Σάββατο 22 Μαΐου 2021

Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς - ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΙΕΡΩΣ ΗΣΥΧΑΖΟΝΤΩΝ (51)

 Συνέχεια από: Κυριακή, 11 Απριλίου 2021

Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ


41. Αλλά όμως νομίζω ότι πρέπει να αφήσω τα πρώτα και τα μακρύτερα αίτια της νόσου· το προσεχέστερο από όλα, το οποίο φανερώνεται και στους λόγους του ασθενούς, είναι το πράγμα και όνομα της πάνω από εμάς αλήθειας. Γιατί πράγματι είναι φοβερό να απατήσει κανείς άνδρα φιλομαθή και να γεννήσει ανέφικτη έφεση μέσα στις ψυχές που φέρονται με λαιμαργία προς το ειδέναι (τη γνώση)· γιατί αυτή είναι εκείνη που στην αρχή προκάλεσε στον Αδάμ τον έρωτα της ισοθεΐας. Πραγματικά νόμισε και ο φιλόσοφος αυτός (ο Βαρλαάμ), ότι αυτό είναι σωτηριώδες και ότι χωρίς αυτό δεν είναι δυνατόν να προσαρμοστεί το γνωστικό της ψυχής με την αλήθεια που διέρχεται μέσα από όλα τα κτίσματα του Θεού σε μια μόνιμη ένωση. Βλέποντας όμως ότι αυτό δεν κατορθώνεται τελείως με τα θεία λόγια και τις εντολές, στράφηκε προς τους Έλληνες, οι οποίοι φαίνονταν ότι είχαν βρει τους λόγους της κτίσεως και σεβάσθηκε τις γνώσεις αυτών ως τελειοποιητικά μέσα της ψυχής· γιατί δεν αντιλήφτηκε ότι αυτό είναι ανωφελές στην ψυχή και αδύνατο κατά τον παρόντα κόσμο· γιατί λέγει ο Σολομών· «όπως δεν γνωρίζεις πως διαμορφώνονται τα οστά του εμβρύου μέσα στην κοιλιά της γυναίκας που κυοφορεί, έτσι δεν μπορείς να γνωρίσεις τα δημιουργήματα του Θεού, ο οποίος ποίησε όλη την κτίση». Όσα λοιπόν δημιουργεί δεν μπορείς να τα γνωρίσεις, και όσα δεν έκαμε θα τα γνωρίσεις; Και όμως ο ίδιος λέγει· «δεν θα μπορέσει ο άνθρωπος να βρει το ποίημα πού δημιουργήθηκε κάτω από τον ήλιο, όσο κι αν μοχθήσει προς αναζήτησή του, και όσα αν πει ο σοφός ότι γνωρίζει, δεν θα μπορέσει να τα βρει». Γι’ αυτό και είναι διάφοροι οι λόγοι περί κτίσεως των έξωθεν φιλοσόφων, και μερικοί από αυτούς κατάρτισαν επιστήμη, η οποία δείχνει ότι δεν είναι όλοι αληθείς· καμμιά όμως επιστήμη αυτών, ούτε και έχει γενικά επινοηθεί, που να μπορεί να αποδείξει ότι κάποιος από αυτούς που διαφωνούν κατέχει την αλήθεια. Επομένως εκείνος που δεν αναγνωρίζει το αναμφισβήτητο της αλήθειας σε εκείνα μόνα που φανερώθηκαν από τους θεόπνευστους προς το συμφέρον και δεν αντιλαμβάνεται το ακατάληπτο της σοφίας του Θεού στα κτίσματα από εκείνα που λέχθηκαν από τον Θεό στον Ιώβ, αλλά νομίζει ότι κατανόησε με ακρίβεια από την έξω κοσμική σοφία την καθολική αλήθεια, οικοδόμησε, χωρίς να το καταλάβει, τον οίκο της γνώσεως πάνω στην άμμο, ή καλύτερα πάνω σε αλλεπάλληλα κύματα, αφού εμπιστεύεται ένα τόσο σπουδαίο πράγμα σε στροφές λόγων, οι οποίοι από τη φύση τους αντιμάχονται πάντοτε με τις στροφές άλλων λόγων. Ένας τέτοιος σοφός λοιπόν θα παρομοιασθεί με ανόητο (μωρό) και δεν είναι μικρός ο φόβος μήπως πάθει και μεγάλη πτώση σύμφωνα με την παραβολή του Κυρίου. Το αίτιο βέβαια της απάτης, αν φυσικά στοχάζομαι την αλήθεια, είναι τούτο το μέρος της αλήθειας. Υπολείπεται τώρα να αναμίξω το καθαρτικό ποτό.

42. Προμηθευόμενοι λοιπόν αυτό, ώστε και να το προσφέρουμε χωρίς λύπη στους ασθενείς, ας παραδεχθούμε εκείνο που αρνηθήκαμε προηγουμένως ως εντελώς αδύνατον. Ας παραδεχθούμε λοιπόν ότι οι αληθείς λόγοι των κτισμάτων βρίσκονται από τα έξω μαθήματα, και ας ζητήσουμε από εκείνους να παραδεχθούν αυτά που αποδείχθηκαν προηγουμένως από εμάς από τα θεία λόγια, να πιστεύουν ότι μόνος ιατρός των πνευμάτων είναι ο Χριστός, ο Θεός των πνευμάτων, και ότι μόνο με την αγάπη και την τήρηση των εντολών του κατορθώνεται ή προς αυτόν αφομοίωση, δηλαδή η υγεία της ψυχής και η τελείωση. Επειδή λοιπόν εμείς απατηθήκαμε από εκείνους και υποχωρήσαμε χωρίς να υπάρχει ανάγκη, και ζητήσαμε από εκείνους εκείνο που δεν μπορούσαν να αρνηθούν, εμπρός ας δούμε ποιο είναι το αποτέλεσμα από αυτή την ομολογία. Τί άλλο βέβαια, παρά ότι τελειότητα σωτήρια στη γνώση και τα δόγματα είναι αυτό, το να έχουμε την ίδια πίστη με τους προφήτες, τους αποστόλους, τους πατέρες, με όλους γενικά εκείνους, με τους οποίους μαρτυρείται το άγιο Πνεύμα ότι μίλησε για τον Θεό και τα κτίσματά του; Εκείνα όμως που αποσιωπήθηκαν από το Πνεύμα, και βρέθηκαν από άλλους, και αληθινά ακόμη αν είναι, είναι ανωφελή για τη σωτηρία της ψυχής· γιατί τίποτε από τα ωφέλιμα δεν παραλείπεται στη διδασκαλία του Πνεύματος. Γι’ αυτό και δεν κατηγορούμε εκείνους που διαφωνούν σε κάποιο από εκείνα που παραβλέφθηκαν, ούτε μακαρίζουμε εκείνους που γνωρίζουν καλύτερα κάποιο από αυτά.

43. Αλλ’ ο Χριστός, δείχνοντας σε μας την τελειότητα της σωτήριας εκείνης γνώσεως, έλεγε, «αν πιστεύατε στον Μωυσή, θα πιστεύατε και σε εμένα», και παρήγγειλε να ερευνούμε τις ιερές Γραφές, γιατί σ’ αυτές θα βρούμε την αιώνια ζωή. Αυτή λοιπόν η γνώση, που είναι τέλεια και πετυχαίνεται έτσι, δεν χρειάζεται πράξη προς τελειοποίηση, ούτε κόπους πολλούς. Γι’ αυτό ο χρυσός στη γλώσσα θεολόγος Ιωάννης λέγει για τον Κύριο, ότι σπάνια μιλούσε για τα δόγματα, γιατί το πράγμα αυτό δεν χρειάζεται κόπο, για το ήθος όμως πολλές φορές μιλούσε, ή καλύτερα παντού· «γιατί αυτό», λέγει, «είναι ο νόμος και οι προφήτες, ώστε, όσα θέλουμε να γίνονται σε εμάς ,από άλλους, αυτά να κάμνουμε και εμείς σ’ αυτούς». Επειδή όμως γνώση είναι και η διάγνωση του πρακτέου, χρειαζόμαστε και αυτήν στην πράξη και είναι αναγκαίο να φροντίζει γι’ αυτήν και αυτός ο αφομοιωμένος με τον Θεό και τέλειος άνθρωπος. Προς αυτή λοιπόν τη γνώση οδηγώντας μας ο Κύριος, μας παρήγγειλε πάλι, λέγοντας, «γίνεσθε φρόνιμοι όπως τα φίδια και ακέραιοι όπως τα περιστέρια», διδάσκοντας τό μαζί με σύνεση άκακο τού ήθους, και έκρινε άξιες του νυμφώνα τις φρόνιμες παρθένες, επειδή δεν διεχώριζαν τα έργα της αγάπης από την εγκράτεια. Αλλ’ η γνώση αυτή χωρίς πράξη δεν θα μπορούσε να ωφελήσει κανένα·  γιατί «η σύνεση είναι ωφέλιμη σε εκείνους που εκτελούν τα παραγγέλματά της». Γι’ αυτό ο Κύριος αποκαλεί μακάριο τον φρόνιμο εκείνον δούλο, «τον οποίο θα βρει, όταν έρθει, να εκτελεί το έργο του», έτσι όπως τον διέταξε, ενώ για εκείνον που γνωρίζει το θέλημά του και δεν το εκτελεί, λέγει ότι θα δεχθεί πολλά πλήγματα, και εκείνον τοποθετεί πραγματικά στην τάξη των φρονίμων, εκείνον που ακούει και εκτελεί τους λόγους του· αλλά βέβαια εκείνος που ακούει και εφαρμόζει τον λόγο του Κυρίου, αποκτά μέσα του τον ίδιο εκείνον που έδωσε την παραγγελία, σύμφωνα με την επαγγελία του· και αυτός είναι η αυτοσοφία και το ταμείο κάθε γνώσεως αληθινής. Επομένως εκείνος που απέκτησε αυτόν στον εαυτό του με τη τήρηση των θείων εντολών, δεν θα χρειασθεί ούτε την μάθηση των Γραφών, αλλά και χωρίς αυτήν τις γνωρίζει όλες με ακρίβεια και θα μπορούσε να είναι ασφαλής διδάσκαλος των μαθητών, όπως είναι ο Ιωάννης (ο βαπτιστής) και ο (μέγας) Αντώνιος.

44. Το τελειοποιητικό πράγματι και σωτήριο για εμάς είναι το είδος αυτό της αλήθειας, όπως διδασκόμαστε από τις θεουργικές εντολές, το βραβείο όμως ή τον αρραβώνα του βραβείου γι’ αυτό, ο Παύλος το ονόμασε αρπαγή και υπερουράνια ανάβαση, ενώ ο Χριστός έλευση και παραμονή και εμφάνιση αυτού τού ίδιου και του Πατρός. Ότι αυτά είναι ένα, αν και έχουν διάφορα ονόματα, δεν είναι άγνωστο στους μυημένους. Γιατί η πανταχού παρούσα δύναμη δεν θα έρθει άλλου από άλλου, ούτε θα μείνει κάπου αυτή που δεν υπάρχει πουθενά, αλλ’ αυτό είναι έλευση εκείνου προς εμάς και παραμονή, η άνοδός μας προς αυτόν δι’ αποκαλύψεως. Αυτό λοιπόν θα δείξουμε έπειτα ότι δεν είναι γνώση, αλλά αγνωσία κατά υπεροχικό τρόπο. Τώρα όμως μαζί με τα όσα λέχθηκαν νομίζω ότι πρέπει να παρουσιάσουμε και μάρτυρα ότι δεν χρειαζόμαστε τη γνώση και αλήθεια των λόγων στα κτίσματα προς τελείωση της σωτηρίας και αγιωσύνης. Ας προσέλθει λοιπόν εκείνος που μελέτησε με ακρίβεια και τη γνώση των όντων ο μέγας Βασίλειος· γιατί αυτός, διευκρινίζοντας την αλήθεια που βεβαιώνεται από τον Ψαλμωδό στην καρδιά του τέλειου, λέγει· «δύο σημασίες της αλήθειας βρήκαμε· πρώτον την κατάληψη των μέσων τα οποία οδηγούν στον μακάριο βίο, και δεύτερον την υγιή γνώση για οποιοδήποτε πράγμα του κόσμου. Η συνεργός λοιπόν της σωτηρίας αλήθεια υπάρχει μέσα στην καρδιά του τέλειου, ο οποίος και παραδίδει αυτήν στον πλησίον του χωρίς δόλο· για τη γη όμως και τη θάλασσα, για τα αστέρια και την κίνηση ή ταχύτητα αυτών, αν δεν γνωρίζομε την αλήθεια γι’ αυτά, δεν θα μας εμποδίσει καθόλου αυτό προς επίτευξη της μακαριότητας που μας υποσχέθηκε ο Θεός».

Τέλος του Λόγου 2.1

Το πρωτότυπο κείμενο


41. Ἀλλά γάρ τῶν τῆς νόσου πρώτων καί πορρωτέρω αἰτίων ἀφεῖσθαί μοι δοκῶ˙ τό προσεχέστατον δ᾿ ἁπάντων, ὅ κἀν τοῖς τοῦ νοσοῦντος ἐμφαίνεται λόγοις, τό τῆς ὑπέρ ἡμᾶς ἀληθείας ἐστί καί πρᾶγμα καί ὄνομα. Δεινόν ὄντως ἄνδρα κλέψαι φιλομαθῆ καί ταῖς περί τό εἰδέναι λίχνως διακειμέναις ψυχαῖς ἔφεσιν ἀνέφικτον ἐντεκεῖν˙ αὕτη γάρ καί τῷ Ἀδάμ τῆς ἰσοθεΐας τόν ἔρωτα τήν ἀρχήν ἐνεποίησεν. Ὠήθη γάρ καί ὁ φιλόσοφος οὗτος τοῦτ᾿ εἶναι σωτηριῶδες καί ἄνευ τούτου τελειότητα μή παρεῖναι τῇ διά τῶν κτισμάτων πάντων τοῦ Θεοῦ διηκούσῃ ἀληθείᾳ τό γνωστικόν ἐνηρμόσθαι τῆς ψυχῆς καθ᾿ ἕνωσιν μόνιμον. Τοῦτο δ᾿ ἐκ τῶν θείων λογίων καί ἐνταλμάτων μή τελέως προσγινόμενον ὁρῶν, πρός τούς δοκοῦντας τούς τῆς κτίσεως εὑρηκέναι λόγους ἔβλεψεν Ἕλληνας καί τά κατ᾿ αὐτούς ὡς τελεστικά ψυχῆς ἐσεβάσθη μαθήματα˙ οὐ γάρ ἐνενόησεν ὡς ἀλυσιτελές τοῦτο κατά τόν νῦν αἰῶνα τῇ ψυχῇ καί ἀδύνατον˙ «ὡς γάρ ὀστᾶ ἐν γαστρί τῆς κυοφορούσης», φησίν ὁ Σολομών, «οὕτως οὐ γνώσῃ τά ποιήματα τοῦ Θεοῦ, ἅ ποιήσει τά σύμπαντα». Ἀλλ᾿ ἅ μέν ποιήσει οὐκ εἴσῃ, ἅ δέ πεποίηκεν εἴσῃ; Καί μήν ὁ αὐτός φησιν˙ «οὐ δυνήσεται ἄνθρωπος τοῦ εὑρεῖν τό ποίημα τό πεποιημένον ὑπό τόν ἥλιον, ὅσα ἐάν μοχθήσῃ τοῦ ζητῆσαι, καί γε ὅσα ἄν εἴποι ὁ σοφός τοῦ γνῶναι, οὐ δυνήσεται εὑρεῖν. Διό καί διάφοροι περί κτίσεως μέν εἰσίν οἱ τῶν ἔξωθεν λόγοι, πάντες δ᾿ ὅτι μή ἀληθεῖς, εἰσίν οἵ τούτων ἐπιστήμην συνέθεντο τήν δεικνῦσαν˙ ὅτι δέ εἷς τις τῶν διαφερομένων τἀληθές αὐχεῖ, οὐδεμία τούτων ἐπιστήμη δύναται δεῖξαι ἤ ὅλως ἐπινενόηται. Καί τοίνυν ὁ μή τοῖς ὑπό τῶν θεοπνεύστων ἐπί τό συνοῖσον ἐκφανεῖσι μόνοις τό ἀναμφίλεκτον τῆς ἀληθείας προσμαρτυρῶν κἀν τῶν πρός τόν Ἰώβ ὑπό Θεοῦ εἰρημένων τῆς ἐν τοῖς κτίσμασι τοῦ Θεοῦ σοφίας τό ἀκατάληπτον συνιών, ἀλλ᾿ ἐκ τῆς ἔξω σοφίας τήν διά πάντων δεικνουμένην ἀλήθειαν ἀκριβῶς κατανοῆσαι οἰόμενος, ἔλαθεν ἑαυτόν ἐπί ψάμμου, μᾶλλον δέ ἐπ᾿ ἀλλεπαλλήλων κυμάτων, τόν τῆς γνώσεως οἶκον οἰκοδομῶν, τοσοῦτο πρᾶγμα λόγων στροφαῖς πιστεύων, ἀεί στροφαῖς ἄλλων λόγων πεφυκυΐαις καταπαλαίεσθαι˙ μωρῷ τοίνυν ὁμοιωθήσεται ὁ τοιοῦτος σοφός καί δέος οὔ τι μικρόν μή καί τήν πτῶσιν πάθῃ μεγάλην κατά τήν τοῦ Κυρίου παραβολήν. Τό γοῦν αἴτιον τῆς ἀπάτης, εἴπερ ἄρα καταστοχάζομαι τῆς ἀληθείας, τοῦτο τό μέρος τῆς ἀληθείας ἐστίν. Ὑπόλοιπον δ᾿ ἄρα κεράσαι τό καθάρσιον πόμα.

42. Προμηθευόμενοι δέ ὥστε καί προσενέγκασθαι τούς νοσοῦντας ἀλύπως, δῶμεν ὅ ἀπείπομεν πρότερον, ὡς ἀδύνατον παντάπασιν ὄν. Δῶμεν τοίνυν τούς τῶν κτισμάτων ἀληθεῖς λόγους ἐκ τῶν ἔξω μαθημάτων εὑρίσκεσθαι, κἀκείνους ἀξιώσωμεν τοῖς ἐκ τῶν λογίων ἡμῖν προαποδεδειγμένοις ἕπεσθαι καί μόνον εἶναι πιστεύειν ἰατρόν τῶν πνευμάτων Χριστόν, τόν τῶν πνευμάτων Θεόν, καί μόνῃ τῇ ἀγαπήσει τε καί τηρήσει τῶν αὐτοῦ ἐντολῶν τήν πρός αὐτόν ἀφομοίωσιν τελεῖσθαι, ταὐτόν δ᾿ εἰπεῖν ὑγίειαν ψυχῆς καί τελείωσιν. Ἐπεί τοίνυν ἡμεῖς μέν ἐκείνοις συναπήχθημεν, ἐνδόντες ἐφ᾿ ὅσον οὐδ᾿ ἐχρῆν, παρ᾿ ἐκείνων δέ ἀπῃτήσαμεν ὅ οὐκ ἄν ἔχοιεν ἀρνήσασθαι, φέρ᾿ ἴδωμεν τί τό περαινόμενον ἐκ τῆς ὁμολογίας ταύτης. Τί γε ἄλλο ἤ ὅτι τοῦτο τελειότης ἐστί σωτήριος ἔν τε γνώσει καί δόγμασι, τό ταὐτά φρονεῖν προφήταις, ἀποστόλοις, πατράσι, πᾶσιν ἁπλῶς, δι᾿ ὧν τό ἅγιον Πνεῦμα μαρτυρεῖται λαλῆσαν περί τε Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων αὐτοῦ. Τά δ᾿ ὑπ᾿ αὐτοῦ παρειμένα, παρ᾿ ἑτέρων δέ εὑρημένα, ἀσυντελῆ πρός γε ψυχῆς σωτηρίαν, κἄν ἀληθῆ˙ τῶν γάρ λυσιτελούντων οὐδέν παρεῖται τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ Πνεύματος. Διό καί τούς διαφωνοῦντας ἐπί τινος τῶν παρεωραμένων οὐδέ μεμφόμεθα καί τούς κρεῖττον κατά τι τούτων εἰδότας οὐ μακαρίζομεν.

43. Ἀλλά γάρ πρός τήν τελειότητα τῆς σωτηρίου ἐκείνης γνώσεως ἡμᾶς ὁ Χριστός ἐνάγων ἔλεγεν, «εἰ ἐπιστεύετε Μωσεῖ, ἐπιστεύετε ἄν ἐμοί», καί τάς ἱεράς Γραφάς ἐρευνᾶν ἐνετείλατο, ὡς ἐν αὐτοῖς εὑρήσοντας ζωήν τήν αἰώνιον. Αὕτη μέν οὖν ἡ γνῶσις, τελεία οὖσα καί οὕτω προσγινομένη, πράξεως πρός τελείωσιν οὐ προσδεῖται, οὐδέ πόνων πολλῶν. Διό καί ὁ χρυσοῦς θεολόγος Ἰωάννης περί τοῦ Κυρίου φησίν ὅτι περί δογμάτων μέν ὀλιγάκις διελέγετο, οὐδέ γάρ δεῖται πόνου τό πρᾶγμα, περί δέ τοῦ βίου πολλάκις μᾶλλον δέ πανταχοῦ˙ «τοῦτο γάρ», φησίν, «ἐστιν ὁ νόμος καί οἱ προφῆται, ἵνα, ὅσα ἄν θέλωμεν γίνεσθαι παρ᾿ ἑτέρων ἡμῖν, ταῦτα καί ἡμεῖς ποιῶμεν αὐτοῖς». Ἐπεί δ᾿ ἔστι γνῶσις καί ἡ τοῦ πρακτέου διάγνωσις, καί ταύτης ἐν τῷ πράττειν δεόμεθα καί ταύτης ἀναγκαῖον ἐπειλῆφθαι τόν πρός τόν Θεόν ἐφωμοιωμένον καί τέλειον ἄνθρωπον˙ πρός ταύτην οὖν ἡμᾶς ἐνάγων τήν γνῶσιν ὁ Κύριος αὖθις ἐνετείλατο λέγων, «γίνεσθε φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καί ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί», τό τοῦ ἤθους εἰσάγων μετά συνέσεως ἄκακον, καί τάς φρονίμους παρθένους τοῦ νυμφῶνος ἠξίωσεν, ὡς τά τῆς ἀγάπης ἔργα μή διαζευγνύσας τῆς ἐγκρατείας. Ἀλλ᾿ ἡ γνῶσις αὕτη χωρίς πράξεως οὐδενί λυσιτελήσειεν ἄν˙ «ἀγαθή» γάρ «σύνεσις τοῖς ποιοῦσιν αὐτήν». Διό καί ὁ Κύριος τόν φρόνιμον δοῦλον ἐκεῖνον λέγει μακάριον, «ὅν ἐλθών εὑρήσει ποιοῦτα οὕτως» ὡς προσέταξεν αὐτῷ, καί τόν εἰδότα καί μή ποιοῦντα δαρήσεσθαί φησι πολλάς, κἀκεῖνον ὄντως συντάττει τοῖς φρονίμοις, τόν ἀκούοντα καί ποιοῦντα τούς λόγους αὐτοῦ˙ ἀλλά γάρ ὁ τόν τοῦ Κυρίου λόγον ἀκούων καί ποιῶν, αὐτός ἐν ἑαυτῷ κτᾶται κατά τήν ἐπαγγελίαν τόν ἐντειλάμενον˙ ὁ δέ ἐστιν αὐτοσοφία καί περιοχή πάσης γνώσεως ἀληθινῆς. Οὐκοῦν ὁ τοῦτον διά τῆς τηρήσεως τῶν θείων ἐντολῶν ἐν ἑαυτῷ κτησάμενος οὐδέ τῆς μαθήσεως τῶν Γραφῶν δεήσεται, ἀλλά καί χωρίς αὐτῆς πάσας οἶδεν ἀκριβῶς καί τῶν διά μαθήσεως ἰόντων διδάσκαλος ἄν εἴη ἀσφαλής, ὡς ὁ Ἰωάννης καί ὁ Ἀντώνιος.

44. Τό μέν οὖν τελεστικόν ἡμῖν ὄντως καί σωτήριον, τοῦτο τό εἶδος τῆς ἀληθείας ἐστίν, ὡς ἐκ τῶν θεουργῶν ἐντολῶν διδασκόμεθα˙ τό δ᾿ ἐπί τούτῳ βραβεῖον ἤ βραβείου ἀρραβῶνα Παῦλος μέν ἁρπαγήν καί ἄνοδον ὠνόμασεν ὑπερουράνιον, ὁ δέ Χριστός ἔλευσιν καί μονήν καί ἐμφάνειαν ἑαυτόῦ καί τοῦ Πατρός˙ ὅτι μέν γάρ ἕν ταῦτα, εἰ καί διαφόρως εἴρηται, οὐκ ἀσυμφανές τοῖς μεμυημένοις. Οὐ γάρ ἄλλοσε ἄλλθεν ἐλεύσεται ἡ πανταχοῦ παροῦσα δύναμις, οὐδέ μενεῖ που ἡ μηδαμοῦ, ἀλλά τοῦτο ἔλευσις πρός ἡμᾶς ἐκείνου καί μονή, ἡ πρός αὐτόν ἡμῶν δι᾿ ἀποκαλύψεως ἄνοδος˙ τοῦτο τοίνυν ὡς μή γνῶσιν ἀλλ᾿ ὑπεροχικῶς ἀγνωσίαν ὑπάρχον δείξομεν ἔπειτα. Νῦν δέ πρός τοῖς εἰρημένοις δεῖν οἶμαι καί μάρτυρα παραγαγεῖν ὅτι τῆς γνώσεως καί ἀληθείας τῶν ἐν τοῖς κτίσμασι λόγων οὐ προσδεόμεθα πρός σωτηρίας καί ἁγιωσύνης τελείωσιν. Παρίτω τοίνυν ὁ καί τήν τῶν ὄντων γνῶσιν ἐκμελετήσας ἀκριβῶς Βασίλειος ὁ μέγας˙ οὗτος γάρ τήν διά τοῦ ψαλμῳδοῦ προσμαρτυρομένην ἐν τῇ τοῦ τελείου καρδίᾳ διευκρινῶν ἀλήθειαν, «δύο», φησί, «τά σημαινόμενα τῆς ἀληθείας εὕρομεν˙ ἕν μέν τήν κατάληψιν τῶν ἐπί τόν μακάριον βίον φερόντων, ἕτερον δέ τήν περί οἱουσδήποτε τῶν ἐν τῷ κόσμῳ εἴδησιν ὑγιᾶ˙ ἡ μέν οὖν συνεργός τῆς σωτηρίας ἀλήθεια τῇ καρδίᾳ ἔνεστι τοῦ τελείου, ὅς καί παραδίδωσι ταύτην τῷ πλησίον ἀδόλως˙ περί δέ γῆς καί θαλάσσης, ἀστέρων τε καί τῆς τούτων κινήσεως ἤ τάχους, ἐάν μή εἰδῶμεν τήν ἐν τοῖς τοιούτοις ἀλήθειαν, οὐδέν ἡμῖν ἐμποδίσει πρός τό ἐπιτυχεῖν τῆς ἐν ἐπαγγελίαις μακαριότητος».

Δεν υπάρχουν σχόλια: