Τετάρτη, 26 Μαΐου 2021

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (87)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 

Συνέχεια από Τρίτη, 18 Μαΐου 2021

                                         Jacob Burckhard

                                               ΤΟΜΟΣ 2ος

 Ι.ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΟΥΣ – 31

      Προκειμένου να αποκτήσει κανείς σαφή αντίληψη αυτής τής πραγματικότητας και του καθαρά εθνικού χαρακτήρα της, θα πρέπει κατ’ αρχάς να λάβει εκ νέου υπόψη τον βαθμό στον οποίον οι θρησκευτικές τελετές συμμετείχαν σε κάθε γεγονός τής ζωής τών Ελλήνων. Εκτός από την οικιακή λατρεία, οι συμμετέχοντες στα συμπόσια έψαλαν “εν χορώ” τον δικό τους παιάνα, διότι δεν είχαν μόνον οι δημόσιοι εορτασμοί ως κίνητρο τη θρησκεία, αλλά δεν υπήρχε ούτε και στην ιδιωτική ζωή κάποια διασκέδαση καθαρά κοσμικού τύπου. Κάθε δημόσια συνάθροιση ξεκινούσε με θυσίες, ή τουλάχιστον με κάποιο είδος προσευχής· στην αθηναϊκή εκκλησία τού δήμου ο κήρυκας εκφωνούσε στην αρχή τόσο τις επικλήσεις στους θεούς, όσο και της κατάρες προς τους φαύλους, τους διεφθαρμένους και τους υπόλοιπους εχθρούς τού Κράτους, τους οποίους μάς αποκαλύπτει και η αρκετά αξιόπιστη διακωμώδηση τους από τον Αριστοφάνη. Στις εκστρατείες η λατρεία ακολουθούσε ένα απολύτως καθορισμένο τυπικό, το οποίο ο Ξενοφών, που ήταν και ο ίδιος λάτρης τών θυσιών, μας το περιγράφει εξαντλητικά σε όλα τα ιστορικά του κείμενα· οι αγώνες στους οποίους συμμετέχουν επανειλημμένα οι πολεμιστές τής Αναβάσεως, αποτελούν επίσης λατρευτικό τυπικό. Ο Αλέξανδρος διοργάνωνε μεγαλοπρεπείς θρησκευτικές τελετές κατά την εκστρατεία του, με αποκορύφωμα το περίφημο διονυσιακό παραλήρημα – με τη συμμετοχή τού επίλεκτου μόνον αγήματος και των «συντρόφων» του – επί τού όρους Μήρος, κοντά στη Νύσα. Στις θαλάσσιες εκστρατείες, οι κελευστές τών στόλων απήγγειλαν πριν από κάθε ναυμαχία προσευχές και οι κωπηλάτες έψαλαν την επωδό. Παρόμοια και στους εορτασμούς σε καιρό ειρήνης, τα πάντα ακολουθούσαν απολύτως αυτονόητα ήθη και έθιμα.

     Η λατρεία συνδεόταν όμως κατ’ αρχάς με την ψυχαγωγία, όπως και ο μύθος. Ο λαός, και ιδιαίτερα οι νέοι, συμμετείχαν ενεργά από την τρυφερή ακόμη ηλικία, ενώ δεν υπήρχε τίποτε το καλύτερο από τούς θρησκευτικούς εορτασμούς και για τα φτωχότερα στρώματα του λαού. Αλλά και ο εορτασμός προς τιμήν θείων και μυθικών μορφών περιλάμβανε τραγούδια, μουσική και χορό, απ’ όσο γνωρίζουμε. Στα αρχαιότερα λαϊκά άσματα ανήκαν και τα προοριζόμενα για τους θεούς.  Αργότερα εμφανίστηκε η πανηγυρική μορφή τού ύμνου, ο παιάνας, ο διθύραμβος, ενώ ούτε τα γαμήλια τραγούδια ούτε οι θρήνοι απείχαν από το λατρευτικό στοιχείο, το οποίο δεν απουσίαζε από καμιά δημοσία τελετή. Η μορφή που είχε εξαρχής ο χορός, συνοδευόμενος από άσματα, διαμορφώθηκε πιθανότατα από τη σταθερή σχέση του με τη λατρεία· ήδη ο Όμηρός αποδίδει σε ορισμένες πόλεις τα προσωνύμια ευρύχορος και καλλίχορος. Στην κίνηση του χορού εμφανίζεται ένα είδος παντομίμας, που εκφράζει τον μύθο: όπως ο χορός τών όπλων τών Κουρητών, φυλάκων τού νεαρού Δία, η έξοδος από τον Λαβύρινθο των παιδιών που διασώθηκαν κ.ο.κ., ενώ αφετηρία κάθε χορού ήταν η μίμηση ενός περιστατικού, όπως υποστήριζε και ο Πλάτων. Τα τραγικά χορικά τών Σικυωνίων προς τιμήν τού Αδράστου, του οποίου τιμούσαν τα «πάθη», ήσαν χοροί που μιμούνταν τη θρηνητική αφήγηση του άσματος, και κάτι ανάλογο πρέπει να συνέβαινε παντού. Ολόκληροι πληθυσμοί εκπαιδεύονταν από πολύ νεαρή ηλικία στο χορικό άσμα και τον χορό· ο δυναμισμός αυτών τών δύο μορφών λαϊκής έκφρασης επιβεβαιώνεται και για μεταγενέστερους χρόνους από μια λεπτομερή αφήγηση του Πολύβιου, αναφερόμενου μάλιστα στην τότε Αρκαδία, όπου θα πρέπει να συνυπήρχαν μεταγενέστερες, βελτιωμένες μορφές χορών και ασμάτων, μαζί με αρχαϊκά στοιχεία. Ολόκληρος όμως ο ελληνικός λαός υπήρξε, από τη νεότητά του, φιλόμουσος και λάτρης τού χορού, αποδείχθηκε δε, συγκρινόμενος ακόμη και με δεξιοτέχνες, ένας λαός από τη  φύση του ειδήμων. Όλη αυτή η δεξιοτεχνία και η γνώση είχε πάντως ως έρεισμα τη θεία λατρεία, ή καλλιεργήθηκε τουλάχιστον χάρη σ’ αυτήν. Ο καθένας γνώριζε, με μιαν εντελώς αυτονόητη ευκολία, ό,τι ήταν απαραίτητο για τη συνεισφορά του στους εορτασμούς, ενώ υπήρχαν αρκετοί άνδρες ικανοί να εκτελέσουν ακόμη και την κύρια θυσία. Επικρατούσε δε μια μεγάλη δεκτικότητα απέναντι σε κάθε συμβολικό νόημα, που αν κάποιος αδυνατούσε να το συλλάβει, παραχωρούσε, χωρίς παρεξήγηση, τη θέση του.

      Κάθε εορτή ξεκινούσε με την πομπή, τη λιτανεία. Κάποιου είδους σχετικές εκδηλώσεις απαντώνται σε όλους τούς αρχαίους λαούς, ακόμη και στην κίτρινη φυλή, αλλά οι Έλληνες δεν είχαν ασφαλώς ανάγκη να γνωρίζουν τις παραδόσεις τών Αιγυπτίων και των Ασσυρίων, οι οποίοι άφησαν ωστόσο μαζικές απεικονίσεις τών πομπών και θυσιών τους. Κατ’ αρχάς, παλαιές όσο και η σύσταση της ίδιας της πόλης υπήρξαν οι επίσημες περιφορές τών ειδώλων τών θεών, ιερών λειψάνων και σφαγίων γύρω από την περιοχή ή τα τείχη τής πόλης σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Αφορμή για τη συγκρότηση μιας πομπής ήταν η προσφορά τών προοριζομένων για τη θυσία ζώων, καθώς και η προσκομιδή δώρων και αναθημάτων σε ένα ιερό· μια πομπή αναχωρούσε μερικές φορές από ένα ιερό, για να εκτελέσει μια ιεροπραξία, μια θυσία σε άλλη τοποθεσία, επιστρέφοντας κατόπιν στον ναό· κάποια θεότητα επισκεπτόταν, άλλες φορές, μιαν άλλη θεότητα, συνοδευόμενη από το ξύλινο λατρευτικό της είδωλο κ.ο.κ.  Αν το είδωλο ήταν πολύ βαρύ ή πολύ ογκώδες, χρησιμοποιούσαν ένα μέσο, το οποίο απέκτησε πρωτεύοντα, αργότερα, ρόλο: το άρμα. Το οποίο μετέφερε στη συνέχεια και άλλα σημαντικά σύμβολα, όπως τα ιερά φυτά μιας συγκεκριμένης θεότητας, την ιερή π.χ. δάφνη τού Απόλλωνα·  ιερείς και ιέρειες παρήλαυναν, τέλος, όρθιοι ή καθιστοί, με την περιβολή τής θεότητας έτσι, ώστε να καταστεί τελικά το άρμα ένα μέσο επίδειξης και ένα αξιοθέατο. Η πομπή εμπλουτιζόταν με διάφορους τρόπους, όπως τη συμμετοχή τών βοηθών τής λατρείας, τους θεράποντες και τις θεραπαινίδες, τον χορό που υμνούσε τη θεότητα, τους κιθαρωδούς και τους αυλητές, καθώς και όσους μετέφεραν τα ιερά σκεύη και τα σύμβολα σε πολυτελή δοχεία και κάνιστρα. Μια τέτοια πομπή, που συνόδευε τα λευκά βόδια στον τόπο τής θυσίας διαμέσου τής σκιερής κεντρικής αρτηρίας τής πολίχνης, υπό τον ήχο τών αυλών και των αλαλαγμών, αποτελούσε ήδη ένα αξιοζήλευτο θέαμα.

      Ο Διόνυσος ενέπνευσε όμως στο μεταξύ μια μορφή πομπής στο ελληνικό έθνος, η οποία παρέσυρε βαθμιαία σε ένα είδος συλλογικού παροξυσμού τούς συμμετέχοντες. Η συνοδεία του ήταν ένας συνδυασμός κάλλους και αυθαιρεσίας· από ακολουθία σατύρων και μαινάδων, εξελίχθηκε σε θριαμβευτική πομπή τού νικητή τών Ινδιών, υιοθέτησε γραφικές μεταμφιέσεις, και κατέληξε σε ένα είδος καρναβαλιού. Είναι πολύ πιθανό, οι ανεξέλεγκτες βωμολοχίες, που προστέθηκαν στη συνέχεια στις εορτές προς τιμήν και άλλων θεών, να διαδόθηκαν από τον διονυσιακό θίασο· παρόμοιοι θίασοι περιφέρονταν αργότερα πάνω στο άρμα τους από τόπο σε τόπο, τραγουδώντας εν χορώ τούς χλευασμούς και τον εμπαιγμό που τους ενέπνεε ο λαός. Και όταν άνδρες και γυναίκες αντάλλασαν αισχρολογίες κατά τη διαδρομή, είχαν και την ετοιμότητα να προβάλλουν ως αιτία κάποιο πανάρχαιο μυθικό γεγονός: ότι η Μήδεια και οι γυναίκες της, ο Ιάσων και οι σύντροφοί του, θα είχαν κάποια παρόμοια συμπεριφορά… Αλλά και οι νυχτερινές εορτές, με την πλήρη ασυδοσία τους, ήταν αφιερωμένες βασικά στον Διόνυσο, ή τη νονά του, τη μητέρα τών θεών. Ένα εξωτερικό περίβλημα κωμικού στοιχείου και ειρωνείας προσαρτήθηκε τότε και στις μεγάλες ακόμη θρησκευτικές τελετές.

     Το κύρος όμως τής πομπής παρέμεινε εν γένει αδιαμφισβήτητο, χάρη στη βούληση της πόλης να περιβάλλει με τη μεγαλύτερη δυνατή λαμπρότητα την εορτή τής πολιούχου θεότητας, τιμώντας έτσι την ίδια την πόλη. Η ετήσια αυτή εορτή τής πολιούχου θεότητας με μια πομπή που κατευθυνόταν στον ναό τής Ακροπόλεως, ήταν για τους πολίτες τόσο αρχαία όσο και η ίδια η πόλη, όπως αποδεικνύει και το παράδειγμα των Αθηνών. Το γεγονός ότι σε κάποιες περιπτώσεις η πόλη πραγματοποιούσε έναν μεγαλοπρεπή εορτασμό μόνο κάθε τέσσερα χρόνια – ενώ ο ετήσιος εορτασμός ήταν ήσσονος σημασίας – οφείλεται στην παράλληλη διοργάνωση αγώνων, των οποίων η προετοιμασία απαιτούσε μακρόχρονη προπόνηση, και οι οποίοι απέκτησαν με τον καιρό, σε συνδυασμό με τις μεγάλες εθνικές εορτές,  χαρακτήρα πραγματικής αντιπαράθεσης. Τα μεγάλα Παναθήναια συνδυάζονταν με αγώνες, των οποίων η φήμη έφτασε ως τους Ετρούσκους, με αποτέλεσμα η μισή Ιταλία να κατασκευάζει αγγεία με παραστάσεις στο πρότυπο των αμφορέων λαδιού, που στη Αθήνα χρησίμευαν ως βραβεία με την επιγραφή: « έπαθλο στους Αγώνες τών Αθηνών».

     Η τελετή τής περίφημης πομπής γινόταν την τέταρτη μέρα τής επίσημης γιορτής, ίσως επειδή η πολιούχος θεότητα επί τής Ακροπόλεως έπρεπε να λάβει το νέο πέπλο της, το οποίο μετέφερε σε κοινή θέα ένα άρμα με τη μορφή πλοίου· η ίδια η πομπή περιελάμβανε ωστόσο ό,τι το σημαντικότερο είχε να επιδείξει η πόλη, και ένα μέρος ασφαλώς απ’ την αφρόκρεμα των πολιτών της: επίλεκτους ιππείς, στρατιώτες οπλισμένους με ασπίδες και λόγχες, τους νικητές τών αγώνων που είχαν μόλις ολοκληρωθεί, χαριτωμένες παρθένες θεραπαινίδες τής θεάς, που μετέφεραν τα λατρευτικά σκεύη, σεβάσμιους γέροντες με κλάδους ελαίας, δαφνοστεφανωμένους νέους φέροντες σκεύη για τη θυσία, κιθαρωδούς και αυλητές. Αλλά και τα προοριζόμενα για τη θυσία ζώα είχαν επιλεγεί ανάμεσα στα καλύτερα και έφεραν πλούσια στολίδια. Μιαν ελεύθερη επιλογή εικόνων από αυτή την πομπή απεικόνισε και ο Φειδίας στη ζωφόρο τού Παρθενώνα. Το ίδιο δε ευγενές πνεύμα διέκρινε ασφαλώς και τις μεγάλες εορταστικές πομπές άλλων πόλεων, και ίσως τα Παναθήναια να υπήρξαν ένα είδος προτύπου, καθώς προσέλκυαν επισκέπτες από ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Οι Έλληνες είχαν πάντοτε μιαν ιδιαίτερη αντίληψη για τη φυλή, βασισμένη στον συνδυασμό τού φυσικού κάλλους με την πνευματική καλλιέργεια, τη χάρη στην έκφραση και την κίνηση, την άγνοια της κοπιαστικής εργασίας και την καλαισθησία τού στολισμού τής κεφαλής, όλα εκείνα από τα οποία ο σύγχρονος κόσμος παραιτήθηκε σχεδόν οριστικά.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: