Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2021

PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (115)

Συνέχεια από  Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2020

                                         PAUL FRIEDLȀNDER

                                                  ΠΛΑΤΩΝ

                                            ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ

                                   ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –

                              ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

                                 ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

                                             22. ΠΟΛΙΤΕΙΑ

                                      (22η , τελευταία συνέχεια)

                            

 Η «μορφή» τής πλατωνικής Πολιτείας

      Απ’ τη διαπίστωση ότι μια παραστατική, μυθική γραμμή «διατρέχει» ολόκληρη την Πολιτεία, προκύπτει στο τέλος και το ερώτημα για τη μορφή αυτού τού πλατωνικού «οικοδομήματος».

       Ο τόπος τής αληθινής Πολιτείας είναι οι Λόγοι (Logoi). Η πόλη υπάρχει «στην περιοχή τού λόγου», όχι στη γη (ΙΧ 592 Α). Είναι «λόγος, ομιλία» (λέξις), όχι «συμβάν και πράξη» (πράξις) (V 473 A). Χωρίς να χάνη όμως έτσι, όπως νομιζόταν συνήθως τότε και νομίζεται και σήμερα, σε πραγματικότητα. Γιατί ο Λόγος δεν είναι «απλώς λέξεις», αλλά είναι Λόγος που αναφέρεται στην «αλήθεια», και στο πραγματικό Είναι. Δεν είναι ένας πιο αδύναμος προπομπός ή ακόλουθος της πράξης· αλλά – με μιαν παράδοξη για τη συνηθισμένη συνείδηση αντιστροφή – «η πράξη προσεγγίζει λιγότερο απ’ ό,τι ο Λόγος την αλήθεια» (473 Α). Κι ό,τι αληθινό και πραγματικό περιέχει η πρακτική ζωή, το αντλεί απ’ τον Λόγο.[Ο ΛΟΓΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΡΙΖΑ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ ΤΟΥ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΓΗ]

      Μια μορφή τού Λόγου είναι και ο Μύθος, μια μορφή που αντιπαρατίθεται βέβαια, με τη στενότερη ή ευρύτερη έννοια, στον Λόγο. Παρ’ όλο που αυτή η Πολιτεία υφίσταται στην «επικράτεια» των λόγων και των ιδεών, αποτελεί επίσης μύθο και μυθική αφήγηση. Κάτι που εμφανίζεται ξαφνικά, κάποια στιγμή, καθώς αναγείρεται η αληθινή πόλη, με μιαν έκφραση όπου Μύθος και Λόγος διαπλέκονται ανυπέρβλητα (ήν μυθολογούμεν λόγω  501 Ε), καθώς και εκεί όπου περιγράφεται, κατά το πρότυπο του ησιοδικού μύθου για τις ηλικίες τού κόσμου, η παρακμή (ο εκφυλισμός) τής ψυχής και της πόλης. Δεν είναι τυχαίο, ότι ο Σωκράτης επικαλείται ακριβώς εδώ, σαν άλλος  Όμηρος, τις Μούσες (VIII 545 D), «δημιουργώντας» κατόπιν με τον μυθικό τρόπο τού Τίμαιου, αλλά και με μιαν ακριβή μαθηματική μέθοδο, τον «γαμήλιο αριθμό», που προσδιορίζει τον «καιρό» (Kairos) τών σωστών γεννήσεων, προετοιμάζοντας ταυτόχρονα, αν τυχόν αστοχηθή, την καταστροφή τής ανθρώπινης φύσης. Κάθε αρχιτεκτονικό μέλος είναι «σωστό» μόνο μέσα στο Όλον, και η επίκριση μεμονωμένων «θεσμών», που εξασκείται συνεχώς απ’ την εποχή τού Αριστοτέλη, καταστρέφει στην πραγματικότητα αυτό το μυθικό, «συνολικό» πολίτευμα. Μια «μυθική» διατύπωση δεν επιτρέπεται να καταργή βέβαια, απ’ την άλλη, την κάθε διάκριση. Όσο σημαντική κι αν είναι ωστόσο η άποψη, ότι ο Πλάτων δεν μιλά ούτε κατά την «ανάπτυξη» ούτε κατά την «παρακμή» τής Πολιτείας του ως κάποιος «σοφός» ιστορικός ή κοινωνιολόγος, αλλ’ ως numine afflatus («εμπνευσμένη δύναμη»), η σύγκριση με τον μύθο τής Δημιουργίας τού Τίμαιου μπορεί  να μας διδάξη, πόσο περισσότερο η ανθρώπινη, ιστορική εμπειρία «προσομοιάζει» στην «τραγωδία» (τραγικώς  545 Ε 1) τής παρακμής τού ψυχικού και πολιτειακού οικοδομήματος, παρά στο θαύμα τού κόσμου. Τη δε οδυνηρή πολιτική πραγματικότητα που συνοδεύει αυτήν την «τραγωδία» μπορούμε να την εκτιμήσουμε πολύ καλά κατανοώντας, ότι η μετατροπή τής δημοκρατίας σε τυραννία έφερε και τότε τα ίδια χαρακτηριστικά, με κείνα που ζήσαμε κι εμείς 2300 χρόνια αργότερα.

       Η Πολιτεία «αιωρείται» λοιπόν κατ’ αυτόν τον τρόπο μεταξύ Λόγου και Μύθου. Είναι Λόγος, όχι μόνο γενικά, αλλά και με την αυστηρή έννοια, εφ’ όσον είναι στραμμένη προς αυτό που πραγματικά (όντως) υπάρχει. Έχει όμως και «κάτι» απ’ τον Μύθο, καθώς διαμορφώνει μια περιοχή τού γίγνεσθαι, που υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη εμπειρία, και καθ’ όσον ο Μύθος «αποτελεί μια καμπή, εστιασμένη στο Είδος». Δεν πρόκειται για καθαρό Μύθο, εφ’ όσον οι γνήσιοι μύθοι προεκτείνονται πάντοτε στο Επέκεινα της ανθρώπινης ύπαρξης, είτε αυτό ονομάζεται Θάνατος, είτε Έρως, είτε Κόσμος. Δεν είναι όμως ούτε πάντοτε και παντού καθαρός Λόγος, επειδή η Πόλη ανήκει, ως ακμάζουσα και παρακμάζουσα, και ανεξάρτητα απ’ το ότι σκοπεύει στο αληθινό Είναι, στον κόσμο τού γίγνεσθαι. Είναι παιχνίδι (536 C. 545 E), και ταυτόχρονα έτοιμη κάθε στιγμή για την ύψιστη σοβαρότητα, εκείνη τη γνήσια πλατωνική «αλληλοπεριχώρηση παιχνιδιού και σοβαρότητας, που είναι πιο αδιαπέραστη απ’ το ατσάλι και τον γρανίτη». Και πρέπει να «συμβιβαστούν» σ’ αυτήν την Πόλη, το ότι ο Σωκράτης επικαλείται τη μια φορά με ποιητικό τρόπο τις Μούσες (545 D), ενώ εξηγεί πειστικά σε άλλο σημείο (387 Ε), ότι δεν είμαστε «προς το παρόν» ποιητές, αλλά θεμελιωτές μιας πολιτείας. Η Πολιτεία είναι ταυτόχρονα μουσικό έργο, φιλοσοφικός στοχασμός και πολιτική δράση.

    Αυτή η πόλη-πολιτεία είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξη, λόγω τής ύψιστα παράδοξης υπόστασής της (αδοξία  473 C 8.  παρά δόξαν  473 Ε 4), παρά μόνον υπό μιαν ασύλληπτα δύσκολη, και παράλογη για την κοινή λογική προϋπόθεση. Όταν όμως υπάρξη αυτή η προϋπόθεση – ένα «όταν» που δεν μπορεί να το ορίση ωστόσο κανένας άνθρωπος–, η εμφάνιση της πόλης γίνεται όχι μόνο δυνατή, αλλά αμέσως πραγματική, τόσο μάλιστα πραγματική, ώστε να είναι η μόνη αληθινή πόλη. Επειδή αναφέρεται σ’ αυτό που πραγματικά υπάρχει. Αν πραγματοποιηθή, φέρνει τη σωτηρία, και χωρίς αυτήν είναι όλα καταδικασμένα σε φθορά. Είναι όμως και αδιάφορη ως προς την επίγεια πραγματοποίησή της, γιατί γνωρίζει πως είναι καθεαυτή η όντως πραγματικότητα ανάμεσα στα πραγματικά πολιτεύματα, που δεν αποτελούν παρά λιγότερο ή περισσότερο παραφθαρμένες απεικονίσεις της. Και δεν μπορεί παρά μόνο κατά προσέγγιση, υπό ευνοϊκές συνθήκες, να πραγματοποιηθή, επειδή και η πράξη (Praxis) δεν πλησιάζει ποτέ την αλήθεια όσο η λέξη (Lexis). Ο τόπος της είναι έτσι μάλλον ο ουρανός, παρά η γη (592 Β), όχι για να «εξαφανίση» βέβαια τον άνθρωπο, αλλά για να μπορή να θεωρείται κατά το δυνατόν καθαρώτερα ως «παράδειγμα και πρότυπο για εκείνον που έχει αποφασίσει να βλέπη, και να διαμορφώση μιαν εσωτερική “πολιτειακή” τάξη στον εαυτό του». Η πόλη δεν καθίσταται έτσι η ίδια Ιδέα, εφ’ όσον έχει θεμελιωθή έχοντας μιαν Ιδέα μάλλον ως κέντρο της. Αποκτά όμως πολλά απ’ τα χαρακτηριστικά τού αιώνιου και υποδειγματικού, που αρμόζουν σε μιαν Ιδέα, και «σχετίζεται» προς κάθε μεμονωμένη εμπειρική (ιστορική) πόλη, όπως «σχετίζεται» η Ιδέα προς τις ποικιλοτρόπως «αμαυρωμένες» απεικονίσεις της.

      Έχουμε αποφύγει βέβαια έτσι κάθε απλή απάντηση-διατύπωση απέναντι στο ερώτημα για τη μορφή με την οποία «υπάρχει» ή μπορεί να υπάρξη η πλατωνική πολιτεία. Δεν είναι όμως δυνατόν να γίνη και διαφορετικά, εφ’ όσον δεν «αντιμετωπίζουμε» εδώ ένα «μέρος» και μόνο τού πλατωνικού κόσμου, αλλά το κεντρικό έργο τής ζωής τού Πλάτωνα.

     ( τέλος κεφαλαίου, τέλος τής παρουσίασης του διαλόγου Πολιτεία· ακολουθεί ο διάλογος Θεαίτητος )

Δεν υπάρχουν σχόλια: