλάσματι, διὰ τὴν αἰτίαν, ὡς οἶμαι, ταύτην.

Δεν υπάρχουν σχόλια: